Sunday, 25 August 2013

Γέροντας Παΐσιος: Αν καλοπερνάς δεν σε κάνει καρδιά και… να πεθάνεις!!!


Διονυσιάτης ιερομόναχος επισκέφτηκε τον π. Παΐσιο, όταν πλέον η ασθένεια του Γέροντα βρισκόταν στο αποκορύφωμά της για να τον παροτρύνει να πάει σε γιατρό. Μην ξεχνάμε πως η άσκηση και ο πόνος συνόδευαν ισοβίως τον Γέροντα.Υπέφερε, πονούσε, λοιπόν, πολύ ο Γέροντας και ο ιερομόναχος τον ρώτησε :
-Γέροντα εσείς είπατε πως όταν χρειάζεται να καταφεύγουμε στους γιατρούς. Τώρα εσείς γιατί δεν πηγαίνετε σε γιατρό;
-Καλά, του λέει ο Γέροντας, δεν είπα και ανάθεμα αν δεν πάει κάποιος σε γιατρό! Βρε ευλογημένε, σκέψου: πώς θα πάω εκεί επάνω-εννοώντας την Βασιλεία του Θεού- χωρίς να πονέσω, να δοκιμαστώ, να κακοπαθήσω;
Θα είμαι τελείως άγνωστος εκεί, γιατί εκεί κανείς δεν θα είναι που να μην πόνεσε, είτε με ασθένεια , είτε με εκούσια άσκηση.
Πρέπει να ζούμε με τέτοια κακοπάθεια που να προτιμούμε να φύγουμε απ΄αυτήν την ζωή, γιατί αλλιώς-εδώ που τα λέμε παπά μου μεταξύ μας -αν καλοπερνάς, μετά δεν σε κάνει καρδιά και να πεθάνεις(!), συνέχισε ο Γέροντας!
Αμέσως μετά λέει στον Ιερομόναχο: Είπα και εγώ παπά μου τι θα μου πεις. Για σκέψου: πόσος πόνος και θλίψεις, πόσες δοκιμασίες και πειρασμούς έχουν οι άνθρωποι που έρχονται εδώ, πόσο κόπο και έξοδα κάνουν φτωχοί άνθρωποι για φτάσουν μέχρι εδώ και να βρουν το καλύβι μου κλειστό, γιατί έχω πάει εγώ να φροντίσω τον εαυτό μου;….
Ο Γέροντας (όπως αναφέρουν και τα πνευματικά του τέκνα) το μόνο που ζητούσε με ένταση από τον Θεό ήταν να βοηθά τους τούς πάσχοντες αδελφούς που δεν σταματούσαν να προσέρχονται ζητώντας βοήθεια.
Πώς να μην συγκινηθεί μετά ο καλός Θεός και να μην εισακούει τις προσευχές του; Αλήθεια, αγαπητοί αναγνώστες, πόσο πρέπει να μας παραδειγματίζει και εμάς η θυσία αγάπης και προσφοράς του Γέροντα για τους αδελφούς…
Αναρωτηθήκαμε αν εμείς με την σειρά μας θυσιάζουμε κάτι από το χρόνο μας, από την καλοπέρασή μας, για την αγάπη των αδελφών μας και πόσο προστρέχουμε στις ανάγκες τους; Μακάρι να το πράττουμε για την δόξα του Θεού και τη δική μας σωτηρία.

πηγή:oparadeisos

Saint Theophylact of Ochrid-Ninth Sunday after Pentecost, Jesus Walking on the Water

 Ninth Sunday after Pentecost
Jesus Walking on the Water

Matthew 14:22-34

From The Explanation of the Gospel of St. Matthew

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

22. And straightway Jesus constrained His disciples to get into a boat, and to go before Him unto the other side, while He sent the multitudes away. By saying constrained, Matthew suggests how inseparable the disciples were from Jesus, for they wanted to be with Him at all times. He sends the multitudes away, not wishing to draw them after Him lest He appear to vaunt in His powers.
23-24. And when He had sent the multitudes away, He went up onto a mountain apart to pray: and when the evening was come, He was there alone. But the boat was now in the midst of the sea, tossed with waves: for the wind was contrary. He went up on the mountain to show that we should pray in an undistracted manner; everything He did was for our sake as He Himself had no need of prayer. He prayed on into the evening, teaching us not to cease praying after a short time, and also to pray especially at night, for it is very quiet then. He permits the disciples to be caught in a storm, so that they might learn to endure trials bravely and know His power. The boat was out in the very middle of the sea so that their fear would be greater.
25-27. And in the fourth watch of the night Jesus went unto them, walking on the sea. And when the disciples saw Him walking on the sea, they were troubled, saying, It is a spirit; and they cried out for fear. But straightway Jesus spake unto them, saying, Take courage; it is I; be not afraid. He did not appear immediately to them to calm the storm, but at the fourth watch, [that is, as the night was coming to its end], teaching us not to ask for a swift solution to our misfortunes but to endure them bravely. The night was divided into four parts by soldiers who stood guard in shifts, each "watch" lasting three hours. So then, sometime after the ninth hour of the night, the Lord appeared to them as God, walking on the water. But they thought it was a phantom, so extraordinary and strange was the sight. For they did not recognize Him by figure, because it was night and because of fear. He first strengthens their resolve by saying: "It is I Who can do all things; take courage."
28. And Peter answered Him and said, Lord, if it be Thou, bid me come unto Thee on the water. As Peter had the most fervent love for Christ, he desires immediately, before the others, to be near Him. For he believes not only that Jesus Himself walks on the water, but that He will grant this to him as well. Peter did not say, "Bid me to walk," but rather to come unto Thee. The former would have been ostentation; the latter is love for Christ.
29-30. And He said, Come. And when Peter was come down out of the boat, he walked on the water, to go to Jesus. But when he saw the mighty wind, he was afraid; and beginning to sink, he cried out, saying, Lord, save me. The Lord laid the sea down beneath Peter's feet, revealing His power. See how Peter prevailed over that which was greater, the sea, but was afraid of the lesser peril, the wind; such is the weakness of human nature. And it was as soon as he became afraid that he began to sink. When his faith weakened, then he went down. The Lord did this so that Peter would not become puffed up, and to console the other disciples who perhaps envied him. Whereupon Christ also showed how much greater He was than Peter.
31-33. And immediately Jesus stretched forth His hand, and caught him, and said unto him, O thou of little faith, of what didst thou doubt? And when they were come into the boat, the wind ceased. Then they that were in the boat came and worshipped Him, saying, Of a truth Thou art the Son of God. Showing that the cause of his sinking was not the wind but faintheartedness, Christ does not rebuke the wind, but the fainthearted Peter. This is why He raised him up and set him on the water, but allowed the wind to blow. Peter did not doubt in everything, but in part. Inasmuch as he was afraid, he showed lack of faith; but by crying out, Lord, save me, he was healed of his unbelief. This is why he hears the words, O thou of little faith, and not "O thou of no faith." Those in the boat were also delivered from fear, for the wind ceased. And then indeed, recognizing Jesus by these things, they confessed His divinity. For it is not an attribute of man to walk on the sea, but of God, as David says, In the sea are Thy byways, and Thy paths in many waters [Ps. 76:19]. The spiritual meaning of the miracle is this: the boat is the earth; the waves, man's life troubled by evil spirits; the night, ignorance. In the fourth watch, that is, at the end of the ages, Christ appeared. The first watch was the covenant with Abraham; the second, the law of Moses; the third, the prophets; and the fourth, the coming of Christ. For He saved those who were drowning when He came and was with us so that we might know and worship Him as God. See also how Peter's later denial, return, and repentance were prefigured by what happened to him here on the sea. Just as there he says boldly, "I will not deny Thee", so here he says, Bid me come unto Thee on the water. And just as then he was permitted to deny, so now he was permitted to sink. Here the Lord gives His hand to him and does not let Him drown, and there, by Peter's repentance, Christ drew him out of the abyss of denial.
34-36. And when they had crossed over, they came to the land of Gennesaret. And when the men of that place had knowledge of Him, they sent out into all that country round about, and brought unto Him all that were diseased; and besought Him that they might only touch the hem of His garment: and as many as touched were made perfectly whole. Jesus stayed for some time in Gennesaret, and the people recognized Him not only by sight but by the signs which He worked, and they showed fervent faith. So much so that they even desired to touch the hem of His garment, and indeed, when they did so, they were healed. You also, O reader, touch the edge of Christ's garment, which is the end of His sojourning in the flesh. For if you believe that He ascended, you will be saved. The garment means His flesh, and its hem, the end of His life on earth.

ΜΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙΣ ΤΗΝ ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΣΟΥ


Του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Δεν υπάρχει πιο κρύο πράγμα από τον χριστιανό που δεν σώζει άλλους. Δεν μπορείς εδώ να επικαλεσθείς την φτώχια, διότι θα σε κατηγορήσει η χήρα που κατέβαλε τα δύο λεπτά... Δεν μπορείς να επικαλεστείς την ταπεινή σου καταγωγή, διότι και οι απόστολοι ήταν άσημοι και κατάγονταν από ασήμους. Δεν μπορείς να προβάλεις την αγραμματοσύνη σου κι εκείνοι ήταν αγράμματοι.
Ακόμη κι αν είσαι δούλος, κι αν είσαι δραπέτης, θα μπορέσεις να εκπληρώσεις το καθήκον σου, διότι και ο Ονήσιμος τέτοιος ήταν. Κοίταξε όμως που τον καλεί και σε τι υψηλό αξίωμα τον ανεβάζει ο απόστολος «ίνα κοινωνή μοι», λέγει, «εν τοις δεσμοίς μου». Δεν μπορείς να προφασισθείς την ασθένεια, διότι και ο Τιμόθεος τέτοιος ήταν, είχε «πυκνάς ασθενείας»...
Δεν βλέπετε τα δένδρα τα άκαρπα πως είναι γερά, πως είναι ωραία, μεγάλα, λεία και ψηλά; Αλλά αν είχαμε κήπο, θα προτιμούσαμε να έχουμε ροδιές και ελιές καρποφόρες παρά αυτά, διότι αυτά είναι για την τέρψη και όχι για την ωφέλειά μας ελάχιστα ωφελούν. Τέτοιοι είναι οι χριστιανοί που φροντίζουν μόνο για τα δικά τους, η μάλλον ούτε τέτοιοι, διότι αυτοί είναι για την φωτιά, ενώ τα καλλωπιστικά δένδρα χρησιμοποιούνται και για την οικοδόμηση και για την ασφάλεια των ιδιοκτητών.
Τέτοιες ήταν και οι πέντε παρθένες, αγνές βέβαια και κόσμιες και σώφρονες, αλλά σε κανέναν χρήσιμες, γι' αυτό και κατακαίονται. Τέτοιοι είναι αυτοί που δεν έθρεψαν τον Χριστό. Πρόσεξε ότι κανείς απ' αυτούς δεν κατηγορείται για προσωπικά του αμαρτήματα δεν κατηγορείται ότι πόρνευσε ούτε ότι επιόρκησε, καθόλου, αλλά ότι δεν υπήρξε χρήσιμος στον άλλο... Πως είναι χριστιανός τέτοιος άνθρωπος;
Πες μου, αν το προζύμι που ανακατεύεται με το αλεύρι δεν μεταβάλλει στη δική του φύση όλο το φύραμα, είναι προζύμι; Και αλήθεια, το μύρο που δεν γεμίζει ευωδιά εκείνους που πλησιάζουν θα το ονομάζαμε μύρο;
Μην πεις μου είναι αδύνατο να παρακινήσω άλλους. Αν πράγματι είσαι Χριστιανός, αδύνατο είναι το να μη συμβαίνει αυτό. Όπως αυτά που βλέπουμε στη φύση είναι αναντίρρητα, έτσι και τούτο διότι στη φύση του Χριστιανού βρίσκεται το πράγμα. Μην υβρίζεις τον Θεό. Αν πεις ότι δεν μπορεί να φωτίζει ο ήλιος, τον ύβρισες αν πεις ότι ο Χριστιανός δεν μπορεί να ωφελεί, ύβρισες τον Θεό και τον είπες ψεύτη. Διότι είναι ευκολότερο να μη θερμαίνει και να μη χύνει φως ο ήλιος, παρά να μη φωτίζει ο χριστιανός είναι ευκολότερο να γίνει σκοτάδι το φως, παρά να συμβεί αυτό. Μη λες, λοιπόν, είναι αδύνατο, διότι αδύνατο είναι το αντίθετο. Μην υβρίζεις, λοιπόν, τον Θεό.
Αν ρυθμίσουμε σωστά τη ζωή μας, οπωσδήποτε θα συμβούν κι εκείνα και θα ακολουθήσουν σαν κάτι το φυσικό. Δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφό το φως του Χριστιανού δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί μια τόσο φωτεινή λαμπάδα. Ας μην αμελούμε, λοιπόν!

Saturday, 24 August 2013

Saint Gregory Of Sinai - How to Master the Intellect in Prayer



HOW TO MASTER THE INTELLECT IN PRAYER

No one can master the intellect unless he himself is mastered by the Spirit. For the intellect is uncontrollable, not because it is by nature ever-active, but because through our continual remissness it has been given over to distraction and has become used to that. When we violated the commandments of Him who in baptism regenerates us we separated ourselves from God and lost our conscious awareness of Him and our union with Him.
-- Sundered from that union and estranged from God, the intellect is led captive everywhere; and it cannot regain its stability unless it submits to God and is stilled by Him, joyfully uniting with Him through unceasing and diligent prayer and through noetically confessing all our lapses to Him each day. God immediately forgives everything to those who ask forgiveness in a spirit of humility and contrition and who ceaselessly invoke His holy name. As the Psalmist says, "Confess to the Lord and call upon His holy name" (Psalms 105:1).

-- Holding the breath also helps to stabilize the intellect, but only temporarily, for after a little it lapses into distraction again. But when prayer is activated, then it really does keep the intellect in its presence, and it gladdens it and frees it from captivity. But it may sometimes happen that the intellect, rooted in the heart, is praying, yet the mind wanders and gives its attention to other things; for the mind is brought under control only in those who have been made perfect by the Holy Spirit and who have attained a state of total concentration upon Christ Jesus.


HOW TO EXPEL THOUGHTS

-- In the case of a beginner in the art of spiritual warfare, God alone can expel thoughts, for it is only those strong in such warfare who are in a position to wrestle with them and banish them. Yet even they do not achieve this by themselves, but they fight against them with God's assistance, clothed in the armor of His grace.

-- So when thoughts invade you, in place of weapons call on the Lord Jesus frequently and persistently and then they will retreat; for they cannot bear the warmth produced in the heart by prayer and they flee as if scorched by fire. St. John Climacus tells us, "Lash your enemies with the name of Jesus," because God is a fire that cauterizes wickedness (Deuteronomy 4:24 and Hebrews 12:29). The Lord is prompt to help, and will speedily come to the defense of those who wholeheartedly call on Him day and night (Luke 18:7).

-- But if prayer is not yet activated in you, you can put these thoughts to flight in another manner, by imitating Moses (Exodus 17:11-12): rise up, lift hands and eyes to heaven, and God will rout them. Then sit down again and begin to pray resolutely. This is what you should do if you have not yet acquired the power of prayer.

-- Yet even if prayer is activated in you and you are attacked by the more obdurate and grievous of the bodily passions -- namely, listlessness and lust -- you should sometimes rise up and lift your hands for help against them. But you should do this only seldom, and then sit down again, for there is a danger of the enemy deluding you by showing you some illusory form of the truth. For only in those who are pure and perfect does God keep the intellect steadfast and intact wherever it is, whether above or below, or in the heart.


from The Philokalia: Volume IV, edited and translated by G. E. H. Palmer, Philip Sherrard, and Bishop Kallistos Ware, (London: Faber and Faber, 1995), pp. 276 - 278.

Ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι θρησκεία


Πατερική Θεολογία
Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (+)
Καθηγητού Πανεπιστημίου
Επιμέλεια – Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου
Στοιχεία Ορθοδόξου ανθρωπολογίας και Θεολογίας

Σε πολλούς επικρατεί η αντίληψις ότι η Ορθοδοξία είναι μία από τις πολλές θρησκείες, που έχει σαν κύρια μέριμνά Της την προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας για την ζωή μετά θάνατον, να εξασφάλιση δηλαδή μία θέση στον Παράδεισο για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. Έτσι θεωρείται ότι το Ορθόδοξο δόγμα προσφέρει μία επί πλέον εξασφάλισι, επειδή είναι Ορθόδοξο, και ότι, αν κανείς δεν πιστεύη στο Ορθόδοξο δόγμα, αυτό είναι ένας επί πλέον λόγος για να πάη στην Κόλασι ο άνθρωπος αυτός, εκτός δηλαδή από το ότι ενδεχομένως θα τον στείλουν εκεί τα προσωπικά του αμαρτήματα.
Όσοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι αυτό το πράγμα είναι η Ορθοδοξία, αυτοί έχουν συσχετίσει την Ορθοδοξία αποκλειστικά με την μέλλουσα ζωή. Και αυτοί δεν κάνουν και πολλά πράγματα σ' αυτήν την ζωή, αλλά περιμένουν να πεθάνουν, για να πάνε στον Παράδεισο, επειδή, όταν ζούσαν, ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί!Μια άλλη μερίδα Ορθοδόξων δραστηριοποιείται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας ενδιαφερομένη όχι για την άλλη ζωή, αλλά κυρίως γι' αυτήν εδώ την ζωή. Δηλαδή για το πως θα τους βοηθήση η Ορθοδοξία να ζήσουν καλά σ' αυτήν την ζωή. Τέτοιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προσεύχονται στον Θεό, βάζουν τους παπάδες14 να κάνουν προσευχές, κάνουν αγιασμούς, παρακλήσεις ευχέλαια κλπ., για να τους βοηθάη ο Θεός να περνάνε καλά σ' αυτήν την ζωή, να μην αρρωσταίνουν, να αποκαθίστανται τα παιδιά τους, να εξασφαλίσουν στα κορίτσια τους μία καλή προίκα και έναν καλό γαμπρό, τα αγόρια τους να βρουν καλές κοπέλλες με καλή προίκα για να παντρευτούν, οι δουλειές τους να πηγαίνουν καλά, το εμπόριο, με το οποίο ασχολούνται, να πηγαίνει καλά, ακόμη και το χρηματιστήριο ή η βιομηχανία τους, κλπ. Οπότε βλέπομε ότι αυτοί οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν κατά πολύ από τους πιστούς των άλλων θρησκειών, που κάνουν και εκείνοι τα ίδια περίπου πράγματα15 .
Δηλαδή βλέπει κανείς από τα παραπάνω την Ορθοδοξία να έχη αυτά τα δύο κοινά σημεία με όλα τα άλλα θρησκεύματα: Πρώτον, το να προπαρασκευάζη τους πιστούς για την ζωή μετά θάνατον, ώστε να πάνε στον Παράδεισο, όπως ο καθένας τον φαντάζεται, και δεύτερον, το να φροντίζη, ώστε οι Χριστιανοί να μην περνούν θλίψεις, στενοχώριες, καταστροφές, αρρώστιες, πολέμους κλπ. σ' αυτήν εδώ τη ζωή, δηλαδή ο Θεός να τα τακτοποιή όλα κατά τις ανάγκες ή τις επιθυμίες τους. Έτσι γι' αυτούς τους δεύτερους, η θρησκεία παίζει μεγάλο ρόλο σ' αυτήν την ζωή και μάλιστα σ' αυτήν την καθημερινή τους ζωή.
Κατά βάθος όμως απ' όλους τους παραπάνω Χριστιανούς ποιος ενδιαφέρεται αν υπάρχη ή δεν υπάρχη Θεός; Ποιος Τον αναζητά; Γι' αυτούς δεν τίθεται θέμα αν υπάρχη Θεός ή όχι, εφ' όσον καλύτερα θα ήταν να υπήρχε Θεός για να μπορούμε να τον επικαλούμεθα και να του ζητούμε να ικανοποιή τις ανάγκες μας, ώστε να πηγαίνουν καλά οι δουλειές μας και να έχωμε κάποια ευτυχία σ' αυτή την ζωή.
Οπότε βλέπομε ότι ο άνθρωπος έχει μια ισχυρότατη τάσι να θέλη να υπάρχη Θεός, να πιστεύη ότι υπάρχει Θεός, διότι είναι μία ανάγκη για τον άνθρωπο να υπάρχη Θεός, για να εξασφαλίζη τα όσα είπαμε. Ε, και εφ' όσον είναι λοιπόν μία ανάγκη για τον άνθρωπο το να υπάρχη Θεός, άρα Θεός υπάρχει!
Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ανάγκη ενός Θεού και αν μπορούσε να εξασφαλίση αυτάρκεια των προς το ζην σ' αυτήν την ζωή με κάποιον άλλο τρόπο, τότε δεν ξέρει κανείς πόσοι άνθρωποι θα πίστευαν στον Θεό. Αυτό, γίνεται, εν πολλοίς στην Ελλάδα.
Έτσι βλέπομε, πολλοί άνθρωποι, ενώ πριν ήταν αδιάφοροι ως προς την θρησκεία, προς το τέλος της ζωής τους να θρησκεύουν, μετά ίσως από κάποιο γεγονός που τους φόβισε. Διότι πλέον δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να επικαλούνται να τους βοηθήση κάποιος Θεός, από δεισιδαιμονική δηλαδή πρόληψη. Γι' αυτούς τους λόγους η φύσις του ανθρώπου βοηθά στο να θρησκεύη ο άνθρωπος. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ισχύει για τους πιστούς όλων των θρησκειών. Παντού η φύσις του ανθρώπου είναι η ίδια. Έτσι ο άνθρωπος μετά την πτώση του – εσκοτισμένος όπως είναι κατά φύσιν – μάλλον, παρά φύσιν – ρέπει προς την δεισιδαιμονία.
Τώρα το ερώτημα που ακολουθεί είναι: Πού σταματάει η δεισιδαιμονία και που αρχίζει η αληθινή πίστις;
Σ' αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, που κοινωνεί κατά τακτά διαστήματα, που χρησιμοποιεί τους παπάδες για να του κάνουν αγιασμούς , ευχέλαια κλπ16., χωρίς να εμβαθύνη σ' αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ο οποίος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή για τον εαυτό του και για τους άλλους και αδιαφορεί τελείως γι' αυτήν την ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Η μία τάσις εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και η άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξι και περιμένει να πεθάνη, με μερικούς μοναχούς γύρω του17.
Εφ' όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό, από πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο που επιδιώκουν. Όσο όμως είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτησι της νοεράς προσευχής, τότε μόνον τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάσι. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ο κοινός άξονας που διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχή της, ο ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θέματα που την απασχολούν και ο οποίος τοποθετεί τα πράγματα πάνω σε ορθή βάσι, όταν λαμβάνεται υπ' όψιν, είναι ο άξονας: Κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις.
Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβή στον άνθρωπο μετάθάνατον αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως που τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνη ο άνθρωπος σ' αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σ' αυτήν τη ζωή να αρχίση η θεραπεία, διότι «εν τω Άδη ουκ εστι μετάνοια». Γι' αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλ' είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σ' αυτόν τον κόσμο, σ' αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.
Τώρα η κάθαρσις και ο φωτισμός για ποιον λόγο χρειάζονται; Για να πάη ο άνθρωπος στον Παράδεισο και να αποφύγη την Κόλασι; Γι' αυτό χρειάζονται; Εις τι συνίσταται η κάθαρσις και ο φωτισμός και για ποιον λόγο επιδιώκονται από τους Ορθοδόξους; Για να βρη κανείς τον λόγο και να δώση απάντησι στην ερώτησι αυτή, πρέπει να κατέχη το βασικό κλειδί, το οποίο είναι τούτο: Όλοι οι άνθρωποι επάνω στην γη έχουν το ίδιο τέλος από Ορθόδοξη θεολογική άποψη. Είτε είναι κανείς Ορθόδοξος είτε είναι Βουδδιστής είτε Ινδουϊστής είτε αγνωστικιστής είτε άθεος, ο,τιδήποτε και αν είναι, δηλαδή κάθε άνθρωπος επάνω στην γη, είναι προωρισμένος να δη την δόξα του Θεού. Θα δη την δόξα του Θεού κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητος κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξα του Θεού, και από αυτής της απόψεως έχουν το ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θα δουν τη δόξα του Θεού, αλλά με μία διαφορά: Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν την δόξα του Θεού ως Φως γλυκύτατον και ανέσπερον, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού ως πυρ καταναλίσκον, σαν φωτιά που θα τους καίη. Αυτό, το ότι όλοι θα δούμε την δόξα του Θεού, είναι ένα αληθινό και αναμενόμενο γεγονός. Το να δη κανείς τον Θεό, δηλαδή την δόξα Του, το Φως Του, αυτό είναι κάτι που θα γίνη είτε το θέλομε είτε όχι. Η βίωσις όμως αυτού του Φωτός θα είναι διαφορετική στους μεν από τους δε.
Οπότε το έργο της Εκκλησίας και των παπάδων δεν είναι να μας βοηθήσουν να δούμε αυτήν την δόξα, διότι αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. Το έργο της Εκκλησίας εστιάζεται στο πώς θα δη ο κάθε άνθρωπος τον Θεόν. Όχι στο αν θα δη τον Θεόν. Δηλαδή το έργο της Εκκλησίας είναι να κηρύττη στους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φως είτε ως πυρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα δούμε τον Θεόν18, και να προετοιμάζη τα μέλη της, ώστε να δουν τον Θεόν όχι σαν φωτιά, αλλά σαν Φως19.
Αυτή η προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας, καθώς και όλων των ανθρώπων, που θέλουν να δουν τον Θεόν ως Φως, είναι στην ουσία της μία θεραπευτική αγωγή, η οποία πρέπει να αρχίση και να τελειώση σ' αυτήν τη ζωή. Πρέπει σ' αυτήν τη ζωή να γίνη η θεραπεία και να περατωθή. Διότι μετά θάνατον ουκ εστι μετάνοια. Αυτή η θεραπευτική αγωγή είναι η ουσία και το κύριο περιεχόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως ως και η κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνίσταται δε και αποτελείται από τα ακόλουθα τρία στάδια πνευματικής αναβάσεως: Την κάθαρσι από τα πάθη, τον φωτισμό από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, και την θέωσι, πάλι από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Συμβαίνει δε και τούτο: Αν δεν φθάση κανείς τουλάχιστον σε κατάστασι μερικού φωτισμού, σ' αυτήν την ζωή, δεν μπορεί να δη τον Θεόν σαν Φως ούτε σ' αυτήν την ζωή, αλλά ούτε και στην άλλη ζωή20.
Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, που χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος έχει και την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίση αυτό το έργο σήμερα, σ' αυτήν την ζωή, διότι σ' αυτήν την ζωή μπορεί. Όχι μετά θάνατον. Και αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος είναι εκείνος, που θα αποφασίση για το αν θα ακολουθήση αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.
Ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμί η οδός»21. Η οδός προς τι; Όχι μόνον προς την άλλη ζωή. Ο Χριστός είναι πρώτα η οδός σ' αυτήν την ζωή. Ο Χριστός είναι η οδός προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ' αυτήν την ζωή και του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ο δρόμος είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν ο άνθρωπος δεν δη τον Χριστόν σ' αυτήν την ζωή τουλάχιστον με την νοερά αίσθηση, δεν θα δη τον Πατέρα, δηλαδή το Φως του Θεού ούτε στην άλλη ζωή22.
Σημειώσεις
14. Η χρήση του όρου αυτού από τον π. Ιωάννη δεν είναι υποτιμητική. Είχε συνηθίσει ήδη από τις Η.Π.Α., όπου έζησε από ηλικίας τριών μηνών, εμεγάλωσε, εσπούδασε και ανδρώθηκε, να χρησιμοποιεί έτσι αυτόν τον όρο. Στο Άγιον Όρος επίσης χρησιμοποιείται κατά κόρον η λέξη παπάς, χωρίς καθόλου μειωτικό περιεχόμενο. Το αντίθετο μάλιστα.
15. Ο λόγος του π. Ιωάννου, όπως αναφέραμε ήδη στον Πρόλογο, είναι μερικές φορές καυστικός.
16. Τα οποία βέβαια κάνουν και οι πραγματικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και δεν είναι κακό το να θέλη να κάνη κανείς αυτά· κακό είναι το να μένη μόνο σ' αυτά.
17. Που είναι δηλαδή ο πνευματικός τους πατέρας και οι μοναχοί του είναι άσχετοι με τον Ησυχασμό.
18. Βέβαια μερική εμπειρία της θέας αυτής του Θεού έχουν όλοι οι άνθρωποι αμέσως μετά την έξοδο της ψυχής τους από το σώμα, δηλαδή μετά τον βιολογικό θάνατο.
19. Βλ. Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία, Δ', έκδ. Αστέρος, 1976, σ. 134, § 79.
20. Βλ. Αγίου Συμεών νέου θεολόγου, Ευρισκόμενα, Λόγος 75οςος. Εκεί διαβάζουμε: «Τοσούτον της Εκείνου θέας εκπέσομεν, κατά την αναλογίαν της εκάστου ημών απ' εντεύθεν αμβλυωπίας, καθ' όσον του φωτός αυτού εκουσίως εαυτούς υστερήσαμεν εν τη παρούση ζωή».
21. Ιω. 14, 6.
22. Βλ. Μητρ. Ιεροθέου (Βλάχου), Το Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση, έκδοσις Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου, Λεβάδεια, 1994, σ. 162. «... Με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι και θα κριθούν για τα έργα τους. Οι αμαρτωλοί που δεν απέκτησαν πνευματικό οφθαλμό, δεν θα εξαφανισθούν. Θα παραμείνουν ως πρόσωπα οντολογικά, αλλά όμως δεν θα έχουν μέθεξη Θεού. Οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Όπως λέγει ο άγιο Μάξιμος ο Ομολογητής, οι αμαρτωλοί θα ζήσουν το ''αεί φευ είναι'', ενώ οι δίκαιοι το ''αεί ευ είναι''.

Friday, 23 August 2013

St Tikhon of Zadonsk-On Honoring our fellow Christians



Beloved Christians, I cannot wonder enough at the goodness of God and His compassionate love for us men; and contemplating this, I cannot but exclaim with the Prophet, "O Lord, what is man, that Thou art made known unto him? Or the son of man, that Thou takest account of him?" (LXX-Ps. 143:3 [KJV-Ps. 144:3]), when I consider what honor the Lord has granted man! The honor and nobility which God bestows on men who are true Christians is so great and so high that it is impossible not only to describe it or to explain it in words, but even to comprehend it with the mind. "Ye are a chosen generation, a royal priesthood, an holy nation, a peculiar people" (1 Pet. 2:9), says the true Apostle of Christ.
From what can we see the incomprehensible goodness and compassionate love of God toward man? Let us but look and set the honor and nobility of a Christian before our inward eyes, that we may be zealous for it and seek it out with eagerness. Open then, the hearing of your souls, and you shall hear a word told about true Christians.

1. They are called and truly are the children of God. What is more glorious to man than this name? The Apostle of Christ rightly wonders at this and with wonder he says to Christians, "Behold what manner of love the Father hath bestowed upon us, that we should be called the sons of God?" (1 Jn. 3:1-2), and so we are. Whence Christians also pray to God as to their Father and raise up to the one voice to Him, "Our Father, Who art in the heavens" (Mt. 6:9) and the rest.

O the wonder! Sinners say to the All-Holy God, "Our Father!" O our great nobility and honor and consolation. O beloved Christians! The Father of the OnlyBegotten Son of God is our Father, His God is our God, as He Himself says to our great consolation, "I ascend unto My Father and your Father, and to My God and your God" (Jn. 20:17).

2. True Christians have a close union and fellowship with the Father and His Son Jesus Christ. The Apostle of Christ assures us of this saying, "our fellowship is with the Father, and with His Son Jesus Christ" (1 Jn. 1:3). How great this is you can see for yourself.

People account it a great thing to have friendship and fellowship with an earthly king; how incomparably greater is the privilege of having fellowship and friendship with God, Who is the King of kings and the Lord of lords and abides in light unapproachable! O how much have God's goodness and love toward man wrought! Look, O Christian, and you shall see the nobility and merit of Christians. They have communion with the great and incomprehensible God.

God, Thy goodness is multiplied and wonderful, and Thy love for us fallen and poor men is beyond any words and conceiving!

3. In true Christians as in spiritual temples, God, the Father and the Son and the Holy Spirit, abides with love. The Lord says of this, "If a man love Me, he will keep My words: and My Father will love him, and We will come unto him, and make Our abode in him" (Jn. 14:23). What can be more honorable and noble than that soul in which the Tri-hypostatic God abides with grace and love? It is a glorious thing for people to receive an earthly king into their house; it is incomparably more glorious to receive the Heavenly King into the house of their soul, and to have Him living therein. What also could be more blessed than that soul in which God lives as in a temple? The paradise of sweetness and joy, the Kingdom of God is in it. O blessedness! O the worthiness! O the nobility of the Christian soul! God, a Being that is without beginning, without end, supremely good, and uncreated, wills to live in the holy Christian soul rather than in heaven or in any other temple.

O most good and lovely God, our Maker and Creator, come and visit our weary souls, the souls created by Thee after Thine image and likeness!

4. True Christians are spiritual members of the most heavenly Head, Christ, the King of kings and Lord of lords. The Apostle says concerning this, "We are members of His body, of His flesh, and of His bones" (Eph. 5:30).

Holy Christian souls! raise up your eyes and see where your Head is seated at the right hand of God in the glory of the Father. By whom is He venerated and worshipped? By angels and archangels and by all the hosts of heaven and by every creature. "Wherefore God also hath highly exalted Him, and given Him a name which is above every name, that at the name of Jesus every knee should bow, of things in heaven, and things in earth, and things under the earth" (Philip. 2:9-10). You are members of this most exalted Head. As the Head is glorified, so also do His members partake of His glory. This is the glory of true Christians, this is their nobility and merit! They are the spiritual members of the most exalted Head, Jesus Christ.

5. The souls of true Christians are betrothed to the immortal Bridegroom, Jesus Christ. The Apostle bears witness of this: "I have espoused you," O Christians, "to one Husband, that I may present you as a chaste virgin to Christ" (2 Cor. 11:2). "This is a great mystery" (Eph. 5:32). As the Bridegroom is glorious, so also does His bride partake of His glory. What is more honorable and noble than Jesus the Son of God? What is more noble and honorable than a Christian soul betrothed to Him?

6. True Christians are "heirs of God," and "joint-heirs with Christ" (Rom. 8:17). Theirs are the eternal and heavenly Kingdom and all good things. "Eye hath not seen, nor ear heard, neither have entered into the heart of man, the things which God hath prepared for them that love Him" (1 Cor. 2:9). These and others are the names and titles that the Holy Spirit attributes to true Christians. Behold, then, O listeners, the glory and nobility of the Christian. All the glory of this world is nothing compared to it. Confess, therefore, that there is nothing more noble and glorious than a true Christian. Jesus Christ the Son of God, has earned this nobility and glory for us by His suffering and death, His Heavenly Father bestows it on us. The Holy Spirit perfects it, and true repentance combined with faith receives it. This nobility and glory are acquired or is lost here in this world. They are acquired by true repentance and faith; they are lost by unrepentance and unbelief.

O you who seek the vain glory of this world and are praised and exalted in your nobility, names, and titles! Turn your inward eyes to the glory and honor of a Christian and seek those, that you may truly be noble and glorious. The glory of true Christians is not now manifest, but can only be attained and known by faith. It shall be opened in the revelation of the children of God. Beloved, says the Apostle, "now we are the sons of God, and it doth not yet appear what we shall be: but we know that, when He shall appear, we shall be like Him" (1 Jn. 3:2). "Then shall the righteous shine forth as the sun in the Kingdom of their Father. Who hath ears to hear, let him hear" (Mt. 13:43).

from: Journey to Heaven Counsels On the Particular Duties of Every Christian Our Father Among the Saints, Tikhon of Zadonsk, Bishop of Voronezh and Elets Jordanville, NY: Holy Trinity Monastery, 2004.

Thursday, 22 August 2013

Γέροντας Ἰωσήφ Βατοπαιδινός-Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει!

 Γέροντας Ἰωσήφ Βατοπαιδινός

- Γέροντα, μερικές φορές είμαστε κουρασμένοι από το διακόνημα και παρεξηγούμεθα μεταξύ μας. Τί γίνεται τότε;
- Όταν είστε κουρασμένοι, να είστε περισσότερο προσεκτικοί. Πάντοτε να προηγήται η μεταξύ σας αγάπη, παρά οτιδήποτε άλλο. Και αν συμβή αυτό, με πραγματική, όχι υποκριτική αγάπη, να πείσης τον αδελφό σου ότι παρεφέρθης χωρίς να το καταλάβης.
«Συγχώρεσέ με, αδελφέ μου, διότι παρεφέρθηκα.». Όταν έχετε αλληλεγγύη και «εύχεσθε υπέρ αλλήλων» και γενικά καλλιεργήτε την μεταξύ σας αγάπη και ενότητα, αυτός είναι ένας ισχυρός δεσμός πού κάνει ανίσχυρο τον σατανά.
Ευρίσκομε πολλά παραδείγματα στους Πατέρες, πού φανερώνουν ότι εκείνοι πού αγωνίζονταν με την χάρι τής αγάπης υπέρ των άλλων, εγίνοντο αφορμή να σωθούν οι άλλοι από τις αδυναμίες πού είχαν.Σας υπενθυμίζω το παράδειγμα τού αδελφού εκείνου, πού επολεμήθη στην σάρκα και δεν ημπορούσε να αντέξη. Ήσαν δυο μαζί· και είπε ο ένας στον άλλο. «Αδελφέ μου, να με συγχώρησης. Εγώ δεν ημπορώ να μείνω άλλο εδώ. Αγωνίστηκα όσο άντεχα, άλλο δεν ημπορώ, θα φύγω να πάω στον κόσμο να νυμφευτώ».
Ο αδελφός αφού τον ενουθέτησε αρκετά, δεν ημπόρεσε να τον πείση. Όταν ήλθε η ώρα πού θα έφευγε, τού λέγει: «Θα έλθω και εγώ μαζί σου. Επειδή είμαστε πνευματικοί αδελφοί και εζήσαμε τόσα χρόνια μαζί, δεν κρίνω σκόπιμο να σε αφήσω μόνο σου».
- Μα ξέρεις τι κάνεις; Εγώ πάω τώρα να εύρω γυναίκα να αμαρτήσω μαζί της. Εσύ θάρθης μαζί μου;
- Δεν θα αμαρτήσω αλλά θα έρθω. Δεν θα σε αφήσω μόνο σου.
Και πράγματι τον ακολούθησε, και όταν έφθασε στον τόπο εκείνο πού υπήρχαν τέτοιες γυναίκες, πήγε αυτός μέσα να ικανοποιήση την επιθυμία του. Ο άλλος εκάθησε απ' έξω και παρεκάλει τον Θεό. «Θεέ μου, αν και είναι η τελευταία ώρα, εσύ ημπορείς να τον σώσης». Και πράγματι όταν εμπήκε μέσα να κάνη την αμαρτία, μετεμελήθη. Ανεχαίτισε ο Θεός την δύναμι τού πολέμου και συνήλθε και είπε: «Μα τι κάνω τώρα; Τόσα χρόνια στην έρημο, δεν εχόρτασα ψωμί και νερό και ήλθα τώρα για μία μικρή ηδονή, να γίνω ακάθαρτος, να αρνηθώ τον Χριστό μου και να χάσω τον κόπο μου όλο και να πάω με τον διάβολο στην κόλασι;» Και εγύρισε πίσω. Δεν αμάρτησε. Πήγε έξω στον αδελφό του λέγοντας;
«Μετανόησα. Δεν πωλώ την σωτηρία μου για τόσο φθηνό πράγμα». Και επέστρεψαν στον τόπο τους. Και απεκάλυψε ένας από τούς Γέροντες, ότι διά τον κόπο αυτού πού τον ηκολούθησε επήρε ο Θεός τον πόλεμο από τον άλλο.
Βλέπετε; Και εσείς όταν έχετε μεταξύ σας αγάπη, τότε γίνεται φραγμός σωτηρίας. Η αγάπη των άλλων προφυλάσσει, σκεπάζει και καλύπτει όποιον είναι μακριά και όποιον είναι αδύνατος, και έτσι δεν ημπορεί ο εχθρός να μάς κάνη κακό. Τόσο μεγάλο πράγμα είναι η αγάπη! Πραγματικά «ουδέποτε εκπίπτει».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...