Wednesday, 13 November 2013

Νηπτικά στοιχεία από τήν διδασκαλία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου (Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου )


Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως άγιος, ζούσε μέσα σέ αυτό τό «πνεύμα» τής Ορθοδόξου Παραδόσεως. Στίς ομιλίες του φαίνεται ότι κατηύθυνε τό ποίμνιό του μέ τό αληθινό «πνεύμα» τού Ευαγγελίου, μέ τήν ασκητική ζωή τήν οποία καί εκείνος γνώρισε στήν έρημο από τήν μικρή του ηλικία. Η διδασκαλία του έχει πολλά στοιχεία νηπτικότητας καί γι αυτό ήταν κατ εξοχήν κοινωνική. Μέχρι σήμερα η διδασκαλία του έχει μεγάλη επιρροή, θαυμάζουμε τόν λόγο του, γιατί προέρχεται από μιά καθαρή καί εξαγιασμένη καρδιά, πού είχε ελευθερωθή από κάθε πάθος καί ανθρώπινη ιδιοτέλεια.
Στήν εισήγηση αυτή δέν μπορούν νά γίνουν ευρύτερες ερμηνευτικές αναλύσεις, αλλά θά τονισθούν μερικά στοιχεία από τήν νηπτική διδασκαλία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, πού θά δείξουν, όπως νομίζω, ότι ο λόγος του εμπνεόταν από τήν εσωτερική ζωή του, τήν νήψη πού τόν διέκρινε, τήν μεγάλη αγάπη του πρός τόν Θεό, γι αυτό έχει καί μεγάλη διαχρονική αξία καί σπουδαιότητα.
α) Ο Χριστιανός ως εσταυρωμένος καί αναστημένος
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στήν διδασκαλία του εκφράζει τό «πνεύμα» τού Ευαγγελίου πού περιέχει τούς λόγους τού Χριστού καί τών Αποστόλων οι οποίοι συνιστούν νά ζή ο Χριστιανός μέ άσκηση, σύμφωνα μέ τόν νέο τρόπο ζωής πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός. Οι Χριστιανοί πρέπει νά σηκώνουν τόν σταυρό, νά ζούν τό ήθος τού εσταυρωμένου Χριστού. Ολόκληρος ο βίος τους πρέπει νά είναι εσταυρωμένος. Άλλωστε, αυτό μάς υπενθυμίζει ο Χριστός: «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν καί αράτω τόν σταυρόν αυτού, καί ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. η’, 34, πρβλ. Ματθ. ις’, 24 καί Λουκ. θ’, 23).
Υπάρχουν πολλά χωρία τού ιερού Χρυσοστόμου, στά οποία φαίνεται ποιά πρέπει νά είναι η αληθινή ζωή τού Χριστιανού.

Τό νά ζητά κανείς άνεση καί ανάπαυση είναι «ανάρμοστον καί αλλότριον Χριστιανού», καθώς επίσης τό νά προσκολλάται κανείς στήν παρούσα ζωή είναι αλλότριο στήν επαγγελία καί τήν στρατολογία.

Ερμηνεύοντας τό αποστολικό χωρίο «ότι καθώς περισσεύει τά παθήματα τού Χριστού εις ημάς, ούτω διά Χριστού περισσεύει καί η παράκλησις ημών» (Β’ Κορ. α’, 5), κάνει λόγο γιά τήν συμμετοχή μας στά παθήματα τού Χριστού. Καί ερωτά: «τί γάρ ήδιον τού τώ Χριστώ με γίνεσθαι κοινωνόν;». Επίσης λέγει ότι δέν είναι τίποτε ισοδύναμο καί καλύτερο από τό νά μαστιγώνεται κανείς μέ τόν Χριστό καί νά θλίβεται γιά τήν ευσέβεια. Καί καταλήγει ότι κανένας δέν μπορεί νά γίνη κοινωνός τού Χριστού τρυφώντας καί καθεύδοντας καί αναπίπτοντας, ζώντας τήν φιλήδονη καί παραλυμένη ζωή, αλλά γίνεται κοινωνός τού Χριστού εκείνος πού περνά θλίψη καί πειρασμό καί οδεύει τήν στενή οδό.
Αναλύοντας τό αποστολικό χωρίο πού αναφέρεται στούς Χριστιανούς, οι οποίοι, ενώ έχουν βαπτισθή, εν τούτοις είναι «εχθροί τού σταυρού τού Χριστού» (Φιλ. γ’, 18), κάνει λόγο γιά εκείνους πού υποκρίνονται ότι ανήκουν στόν Χριστιανισμό καί ζούν μέ άνεση καί τρυφή. Μιά τέτοια ζωή είναι «εναντίον τώ σταυρώ». Τό νά ζητά κανείς άνεση καί ανάπαυση είναι «ανάρμοστον καί αλλότριον Χριστιανού», καθώς επίσης τό νά προσκολλάται κανείς στήν παρούσα ζωή είναι αλλότριο στήν επαγγελία καί τήν στρατολογία. Όσοι ζούν κατ αυτόν τόν τρόπο «κάν λέγωσιν είναι τού Χριστού, αλλ ως εχθροί εισι τού σταυρού». Ερωτά: «ο Δεσπότης σου εσταυρώθη, καί σύ άνεσιν ζητείς; ο Δεσπότης σου προσηλώθη, καί σύ τρυφάς; καί πού ταύτα στρατιώτου γενναίου;». Καί μέ απόλυτο τρόπο γράφει: «ει φιλείς τόν Δεσπότην σου, τόν θάνατον απόθανε τόν εκείνου» καί όποιος είναι φίλος τής τρυφής καί τής ενταύθα ασφαλείας, «εχθρός εστι τού σταυρού».
Τήν ίδια προοπτική συναντούμε καί στήν ερμηνεία τού αποστολικού χωρίου «Χριστώ συνεσταύρωμαι ζώ δέ ουκέτι εγώ, ζή δέ εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β’, 20). Ερμηνεύει ότι ο Απόστολος Παύλος μέ τό «Χριστώ συνεσταύρωμαι» εννοεί τό Μυστήριο τού Βαπτίσματος καί μέ τό «ζώ δέ ουκέτι εγώ, ζή δέ εν εμοί Χριστός» εννοεί «τήν μετά ταύτα πολιτείαν, δι ής νεκρούται ημών τά μέλη». Η όλη ζωή τού Χριστιανού είναι σταυρική ζωή καί ο βίος του είναι εσταυρωμένος βίος, διότι μόνον έτσι μπορεί κανείς νά κοινωνήση τών παθημάτων τού Χριστού, διαφορετικά είναι εχθρός τού σταυρού.
Από αυτό φαίνεται ότι η σταυρική ζωή, πού δηλώνει τήν νέκρωση τών παθών, καί η κοινωνία μέ τόν αναστάντα Χριστό είναι ευαγγελική ζωή καί κοινή σέ όλους τούς Χριστιανούς, μοναχούς καί εγγάμους, πού ζούν στόν κόσμο καί στά Μοναστήρια, Κληρικούς καί λαϊκούς. Σέ πολλά κείμενά του κάνει λόγο γιά «ετέραν πολιτείαν» τήν οποία πρέπει νά ζούν οι Χριστιανοί, γιά τήν «καινήν ζωήν» πού πρέπει νά τούς χαρακτηρίζη.
Οι Χριστιανοί πρέπει νά ζούν ασκητική ζωή καί νά εκφράζουν αυτήν τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός. Πρέπει νά είναι «αλλότριοι τού παρόντος βίου», όχι μέ τήν έννοια νά φύγουν έξω από τόν κόσμο, αλλά νά μένουν στόν κόσμο καί νά δείχνουν στούς απίστους «ότι εις ετέραν πολιτείαν εαυτούς μετέστησαν καί ουδέν κοινόν έχουσι πρός τήν γήν καί τά επί γής πράγματα». Οι Χριστιανοί πρέπει νά γνωρίζωνται «ουκ από τού τόπου, αλλά από τού τρόπου» τής ζωής τους. Ο πιστός δέν πρέπει νά φαίνεται ως πιστός μόνον από τό Mυστήριο τού Bαπτίσματος, «αλλά καί από τής ζωής τής καινής». Καί σέ άλλο σημείο προτρέπει τούς Χριστιανούς: «Επιδειξώμεθα τοίνυν καινήν τινα ζωήν ποιήσωμεν τήν γήν ουρανόν», ώστε οι ειδωλολάτρες νά βλέπουν αυτήν τήν καινήν ζωή καί νά βλέπουν τήν ίδια τήν εικόνα τής βασιλείας τών ουρανών. Δέν τούς συνιστά νά φεύγουν από τίς κοινωνίες καί νά ανεβαίνουν στά όρη, όπως τό κάνουν οι μοναχοί, αλλά νά ζούν μέσα στήν κοινωνία, τηρώντας τίς εντολές τού Χριστού. «Ουδέν λέγω φορτικόν ου λέγω, μή γάμει ου λέγω, καταλίμπανε πόλεις καί αφίστασο πολιτικών πραγμάτων αλλ εν αυτοίς ών δείξον τήν αρετήν».
β) Λογισμοί
Οι νηπτικοί Πατέρες τής Εκκλησίας θεωρούν τήν προσβολή πού γίνεται μέ τούς λογισμούς ως αρχή τής αμαρτίας. Λέγονται λογισμοί γιατί, όπως προαναφέραμε, πρέπει νά ευρίσκωνται στήν λογική τού ανθρώπου καί νά μή κατέρχωνται στήν καρδιά. Μέ τούς λογισμούς η αμαρτία προσβάλλει τόν άνθρωπο καί από τούς λογισμούς, όταν δέν αντιμετωπίζωνται σωστά, γεννάται η επιθυμία καί ακολουθεί η διάπραξη τής αμαρτίας.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γνωρίζει πολύ καλά τό τί δημιουργούν οι λογισμοί, αλλά καί πώς μπορεί ο άνθρωπος νά ελευθερωθή από αυτούς.
Σέ μιά ομιλία του κάνει λόγο γιά τήν διαφορά μεταξύ τών λογισμών. Όπως στήν εκτεταμένη καί ευρύχωρη γή υπάρχουν πολλά ζώα, άλλα από αυτά είναι ημερότερα καί άλλα αγριότερα, τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τούς λογισμούς στό πλάτος τής ψυχής, «οι μέν εισιν αλογώτεροι καί κτηνώδεις, οι δέ θηριωδέστεροι καί αγριώτεροι». Επίσης, υπάρχουν καί λογισμοί πού, ενώ εκ φύσεως είναι εχθροί, εν τούτοις περιβάλλονται «δοράν προβάτων».

Τά πάθη προκαλούν ταραχή καί σύγχυση, διαστρέφουν τά πάντα καί καταστρέφουν τήν οδό τού ανθρώπου, εκδιώκουν τήν ειρήνη καί τόν ύπνο, δημιουργούν αφόρητη θλίψη.

Οι λογισμοί δημιουργούν μεγάλη ταραχή στήν ψυχή τού ανθρώπου. Άν ο άνθρωπος έχη εξωτερική ειρήνη, αλλά μέσα του γεννιέται ταραχή καί ζάλη από τούς λογισμούς, τότε «ουδέν όφελος τής έξωθεν ειρήνης». Συσχετίζει ο άγιος τήν κυοφορία καί τίς ωδίνες τής εγκύου γυναικός μέ τήν ψυχή πού κυοφορεί καί τίκτει τούς λογισμούς καί βρίσκει οδυνηρότερη τήν δεύτερη περίπτωση. Στόν άνθρωπο πού μηχανορραφεί «σήμερον ούτος κατεβλήθη ο λογισμός, καί πάλιν αύριον έτερος καί μύριαι μεταβολαί τών πονηρών τούτων πραγμάτων, καί καθ εκάστην ημέραν συλλήψεις καί ωδίνες διαφθείρουσαι τήν ταύτα τίκτουσαν διάνοιαν».
Ως πνευματικός ιατρός ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δέν αρκείται στήν διάγνωση, αλλά προχωρεί καί στήν θεραπεία τού προβλήματος πού δημιουργούν οι λογισμοί. Απαντώντας στήν ένσταση μερικών ότι είναι αδύνατον νά κυριαρχήσουμε στούς λογισμούς λέγει ότι, αφού είναι δυνατόν νά εξουσιάσουμε καί νά ημερώσουμε τά λιοντάρια, δέν πρέπει νά αμφιβάλλουμε ότι μπορούμε νά μεταβάλλουμε τήν θηριωδία τού λογισμού σέ ημερότητα. Αυτό μπορεί νά γίνη, γιατί στά θηρία η αγριότητα υπάρχει κατά φύση καί τό ήμερο παρά φύση, ενώ στόν άνθρωπο κατά φύση είναι τό ήμερο καί παρά φύση τό άγριο καί θηριώδες.
Στά κείμενά του συναντούμε καί διαφόρους τρόπους θεραπείας τού ανθρώπου από τούς λογισμούς. Γράφει ότι άλλοι από τούς λογισμούς δέν φθάνουν στήν ψυχή άν τήν περιφράξουμε μέ ασφάλεια άλλοι γεννιώνται μέσα μας καί βλαστάνουν όταν είμαστε ράθυμοι, αλλά άν τούς προλάβουμε τότε πνίγονται ταχέως καί καταχωνιάζονται άλλοι γεννιώνται καί μεγαλώνουν καί γίνονται πράξεις, πού διαφθείρουν όλη τήν υγεία τής ψυχής όταν ζούμε μέ ραθυμία. Στήν συνέχεια, ως πνευματικός ιατρός, υποδεικνύει καί τόν τρόπο θεραπείας, δηλαδή «τό μακάριον μήτε όλως δέξασθαι τόν πονηρόν λογισμόν». Τό επόμενο «μακάριον» είναι, εάν εισήλθαν οι λογισμοί στήν ψυχή, νά τούς απωθήσουμε ταχέως καί νά μή τούς επιτρέψουμε νά ενδιατρίψουν πολύ μέσα εκεί, ώστε νά μή κάνουν πονηρή βοσκή. Εάν καί αυτό δέν τό κατορθώσουμε, τότε γιά τήν παραμυθία τής ραθυμίας έχουν κατασκευασθή από τήν φιλανθρωπία καί τήν αγαθότητα τού Θεού πολλά φάρμακα γιά τά τραύματα πού δημιουργούν οι λογισμοί.
Από τά λίγα αυτά χωρία φαίνεται ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι γνώστης τής εσωτερικής εργασίας πού γίνεται στό λογιστικό μέρος τής ψυχής καί γνωρίζει τούς τρόπους θεραπείας τού εσωτερικού αυτού «χώρου». Πρόκειται γιά διδασκαλία του πρός τούς Χριστιανούς τού ποιμνίου του.
γ) Πάθη
Από τήν κακή αντιμετώπιση τών λογισμών συλλαμβάνεται η επιθυμία καί πραγματοποιείται η αμαρτία, καί όταν η αμαρτία επαναλαμβάνεται πολλές φορές γίνεται πάθος. Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος τό παρουσιάζει μέ τήν εικόνα τής αλιείας: «έκαστος δέ πειράζεται υπό τής ιδίας επιθυμίας εξελκόμενος καί δελεαζόμενος είτα η επιθυμία συλλαβούσα τίκτει αμαρτίαν, η δέ αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α’, 14-15).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως Πνευματικός Πατέρας, γνωρίζει όλη αυτήν τήν μάχη πού γίνεται μέσα στήν καρδιά μέ τά πάθη, αλλ επίσης γνωρίζει καί νά θεραπεύη τά πάθη. Άλλωστε, ο Πνευματικός Πατέρας είναι πνευματικός ιατρός καί γνωρίζει νά θεραπεύη τίς πνευματικές ασθένειες τών ανθρώπων. Η άγνοια αυτής τής θεραπείας δέν συνιστά κάποιον ως καλό Κληρικό, όπως η αδυναμία ή η άγνοια τού ιατρού νά θεραπεύη δέν τόν χαρακτηρίζει ως καλό ιατρό. Θά αναφερθούν μερικά χωρία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, από τά τόσα πολλά, πού αναφέρονται σέ αυτό τό σημαντικό θέμα τής πνευματικής ζωής.
Κατ αρχάς τά πάθη είναι η εξέλιξη τών λογισμών – προσβολών, πού προχωρούν καί γίνονται επιθυμία, πράξη καί όταν η πράξη επαναλαμβάνεται στήν συνέχεια γίνεται πάθος. Τά πάθη είναι αποτέλεσμα τής προπτωτικής αμαρτίας, μέ τήν οποία διεστράφησαν οι φυσικές δυνάμεις τής ψυχής καί κινούνται παρά φύση. «Μετά τού θανάτου, φησί, καί ο τών παθών επεισήλθεν όχλος». Τά πάθη αναπτύσσονται μέ τούς λογισμούς καί τίς επιθυμίες, οι οποίες είναι άκανθες πού ματώνουν τήν ψυχή καί τήν κάνουν νά πονά. Ονομάζονται δέ πάθη διότι ο άνθρωπος πάσχει καί υποφέρει: «Διά τούτο καί πάθη καλείται ψυχής, καί τραύματα, καί ωτειλαί». Σέ άλλο σημείο παρουσιάζει τά πάθη ως κύματα «θαλαττίων αγριώτερα», αλλά, εάν ο άνθρωπος, ως έμπειρος κυβερνήτης, γνωρίζη νά θέτη τόν λογισμό ως κυβερνήτη τού σκάφους τού σώματός του, τότε μπορεί νά τό οδηγήση «πρός τόν εύδιον τής φιλοσοφίας λιμένα», διαφορετικά, άν είναι άπειρος, θορυβείται.

Προτείνει ως φάρμακα θεραπείας «τό τίμιον αίμα τού Χριστού», όταν κανείς τό λαμβάνη μέ παρρησία, τήν ακρόαση τών θείων Γραφών μέ ακρίβεια, τήν ελεημοσύνη πού θά συνοδεύη τήν ακρόαση αυτή.

Στά κείμενά του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταγράφει καί τίς διαιρέσεις τών παθών. Πάντοτε, βέβαια, αυτό πού λέγει έχει σχέση μέ τό χωρίο τής Αγίας Γραφής πού ερμηνεύει, αλλά καί μέ τήν κατάσταση τού ακροατηρίου του. Έτσι, στήν διδασκαλία του βλέπουμε ότι υπάρχουν πάθη σωματικά καί πάθη ψυχικά. Τό σημαντικό είναι ότι σέ πολλά κείμενά του χαρακτηρίζει τά πάθη μέ τίς εκδηλώσεις τών αγρίων αλόγων ζώων καί κάνει λόγο γιά θηριώδη πάθη καί μάλιστα λέγει ότι ο άνθρωπος πού διακρίνεται από τέτοιες εκδηλώσεις «τής εκείνων αλογίας γέγονεν αλογώτερος».
Σέ ομιλία του σέ Ψαλμό τού Δαυΐδ αναφέρεται σέ πολλά πάθη πού σκοτίζουν τούς ανοήτους καί δέν μπορούν νά δούν τήν αγάπη τού Θεού. Ως πρώτο πάθος ονομάζει τό φιλήδονο, δεύτερο τήν άνοια καί τό διεστραμμένο τής γνώμης, τρίτο ότι δέν γνωρίζουν τί είναι καλό καί τί είναι κακό καί έχουν εσφαλμένη κρίση γιά τά πράγματα, τό τέταρτο ότι δέν σκέπτονται καθόλου τά αμαρτήματά τους, τό πέμπτον ότι υφίσταται μεγάλη απόσταση μεταξύ τού Θεού καί τών ανθρώπων καί τό έκτον τό ότι δέν θέλει ο Θεός νά φανερώνη όλα παντού. Προφανώς τά τελευταία δέν είναι πάθη μέ τήν έννοια πού εμείς τά χαρακτηρίζουμε, αλλά δείχνει τήν ακαταστασία τού ανθρώπου νά δεχθή τήν αποκάλυψη τού Θεού.
Τά πάθη, κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, αρρωσταίνουν τόν όλο άνθρωπο καί φυσικά αυτό έχει καί κοινωνικές συνέπειες. Τά πάθη είναι ασθένειες τής ψυχής καί τού σώματος. Χρησιμοποιεί πολλές εικόνες γιά νά δείξη τίς συνέπειες τών παθών. Τά πάθη είναι χειρότερα από τούς δημίους καί καταξηραίνουν τήν ψυχή, είναι τύραννοι, καθιστούν τόν άνθρωπο δούλο κλπ.
Οι χαρακτηρισμοί αυτοί τών παθών δείχνουν καί τό τί προξενούν στόν άνθρωπο. Θά υπενθυμίσουμε μερικές καταστάσεις, όπως τίς συναντούμε στά έργα τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Τά πάθη προκαλούν ταραχή καί σύγχυση, διαστρέφουν τά πάντα καί καταστρέφουν τήν οδό τού ανθρώπου, εκδιώκουν τήν ειρήνη καί τόν ύπνο, δημιουργούν αφόρητη θλίψη. Κάθε πάθος είναι «ωμόν καί τυραννικόν καί ακόρεστον» καί δέν παύει νά μάς κατατρώγη κάθε ημέρα, θολώνει τόν οφθαλμό τού ανθρώπου μέ αποτέλεσμα νά χάνη τήν αρετή, δέν αντέχει ο άνθρωπος στά υψηλά καί μεγάλα, αποκάμνει καί χάνει τό θάρρος, τείνει πρός τόν ύπνο καί τήν ραθυμία καί χάνει τά ενδιαφέροντα γιά τήν αρετή καί τήν ζωή πού προέρχεται από αυτήν. Η εμπαθής ψυχή δέν μπορεί νά δή καί νά πράξη κάτι γενναίο καί πάσχει από αμβλυωπία. Τά πάθη ανάβουν μεγάλη φωτιά στήν ψυχή, όπως γίνεται μέ τό πύρ πού πυρπολεί τό δάσος. Γενικά, τά πάθη αρρωσταίνουν τόν άνθρωπο, γι αυτό, όπως λέγει, «εάν αφής εις αμετρίαν εξελθείν, νοσήματα γίνεται,…».

Γράφει επανειλημμένως γιά τήν αξία τής ησυχίας. Όταν κάνη λόγο γιά ησυχία, εννοεί τήν ησυχία τού λογικού, τής καρδιάς καί τού τόπου, δηλαδή τήν ησυχία ψυχής καί σώματος.

Πέρα από τήν επισήμανση τών κακών πού προξενούν τά πάθη ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σέ πολλά κείμενά του υποδεικνύει καί τόν τρόπο τής θεραπείας. Ενδεικτικά θά παρουσιασθούν μερικοί τρόποι.
Στά κείμενά του ομιλεί γιά τήν μεγάλη αξία τής νήψεως στόν πόλεμο γιά τά πάθη τού σώματος πού θά έχη συνέπεια στήν θεραπεία τών νοσημάτων τής ψυχής, γιά τόν ορθό λογισμό, τήν μελέτη τής Αγίας Γραφής καί τούς βίους τών αγίων καί πρό παντός τήν ενέργεια τής Χάριτος τού Παναγίου Πνεύματος. Ερμηνεύοντας τήν επί τού Όρους ομιλία τού Χριστού αναφέρεται στόν τρόπο τής θεραπείας τών παθών τού θυμού, τής επιθυμίας περί τά σώματα, περί τά χρήματα, περί τήν δόξα, περί τόν παρόντα βίο. Μέ πολύ ωραίο τρόπο διδάσκει τόν τρόπο μέ τόν οποίο θεραπεύεται τό πάθος τής φιλαργυρίας.
Σέ κάποια ομιλία του προσδιορίζει τόν αποτελεσματικότερο τρόπο θεραπείας τών παθών. Κατ αρχάς ο άνθρωπος πρέπει νά αισθάνεται «καί τόν θυμόν θηρίον είναι». Έπειτα, πρέπει νά αισθάνεται ότι ούτε τό λιοντάρι καί η έχιδνα μπορούν νά κατασπαράξουν τά σπλάχνα μας, όπως τό κάνει ο θυμός. Καί προτείνει ως φάρμακα θεραπείας «τό τίμιον αίμα τού Χριστού», όταν κανείς τό λαμβάνη μέ παρρησία, τήν ακρόαση τών θείων Γραφών μέ ακρίβεια, τήν ελεημοσύνη πού θά συνοδεύη τήν ακρόαση αυτή. Μέ τούς τρόπους αυτούς «δυνήσεται νεκρωθήναι τά λυμαινόμενα τήν ψυχήν ημών πάθη». Όσο έχουμε τά πάθη δέν είμαστε καλύτερα από τούς νεκρούς, ενώ, όταν θεραπεύσουμε τά πάθη, τότε μόνον μπορούμε νά ζήσουμε. Καί παραγγέλλει: «Κάν μή φθάσωμεν αυτά αποκτείναντες ενταύθα, εκεί πάντως ημάς αποκτενεί», αλλά μάλλον θά υποστούμε καί εδώ τήν τιμωρία.
Στίς ομιλίες του βλέπουμε μιά ολόκληρη διδασκαλία γιά τά πάθη, τά αποτελέσματά τους καί τόν τρόπο θεραπείας τού ανθρώπου από αυτά.
δ) Νήψη
Πιό πάνω έχουμε οριοθετήσει τό τί σημαίνει νήψη πού συνδέεται καί ταυτίζεται μέ τήν εγρήγορση, τήν ετοιμότητα. Ως γνήσιος Πνευματικός Πατέρας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στά κείμενά του αναφέρεται συχνά σέ θέματα νήψεως, εγρηγόρσεως. Καί στό σημείο αυτό εντάσσεται οργανικά στό «πνεύμα» τών αναλόγων προτροπών τού Χριστού καί τών Αποστόλων καί συντονίζεται μέ τούς λεγομένους νηπτικούς – φιλοκαλικούς Πατέρες.
Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τό αποστολικό χωρίο «γρηγορώμεν καί νήφωμεν» (Α’ Θεσ. ε’, 7), κάνει διάκριση μεταξύ εγρηγόρσεως καί νήψεως. Είναι δυνατόν κανείς νά είναι ξυπνητός, νά μή κοιμάται, αλλά νά μή επιτελή κανένα αγαθό έργο. «Ώστε γρηγορήσεως επίτασις η νήψίς εστιν». Καί αυτή η νήψη είναι απαραίτητη επειδή δέν γνωρίζουμε πότε θά έλθη η Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού.
Η νήψη είναι αναγκαία καί στόν πόλεμο εναντίον τού διαβόλου καί τών παθών. Μέ τήν νήψη αντιλαμβανόμαστε τίς κινήσεις τού εχθρού καί στήν συνέχεια μπορούμε νά τίς αντιμετωπίσουμε. Λέγει ο άγιος: «Πάντοτε νήφειν καί εγρηγορέναι δεί, καί μηδέποτε εν αδεία είναι».
Σέ μιά ερμηνευτική ανάλυση στούς Ψαλμούς αναφέρεται στήν λήθη τού Θεού, όταν δηλαδή ο Θεός ξεχνά κάποιον άνθρωπο. Αυτή η λήθη τού Θεού στήν πραγματικότητα είναι η εγκατάλειψη τού ανθρώπου από τόν Θεό. Δέν κάνει τίποτε περισσότερο τόν Θεό νά ενθυμήται τόν άνθρωπο όσο «τό αγαθόν τι ποιείν, τό νήφειν, τό εγρηγορέναι, τό αρετής επιμελείσθαι».
ε) Ησυχία
Η ησυχία είναι η βασική προϋπόθεση τής Χριστιανικής ζωής. Όταν κάνουμε λόγο γιά ησυχία, εννοούμε τήν εξωτερική ησυχία τήν απαλλαγμένη από θορύβους, καί τήν εσωτερική ησυχία, τήν απαλλαγμένη από τούς λογισμούς καί τά πάθη πού υπάρχουν μέσα στήν καρδιά. Τό ότι η ησυχία καί μάλιστα η λεγομένη νοερά ησυχία είναι βασική προϋπόθεση τής Χριστιανικής ζωής φαίνεται από τό ότι ο Χριστός μάς υπέδειξε αυτόν τόν τρόπο, μέ τό νά αποσύρεται ο Ίδιος στό όρος. Επομένως καί αυτός ο τρόπος ζωής δέν είναι δοσμένος μόνο γιά τούς μοναχούς καί τούς ασκητές, αλλά γιά όλους τούς Χριστιανούς.
Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει επανειλημμένως γιά τήν αξία τής ησυχίας. Όταν κάνη λόγο γιά ησυχία, εννοεί τήν ησυχία τού λογικού, τής καρδιάς καί τού τόπου, δηλαδή τήν ησυχία ψυχής καί σώματος.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι γνώστης τής εσωτερικής εργασίας πού γίνεται στό λογιστικό μέρος τής ψυχής καί γνωρίζει τούς τρόπους θεραπείας τού εσωτερικού αυτού «χώρου».

Ως πρότυπο ησυχίας πολλές φορές φέρει στούς ακροατές του τόν Χριστό, ο Οποίος ανέβαινε καί στό όρος γιά νά προσευχηθή μόνος Του, όχι γιατί τό είχε ανάγκη, αλλά γιατί ήθελε νά μάς παιδαγωγήση νά επιδιώκουμε τόπους ησυχαστικούς γιά νά προσευχόμαστε στόν Θεό. Συνδέει τήν ησυχία μέ τήν προσευχή. Ο Χριστός μέ τόν τρόπο αυτό μάς παιδαγωγεί «ότι καλόν η ερημία καί η μόνωσις, όταν εντυγχάνειν δέη Θεώ». Ο ίδιος ο Χριστός πολλές φορές κατέφευγε στίς ερημίες καί διανυκτέρευε προσευχόμενος γιά νά μάς διδάξη «τήν από τού καιρού καί τήν από τού τόπου θηράσθαι εν ταίς ευχαίς αταραξίαν». Καί αυτό είναι απαραίτητο γιατί «ησυχίας γάρ μήτηρ η έρημος, καί γαλήνη καί λιμήν απάντων απαλλάττουσα θορύβων ημάς». Ο Χριστός καί δίδασκε τούς ανθρώπους νά προσεύχωνται καί ανέβαινε στό όρος γιά νά προσευχηθή, ώστε νά μάς προτρέψη «μήτε όχλοις αναμίγνυσθαι διηνεκώς, μήτε φεύγειν αεί τό πλήθος,…» αλλά καί τά δύο νά τά χρησιμοποιούμε πρός ωφέλειαν καί νά τά ανταλλάσσουμε ανάλογα μέ τήν ανάγκη.
Πολλές φορές η διαμονή μας στόν κόσμο δημιουργεί σύγχυση καί ταραχή, γι αυτό «επιτήδειον πρός φιλοσοφίαν ερημία». Η ερημία βοηθά καί στήν υγεία τού σώματος, επειδή αναπνέουμε καθαρό αέρα καί μάς δίνει τήν δυνατότητα νά παρατηρήσουμε από ψηλά τήν οικουμένη, οπότε φιλοσοφούμε καί αναπαυόμαστε από τίς βιοτικές φροντίδες.
Βέβαια, δίνει μεγάλη σημασία στήν ησυχία τής ψυχής από τήν ταραχή τών λογισμών καί τών παθών. Σέ κάποια ομιλία του λέγει ότι ο Θεός θέλει «ημών τήν καρδίαν εν γαλήνη καί ησυχία τυγχάνειν, καί τόν λογισμόν ημών ατάραχον είναι, καί παντός απηλλάχθαι πάθους». Γι αυτό σέ άλλη ομιλία του λέγει επιγραμματικά: «εκείνην εγώ ζητώ τήν ησυχίαν τήν από διανοίας, τήν από ψυχής».
Τό ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ζούσε νηπτικά φαίνεται καί από τό γεγονός ότι, όπως φαίνεται στίς ομιλίες του, εκφράζει τήν Ορθόδοξη Παράδοση γιά τήν ησυχία τής διανοίας καί τής καρδίας, ακόμη καί όταν ζούσε στόν κόσμο. Έχοντας υπ όψη του τούς μοναχούς πού ζούσαν στήν έρημο, συνιστά στόν ακροατή του νά τούς μιμηθή καί νά επιδιώκη τήν ζωή τής «επί μέσης πόλεως ερημίας». Θά πρέπει νά ζή κανείς μέσα στήν πόλη ωσάν νά είναι στήν έρημο. Καί στήν συνέχεια επεξηγεί πώς μπορεί νά συμβή αυτό. «Εάν τούς πονηρούς φεύγης, εάν τούς αγαθούς διώκης». Μέ τόν τρόπο αυτό θά επιτύχη ο άνθρωπος μεγαλύτερη ασφάλεια από τούς ερημίτες μοναχούς, αφού δέν θά αποφεύγη μόνον τούς κακούς, αλλά καί θά ωφελήται επικοινωνώντας μέ τούς αγαθούς. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο συνιστούσε στούς Χριστιανούς: «Ερημίας επιζητώμεν, μή τάς εκ τόπων μόνον, αλλά τάς από τής προαιρέσεως». Ερημία είναι καί ο τόπος, αλλά καί η προαίρεση, ο τρόπος ζωής

ΠΗΓΗ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ

Tuesday, 12 November 2013

The Holy Scriptural Orthodox Tradition of “Sarandismos”(40th Day Blessing of birth givers)



The Apostolic Orthodox Tradition of “Sarandismos” (The Service of 40th  Day Blessing of birth givers) is a special 40 Day period of a new mother’s self-enclosure in her home after child-birth. This is an Ancient Liturgical Act of our Holy Orthodox Church and traces back to Mosaic Law, practiced in imitation and special honour of the Holy Mother of God, the Most Holy Theotokos and Ever-Virgin Mary. Even she herself, after giving birth to Christ, remained enclosed for 40 Days and only after that period was completed, she brought the Divine Infant to the Holy Temple and placed Him at the Hands of the Holy Priest St Symeon. This event was rightfully elevated to a Great Theomitoric Feast of the “Ypapandi” = The Annunciation of Christ, which in all accuracy consists of the True Orthodox ‘Mother’s Day’. It portrays the perfect example of a Sacred Image of the Most Holy Mother which brings her Child to the Temple and dedicates it to God in all gratefulness that children are not really ours but God’s. Thus, the Tradition of Sarandismos is an exceptional tribute to Motherhood.The ancient medical term for Sarandismos is “loheia” and a woman during medical confinement of her bed is called “lehona”. In the science of medicine ‘Loheia’ is the 40 day period during which the female organism attempts to reinstate itself to the condition that it was prior to pregnancy.
The very first thing that we must point out is that these Orthodox Traditions are not "man-made" or "human teachings" as heretics accuse us. Holy Scripture commands us to "stand fast, and hold the traditions which you have been taught, whether by word or letter." (2Thess. 2, 15) These are sacred traditions initially practiced by very sacred people under divine inspiration. "Holy men of God spoke just as they were moved by the Holy Spirit." (2 Peter 1, 21) It is God the Holy Spirit that guides the Church to all Truth (John 16, 13) These sanctified persons found great favour by God, received holy information and confirmed that it is in fact pleasing to God.
It is therefore a very daring and anti-Christian stance to oppose these traditions, to attack believers and degrade their faith and adherence. It is far better, fairer and safer for someone to say: "Since it is recorded in the history of the First Apostolic Church, I do accept it, but I myself cannot practice this" or "I don't have the strength, the capacity, the ability or the intention to follow such thing" instead of cunningly devising evil excuses saying that it is supposedly "not Scriptural or not important for God or man-made". The truth is that Holy Scripture abundantly denotes the importance of motherhood, childbirth (and the sacred traditions surrounding it) are heavily important not only for her spiritual growth, but her very salvation: “A woman will be saved through bearing children, if she continues in faith and love and holiness, with modesty”. (1 Tim. 2, 15) Sarandismos is a gracious part and extension of these saving virtues.
During the 40 day period of Sarandismos, the mother remains enclosed in her home with special dedication and focus on her child as well as on God Who gifted her that child. No visiting by family, relatives or friends is allowed and the mother is not blessed to exit her home at all, unless there is a serious medical issue or a life-threatening need. All other contemporary forms of communication are not forbidden, such as telephone calls, emails etc, as long as they are done within the need of human support and comfort, not chit-chatting, gossiping and trivial spreading of rumours, scandals and slander.
The mother devotes to prayer and chants joyful Orthodox Psalms with her infant in her arms and tries to follow the fasting, (on the normal fasting days Wednesdays & Fridays) only with the blessing of her spiritual father, as she must be assured that fasting does not affect breast-feeding in any way as there are many non-dairy foods which highly assist in breast-feeding (the mother is very highly recommended if possible to keep breast-feeding for as long as she can –even if it is for one year- and not rush to replace it with formula milk if there is no need). She also takes the chance to read various spiritual books (especially Christian Orthodox material) on how to raise children with the fear of God and how both parents can come closer to Christ & His Church. There is no such thing as Half Sarandismos, (20 days) but only the full 40 day period.
Sarandismos is entirely an issue of Faith and forms a special aspect of Spiritual Life. Although it is evidently God’s will, our Mother Church does not strictly or forcefully impose this. Our Holy Orthodox Church leaves this to the good will, the level of faith and strength of determination of each individual mother. Rest assured that any woman who willingly and gladly follows this, has immense special blessings to gain for herself, her infant and her husband too. Therefore our criteria of wanting to follow such practice are critically important as there should be no trivial or just customary purposes behind this very important implementation. Also, there should be no intentions of wanting "to show off our spirituality" or promote one’s self as a “good Christian” or keeper of traditions. A spirit of humbleness and a pure love for God are the only blessed, praiseworthy and exemplary motives.
The Actual Service of the “First Church Attendance”= “Protos Ecclisiasmos” in the “Efholoyion” (Book of Priest’s Prayers & Services) states that the Mother (always accompanied by her husband of course) attends Church for the first time “to be cleansed from every sin and every defilement of the servant of God” (Leviticus 15, 22-33) where she brings the infant to Church for the first time and dedicates it to the Holy Temple of God for the glory of God, as a sacrifice that is pleasing to God. It is important and proper that both parents specifically attend this service and not just the mother alone, as wrongly practiced today. There, the mother obtains the blessing to receive Holy Communion once again, but only her, not the child yet. The infant can only receive Holy Communion once it is Baptised and Baptism is strongly urged by our Holy Fathers to take place, no longer than 6 months, but as soon as possible immediately after the Baptism (we do not “Christen”, the term “Christening” is a Western Papal erroneous term. We Orthodox exclusively use the term “Baptism” which is an Early Christian Scriptural term maintained by Christ and The Apostles, from the Greek verb “vaptizo” which means “to fully immerse someone in water”)
The very first question, in all good intention, that may naturally arise, is “why and how can the woman be considered “unclean” since the menstrual flow and childbirth are a natural process by God’s will”?
Although the question is logical and the mindset valid, it is deeply sad to hear this when it sometimes unfortunately comes from some ‘academic’ theologians, uneducated priests or Ecumenist Modern Bishops or Archbishops, especially when they make unacceptable inaccuracies by public statements that “any prayers and references to a woman being ‘unclean’ should be totally removed from our Church books and services” and other disturbing statements such as “our Liturgical Texts and Sacraments should be “corrected”... How profoundly deplorable...
We must clarify and underline in advance that we are not promoting any disrespect to our highly respectful Clergy and consciously avoid falling in to the cursed sin of “ierokatigoria” = speaking against priests. The above references to Bishops are only made because these statements were made in public, at very large scale. It is imperative that we must be very discerning in what we sometimes hear and always get an opinion from an experienced Holy Elder, just as the “Yerontikon” sternly recommends us. Leaders themselves must be very cautious when making such public statements, because the scandal could be so great that it becomes extremely difficult to restore and re-gather those confused souls that are later “snatched” by heretical wolves at the first given chance. Our responsibility is immense with devastating consequences. Orthodoxy is not a system of false, fabricated traditions nor is our Faith subject to the pseudo-piety and barren ethics of any (rare) Ecclesiastical Leaders.
Now to the answer:
This “uncleanness” or “contamination” is not of an ethical or sinful nature. God and His Church are not considering the woman sinful or shameful, therefore she should feel no guilt about it at all. Saint John Chrysostom precisely exclaims: “There is nothing unclean within any natural process!” In his Hermeneutic Commentaries on Leviticus, he strongly opposes the notion of ethical uncleanness in a very apologetic way and not only underlines the preventing aspects of infections but also implies and condemns the defilement of adultery which was often committed under the pretext of men supposedly wanting to refrain from any contagiousness and cunningly resorting to sin.
Our Holy Orthodox Faith is a living revelation of Truth and Exposition of Sacred Tradition that is feasible and fair. According to the Old Testament (Gen. 3, 16,  Leviticus 15, 22-33) which was not cancelled but completed and is still the Word of God and valid Part of Holy Scripture, and according to the All-Wise Holy Fathers, God allowed the menstrual flow as well as the birth-pains to take place after the fall of man, as a consequence of their disobedience towards their Creator, along with many other serious distortions of nature that tragically eventuated as a spiritual chastisement. After childbirth, the woman’s body experiences some unpleasant changes, human nature undergoes some form of corruption, defilement and distortion, especially with all the excessive blood flow, internal and external, liquids, infections, chemicals and pharmaceuticals used etc.. Her mental and psychological state also endures some radical changes and both parents, both “Syzigi” (an ancient Greek Biblical Greek term which means “co-bearers” of the same load and “Syzigia” to carry a burden together) share the load of these life-changing occurrences as well as the load of various other good and bad experiences during and after birth. Not only the Holy Fathers, but even doctors themselves globally testify that a woman is not yet clean straight after child-birth, that is why they even suggest that the couple refrains from coming together at least for a couple of weeks in order for genital sterilisation to be completed.
The Pioneering Book called “The Holy Rudder” = “To Ieron Pedalion” (a Complete Collection of all Decisions by All Ecumenical and Local Councils) is of paramount importance and vast validity for the Orthodox Church. There, Saint Nicodemus of Holy Mountain mentions these truths, and in rhetoric form asks the same question himself: “Why does God call a woman in her monthly, ‘unclean’? It seems that the blood flow itself, being a natural procedure, is not really a sin or (ethical) uncleanness”. It is an educational, biological and physical uncleanness to avoid contamination and prevent any possible infection. Saint Isidoros Pilusiotis makes special interpretation of these spiritual measures and restrictions, and clearly defines them as “educational measures of catharsis and sanctification”. Also in a very Early Christian Book of the 1st Century, “The Apostolic Orders” we find: “Not even the lawful marital relationships or the Wed-Bed nor the ‘flowing of blood’ can defile human nature and separate man from the Holy Spirit apart from evil, sin, impiety and ungodliness”. Yet, no Saint, Holy Father or Ecclesiastical Write ever opposed the order of Sarandismos, but they all firmly urged the faithful to safe keep it and thus it has been preserved till today. Other Great Saints such as St Dionysios Archbishop of Alexandria-the Confessor (Canon B’ 260AD), St John the Nisteftis, St Timotheos Archbishop of Alexandria, even the recent great Saints such as Saint Kosmas the Aitolean, St Nektarios, the Holy Elders St Porphyrios, St Paisios, along with all the Great Ascetic Women Saints of our times, all gave the same non-conflicting, harmonious sacred guidelines to women that sought their valuable advice and most valuable blessing.
I was very moved and taken by awe to personally witness a lady who once asked the former Holy Bishop of Florina, Augoustinos Kantiotis, if she was allowed to enter the Church whilst on her monthly, and he replied in his characteristic loving austerity: “My child, you are not even allowed to kiss my hand, not that I am anything special, we are unworthy servants but it’s the Priesthood that we have, you understand? Not only you cannot light a candle, kiss an icon or receive the ‘Antidoron”, but strictly speaking, you are not allowed to even come to the temple. We don’t say these things to degrade you women or throw you in despair, this ‘uncleanness’ is of a legal, educational nature, not ethical, you understand?”
The whole 40 day process of Sarandismos is an extended “askisis”= an extremely beneficial spiritual exercise of ascetic silence and rejuvenating stillness, a good form of experiencing “monastic” isolation, a very blessed chance of remoteness, a trial of patience, a test of ego and an assessment of obedience. It is not an easy thing, but not impossible. For those who truly believe, “with God's help everything is possible” (Mark 10, 27). Sarandismos is a pure test of faith. We eagerly submit and happily obey God’s will in order to oppose and “correct” the former disobedience by Eve. We accept this “penance” without evil objection or worldly suspicion, trusting in God’s wisdom and with steadfast hope in His great mercy. After the 40 day period of preparation, the mother re-enters the Church and restores that distortion, approaching the Sacramental Communion of the Church of God in all blessing and readiness.
Our very own Orthodox grandmothers and ancestors (which some modern theologians are very sarcastic of) have never had any issue with observing these matters and would never take any offense to these “prohibitions”. Although they were illiterate and had no theological knowledge, yet, throughout the ages, they would very humbly, remarkably and impressively express that “we really like to keep our sacred traditions, we just love to do the right thing by God! We have never thought or imagined or even intended to ever change the Gospel of Christ! That’s why we see no insult to be excluded from priesthood. We are already ‘priestesses’ and ‘Deaconesses’ in act, in sacrifice, within our blessed Home-Church, the ‘Kat’ Oikon Ecclesia!”
I think this is a very good powerful lesson for all of us, including males, monks, priests and Bishops. Rejoice. Hairete.

Monk Nicodemus

Antiheretical Manual
July 8, 2011

ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΣΟ ΦΙΛΟΣΟΦΗ, ΟΣΟ Η ΘΛΙΨΗ!!!

  
Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Μήπως, όμως, δεν μπορούσε ο Θεός να δώσει παιδί στην Αννα και δίχως προσευχή;
Μήπως δεν γνώριζε την επιθυμία της και πριν Του το ζητήσει; Ναι, αλλ' άν της έδινε το παιδί πριν το ζητήσει με την προσευχή, δεν θα φαινόταν η προθυμία της, δεν θα φανερωνόταν η αρετή της, δεν θα έπαιρνε τόση αμοιβή.
Ας δούμε τώρα και τη φιλοσοφία της γυναίκας. Ακου τι είπε στον αρχιερέα Ηλί, που την πέρασε για μεθυσμένη: «Όχι, κύριέ μου, δεν είμαι μεθυσμένη.
Μια γυναίκα καταπικραμένη είμαι, που ξεχύνω τον πόνο της ψυχής μου μπροστά στον Κύριο. Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια• αν προσευχήθηκα ως τώρα, ήταν από τον πολύ μου πόνο» (Α' Βασ. 1:15-16). Αυτό είναι γνώρισμα πραγματικά συντριμμένης καρδιάς: Το να μην οργίζεται και να μην αγανακτεί εναντίον εκείνων που την αδικούν ή την προσβάλλουν, αλλά με πραότητα και σεμνότητα ν' απολογείται.
Αλήθεια, τίποτα δεν κάνει την ψυχή τόσο φιλόσοφη, όσο η θλίψη. Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι η Αννα κι έτρεξε να προσευχηθεί. Ας τ' ακούσουν όσοι από μας ούτε πριν ούτε μετά το φαγητό προσεύχονται. Ας τ' ακούσουν και ας παραδειγματιστούν.
Όλοι μας, τόσο πριν όσο και μετά τα γεύματα, οφείλουμε να δοξάζουμε και να ευχαριστούμε το Θεό. Όποιος είναι προετοιμασμένος γι' αυτό, ούτε θα παραφάει ούτε θα μεθύσει ποτέ. Έχοντας ως χαλινάρι του λογισμού του την αναμονή της προσευχής, θα γευθεί απ' όλα με μέτρο και θα έχει πολλή ευλογία και στο σώμα και στην ψυχή.
Με προσευχή, κοντολογίς, ας αρχίζει και ας τελειώνει κάθε γεύμα μας. Παράλληλα, ας μην παραλείπουμε να συμμετέχουμε στο πασχάλιο δείπνο της ευχαριστιακής συνάξεως, που γίνεται τακτικά στο ναό, αλλά και σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία, αν είναι δυνατόν. "Μα έχω τόσες φροντίδες και ασχολίες!", θα μου πεις.
Γι' αυτό ακριβώς έλα στο ναό, για να ελκύσεις με την εδώ παρουσία σου την εύνοια του Θεού, κι έτσι να φύγεις ασφαλισμένος• για να Τον έχεις βοηθό στις υποθέσεις σου, κι έτσι να γίνεις ακατανίκητος από τους δαίμονες και τους μοχθηρούς ανθρώπους.
Γιατί, συμμετέχοντας στη θεία λειτουργία και στην κοινή λατρεία, θα ενισχυθείς από τον παντοδύναμο Θεό, θα πάρεις τα δικά Του όπλα, κι έτσι ούτε ο διάβολος ούτε οι άνθρωποι θα μπορέσουν να σε βλάψουν.

Monday, 11 November 2013

Eνα πανέμορφο παραμύθι


Ακούραστος ο γέρο - Πέτρος καθάριζε κρεμμύδια στην πάνυγυρη της Παναγίας για την εσπερινή τράπεζα,Θα έρχονταν πατέρες και ψαλτάδες απο την έρημο να στολίσουν την αγρυπνία.

Και πως έκανε ο γέρο -Πέτρος αμα ξεκινούσε τα μέγιστα ανοιξαντάρια του Κουκουζέλη και το Θεοτόκε Παρθένε του Μπερεκέτη!


Και όλο σκούνταγε τον Δανιηλ τον Εκκλησιαστικό να κουνήσει ακόμα πιο δυνατά τον χορό και τον πολυέλαιο.


-Ω Θεε μου,και πως θα είναι στον παράδεισο,ακούγονταν η φωνή του γέρο-καλόγερου.


Παρότι το στασίδι του ήταν μπροστά στα γεροντικα,εκείνος με ευλογία του ηγουμένου στεκόταν σε εκείνα των αρχαρίων,στο στασίδι που στάθηκε όταν πρωτόρθε στο μοναστήρι.'Ωρες ορθος στην Εκκλησία,ομοιοπύρφορο Χερουβειμ που λάτρευε με σεβασμό τον Θεό Του.



-Και δεν μου λες,παππού,τι είναι η Παναγιά για τον κόμσο ; ρώτησε ο Πατηρ Υπάτιος τον γέροντα.

Ο γέρο - Πέτρος άφησε τα κρεμμύδια και το μαχαίρι μεμιάς και πήρε ύφος σοβαρό σαν να

έβγαζε λόγο.


- Εγω πατέρες γραμματα δεν ξέρω να τα πώ ομορφα και δουλεμένα.Μα αυτή η ιστορία είναι πέρα ως πέρα αληθινή.


Σε μένα την είπαν ταπεινοί μοναχοί του Ορους που ποτέ δεν φιλιώθηκαν με το ψέμα.


"Το λοιπόν κάποτε στον Παράδεισο μπροστά στην όμορφη πόρτα του καθόταν ο Άγιος Πέτρος και καλοδεχόταν τα παιδιά του Θεού που  είχαν κερδίσει τη Βασιλεία.
Σαν νύχτωσε,ο Άγιος έκλεινε τα θυρόφυλλα και μετρούσε στα τεφτέρια του πόσοι είχανε μπει στον Παράδεισο.Ύστερα έβαζε τα ονοματά τους πλαι σε εκείνους που ηδη ήταν μέσα απο καιρό και έβρισκε τον αριθμό.


Το άλλο πρωι μετρούσε πάλι τους παραδεισένιους ανθρώπους και πήγαινε να ανοίξει την πόρτα.Μα για καιρό έβλεπε τούτο το παράδοξο.Ενω αποβραδις είχε μετρήσει πως αυτοί που είχαν μπει στον Παράδεισο ήταν δέκα,την άλλη μέρα μετρούσε άλλους 3 παραπάνω.

Μα πως γίνεται αυτό σκεφτόταν.


- Μια και δυο πηγαίνει στον αφέντη τον Χριστό και του λέει αυτο που τον απασχολεί.


-Να φυλάξεις βάρδια είπε ο Χριστός και ο Άγιος έσκυψε το κεφάλι και γύρισε στο διακονημά του.


Το ίδιο βράδυ ο απόστολος του Θεού φύλαξε κατα την προσταγή του Χριστού και σαν ξημέρωσε είχε έτοιμη απάντηση


- Λοιπόν,είπε ο Κύριος


Το βράδυ...Κύριε....που κλείνει ο Παράδεισος ανεβαίνει η Μάνα Σου στα τείχη και βάζει τους ανθρώπους απο εκεί.


Αμα τελείωσε την διηγησή του ο γέρο Πέτρος έκανε τον σταυρό του και μετά οι άλλοι μοναχοί.

Sunday, 10 November 2013

Saint Theophylact of Ochrid-The Parable of the Good Samaritan


Twentieth-fifth Sunday after Pentecost
The Parable of the Good Samaritan

Luke 10:25-37

From The Explanation of the Gospel of St. Luke

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

25-28. And, behold, a certain lawyer stood up, and tempted Him, saying, Master, what shall I do to inherit eternal life? He said unto him, What is written in the law? How readest thou? And he answering said, Thou shalt love the Lord thy God with all thy heart, and with all thy soul, and with all thy strength, and with all thy mind; and thy neighbour as thyself. And He said unto him, Thou hast answered right: this do, and thou shalt live. This lawyer was not only arrogant and proud but also deceitful, as is shown by what follows. He comes to put the Lord to the test, and he imagined that he would trip the Lord by the answer which He gave. But the Lord leads him to the very law of which the lawyer boasted such great knowledge. See how precisely the law commands us to love God. Man is more perfect than all other created things, being in some respect like all created things, but in addition having something exceptional. For example, there is a part of man that is like stone, for he has hair and nails which are unfeeling, like a stone. And he is also in part like a plant, in that he grows and is nourished and engenders his own kind, just as plants do. He is in part like the irrational animals, in that he has emotions, and becomes angry, and desires. But unlike all other animals, he is also in part like God, in that he has a mind. Therefore the law teaches that man must give each and every part of himself entirely to God, and must expend all the forces of his life in loving God. When the law says, with all thy heart, it speaks of that force of human life that is purely physical and organic, a force likewise present in plant life. When the law says, with all thy soul, it speaks of that force of human life which feels, a force likewise present in animals. When the law says, with all thy mind, it speaks of that power which is unique to man, the intellect. With all thy strength means that we must use all these powers to pull [our stubborn selves to God]. We must harness even the organic, plant-like force of our soul to the love of Christ. How? With strength, and not faintheartedly. We must also subject, with strength, the power of all our senses to the love of Christ. As for the power of our rational soul, this too we must subject with all our strength to the love of Christ. So then, we must give all of ourselves to God, and we must subject our biological powers, our sensory powers, and our intellectual powers to the love of God. And thy neighbour as thyself .The law was not yet able to teach perfection on account of the spiritual immaturity of its listeners. Therefore the law urged a man only to love his neighbor as himself. But Christ taught man to love ones neighbor more than oneself. For He says, Greater love hath no man than this, thata man lay down his life for his friends. [Jn. 15:13] Therefore He says to the lawyer, Thou hast answered right. Since you are still subject to the law, you have answered correctly, for your thoughts are in accordance with the old law.
29-37. But he, wanting to show himself to be righteous, said unto Jesus, And who is my neighbour? And Jesus answering said, A certain man was going down from Jerusalem to Jericho, and fell among thieves, who stripped him of his raiment, and wounded him, and departed, leaving him half dead. And as it happened there came down a certain priest that way: and when he saw him, he passed by on the other side. And likewise a Levite, when he was at the place, came and looked on him, and passed by on the other side. But a certain Samaritan journeyed and came to him: and when he saw him, he had compassion on him, and went to him, and bound up his wounds, pouring on oil and wine, and set him on his own beast, and brought him to an inn, and took care of him. And on the morrow when he departed, he took out two pence, and gave them to the innkeeper, and said unto him, Take care of him; and whatsoever thou spendest more, when I come again, I will repay thee. Which now of these three, thinkest thou, was neighbour unto him that fell among the thieves? And he said, He that showed mercy on him. Then said Jesus unto him, Go, and do thou likewise. After the Saviour praised him, the lawyers pride and arrogance knew no bounds. That is why he said, And who is my neighbour? that is, "Who is close to me?" (1) He imagined himself to be righteous and thought that there was no one like him and that no one could come close to him in virtue. He imagined that a righteous man could have as "neighbor" only another righteous man. Therefore wanting to show himself to be righteous and superior to all men, he says haughtily, And who is my neighbour? But the Saviour as Maker of all, knowing that all men are one creation, defines neighbour not according to deeds or merits, but according to human nature. "Do not think," He says, "that just because you are righteous, no one is like you. All mankind shares the same nature and thus all men are your neighbors. Therefore, you too must be a neighbor to them and be near to all, not by location, but by the disposition of your heart and by your care for others. Therefore I present to you a Samaritan as an example, to show you that no matter how different or foreign he may have seemed, he was the neighbor of the one in need of mercy. You also must show yourself to be a neighbor by your compassion, and even unasked you must go to the help of others." Thus we learn from this parable to be always ready to show mercy and to make haste to be near those in need of our help. But this parable also teaches us the goodness of God towards man. It was our human nature that was going down from Jerusalem, that is, was descending from tranquillity and peace, for Jerusalem means vision of peace. Where was man descending? To Jericho, a place sunk down low and suffocating with heat, that is, to a life of passions. See that He did not say, "went down," but, was going down. For fallen human nature is always inclined downwards, not just once of old, but continuously going down towards passionate life. And man fell among thieves, that is, among demons. For if a man did not come down from that high place where the spiritual mind rules, he would not fall among demons who strip the man, depriving him of his raiment of virtue, and then inflict the wounds of sin. They strip us of every good thought and of Gods protection, and when we are thus naked, they lay on the stripes of sin. They leave human nature half dead, that is, with a mortal body and an immortal soul. And human nature was left only half dead in the further sense that man did not lie completely in despair, but hoped to find salvation in Christ. Human nature had not yet been slain outright; though death had entered the world through Adams transgression, death was soon to be abolished by the righteousness of Christ. The priest and the Levite signify the law and the prophets, who desired to make human nature righteous, but were unable to do so. For it is not possible, says Paul, that the blood of bulls and goats should take away sin. [Heb. 10:4] The law and the prophets took pity on man and sought to heal him. But they were defeated by the severity of the wounds of sin, and they passed into the past. This is what it means that they passed by. The law came and stood over the fallen man, but since it could not heal him, it turned away in revulsion and went on theother side. See that the words as it happened also have a certain spiritual meaning. For indeed the law was not given for the express purpose [of healing the wounds of sin, for Christ, not the law, was to be the healing of Adams wound]. Instead, the law was given [as a stopgap measure] on account of human weakness which could not immediately receive the mystery of Christ. This is why He says that it was as it happened, or, as we say, "by chance," and not intentionally, that the priest, signifying the law, came to heal the man. But our Lord and God, Who for our sake was made a curse [Gal. 3:13], and was called a Samaritan [Jn. 8:48], journeyed to us, that is, His journey had as its very purpose and goal our healing. He did not just catch a glimpse of us as He happened to pass by: He actually came to us and lived together with us and spoke to us. Therefore He at once bound up our wounds. He no longer permitted wickedness to operate in us freely and at will, but He bound and restrained our sinfulness and poured on oil and wine. Oil is the word of teaching which exhorts us to virtue by the promise of good things; wine is the word of teaching leading us towards virtue by the fear of punishment. For example, when you hear the Lord say, Come unto Me and I will give you rest [Mt. 11:28], this is the oil of gladness and rest. And it is the same when He says, Come ye and inherit the kingdom prepared for you [Mt. 25:34]. But when He says, "Depart into darkness [Mt. 25:30], this is the wine of sharp teaching which stings as it cleanses our wounds. You may also understand it this way: oil represents Christs human actions and wine represents His divine actions, for I may say that the Lord acted at times as a man and at times as God. When He ate and drank and relaxed, not displaying the austerity and asceticism of John the Forerunner, this is the oil. But His extraordinary fasting, His walking on the water, and all His mighty deeds of divine power, these are the wine. We can compare Christs divinity to wine, which no one could tolerate if it were poured onto a wound, unless it were tempered with oil, that is, accompanied by His humanity. Therefore, since Christ has saved us both by His divinity and by His humanity, this is why it is said that oil and wine were poured out. And at every baptism those who are baptized are delivered from wounds of the soul when they are chrismated with the oil of myrrh and then immediately commune of the divine Blood. The Lord lifted up our wounded nature upon His own beast of burden, namely, upon His own Body. For He made us members of Himself and communicants of His own Body; and when we were lying down, wounded, He raised us up to His own dignity, making us one Body with Himself. The inn is the Church, which receives all. (2) But the law did not receive all. For the law says, the Ammanite and the Moabite shall not enter into the Church of God [Dt. 23:3] But now, from every tribe and people, God accepts those who fear Him and who desire to believe and to become a member of Christs Body, the Church. God receives all, even sinners and publicans. See the preciseness of His expression, how He says that the Samaritan brought him to an inn, and took care of him. Before he brought him to the inn, he had only bound his wounds. What then am I saying? That when the Church had been established, becoming the inn which receives all, and was increased by the faith of nearly all peoples, then there were the gifts of the Holy Spirit, and the grace of God was spread far and wide. You may learn this from the Acts of the Apostles. The innkeeper is a type and symbol of every apostle, teacher, and archpastor, to whom the Lord gave two pence, representing the two Testaments, Old and New. Just as both coins bear the image of the one king, so do both Testaments bear the words of the same God. When the Lord ascended into the heavens He left these two coins in the hands of the Apostles, and in the hands of the bishops and teachers of every generation. And He said to them, And whatsoever thou spendest more of thine own, I will repay thee. Indeed the Apostles spent much more of their own—with great labors they sowed the word of teaching everywhere. And those teachers in each generation who have explained the Old and the New Testaments have also spent much of their own, for which they will be rewarded when the Lord returns at the second coming. Then may each of them say to him, "Lord, Thou gayest me two pence; behold, another two pence have I spent of mine own." And to him the Lord will answer, "Well done, thou good servant."

1. The Greek word for "neighbour" is plesios, and has the literal meaning "one who is close." The question, Who is my neighbour? in Greek sounds very much like, "Who is close to me?" The English word "neighbor" and its German cognate Nachbar, likewise refer to "one who is nigh," or near.
2. Pandocheion, "inn," has the literal meaning "that which receives all."

Τα Λειτουργικά Σκεύη.

 
Για την τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και των άλλων Μυστηρίων ή Ιεροπραξιών απαιτείται ή χρήση διαφόρων σκευών, αποκλειστικά για το σκοπό αυτό. Αυτά είναι: α. Το Άγιο Ποτήριο Ποτήρι χρυσό ή αργυρό με υψηλή βάση, στο όποιο ρίχνεται ο οίνος και το ύδωρ την ώρα πού τελείται ή Αγία Προσκομιδή. Στη Θεία Λειτουργία αγιαζόμενα μετατρέπονται σε Αίμα Χρίστου. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο τίθεται και το Σώμα του Χρίστου, μετά τον καθαγιασμό απ’ οπού μεταλαμβάνουν οι πιστοί. Εικονίζει το Ποτήριο εκείνο στο όποιο ο Κύριος Ιερούργησε και παράδωσε στους Αποστόλους το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (Λουκ. κβ’, 20). β. Ό Δίσκος ή το Άγιο Δισκάριο Μικρός, αβαθής, στρογγυλός δίσκος, χρυσός ή αργυρός, στον όποιο τοποθετείται, την ώρα πού τελείται ή Προσκομιδή, ο Αμνός και αγιάζεται στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων. Ομοίως πάνω σ” αυτόν τοποθετούνται οι μερίδες της Παναγίας, των Αγίων (των εννέα Ταγμάτων), των ζώντων και τεθνεώτων. Συμβολίζει τη φάτνη της Βηθλεέμ, τη νεκρική κλίνη και τη γη.
γ. Ή Λαβίδα Ό αρχαίος τρόπος μεταλήψεως των πιστών ήταν αυτός πού τηρείται σήμερα από τους Λειτουργούς πρώτα το Σώμα του Χρίστου από το Δίσκο και μετά το Αίμα από το Ποτήριο. Ή λέξη λαβίδα δήλωνε τότε μεταφορικά τη «λαβίδα» των ιερατικών δακτύλων και χεριών, με τα όποια το Άγιο Σώμα εισαγόταν στα στόματα των πιστών. Το κοχλιάριο (κουταλάκι) χρησιμοποιήθηκε αργότερα τοπικά και γενικεύθηκε το 10ο αιώνα, αλλάζοντας τον τρόπο Μεταλήψεως. Ή ονομασία όμως της λαβίδας έμεινε στο κουταλάκι. Συμβολίζει τη λαβίδα των Σεραφείμ πού είδε στο όραμα του ο Ησαΐας. δ. Ό Αστερίσκος Σταυροειδές έλασμα το όποιο συγκρατεί το κάλυμμα πάνω από το Δισκάριο, όταν ο Λειτουργός μετά το πέρας της Ακολουθίας της Αγίας Προσκομιδής «καλύπτει» τα προετοιμασθέντα Δώρα. Συμβολίζει το στερέωμα του ουρανού και τον αστέρα των Μάγων.
1. Άγιο Ποτήριο. 2. Άγιο Δισκάριο. 3. Λαβίδα. 4. Αστερίσκος. 5. Καλύμματα. 6. Αήρ. 7. Λόγχες. 8. Ζέον. 9. Μούσα. 10. Σπόγγος. 11. Μάκτρα. 12. Αρτοφόριο μικρό. 13. Κατζίο. 14. Δοχείο οί­νου. 15. Δοχείο ύδατος.
ε. Τα Καλύμματα Δύο ισομεγέθη καλύμματα σε σχήμα σταυρού με τα όποια καλύπτονται ο Δίσκος και το Ποτήριο κατά την Άγία Προσκομιδή. Συμβολίζουν τα σπάργανα του Θείου Βρέφους, όταν το Δισκάριο εικονίζει τη Φάτνη και τα νεκρικά οθόνια του Χριστού, όταν το Δισκάριο γίνεται νεκρική κλίνη. στ. Ό Αήρ Κάλυμμα ορθογώνιο μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, με το όποιο καλύπτονται τα Τίμια Δώρα στην Ιερά Πρόθεση και αργότερα, μετά την απόθεση τους, στην Αγία Τράπεζα.
Αυτό το κάλυμμα στην μεγάλη Είσοδο ο Ιερέας ή ο Διάκονος, όταν υπάρχει, το φέρει στην πλάτη του.
Συμβολίζει ο,τι και τα καλύμματα.
ζ. Ή Λόγχη Μαχαίρι σε σχήμα λόγχης. Μ” αυτό κόπτεται ο άρτος και εξάγεται ο Αμνός και οι μερίδες στην Προσκομιδή.
Συμβολίζει τη λόγχη του στρατιώτη με την οποία ελόγχισε την πλευρά του Χριστού επάνω στο Σταυρό. η. Το Ζέον Μικρό δοχείο πού χρησιμοποιείται για τη μεταφορά θερμού (ζέοντος)1* ύδατος και έκχυση του μέσα στο Άγιο Ποτήριο πριν από τη Θεία Κοινωνία.
Με αυτό τον τρόπο εξαίρεται ή ζέση του Αγίου Πνεύματος και παρακινούμαστε με τέτοια θερμότητα πίστεως να προσερχόμαστε στη Θεία Μετάληψη. Συμβολίζει το ζεστό αίμα πού έρρευσε από την πλευρά του Χριστού μετά τη λόγχευσή Του. θ. Ή Μούσα Είναι σπόγγος «πεπλατυσμένος» χρησιμοποιείται στη συστολή, δηλ. στην απόμαξη (καθάρισμα) του Δίσκου και του Αντιμηνσίου. Φυλάσσεται μέσα στο Αντιμήνσιο. ι. Ό Σπόγγος Σφαιρικό σφουγγάρι πού τοποθετείται μέσα στο Άγιο Ποτήριο 2*   – για να απορροφά την υγρασία του – μετά την κατάλυση από τον Ιερέα των υπολειμμάτων της Θείας Κοινωνίας μετά τη Μετάληψη των πιστών. Συμβολίζει το σπόγγο με τον όποιο στο Γολγοθά έπότισαν τον Κύριο οξος. ία. Τα Μάκτρα Κόκκινα μανδήλια πού χρησιμοποιούνται στη Θεία Μετάληψη Κλήρου και Λάου. Μ” αυτά σπογγίζουμε το στόμα μας. Όταν τα κρατάμε σωστά (με τα δύο χέρια μας, κάτω από το πηγούνι μας), προφυλάσσουν την τυχόν πτώση Μαργαριτών στο δάπεδο από απροσεξία ή από στιγμιαία αδεξιότητα. ιβ. Ό Κωδωνίσκος Μικρό καμπανάκι το όποιο κτυπά ο Ιερέας κάποια στιγμή του Όρθρου κατά τη διάρκεια της Προσκομιδής, σαν συνθηματικό ενάρξεως, ώστε, ο μεν Λαός να μνημονεύει νοερά τα ονόματα των ζώντων και κεκοιμημένων του, ο δε Λειτουργός να εξάγει μερίδες στο Άγιο Δισκάριο για όλους αυτούς πού «κατά διάνοιαν» έχει. ιγ. Το Αρτοφόριο Είναι ένα κατάλληλο ειδικό μεταλλικό συνήθως κουτί πού χρησιμοποιείται για τη φύλαξη της Θείας Κοινωνίας. Περιέχει Άγιο Άρτο εμβαπτισμένο στο τίμιο Αίμα του Κυρίου (δηλ. το Σώμα και το Αίμα Του). Εξάγεται τη Μεγάλη Πέμπτη και αποξηραίνεται για να διατηρείται. Κατά τη χρήση υγραίνεται για να μαλακώσει με κοινό οίνο. Χρησιμοποιείται σε έκτακτες ανάγκες, εκτός Θείας Λειτουργίας, κατά τη διάρκεια του έτους και κοινωνούν οι Ιερείς τους ασθενείς και άτομα πού δεν μπορούν να μεταβούν στο Ναό. Αρτοφόριο λέγεται και το πρόσθετο κυτίο στο όποιο διαφυλάσσεται ο Αμνός του Κυρίου, (το Σώμα και το Αίμα Του), από την Κυριακή μέχρι την ημέρα πού θα χρησιμοποιηθεί στην προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. ιδ. Ό Τίμιος Σταυρός Ανάλογα με τη λειτουργική του χρήση έχουμε: (1)  Το Σταυρό των λιτανειών, (2)  Το Σταυρό του αγιασμού, (3)  Το Σταυρό ευλογίας της Αγίας Τραπέζης, (4)  Τον «Εσταυρωμένο» του Ιερού, πού εξάγεται τη Μεγάλη Πέμπτη για προσκύνηση στο μέσον του Ναού. ιέ. Ό Επιτάφιος Είναι κατάλληλο ύφασμα με κεντημένο ή ζωγραφισμένο τον Χριστό νεκρό, όπως ήταν μετά την αποκαθήλωση. Αργότερα στον Επιτάφιο προστέθηκαν, γύρω από τον Χριστό ή Παναγία, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, ο Ιωάννης, Μυροφόρες και Άγγελοι, σε «επιτάφιο θρήνο». Αυτό τον Επιτάφιο προσκυνούμε και περιφέρουμε τη Μεγ. Παρασκευή στρωμένο πάνω σ” ένα διασκευασμένο τραπέζιο το λεγόμενο Κουβούκλιο, πού συμβολίζει το λίθο, πάνω στον όποιο το Σώμα του Χριστού δέχτηκε τις μεταθανάτιες περιποιήσεις. ιστ. Τα Θυμιατήρια Είναι κινητά πύραυνα, (κατάλληλα μεταλλικά σκεύη), πού δέχονται τα κάρβουνα και το θυμίαμα, με τα όποια θυμιώνται ή Άγία Τράπεζα, οι Άγιες εικόνες και ο Λαός, όπως και όταν το Τυπικό καθορίζει στις διάφορες Ακολου­θίες. Εξαρτώνται από αλυσίδες με ή χωρίς κωδωνίσκους και ή βάση τους είναι με ή χωρίς κάλυμμα. Στις Ακολουθίες των Μεγάλων Ωρών και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται απλούστερα Θυμιατήρια χειρός, τα «κατζία» σαν ένα είδος κυμβάλου πού συνοδεύει την ψαλμωδία (ιδίως μετά από ανάλογη εκπαίδευση). Με το θυμίαμα πού προσφέρουμε την ώρα της προσευχής υποβοηθείται ή ανάταση της ψυχής προς τα υψηλά «άνω σχώμεν τάς καρδίας». Όπως το θυμίαμα θερμαινόμε­νο στον άνθρακα ανέρχεται προς τα άνω εύωδιάζοντας το περιβάλλον, έτσι και ή ψυχή του πιστού με θερμή πίστη πρέπει να πτερουγίζει προς τα άνω μυροβλύζουσα, άπαγγιστρωμένη από τις υλικές μέριμνες. Ή βάση του θυμιατηρίου υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, ή φωτιά τη θεότητα Του και ο ευώδης καπνός μας «πληροφορεί» την προπορευόμενη εύωδία του Αγίου Πνεύματος. ιζ. Τα Έξαπτέρυγα Είναι μεταλλικοί δίσκοι με ανάγλυφες, άμφιπρόσωπες παραστάσεις εξαπτέρυγων Σεραφείμ, τοποθετημένοι σε κοντάρι. Χρησιμοποιούνται στη μικρή και μεγάλη Είσοδο και στις λιτανείες. Σήμερα εξυπηρετούν διακοσμητικό και συμβολικό σκοπό. Παλαιότερα κατασκευάζονταν από υμένες ή πτερά ζώων και τα χρησιμοποιούσαν οι Διάκονοι σαν ριπίδια (βεντάλιες) για να εκδιώκουν τα έντομα κυρίως πά­νω από το Άγιο Ποτήριο. Σήμερα ή κίνηση αυτή συμβολικά γίνεται με τον Αέρα διπλωμένο, όταν ο Λειτουργός εκφωνεί: «Στώμεν καλώς…». ιη. Τα Λάβαρα Είναι είδος ιερών σημαιών με άμφιπρόσωπες παραστάσεις Αγίων, κεντητές ή ζωγραφιστές, πού χρησιμοποιούνται στις λιτανείες. ιθ. Τα κηροπήγια Είναι μεταλλικές βάσεις για στήριξη λαμπάδων πού α­νάβονται για φωτισμό ή για ένδειξη ευλάβειας δύο συνήθως στην Άγία Τράπεζα και μία στην Προσκομιδή. Συνθετότερα κηροπήγια είναι και αυτά στα όποια οι πιστοί ανάβουν τα κεριά τους στα προσκυνητάρια.
κ. Τα Σήμαντρα και οι Κώδωνες Είναι οι καμπάνες με τις όποιες καλούνται οι πιστοί στους Ί. Ναούς με ανάλογη σήμανση για Θ. Λειτουργία, για λιτανεία, για εκφορά νεκρών κ.λπ. Στίς  Ιερές Μονές υπάρχουν και σήμαντρα, κόπανοι και «τάλαντα», με τα όποια οι Μοναχοί, ανάλογα με το τυπικό κάθε Μονής, ειδοποιούνται λεπτομερώς για την προετοιμασία ή την πρόοδο των Ακολουθιών.
******
1*.Πολλοί “Ιερείς φροντίζουν στο Ζέον οι βοηθοί τους να τους φέρνουν καυτό νερό, ώστε στη Θεία Μετάληψη οι μεταλαμβάνοντες να αισθάνονται τη θερμότητα της Θείας Κοινωνίας. Γι” αυτό στους Κανόνες καθορίζεται ότι, εάν ο Ιερέας δεν έχει ζεστό νερό να μην τελεί Θεία Λειτουργία!
2*.Εάν ο Σπόγγος αυτός εφάπτεται μονίμως στα τοιχώματα του Ποτηριού λόγω μεγέθους, διατηρεί την υγρασία πάνω στα τοιχώματα και σιγά – σιγά καταστρέφει το Άγιο Ποτήριο από αυτή την υγρασία. Γι” αυτό ο Σπόγγος πρέπει να έχει διάμετρο μικρότερη από το κοίλωμα του Ποτηρίου.

ΠΗΓΗ-pigizois.net/ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Saturday, 9 November 2013

Two types of Prayer ( Elder Sergei of Vanves )



The Elder Sergei taught that prayer is most important for an Orthodox Way of Life. Prayer is of two types. One is asking for God’s help. The other is giving thanks, always remembering that everything comes from God with His help. This attitude is essential to avoid pride. Prayer should focus on the spiritual and not the material. With spiritual help God will grant what is necessary in material things. In everything we must give thanks to God.

Prayer should not be based on our desires or our personal inspiration. We pray because it is necessary. Lack of prayer or the feeling of not wanting to pray is a sin according to the Elder.

“It is absolutely scandalous to says “I don’t feel like praying.” Such a thing is an offense to God, a true blasphemy. That we pray must be absolute, unchanging rule in our lives. We must pray no matter what the cost because it really is a matter of life and death. We don’t decide to breath because of our good will, we don’t think about whether it’s really necessary to breath, we never ask why. We know that is we stop breathing we will die. We must treat prayer with the same attitude, that it is absolutely essential to even staying alive and that there is no question that we need to do it at all times. We should say to ourselves “That’s how it is, period!” We must stick to a rule of prayer and keep it at all costs.” Prayer is difficult. We must never assume that external circumstances are to blame for these difficulties. All difficulties are due to our own condition. They can be overcome by: (1) repentance; (2) effort of the will; (3) patience; (4) rigorous discipline.

We should have a prayer rule which at a minimum involves setting aside at least two times every day for prayer, in the morning and the evening. We should set aside specific times for this activity. Establishing a rule that we know we can perform day after day, allows us to develop habits which will lead us to continual prayer.

The idea of intense times of prayer in the morning and evening is to make it easier for us to pray the rest of the time. Our aim is to develop a life which is based on prayer. Prayer should become continual keeping God in our mind and hearts all the time in everything we do.

“The morning and evening prayers are not, on their own, sufficient. They are like stretches in gymnastics, warm-ups, which help to develop our capacity to breath more deeply and stretch our mussels, but they do not give u breath for the rest of the day.” The Elder tells us that prayer allows us to become more present to God as well as others and ourselves. Through prayer we unite ourselves evermore closely with God. We gain greater insight about others and deepen our interpersonal relationships. With prayer we are better able to live each moment watchfully and live according to God’s will. We become more present in the world and at the same time are more detached from it. The heavenly kingdom become our greatest reality. Through prayer we learn the language of the life to come.

“ One of the dangers in prayer is to make it totally real activity. Our motivation must be love of God Himself, not love of knowledge of Him or love of understanding Him. Prayer must be a spiritual act, not a mental one. Concentration is not solely a mental act; all of our faculties must work together.” Before beginning prayer we must ask God to forgive all our sins for the way we have been unfaithful to Him. We acknowledge our weaknesses and seek His help with humility. All our requests in prayer must be done with humility.
Our life should be lived in the spirit of prayer. The Elder says, “Prayer is our very breath.”

“Prayer should be like a vigil lamp in our hearts: permanent. We must always make sure that it has oil to continue burning. In the moments when we find it most difficult to pray, we should pray at least a little so that the light in our hearts won’t go out. We must be like the wise virgins, not like the foolish maidens, so that we will not be taken by surprise when death comes.”

Elder Sergei of Vanves

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...