Saturday, 24 August 2013

Ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι θρησκεία


Πατερική Θεολογία
Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (+)
Καθηγητού Πανεπιστημίου
Επιμέλεια – Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου
Στοιχεία Ορθοδόξου ανθρωπολογίας και Θεολογίας

Σε πολλούς επικρατεί η αντίληψις ότι η Ορθοδοξία είναι μία από τις πολλές θρησκείες, που έχει σαν κύρια μέριμνά Της την προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας για την ζωή μετά θάνατον, να εξασφάλιση δηλαδή μία θέση στον Παράδεισο για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. Έτσι θεωρείται ότι το Ορθόδοξο δόγμα προσφέρει μία επί πλέον εξασφάλισι, επειδή είναι Ορθόδοξο, και ότι, αν κανείς δεν πιστεύη στο Ορθόδοξο δόγμα, αυτό είναι ένας επί πλέον λόγος για να πάη στην Κόλασι ο άνθρωπος αυτός, εκτός δηλαδή από το ότι ενδεχομένως θα τον στείλουν εκεί τα προσωπικά του αμαρτήματα.
Όσοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι αυτό το πράγμα είναι η Ορθοδοξία, αυτοί έχουν συσχετίσει την Ορθοδοξία αποκλειστικά με την μέλλουσα ζωή. Και αυτοί δεν κάνουν και πολλά πράγματα σ' αυτήν την ζωή, αλλά περιμένουν να πεθάνουν, για να πάνε στον Παράδεισο, επειδή, όταν ζούσαν, ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί!Μια άλλη μερίδα Ορθοδόξων δραστηριοποιείται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας ενδιαφερομένη όχι για την άλλη ζωή, αλλά κυρίως γι' αυτήν εδώ την ζωή. Δηλαδή για το πως θα τους βοηθήση η Ορθοδοξία να ζήσουν καλά σ' αυτήν την ζωή. Τέτοιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προσεύχονται στον Θεό, βάζουν τους παπάδες14 να κάνουν προσευχές, κάνουν αγιασμούς, παρακλήσεις ευχέλαια κλπ., για να τους βοηθάη ο Θεός να περνάνε καλά σ' αυτήν την ζωή, να μην αρρωσταίνουν, να αποκαθίστανται τα παιδιά τους, να εξασφαλίσουν στα κορίτσια τους μία καλή προίκα και έναν καλό γαμπρό, τα αγόρια τους να βρουν καλές κοπέλλες με καλή προίκα για να παντρευτούν, οι δουλειές τους να πηγαίνουν καλά, το εμπόριο, με το οποίο ασχολούνται, να πηγαίνει καλά, ακόμη και το χρηματιστήριο ή η βιομηχανία τους, κλπ. Οπότε βλέπομε ότι αυτοί οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν κατά πολύ από τους πιστούς των άλλων θρησκειών, που κάνουν και εκείνοι τα ίδια περίπου πράγματα15 .
Δηλαδή βλέπει κανείς από τα παραπάνω την Ορθοδοξία να έχη αυτά τα δύο κοινά σημεία με όλα τα άλλα θρησκεύματα: Πρώτον, το να προπαρασκευάζη τους πιστούς για την ζωή μετά θάνατον, ώστε να πάνε στον Παράδεισο, όπως ο καθένας τον φαντάζεται, και δεύτερον, το να φροντίζη, ώστε οι Χριστιανοί να μην περνούν θλίψεις, στενοχώριες, καταστροφές, αρρώστιες, πολέμους κλπ. σ' αυτήν εδώ τη ζωή, δηλαδή ο Θεός να τα τακτοποιή όλα κατά τις ανάγκες ή τις επιθυμίες τους. Έτσι γι' αυτούς τους δεύτερους, η θρησκεία παίζει μεγάλο ρόλο σ' αυτήν την ζωή και μάλιστα σ' αυτήν την καθημερινή τους ζωή.
Κατά βάθος όμως απ' όλους τους παραπάνω Χριστιανούς ποιος ενδιαφέρεται αν υπάρχη ή δεν υπάρχη Θεός; Ποιος Τον αναζητά; Γι' αυτούς δεν τίθεται θέμα αν υπάρχη Θεός ή όχι, εφ' όσον καλύτερα θα ήταν να υπήρχε Θεός για να μπορούμε να τον επικαλούμεθα και να του ζητούμε να ικανοποιή τις ανάγκες μας, ώστε να πηγαίνουν καλά οι δουλειές μας και να έχωμε κάποια ευτυχία σ' αυτή την ζωή.
Οπότε βλέπομε ότι ο άνθρωπος έχει μια ισχυρότατη τάσι να θέλη να υπάρχη Θεός, να πιστεύη ότι υπάρχει Θεός, διότι είναι μία ανάγκη για τον άνθρωπο να υπάρχη Θεός, για να εξασφαλίζη τα όσα είπαμε. Ε, και εφ' όσον είναι λοιπόν μία ανάγκη για τον άνθρωπο το να υπάρχη Θεός, άρα Θεός υπάρχει!
Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ανάγκη ενός Θεού και αν μπορούσε να εξασφαλίση αυτάρκεια των προς το ζην σ' αυτήν την ζωή με κάποιον άλλο τρόπο, τότε δεν ξέρει κανείς πόσοι άνθρωποι θα πίστευαν στον Θεό. Αυτό, γίνεται, εν πολλοίς στην Ελλάδα.
Έτσι βλέπομε, πολλοί άνθρωποι, ενώ πριν ήταν αδιάφοροι ως προς την θρησκεία, προς το τέλος της ζωής τους να θρησκεύουν, μετά ίσως από κάποιο γεγονός που τους φόβισε. Διότι πλέον δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να επικαλούνται να τους βοηθήση κάποιος Θεός, από δεισιδαιμονική δηλαδή πρόληψη. Γι' αυτούς τους λόγους η φύσις του ανθρώπου βοηθά στο να θρησκεύη ο άνθρωπος. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ισχύει για τους πιστούς όλων των θρησκειών. Παντού η φύσις του ανθρώπου είναι η ίδια. Έτσι ο άνθρωπος μετά την πτώση του – εσκοτισμένος όπως είναι κατά φύσιν – μάλλον, παρά φύσιν – ρέπει προς την δεισιδαιμονία.
Τώρα το ερώτημα που ακολουθεί είναι: Πού σταματάει η δεισιδαιμονία και που αρχίζει η αληθινή πίστις;
Σ' αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, που κοινωνεί κατά τακτά διαστήματα, που χρησιμοποιεί τους παπάδες για να του κάνουν αγιασμούς , ευχέλαια κλπ16., χωρίς να εμβαθύνη σ' αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ο οποίος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή για τον εαυτό του και για τους άλλους και αδιαφορεί τελείως γι' αυτήν την ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Η μία τάσις εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και η άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξι και περιμένει να πεθάνη, με μερικούς μοναχούς γύρω του17.
Εφ' όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό, από πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο που επιδιώκουν. Όσο όμως είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτησι της νοεράς προσευχής, τότε μόνον τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάσι. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ο κοινός άξονας που διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχή της, ο ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θέματα που την απασχολούν και ο οποίος τοποθετεί τα πράγματα πάνω σε ορθή βάσι, όταν λαμβάνεται υπ' όψιν, είναι ο άξονας: Κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις.
Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβή στον άνθρωπο μετάθάνατον αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως που τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνη ο άνθρωπος σ' αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σ' αυτήν τη ζωή να αρχίση η θεραπεία, διότι «εν τω Άδη ουκ εστι μετάνοια». Γι' αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλ' είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σ' αυτόν τον κόσμο, σ' αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.
Τώρα η κάθαρσις και ο φωτισμός για ποιον λόγο χρειάζονται; Για να πάη ο άνθρωπος στον Παράδεισο και να αποφύγη την Κόλασι; Γι' αυτό χρειάζονται; Εις τι συνίσταται η κάθαρσις και ο φωτισμός και για ποιον λόγο επιδιώκονται από τους Ορθοδόξους; Για να βρη κανείς τον λόγο και να δώση απάντησι στην ερώτησι αυτή, πρέπει να κατέχη το βασικό κλειδί, το οποίο είναι τούτο: Όλοι οι άνθρωποι επάνω στην γη έχουν το ίδιο τέλος από Ορθόδοξη θεολογική άποψη. Είτε είναι κανείς Ορθόδοξος είτε είναι Βουδδιστής είτε Ινδουϊστής είτε αγνωστικιστής είτε άθεος, ο,τιδήποτε και αν είναι, δηλαδή κάθε άνθρωπος επάνω στην γη, είναι προωρισμένος να δη την δόξα του Θεού. Θα δη την δόξα του Θεού κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητος κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξα του Θεού, και από αυτής της απόψεως έχουν το ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θα δουν τη δόξα του Θεού, αλλά με μία διαφορά: Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν την δόξα του Θεού ως Φως γλυκύτατον και ανέσπερον, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού ως πυρ καταναλίσκον, σαν φωτιά που θα τους καίη. Αυτό, το ότι όλοι θα δούμε την δόξα του Θεού, είναι ένα αληθινό και αναμενόμενο γεγονός. Το να δη κανείς τον Θεό, δηλαδή την δόξα Του, το Φως Του, αυτό είναι κάτι που θα γίνη είτε το θέλομε είτε όχι. Η βίωσις όμως αυτού του Φωτός θα είναι διαφορετική στους μεν από τους δε.
Οπότε το έργο της Εκκλησίας και των παπάδων δεν είναι να μας βοηθήσουν να δούμε αυτήν την δόξα, διότι αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. Το έργο της Εκκλησίας εστιάζεται στο πώς θα δη ο κάθε άνθρωπος τον Θεόν. Όχι στο αν θα δη τον Θεόν. Δηλαδή το έργο της Εκκλησίας είναι να κηρύττη στους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φως είτε ως πυρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα δούμε τον Θεόν18, και να προετοιμάζη τα μέλη της, ώστε να δουν τον Θεόν όχι σαν φωτιά, αλλά σαν Φως19.
Αυτή η προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας, καθώς και όλων των ανθρώπων, που θέλουν να δουν τον Θεόν ως Φως, είναι στην ουσία της μία θεραπευτική αγωγή, η οποία πρέπει να αρχίση και να τελειώση σ' αυτήν τη ζωή. Πρέπει σ' αυτήν τη ζωή να γίνη η θεραπεία και να περατωθή. Διότι μετά θάνατον ουκ εστι μετάνοια. Αυτή η θεραπευτική αγωγή είναι η ουσία και το κύριο περιεχόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως ως και η κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνίσταται δε και αποτελείται από τα ακόλουθα τρία στάδια πνευματικής αναβάσεως: Την κάθαρσι από τα πάθη, τον φωτισμό από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, και την θέωσι, πάλι από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Συμβαίνει δε και τούτο: Αν δεν φθάση κανείς τουλάχιστον σε κατάστασι μερικού φωτισμού, σ' αυτήν την ζωή, δεν μπορεί να δη τον Θεόν σαν Φως ούτε σ' αυτήν την ζωή, αλλά ούτε και στην άλλη ζωή20.
Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, που χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος έχει και την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίση αυτό το έργο σήμερα, σ' αυτήν την ζωή, διότι σ' αυτήν την ζωή μπορεί. Όχι μετά θάνατον. Και αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος είναι εκείνος, που θα αποφασίση για το αν θα ακολουθήση αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.
Ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμί η οδός»21. Η οδός προς τι; Όχι μόνον προς την άλλη ζωή. Ο Χριστός είναι πρώτα η οδός σ' αυτήν την ζωή. Ο Χριστός είναι η οδός προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ' αυτήν την ζωή και του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ο δρόμος είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν ο άνθρωπος δεν δη τον Χριστόν σ' αυτήν την ζωή τουλάχιστον με την νοερά αίσθηση, δεν θα δη τον Πατέρα, δηλαδή το Φως του Θεού ούτε στην άλλη ζωή22.
Σημειώσεις
14. Η χρήση του όρου αυτού από τον π. Ιωάννη δεν είναι υποτιμητική. Είχε συνηθίσει ήδη από τις Η.Π.Α., όπου έζησε από ηλικίας τριών μηνών, εμεγάλωσε, εσπούδασε και ανδρώθηκε, να χρησιμοποιεί έτσι αυτόν τον όρο. Στο Άγιον Όρος επίσης χρησιμοποιείται κατά κόρον η λέξη παπάς, χωρίς καθόλου μειωτικό περιεχόμενο. Το αντίθετο μάλιστα.
15. Ο λόγος του π. Ιωάννου, όπως αναφέραμε ήδη στον Πρόλογο, είναι μερικές φορές καυστικός.
16. Τα οποία βέβαια κάνουν και οι πραγματικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και δεν είναι κακό το να θέλη να κάνη κανείς αυτά· κακό είναι το να μένη μόνο σ' αυτά.
17. Που είναι δηλαδή ο πνευματικός τους πατέρας και οι μοναχοί του είναι άσχετοι με τον Ησυχασμό.
18. Βέβαια μερική εμπειρία της θέας αυτής του Θεού έχουν όλοι οι άνθρωποι αμέσως μετά την έξοδο της ψυχής τους από το σώμα, δηλαδή μετά τον βιολογικό θάνατο.
19. Βλ. Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία, Δ', έκδ. Αστέρος, 1976, σ. 134, § 79.
20. Βλ. Αγίου Συμεών νέου θεολόγου, Ευρισκόμενα, Λόγος 75οςος. Εκεί διαβάζουμε: «Τοσούτον της Εκείνου θέας εκπέσομεν, κατά την αναλογίαν της εκάστου ημών απ' εντεύθεν αμβλυωπίας, καθ' όσον του φωτός αυτού εκουσίως εαυτούς υστερήσαμεν εν τη παρούση ζωή».
21. Ιω. 14, 6.
22. Βλ. Μητρ. Ιεροθέου (Βλάχου), Το Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση, έκδοσις Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου, Λεβάδεια, 1994, σ. 162. «... Με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι και θα κριθούν για τα έργα τους. Οι αμαρτωλοί που δεν απέκτησαν πνευματικό οφθαλμό, δεν θα εξαφανισθούν. Θα παραμείνουν ως πρόσωπα οντολογικά, αλλά όμως δεν θα έχουν μέθεξη Θεού. Οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Όπως λέγει ο άγιο Μάξιμος ο Ομολογητής, οι αμαρτωλοί θα ζήσουν το ''αεί φευ είναι'', ενώ οι δίκαιοι το ''αεί ευ είναι''.

Friday, 23 August 2013

St Tikhon of Zadonsk-On Honoring our fellow Christians



Beloved Christians, I cannot wonder enough at the goodness of God and His compassionate love for us men; and contemplating this, I cannot but exclaim with the Prophet, "O Lord, what is man, that Thou art made known unto him? Or the son of man, that Thou takest account of him?" (LXX-Ps. 143:3 [KJV-Ps. 144:3]), when I consider what honor the Lord has granted man! The honor and nobility which God bestows on men who are true Christians is so great and so high that it is impossible not only to describe it or to explain it in words, but even to comprehend it with the mind. "Ye are a chosen generation, a royal priesthood, an holy nation, a peculiar people" (1 Pet. 2:9), says the true Apostle of Christ.
From what can we see the incomprehensible goodness and compassionate love of God toward man? Let us but look and set the honor and nobility of a Christian before our inward eyes, that we may be zealous for it and seek it out with eagerness. Open then, the hearing of your souls, and you shall hear a word told about true Christians.

1. They are called and truly are the children of God. What is more glorious to man than this name? The Apostle of Christ rightly wonders at this and with wonder he says to Christians, "Behold what manner of love the Father hath bestowed upon us, that we should be called the sons of God?" (1 Jn. 3:1-2), and so we are. Whence Christians also pray to God as to their Father and raise up to the one voice to Him, "Our Father, Who art in the heavens" (Mt. 6:9) and the rest.

O the wonder! Sinners say to the All-Holy God, "Our Father!" O our great nobility and honor and consolation. O beloved Christians! The Father of the OnlyBegotten Son of God is our Father, His God is our God, as He Himself says to our great consolation, "I ascend unto My Father and your Father, and to My God and your God" (Jn. 20:17).

2. True Christians have a close union and fellowship with the Father and His Son Jesus Christ. The Apostle of Christ assures us of this saying, "our fellowship is with the Father, and with His Son Jesus Christ" (1 Jn. 1:3). How great this is you can see for yourself.

People account it a great thing to have friendship and fellowship with an earthly king; how incomparably greater is the privilege of having fellowship and friendship with God, Who is the King of kings and the Lord of lords and abides in light unapproachable! O how much have God's goodness and love toward man wrought! Look, O Christian, and you shall see the nobility and merit of Christians. They have communion with the great and incomprehensible God.

God, Thy goodness is multiplied and wonderful, and Thy love for us fallen and poor men is beyond any words and conceiving!

3. In true Christians as in spiritual temples, God, the Father and the Son and the Holy Spirit, abides with love. The Lord says of this, "If a man love Me, he will keep My words: and My Father will love him, and We will come unto him, and make Our abode in him" (Jn. 14:23). What can be more honorable and noble than that soul in which the Tri-hypostatic God abides with grace and love? It is a glorious thing for people to receive an earthly king into their house; it is incomparably more glorious to receive the Heavenly King into the house of their soul, and to have Him living therein. What also could be more blessed than that soul in which God lives as in a temple? The paradise of sweetness and joy, the Kingdom of God is in it. O blessedness! O the worthiness! O the nobility of the Christian soul! God, a Being that is without beginning, without end, supremely good, and uncreated, wills to live in the holy Christian soul rather than in heaven or in any other temple.

O most good and lovely God, our Maker and Creator, come and visit our weary souls, the souls created by Thee after Thine image and likeness!

4. True Christians are spiritual members of the most heavenly Head, Christ, the King of kings and Lord of lords. The Apostle says concerning this, "We are members of His body, of His flesh, and of His bones" (Eph. 5:30).

Holy Christian souls! raise up your eyes and see where your Head is seated at the right hand of God in the glory of the Father. By whom is He venerated and worshipped? By angels and archangels and by all the hosts of heaven and by every creature. "Wherefore God also hath highly exalted Him, and given Him a name which is above every name, that at the name of Jesus every knee should bow, of things in heaven, and things in earth, and things under the earth" (Philip. 2:9-10). You are members of this most exalted Head. As the Head is glorified, so also do His members partake of His glory. This is the glory of true Christians, this is their nobility and merit! They are the spiritual members of the most exalted Head, Jesus Christ.

5. The souls of true Christians are betrothed to the immortal Bridegroom, Jesus Christ. The Apostle bears witness of this: "I have espoused you," O Christians, "to one Husband, that I may present you as a chaste virgin to Christ" (2 Cor. 11:2). "This is a great mystery" (Eph. 5:32). As the Bridegroom is glorious, so also does His bride partake of His glory. What is more honorable and noble than Jesus the Son of God? What is more noble and honorable than a Christian soul betrothed to Him?

6. True Christians are "heirs of God," and "joint-heirs with Christ" (Rom. 8:17). Theirs are the eternal and heavenly Kingdom and all good things. "Eye hath not seen, nor ear heard, neither have entered into the heart of man, the things which God hath prepared for them that love Him" (1 Cor. 2:9). These and others are the names and titles that the Holy Spirit attributes to true Christians. Behold, then, O listeners, the glory and nobility of the Christian. All the glory of this world is nothing compared to it. Confess, therefore, that there is nothing more noble and glorious than a true Christian. Jesus Christ the Son of God, has earned this nobility and glory for us by His suffering and death, His Heavenly Father bestows it on us. The Holy Spirit perfects it, and true repentance combined with faith receives it. This nobility and glory are acquired or is lost here in this world. They are acquired by true repentance and faith; they are lost by unrepentance and unbelief.

O you who seek the vain glory of this world and are praised and exalted in your nobility, names, and titles! Turn your inward eyes to the glory and honor of a Christian and seek those, that you may truly be noble and glorious. The glory of true Christians is not now manifest, but can only be attained and known by faith. It shall be opened in the revelation of the children of God. Beloved, says the Apostle, "now we are the sons of God, and it doth not yet appear what we shall be: but we know that, when He shall appear, we shall be like Him" (1 Jn. 3:2). "Then shall the righteous shine forth as the sun in the Kingdom of their Father. Who hath ears to hear, let him hear" (Mt. 13:43).

from: Journey to Heaven Counsels On the Particular Duties of Every Christian Our Father Among the Saints, Tikhon of Zadonsk, Bishop of Voronezh and Elets Jordanville, NY: Holy Trinity Monastery, 2004.

Thursday, 22 August 2013

Γέροντας Ἰωσήφ Βατοπαιδινός-Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει!

 Γέροντας Ἰωσήφ Βατοπαιδινός

- Γέροντα, μερικές φορές είμαστε κουρασμένοι από το διακόνημα και παρεξηγούμεθα μεταξύ μας. Τί γίνεται τότε;
- Όταν είστε κουρασμένοι, να είστε περισσότερο προσεκτικοί. Πάντοτε να προηγήται η μεταξύ σας αγάπη, παρά οτιδήποτε άλλο. Και αν συμβή αυτό, με πραγματική, όχι υποκριτική αγάπη, να πείσης τον αδελφό σου ότι παρεφέρθης χωρίς να το καταλάβης.
«Συγχώρεσέ με, αδελφέ μου, διότι παρεφέρθηκα.». Όταν έχετε αλληλεγγύη και «εύχεσθε υπέρ αλλήλων» και γενικά καλλιεργήτε την μεταξύ σας αγάπη και ενότητα, αυτός είναι ένας ισχυρός δεσμός πού κάνει ανίσχυρο τον σατανά.
Ευρίσκομε πολλά παραδείγματα στους Πατέρες, πού φανερώνουν ότι εκείνοι πού αγωνίζονταν με την χάρι τής αγάπης υπέρ των άλλων, εγίνοντο αφορμή να σωθούν οι άλλοι από τις αδυναμίες πού είχαν.Σας υπενθυμίζω το παράδειγμα τού αδελφού εκείνου, πού επολεμήθη στην σάρκα και δεν ημπορούσε να αντέξη. Ήσαν δυο μαζί· και είπε ο ένας στον άλλο. «Αδελφέ μου, να με συγχώρησης. Εγώ δεν ημπορώ να μείνω άλλο εδώ. Αγωνίστηκα όσο άντεχα, άλλο δεν ημπορώ, θα φύγω να πάω στον κόσμο να νυμφευτώ».
Ο αδελφός αφού τον ενουθέτησε αρκετά, δεν ημπόρεσε να τον πείση. Όταν ήλθε η ώρα πού θα έφευγε, τού λέγει: «Θα έλθω και εγώ μαζί σου. Επειδή είμαστε πνευματικοί αδελφοί και εζήσαμε τόσα χρόνια μαζί, δεν κρίνω σκόπιμο να σε αφήσω μόνο σου».
- Μα ξέρεις τι κάνεις; Εγώ πάω τώρα να εύρω γυναίκα να αμαρτήσω μαζί της. Εσύ θάρθης μαζί μου;
- Δεν θα αμαρτήσω αλλά θα έρθω. Δεν θα σε αφήσω μόνο σου.
Και πράγματι τον ακολούθησε, και όταν έφθασε στον τόπο εκείνο πού υπήρχαν τέτοιες γυναίκες, πήγε αυτός μέσα να ικανοποιήση την επιθυμία του. Ο άλλος εκάθησε απ' έξω και παρεκάλει τον Θεό. «Θεέ μου, αν και είναι η τελευταία ώρα, εσύ ημπορείς να τον σώσης». Και πράγματι όταν εμπήκε μέσα να κάνη την αμαρτία, μετεμελήθη. Ανεχαίτισε ο Θεός την δύναμι τού πολέμου και συνήλθε και είπε: «Μα τι κάνω τώρα; Τόσα χρόνια στην έρημο, δεν εχόρτασα ψωμί και νερό και ήλθα τώρα για μία μικρή ηδονή, να γίνω ακάθαρτος, να αρνηθώ τον Χριστό μου και να χάσω τον κόπο μου όλο και να πάω με τον διάβολο στην κόλασι;» Και εγύρισε πίσω. Δεν αμάρτησε. Πήγε έξω στον αδελφό του λέγοντας;
«Μετανόησα. Δεν πωλώ την σωτηρία μου για τόσο φθηνό πράγμα». Και επέστρεψαν στον τόπο τους. Και απεκάλυψε ένας από τούς Γέροντες, ότι διά τον κόπο αυτού πού τον ηκολούθησε επήρε ο Θεός τον πόλεμο από τον άλλο.
Βλέπετε; Και εσείς όταν έχετε μεταξύ σας αγάπη, τότε γίνεται φραγμός σωτηρίας. Η αγάπη των άλλων προφυλάσσει, σκεπάζει και καλύπτει όποιον είναι μακριά και όποιον είναι αδύνατος, και έτσι δεν ημπορεί ο εχθρός να μάς κάνη κακό. Τόσο μεγάλο πράγμα είναι η αγάπη! Πραγματικά «ουδέποτε εκπίπτει».

Τα πράγματα του Θεού είναι απλά..


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...
- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές. 


 
- Πάλι λιβάνι γιαγιά; 
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω ...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ' ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

ΠΗΓΗ.ΑΗΔΟΝΙ

Wednesday, 21 August 2013

Elder Arsenie (Papacioc) -God is Where There is Humility


—Fr. Arsenie, tell us, how can we be saved from our many earthly cares, so that we might have more time for prayer?
—Fr. Ioannichie, pure prayer from the heart and lips to God is a great work! Prayer is a sharp arrow that all the saints have aimed at heaven for thousands of years, and not only they, but also the simplest Christians. Prayer has pierced the heart of the heavens, perhaps it has reached those who were displeased with the earth's inhabitants, and salvific replies have returned along the same path; thus was faith preserved on earth from generation to generation.
Brother Christian, you also have your own history: you have entered into the great Christian union—the Church—and are forever redeemed by the Savior's sacrifice. That means that you are of great worth, and you have a great and noble responsibility. Is it so difficult for each of us to simply and directly ask God to help us in our troubles and sufferings, and to thank Him?!
Where is the man who has nothing to ask of our Lord Jesus Christ and the Mother of God? They say that the Mother of God is offended by those who never ask her for anything! She is the prayerful intercessor for people; and as much as God can do through His power, so much can the Mother of God do by Her prayer. Show that you are the child of the Mother of God, having a child's heart in your breast!
And we can be free of earthly cares only if we want to be—after all, our salvation depends upon us. As souls given by God, we must show more will, in order not to immerse ourselves in these earthly cares and burden ourselves with them to such an extent. We shall manage our lives as people of higher thought, and as responsible human beings. If we were to ask those who are saved and living in heaven, "What did it cost you to attain such blessedness?" they would reply, "Time, a little time well spent on the earth!" That means that we have absolutely no other time to bring our souls to perfection—souls that are called, gifted, and full of such resolve.
We must think about the fact that we are called "the angelic ranks" [the monastic rank is called the angelic rank. –OC]. Angels pray unceasingly, throughout eternity.
—What is the easiest way to overcome in the struggle against fornication and fleshly thoughts?
—In order to overcome in the struggle against fornication, in whatever stage it may be, we must first of all ask for grace from the Good God. This is not a short term battle, because we must definitely achieve total victory. At first, each one sees that he is powerless to withstand it; but with God all things are possible.
He who enters into this struggle must:
–want to be freed of this struggle, no matter what happens;
–pray with all his heart to the Mother of God, and ask her help;
–avoid, as much as possible, all circumstances that might arouse passions;
–do not accept into your mind those suggestions that might seem innocent, but then begin to solidify into images. Route all these thoughts, changing your mind to prayer—but your own prayer, and not something someone else recommended, no matter who that might be; into prayer with your own sighing, even if it is without words.
If the attack is aggressive, pleasurable, and vanquishing, one must call out to the Mother of God, and not give in. During the first phases, he should confess contritely and purely, not sparing himself and not blaming incidents, circumstances, or other individuals. He will be greatly helped if he goes to confession often. 

Fr. Ioannichie (Balan)
Fr. Ioannichie (Balan)
The father-confessor will understand him, console him, and assure him that he is not alone, yet not allow him to harden in his motivations, as if it were all "necessary and perfectly natural."
The father-confessor should have zeal and kindness in order to be able to tear his spiritual child away from this secret and many-headed passion. It is recommended to read books and everything that has as its goal the preparation for death. The lost one will be forgiven through repentance, no matter what sin he committed, and this will be a great achievement; but let no one deceive himself or suppose that he can find any forgiveness without repentance. Because of this sin, you cannot ever know what heaven and hell really are; and one should think about this and pray.
A person who is more spiritually inclined, but nevertheless gets wounded to a greater or lesser extent and then passes through the bath of repentance, counts this as a misfortunate accident. He will have a serious reason for truly meek humility—and this gives God more joy than when someone thinks highly of himself as never having fallen.
This is not a paradox, but divine justice and mercy. He, the Master of the house and Good Pastor, left his sheepfold of sheep and went to find the lost sheep, and then happily put it on His shoulders and carried it into the gates of the Kingdom of glory. I once read what I am telling you now: "Brother Christian, believe me, there are two kinds of joy, which cannot be combined—you cannot rejoice here on earth in pleasures that are transient and sinful, and then reign with Jesus Christ." "Then, iniquity will stop its mouth" (cf. Ps. 106:42). "Thou fool, the time that you use for evil digs a pit for you, and tomorrow eternity will come!" Saying this, I think that the father confessor can encourage the person who is struggling with onslaughts from without, and with nature from within.
—How can one conquer and route ambition and prideful thoughts from himself?
—A hideous and impure passion! All evil catches a fish in this murky water! God does not even want to hear about a proud person! He takes all grace away from him, so that he might stumble—maybe then he will become humble, as the Scripture says (cf. 1 Pet. 5:5).
He abandons him, and that person becomes a great abomination; He takes from him all sense of beauty, leaves him to roam around in chaos, in all manner of filthy back alleys of the world. He has no image, or likeness, or healthy reason. The holy fathers say truly, "Wherever there was a fall, pride first did its work." No other passion will liken you to a devil like pride.
All passions can, let's say, be excused due to nature and bad life circumstances; but pride cannot be justified by anything! It has an unbearable insolence—it attaches itself to any virtue if it can, and it even hides behind humility, which serves as its shield. We see this very often, and to prove what I am saying, it is as one father said: "That proud one is so humble!"
Because it is so dangerous and so broadly present in all ages and ranks, it would be good if no one would disdain any person, no matter how unimportant he may be—for Christ is within him—and would even ask his opinion, even if it is for a lark. This would be the first step, one length along the path of the Gospels.
It would be good to ask everyone's opinion, no matter who you are; for who knows? After all, God's grace rests more often upon the simple and unnoticed. Make a prostration, as they say, if only for the sake of humbling the body—for this also shows good manners—and you will see how much you need these people with whom God has assigned you to live. You will see, and will be convinced in life that wisdom really does abide more in places where there is humility—for God is there.
Lucifer fell irreparably; his grandiose fall happened due to one word only: "I". Having fallen, he became an adversary for eternity, an abomination of desolation. Let no one be deceived, thinking that without true purification in the only water of humility he can enter into the Kingdom from which the angels fell!
These are, in brief, my thoughts and exhortations about this, so that one might realize that God created us beautiful only for Himself!
—What can one do to restrain the tongue and acquire the gift of silence?
—This is truly a serious matter—to not be the master of your tongue. As the saints say, "The tongue leads us to great falls." More vanity than benefit comes from loquacity, and malignant gossip brings great danger not only in this world, but also in the next. They say that most of the people in hell are those who murdered with malicious words!
Brother, you must love you brother. Isn't this the Savior's most important commandment? He gave this commandment as the crown of all His teachings—that the only way to salvation is love; and He ascended the unforgettable and soul-rending Golgotha!
We must always reiterate to people the responsibility that we bear for our lifetime, the only time given to us, so that we would set a lock upon our tongue and purify our hearts from evil. St. Gregory the Theologian says: "We must answer for every superfluous word, even more so for every shameful word"; how much more horribly for every murderous word! The Patericon is very useful in this regard with its chapter on "The benefit of silence."
St. Isidore of Pelusium says, "Speaking with benefit is a blessing, but if it is reinforced by deeds, it is crowned." "For life without words brings greater benefit, while a commanding word evokes anger. If word and life are united they comprise the personification of all philosophy."
Treasure the Lord in your heart and let your attention abide there, and remain there before the Lord without leaving. Then you will notice every speck of dust in yourself. This is how mystical knowledge begins. It is a mirror for the mind and a lamp for the conscience. It dries up lust, extinguishes rage, humbles anger and disperses sorrow, tames insolence, scatters despondency, gives clarity to the mind, casts out sloth, truly humbles you and makes your reason undeceivable; it wounds the demons, and purifies the body. Such a person is no longer the participant in any wicked deed, but rather is alien to it. He thinks all the time, "Who shall I go to? I am a worm…" This is something different, having to do with remembrance of death and man's eternal lot, and belongs to mystical knowledge. 

From: Ne vorbeşte părintele Arsenie. Ediţia îngrijită de а Arhimandrit Ioanichie Bălan. Vol. 1–3. Editura Mănăstirea Sihăstria, 2004.

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος -Τα τεχνάσματα του πονηρού και η αντιμετώπισή τους


Η ΧΑΡΗ του Θεού να ‘ναι μαζί σου!



«Είμαι λυπημένη», γράφεις. «Δεν μπορώ να βρω ειρήνη πουθενά. Κάτι με  καταθλίβει. Την καρδιά μου την πλάκωσε ένα βάρος και την τύλιξε ένα  σκοτάδι».
Η δύναμη του Σταυρού είναι μαζί μας! Πάρε θάρρος και  στάσου ακλόνητη. Ο εχθρός αντιλήφθηκε ότι θέλεις να εγκαταλείψεις τον  κόσμο, όπου άνετα αποκομίζει κέρδη, κι  έτσι σε… αποχαιρετά μ’ αυτές τις δυσκολίες, τη μελαγχολία, την ατονία,  τη χαύνωση. Δεν είσαι η μόνη∙ όλοι όσοι θέλουν ν’ αφιερωθούν  ολοκληρωτικά στον Θεό, δέχονται  τέτοιες επιθέσεις, ο καθένας όμως με  διαφορετικό τρόπο. Εσύ βασανίζεσαι από το πλάκωμα της καρδιάς και το  σκοτάδι∙ άλλος παραλύει από το φόβο∙ κάποιος τρίτος πνίγεται μέσα σ’ ένα πέλαγος άτοπων λογισμών∙   κι ένας τέταρτος ταλαιπωρείται από  αλλεπάλληλους πειρασμούς.
Ο πονηρός, για να πετύχει τους ανόμους  σκοπούς του, χρησιμοποιεί σε κάθε άνθρωπο και σε κάθε περίπτωση και τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους, σκοτίζοντας το νου και αναστατώνοντας  την καρδιά.
Συνήθως αυτό συμβαίνει ξαφνικά, σαν ξέσπασμα καταιγίδας.  Τέτοια είναι τα τερτίπια των εχθρών μας, των δαιμόνων. Τριγυρνούν  παντού, όπως οι συμμορίες των ταραχοποιών. Όταν βρουν  πόρτες ανοιχτές  και αφύλαχτες, ορμούν μέσα στα σπίτια μας και αναποδογυρίζουν τα πάντα.  Αφού τα κάνουν γυαλιά-καρφιά, εμφανίζονται, αφήνοντάς μας σε κατάσταση  οδύνης και αμηχανίας. Ωστόσο , μόνο και μόνο απ’ αυτό το κακό, δεν  βλάπτεται η ψυχή μας. Ούτε για την επίθεση των εχθρών είμαστε ένοχοι,  ούτε για τη διατάραξη που προξενούν στην εσωτερική μας κατάσταση, ούτε  για τους λογισμούς που σπέρνουν στο νου μας ή τα συναισθήματα που  ξεσηκώνουν στην καρδιά μας. Ο Θεός δεν μας κατακρίνει γι’ αυτά, φτάνει  να μην υπάρχει δική μας συγκατάθεση. Ας κάνουμε υπομονή ως την παρέλευση της δυσκολίας… … Μην κάνεις πίσω! Ο Κύριος παραχώρησε αυτή τη  δοκιμασία για ν’ αποδείξεις ότι η απόφασή σου είναι σοβαρή και σταθερή.  Αφού, λοιπόν, Εκείνος έστειλε τη δοκιμασία, πες σαν τον Ιώβ: « Όπως  φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι κι έγινε∙ ας είναι δοξασμένο τ’ όνομά Του!»  ( Ιώβ 1:21) . Είχες ειρήνη, και τώρα έχεις πόλεμο. Ευλογητός ο Θεός για την ειρήνη, ευλογητός ο Θεός και για τον πόλεμο! Πες στον Κύριο: “Θα  υπομείνω τον πειρασμό, αν αυτό είναι το θέλημά Σου. Μόνο βοήθησέ με,  Κύριε, να τον σηκώσω”. Πέσε μπροστά Του μ’ όλη σου την ύπαρξη ,ζητώντας  και την πρεσβεία της πανάχραντης μητέρας Του.
Έχεις πόλεμο. Είναι  μια ευκαιρία να δείξεις αν είσαι ικανή να πολεμάς για το αγαθό, όπως  ένας στρατιώτης που υπερασπίζεται τα πατρογονικά χώματα∙ είναι μια  ευκαιρία να ανδραγαθήσεις κατά την εχθρική επίθεση. Ο τρόπος είναι  απλός: Άφησε τον εχθρό να χτυπάει. Εσύ πρόβαλε σταθερή άμυνα για το  αγαθό. Πες μέσα σου ή ακόμα  και φωναχτά: “Δεν θ’ αλλάξω το σκοπό και  την απόφασή μου μήτε σ’ ένα γιώτα! Δεν επιθυμώ τίποτε απ’ αυτά που μου  υποβάλει ο εχθρός”. Κατονόμασε ένα-ένα το κάθε πράγμα που σου υποβάλλει,  απορρίπτοντας το με κατάρες. Κάλεσε τον Κύριο σε βοήθεια. Όλα θα  περάσουν… … Ο Θεός με τους πειρασμούς θέλει να μας εξασφαλίσει  στεφάνια. Όποιος δεν υποχωρεί στον εχθρό, θα στεφανωθεί σαν μάρτυρας.  Όλοι είμαστε ικανοί ν’ αποκτήσουμε στεφάνια, και εμείς και όσοι είναι  κοντά μας και όσοι είναι μακριά μας. Είσαι κι εσύ, φυσικά ,ικανή. Μόνο  που χρειάζεσαι προσοχή και θάρρος, έτσι ώστε όλα να τα παίρνεις από τον  Θεό και όλα να τ’ αποδίδεις σ’ Αυτόν. Ο Θεός βοηθός!

ΠΗΓΗ-Το χέρι του Θεού – ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

Tuesday, 20 August 2013

St. Basil the Great-On the Value of the Psalms

                    Page from a greek psalter
From St. Basil’s homily on Psalm 1


When, indeed, the Holy Spirit saw that the human race was guided only with difficulty toward virtue, and that, because of our inclination toward pleasure, we were neglectful of an upright life, what did He do? The delight of melody He mingled with the doctrines so that by the pleasantness and softness of the sound heard we might receive without perceiving it the benefit of the words, just as wise physicians who, when giving the fastidious rather bitter drugs to drink, frequently smear the cup with honey.
Therefore, He devised for us these harmonious melodies of the psalms, that they who are children in age, or even those who are youthful in disposition, might to all appearances chant, but in reality, become trained in soul. For, never has any one of the many indifferent persons gone away easily holding in mind either an apostolic or prophetic message, but they do chant the words of the psalms, even in the home, and they spread them around in the market place, and, if perchance, someone becomes exceedingly wrathful, when he begins to be soothed by the psalm, he departs with the wrath immediately lulled to sleep by means of the melody.
A psalm implies serenity of Soul; it is the author of peace, which calms bewildering and seething thoughts. For, it softens the wrath of the soul, and what is unbridled it chastens. A psalm forms friendships, unites those separated, conciliates those at enmity. Who, indeed, can still consider as an enemy him with whom he has uttered the same prayer to God? So that psalmody, bringing about choral singing, a bond, as it were, toward unity, and joining people into a harmonious union of one choir, produces also the greatest of blessings, love.
A psalm is a city of refuge from the demons; a means of inducing help from the angels, a weapon in fears by night, a rest from the toils of the day, a safeguard for infants, an adornment for those at the height of their vigour, a consolation for the elders, a most fitting ornament for women. It peoples the solitudes; it rids the market places of excesses; it is the elementary exposition of beginners, the improvement of those advancing, the solid support of the perfect, the voice of the Church. It brightens feast days; it creates a sorrow which is in accordance with God. For, a psalm calls forth a tear even from a heart of stone.
A psalm is the work of angels, a heavenly institution, the spiritual incense.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...