Thursday, 22 August 2013

Τα πράγματα του Θεού είναι απλά..


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...
- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές. 


 
- Πάλι λιβάνι γιαγιά; 
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω ...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ' ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

ΠΗΓΗ.ΑΗΔΟΝΙ

Wednesday, 21 August 2013

Elder Arsenie (Papacioc) -God is Where There is Humility


—Fr. Arsenie, tell us, how can we be saved from our many earthly cares, so that we might have more time for prayer?
—Fr. Ioannichie, pure prayer from the heart and lips to God is a great work! Prayer is a sharp arrow that all the saints have aimed at heaven for thousands of years, and not only they, but also the simplest Christians. Prayer has pierced the heart of the heavens, perhaps it has reached those who were displeased with the earth's inhabitants, and salvific replies have returned along the same path; thus was faith preserved on earth from generation to generation.
Brother Christian, you also have your own history: you have entered into the great Christian union—the Church—and are forever redeemed by the Savior's sacrifice. That means that you are of great worth, and you have a great and noble responsibility. Is it so difficult for each of us to simply and directly ask God to help us in our troubles and sufferings, and to thank Him?!
Where is the man who has nothing to ask of our Lord Jesus Christ and the Mother of God? They say that the Mother of God is offended by those who never ask her for anything! She is the prayerful intercessor for people; and as much as God can do through His power, so much can the Mother of God do by Her prayer. Show that you are the child of the Mother of God, having a child's heart in your breast!
And we can be free of earthly cares only if we want to be—after all, our salvation depends upon us. As souls given by God, we must show more will, in order not to immerse ourselves in these earthly cares and burden ourselves with them to such an extent. We shall manage our lives as people of higher thought, and as responsible human beings. If we were to ask those who are saved and living in heaven, "What did it cost you to attain such blessedness?" they would reply, "Time, a little time well spent on the earth!" That means that we have absolutely no other time to bring our souls to perfection—souls that are called, gifted, and full of such resolve.
We must think about the fact that we are called "the angelic ranks" [the monastic rank is called the angelic rank. –OC]. Angels pray unceasingly, throughout eternity.
—What is the easiest way to overcome in the struggle against fornication and fleshly thoughts?
—In order to overcome in the struggle against fornication, in whatever stage it may be, we must first of all ask for grace from the Good God. This is not a short term battle, because we must definitely achieve total victory. At first, each one sees that he is powerless to withstand it; but with God all things are possible.
He who enters into this struggle must:
–want to be freed of this struggle, no matter what happens;
–pray with all his heart to the Mother of God, and ask her help;
–avoid, as much as possible, all circumstances that might arouse passions;
–do not accept into your mind those suggestions that might seem innocent, but then begin to solidify into images. Route all these thoughts, changing your mind to prayer—but your own prayer, and not something someone else recommended, no matter who that might be; into prayer with your own sighing, even if it is without words.
If the attack is aggressive, pleasurable, and vanquishing, one must call out to the Mother of God, and not give in. During the first phases, he should confess contritely and purely, not sparing himself and not blaming incidents, circumstances, or other individuals. He will be greatly helped if he goes to confession often. 

Fr. Ioannichie (Balan)
Fr. Ioannichie (Balan)
The father-confessor will understand him, console him, and assure him that he is not alone, yet not allow him to harden in his motivations, as if it were all "necessary and perfectly natural."
The father-confessor should have zeal and kindness in order to be able to tear his spiritual child away from this secret and many-headed passion. It is recommended to read books and everything that has as its goal the preparation for death. The lost one will be forgiven through repentance, no matter what sin he committed, and this will be a great achievement; but let no one deceive himself or suppose that he can find any forgiveness without repentance. Because of this sin, you cannot ever know what heaven and hell really are; and one should think about this and pray.
A person who is more spiritually inclined, but nevertheless gets wounded to a greater or lesser extent and then passes through the bath of repentance, counts this as a misfortunate accident. He will have a serious reason for truly meek humility—and this gives God more joy than when someone thinks highly of himself as never having fallen.
This is not a paradox, but divine justice and mercy. He, the Master of the house and Good Pastor, left his sheepfold of sheep and went to find the lost sheep, and then happily put it on His shoulders and carried it into the gates of the Kingdom of glory. I once read what I am telling you now: "Brother Christian, believe me, there are two kinds of joy, which cannot be combined—you cannot rejoice here on earth in pleasures that are transient and sinful, and then reign with Jesus Christ." "Then, iniquity will stop its mouth" (cf. Ps. 106:42). "Thou fool, the time that you use for evil digs a pit for you, and tomorrow eternity will come!" Saying this, I think that the father confessor can encourage the person who is struggling with onslaughts from without, and with nature from within.
—How can one conquer and route ambition and prideful thoughts from himself?
—A hideous and impure passion! All evil catches a fish in this murky water! God does not even want to hear about a proud person! He takes all grace away from him, so that he might stumble—maybe then he will become humble, as the Scripture says (cf. 1 Pet. 5:5).
He abandons him, and that person becomes a great abomination; He takes from him all sense of beauty, leaves him to roam around in chaos, in all manner of filthy back alleys of the world. He has no image, or likeness, or healthy reason. The holy fathers say truly, "Wherever there was a fall, pride first did its work." No other passion will liken you to a devil like pride.
All passions can, let's say, be excused due to nature and bad life circumstances; but pride cannot be justified by anything! It has an unbearable insolence—it attaches itself to any virtue if it can, and it even hides behind humility, which serves as its shield. We see this very often, and to prove what I am saying, it is as one father said: "That proud one is so humble!"
Because it is so dangerous and so broadly present in all ages and ranks, it would be good if no one would disdain any person, no matter how unimportant he may be—for Christ is within him—and would even ask his opinion, even if it is for a lark. This would be the first step, one length along the path of the Gospels.
It would be good to ask everyone's opinion, no matter who you are; for who knows? After all, God's grace rests more often upon the simple and unnoticed. Make a prostration, as they say, if only for the sake of humbling the body—for this also shows good manners—and you will see how much you need these people with whom God has assigned you to live. You will see, and will be convinced in life that wisdom really does abide more in places where there is humility—for God is there.
Lucifer fell irreparably; his grandiose fall happened due to one word only: "I". Having fallen, he became an adversary for eternity, an abomination of desolation. Let no one be deceived, thinking that without true purification in the only water of humility he can enter into the Kingdom from which the angels fell!
These are, in brief, my thoughts and exhortations about this, so that one might realize that God created us beautiful only for Himself!
—What can one do to restrain the tongue and acquire the gift of silence?
—This is truly a serious matter—to not be the master of your tongue. As the saints say, "The tongue leads us to great falls." More vanity than benefit comes from loquacity, and malignant gossip brings great danger not only in this world, but also in the next. They say that most of the people in hell are those who murdered with malicious words!
Brother, you must love you brother. Isn't this the Savior's most important commandment? He gave this commandment as the crown of all His teachings—that the only way to salvation is love; and He ascended the unforgettable and soul-rending Golgotha!
We must always reiterate to people the responsibility that we bear for our lifetime, the only time given to us, so that we would set a lock upon our tongue and purify our hearts from evil. St. Gregory the Theologian says: "We must answer for every superfluous word, even more so for every shameful word"; how much more horribly for every murderous word! The Patericon is very useful in this regard with its chapter on "The benefit of silence."
St. Isidore of Pelusium says, "Speaking with benefit is a blessing, but if it is reinforced by deeds, it is crowned." "For life without words brings greater benefit, while a commanding word evokes anger. If word and life are united they comprise the personification of all philosophy."
Treasure the Lord in your heart and let your attention abide there, and remain there before the Lord without leaving. Then you will notice every speck of dust in yourself. This is how mystical knowledge begins. It is a mirror for the mind and a lamp for the conscience. It dries up lust, extinguishes rage, humbles anger and disperses sorrow, tames insolence, scatters despondency, gives clarity to the mind, casts out sloth, truly humbles you and makes your reason undeceivable; it wounds the demons, and purifies the body. Such a person is no longer the participant in any wicked deed, but rather is alien to it. He thinks all the time, "Who shall I go to? I am a worm…" This is something different, having to do with remembrance of death and man's eternal lot, and belongs to mystical knowledge. 

From: Ne vorbeşte părintele Arsenie. Ediţia îngrijită de а Arhimandrit Ioanichie Bălan. Vol. 1–3. Editura Mănăstirea Sihăstria, 2004.

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος -Τα τεχνάσματα του πονηρού και η αντιμετώπισή τους


Η ΧΑΡΗ του Θεού να ‘ναι μαζί σου!



«Είμαι λυπημένη», γράφεις. «Δεν μπορώ να βρω ειρήνη πουθενά. Κάτι με  καταθλίβει. Την καρδιά μου την πλάκωσε ένα βάρος και την τύλιξε ένα  σκοτάδι».
Η δύναμη του Σταυρού είναι μαζί μας! Πάρε θάρρος και  στάσου ακλόνητη. Ο εχθρός αντιλήφθηκε ότι θέλεις να εγκαταλείψεις τον  κόσμο, όπου άνετα αποκομίζει κέρδη, κι  έτσι σε… αποχαιρετά μ’ αυτές τις δυσκολίες, τη μελαγχολία, την ατονία,  τη χαύνωση. Δεν είσαι η μόνη∙ όλοι όσοι θέλουν ν’ αφιερωθούν  ολοκληρωτικά στον Θεό, δέχονται  τέτοιες επιθέσεις, ο καθένας όμως με  διαφορετικό τρόπο. Εσύ βασανίζεσαι από το πλάκωμα της καρδιάς και το  σκοτάδι∙ άλλος παραλύει από το φόβο∙ κάποιος τρίτος πνίγεται μέσα σ’ ένα πέλαγος άτοπων λογισμών∙   κι ένας τέταρτος ταλαιπωρείται από  αλλεπάλληλους πειρασμούς.
Ο πονηρός, για να πετύχει τους ανόμους  σκοπούς του, χρησιμοποιεί σε κάθε άνθρωπο και σε κάθε περίπτωση και τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους, σκοτίζοντας το νου και αναστατώνοντας  την καρδιά.
Συνήθως αυτό συμβαίνει ξαφνικά, σαν ξέσπασμα καταιγίδας.  Τέτοια είναι τα τερτίπια των εχθρών μας, των δαιμόνων. Τριγυρνούν  παντού, όπως οι συμμορίες των ταραχοποιών. Όταν βρουν  πόρτες ανοιχτές  και αφύλαχτες, ορμούν μέσα στα σπίτια μας και αναποδογυρίζουν τα πάντα.  Αφού τα κάνουν γυαλιά-καρφιά, εμφανίζονται, αφήνοντάς μας σε κατάσταση  οδύνης και αμηχανίας. Ωστόσο , μόνο και μόνο απ’ αυτό το κακό, δεν  βλάπτεται η ψυχή μας. Ούτε για την επίθεση των εχθρών είμαστε ένοχοι,  ούτε για τη διατάραξη που προξενούν στην εσωτερική μας κατάσταση, ούτε  για τους λογισμούς που σπέρνουν στο νου μας ή τα συναισθήματα που  ξεσηκώνουν στην καρδιά μας. Ο Θεός δεν μας κατακρίνει γι’ αυτά, φτάνει  να μην υπάρχει δική μας συγκατάθεση. Ας κάνουμε υπομονή ως την παρέλευση της δυσκολίας… … Μην κάνεις πίσω! Ο Κύριος παραχώρησε αυτή τη  δοκιμασία για ν’ αποδείξεις ότι η απόφασή σου είναι σοβαρή και σταθερή.  Αφού, λοιπόν, Εκείνος έστειλε τη δοκιμασία, πες σαν τον Ιώβ: « Όπως  φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι κι έγινε∙ ας είναι δοξασμένο τ’ όνομά Του!»  ( Ιώβ 1:21) . Είχες ειρήνη, και τώρα έχεις πόλεμο. Ευλογητός ο Θεός για την ειρήνη, ευλογητός ο Θεός και για τον πόλεμο! Πες στον Κύριο: “Θα  υπομείνω τον πειρασμό, αν αυτό είναι το θέλημά Σου. Μόνο βοήθησέ με,  Κύριε, να τον σηκώσω”. Πέσε μπροστά Του μ’ όλη σου την ύπαρξη ,ζητώντας  και την πρεσβεία της πανάχραντης μητέρας Του.
Έχεις πόλεμο. Είναι  μια ευκαιρία να δείξεις αν είσαι ικανή να πολεμάς για το αγαθό, όπως  ένας στρατιώτης που υπερασπίζεται τα πατρογονικά χώματα∙ είναι μια  ευκαιρία να ανδραγαθήσεις κατά την εχθρική επίθεση. Ο τρόπος είναι  απλός: Άφησε τον εχθρό να χτυπάει. Εσύ πρόβαλε σταθερή άμυνα για το  αγαθό. Πες μέσα σου ή ακόμα  και φωναχτά: “Δεν θ’ αλλάξω το σκοπό και  την απόφασή μου μήτε σ’ ένα γιώτα! Δεν επιθυμώ τίποτε απ’ αυτά που μου  υποβάλει ο εχθρός”. Κατονόμασε ένα-ένα το κάθε πράγμα που σου υποβάλλει,  απορρίπτοντας το με κατάρες. Κάλεσε τον Κύριο σε βοήθεια. Όλα θα  περάσουν… … Ο Θεός με τους πειρασμούς θέλει να μας εξασφαλίσει  στεφάνια. Όποιος δεν υποχωρεί στον εχθρό, θα στεφανωθεί σαν μάρτυρας.  Όλοι είμαστε ικανοί ν’ αποκτήσουμε στεφάνια, και εμείς και όσοι είναι  κοντά μας και όσοι είναι μακριά μας. Είσαι κι εσύ, φυσικά ,ικανή. Μόνο  που χρειάζεσαι προσοχή και θάρρος, έτσι ώστε όλα να τα παίρνεις από τον  Θεό και όλα να τ’ αποδίδεις σ’ Αυτόν. Ο Θεός βοηθός!

ΠΗΓΗ-Το χέρι του Θεού – ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

Tuesday, 20 August 2013

St. Basil the Great-On the Value of the Psalms

                    Page from a greek psalter
From St. Basil’s homily on Psalm 1


When, indeed, the Holy Spirit saw that the human race was guided only with difficulty toward virtue, and that, because of our inclination toward pleasure, we were neglectful of an upright life, what did He do? The delight of melody He mingled with the doctrines so that by the pleasantness and softness of the sound heard we might receive without perceiving it the benefit of the words, just as wise physicians who, when giving the fastidious rather bitter drugs to drink, frequently smear the cup with honey.
Therefore, He devised for us these harmonious melodies of the psalms, that they who are children in age, or even those who are youthful in disposition, might to all appearances chant, but in reality, become trained in soul. For, never has any one of the many indifferent persons gone away easily holding in mind either an apostolic or prophetic message, but they do chant the words of the psalms, even in the home, and they spread them around in the market place, and, if perchance, someone becomes exceedingly wrathful, when he begins to be soothed by the psalm, he departs with the wrath immediately lulled to sleep by means of the melody.
A psalm implies serenity of Soul; it is the author of peace, which calms bewildering and seething thoughts. For, it softens the wrath of the soul, and what is unbridled it chastens. A psalm forms friendships, unites those separated, conciliates those at enmity. Who, indeed, can still consider as an enemy him with whom he has uttered the same prayer to God? So that psalmody, bringing about choral singing, a bond, as it were, toward unity, and joining people into a harmonious union of one choir, produces also the greatest of blessings, love.
A psalm is a city of refuge from the demons; a means of inducing help from the angels, a weapon in fears by night, a rest from the toils of the day, a safeguard for infants, an adornment for those at the height of their vigour, a consolation for the elders, a most fitting ornament for women. It peoples the solitudes; it rids the market places of excesses; it is the elementary exposition of beginners, the improvement of those advancing, the solid support of the perfect, the voice of the Church. It brightens feast days; it creates a sorrow which is in accordance with God. For, a psalm calls forth a tear even from a heart of stone.
A psalm is the work of angels, a heavenly institution, the spiritual incense.

Ἡ φοβερή πλάνη τοῦ ἱδίου θελήματος


Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, προς τη θάλασσα έμενε ενάρετος Γέροντας, με έναν επίσης ευλαβέστατο υποτακτικό, ό όποιος στην αρχή έκανε υπακοή, άλλα με μια μικρή δώσει υποκρισίας. Ή υποκρισία του έφερε ψευτοταπείνωσι, και ενώ στην αρχή, όπως είπαμε, πράγματι υποτάζονταν στο θέλημα του Γέροντα του και του Πνευματικού του και ήταν πράος και ήσυχος, με τον καιρό όμως, επειδή δεν είχε ειλικρίνεια, άρχισε να κάνει κρυφά το θέλημα του.
Όπως μου διηγήθηκαν Πατέρες της ερήμου αυτής, το όνομα του Γέροντα του δεν ενθυμούνται, άλλα πολύ καλά ενθυμούνται, πώς ό Μοναχός αυτός, πνευματικό είχε τον ξακουστό και ενάρετο Παπα – Γρηγόρη, ό όποιος ησύχαζε στη Μικρή Άγιάννα, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου», πού είναι στο ψηλότερο μέρος.
Στους δοκίμους και αρχαρίους Μοναχούς, από τον Πνευματικό έξομολόγο, σύμφωνα με τη δύναμη του καθενός, δίδεται ανάλογος Κανόνας προσευχής και νηστείας.Συνήθως στην αρχή ορίζονται 50 γονυκλισίες—Μετάνοιες— και έξι κομβοσχοίνια. Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μονοφαγία, δηλαδή μια φορά την ήμερα φαγητό χωρίς λάδι ή τίποτε το λιπαρό. Αν ό οργανισμός αντέχει, με την πάροδο του χρόνου, αυξάνει ό Κανόνας της προσευχής και της νηστείας. Οι Μετάνοιες γίνονται 100 και 10 κομβοσχοίνια την ήμερα και δυο φορές την εβδομάδα απόλυτη ξηροφαγία ή τέλεια νηστεία.
Όταν γίνει Μοναχός μεγαλόσχημος, οι μετάνοιες γίνονται 300 και τα κομβοσχοίνια 15 την ήμερα, ανάλογα γίνεται και με την νηστεία. Αυτή ή προσευχή πού κάνει ό κάθε αδελφός μόνος του είναι ό καθορισμένος Κανόνας, ό όποιος θα πρέπει να γίνεται, εκτός από τις καθιερωμένες κοινές προσευχές με όλους τους αδελφούς, δηλαδή την προσευχή του Εσπερινού, του Μεσονυκτικού, του Όρθρου, των Ωρών, της θείας Λειτουργίας, των Τυπικών και του Απόδειπνου, ή οποία είναι κοινή για όλους τους αδελφούς και υποχρεωτική, εκτός ασθενείας ή αναγκαιας υπηρεσίας —διακονήματος— το όποιο θα διακρίνει και θα καθορίζει ό Γέροντας ή ό ηγούμενος και ό Πνευματικός.
Έκτος, λοιπόν, άπ' αυτά, που είναι καθορισμένα και συνεχίζονται από την ιερή Παράδοση, ότι άλλο κάνει ιδιαίτερο ό Μοναχός, χωρίς την άδεια ή ευλογία από το Γέροντα του ή τον Πνευματικό του, αυτό λογίζεται θέλημα κι όταν μάλιστα γίνεται κρυφά είναι αμαρτία μεγάλη. Ό υποτακτικός αυτός, πού το όνομά του, καθώς με βεβαίωσαν ήταν «Σπυρίδων» είχε πολλά χρόνια στην Καλογερική και στην υπακοή, πού στην αρχή ακολουθούσε τη σειρά των Πατέρων, αλλά σιγά ,σιγά τον πλάνεψε ό διάβολος κι άρχισε να κάνει κρυφά νηστείες και προσευχές περισσότερες άπ' εκείνες πού του είχαν ορίσει.
Από το θέλημα αυτό, αισθάνονταν μέσα του ικανοποίηση και άρχισε να πιστεύει, πώς αυτός έβαλε κάποια καλύτερη σειρά, άπ' εκείνη πού είχανε οι άλλοι Πατέρες. Νήστευε πιο πολύ και έτσι λίγο – λίγο χωρίς να το καταλάβει έπεσε σε υπερηφάνεια κι είχε τον εαυτό του σε υπόληψη και τους άλλους θεωρούσε κατώτερους του, στην αρετή και σ' όλα τ' άλλα, πώς δεν τον έφτανε στην αρετή, ούτε αυτός ό Γέροντας του. Τον δε Πνευματικό του θεωρούσε στενοκέφαλο, όπως και ό ίδιος διηγόταν αργότερα, στους Πατέρες, μετά το πάθημα του.
Πνευματικός του ήταν ό Παπα – Γρηγόρης, πού με τα καλογέρια του, Κοσμά και Δαμιανό τους Μοναχούς, έμενε στην «Κοίμηση της Θεοτόκου», όπως είπαμε, στη Μικρή Άγιάννα.
ΚΑΛΟΣΤΗΜΕΝΗ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ
Μια νύχτα του Γενάρη, τα μεσάνυχτα χτύπησαν την πόρτα του δωματίου του, αφού είπαν δυο λέξεις μόνον από το «Δι' ευχών».
Ό Μοναχός Σπυρίδων άνοιξε την πόρτα και βλέπει μπροστά του έναν Άγγελο. Μόλις τον είδε ταράχτηκε τόσο πού δεν ήξερε τι να ειπεί, μόνον έτριβε τα μάτια του και του φάνηκε ο Άγγελος πολύ κόκκινος.
Ό φαινόμενος Άγγελος, δεν του έδωκε καιρό να σκεφθεί, άρχισε να του λέει επαίνους και κολακείες: «— Αδελφέ, ό Θεός δέχτηκε τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, σα θυμίαμα και επειδή ευχαριστήθηκε πολύ από αυτά πού κάνεις, από τον εαυτό σου και την προαίρεση σου, με έστειλε να σε πάρω νάρθεις ν' ανέβουμε μαζί στην κορυφή του Άθωνα, και κείνος θα κατέβει με όλους τους αγίους, για να τον προσκυνήσεις, να πάρεις θάρρος και δύναμη, για να κάνεις μεγαλύτερες και περισσότερες αρετές. Εμπρός να φύγουμε, έχω εντολή να σε πάρω αμέσως, γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεση μας, ό Δεσπότης Χριστός θα είναι στο θρόνο να τον προσκυνήσεις και θα σου δώσει πολλά χαρίσματα». Ό Μοναχός Σπυρίδων, από τη φαντασία και την υπερηφάνεια σκοτισμένος, δε σκέφτηκε ούτε μια φορά να ειπεί την προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» ή καν να κάνει έστω και μια φορά το σταυρό του, χωρίς να σκεφθεί τίποτε το πονηρό, ακολούθησε τον φαινόμενο Άγγελο και πήραν τον ανήφορο να πάνε στην κορυφή του Άθωνα από τα Κατουνάκια, μες την καρδιά του χειμώνα. Ό δρόμος ήταν καλυμμένος με πολλά χιόνια, πολλές φορές ό Μοναχός βούλιαζε μέχρι τη μέση στα χιόνια, παραπονιόταν πώς κουράστηκε, κι έλεγε να καθίσουν λίγο, αλλά ό φαινόμενος Άγγελος του απαντούσε: «Κάνε κουράγιο, αδελφέ, δεν είδες ότι τα καλά έργα «κόποις κτώνται και μόχθοις κατωρθούνται λίγο ακόμη φθάνουμε».
Ό Μοναχός άλλου έπεφτε κι άλλου σηκωνότανε, με πολλή ταλαιπωρία και κόπο, σε τρεις ώρες φτάσανε επί τέλους στην κορυφή !
Ό φαινόμενος Άγγελος όλος χαρά, λέγει στο Μοναχό Σπυρίδωνα: Κοίταξε άββά προς τα εκεί. Ό Μοναχός σαστισμένος από την πολλή κούραση, γύρισε προς τα δυτικά της Κορυφής και είδε μέσα σε ένα μεγάλο στρογγυλό δίσκο πού είχε πολύ φως κόκκινο σα φωτιά, στη μέση φαινότανε σαν το Δεσπότη Χριστό φορεμένο αρχιερατικά άμφια, να κάθεται σε θρόνο, γύρω – γύρω να είναι Άγγελοι. Μετά βλέπει να έρχονται κύματα – κύματα οι άγιοι σε Τάγματα. Τότε άρχισε να διακρίνει, πώς ερχόντουσαν τα διάφορα Τάγματα των Αγγέλων, των Αποστόλων, των Όσίων, των Ιεραρχών και των Δικαιων ανδρών και γυναικών, ακριβώς όπως παριστάνονται στην εικόνα των Αγίων Πάντων.
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ
Από τους ιεράρχες, μπροστά – μπροστά φαινόταν να έρχεται ό Άγιος Σπυρίδων, τότε ό φαινόμενος Άγγελος προστακτικά είπε στο μοναχό Σπυρίδωνα: «τι κάθεσαι και βλέπεις σα χαζός και κοιτάς έτσι περίεργα; Δε βλέπεις το Δεσπότη Χριστό πού σε περιμένει; Πήγαινε σύντομα να τον προσκυνήσεις».
Ό Μοναχός Σπυρίδων, επηρεασμένος από τη φαντασία της υπερηφάνειας, φούσκωνε πιο πολύ σαν το Παγώνι και προχώρησε λίγο, αλλά σιγά – σιγά πήγαινε με δισταγμό κάπως, σαν να του έλεγε κάτι από μέσα του, μην προχωρείς άλλο! τι να ήταν άραγε ; Να ήταν ή φωνή της συνειδήσεως ή ό φύλακας Άγγελος του; Σε μια στιγμή, ό πάτερ Σπυρίδων, πρόσεξε τον Άγιο Σπυρίδωνα, πού ερχότανε μπροστά, πώς στο κεφάλι του φορούσε ένα μεγάλο σκούφο, πού, το ύψος του έφτανε το ένα μέτρο. Τον άγιο Σπυρίδωνα, επειδή έφερε το όνομά του, σαν προστάτη του, τον είχε περισσότερη ευλάβεια και σεβασμό και επειδή συνήθως οι αγιογράφοι στις εικόνες, τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον παριστάνουν αντίθετα από εκείνο πού αυτός έβλεπε, με πολύ μικρή σκούφια, ό πάτερ Σπυρίδων, παραξενεύτηκε βλέποντας τόσο μεγάλη και ψηλή σκούφια να φορεί ό άγιος του και κάνοντας το σταυρό του είπε φωναχτά: «Κύριε ελέησον, ό άγιος μου Σπυρίδωνας να έχει τόσο μεγάλη σκούφια, πολύ περίεργο πράγμα! !»
Μόλις έκαμε το σημείο του σταυρού, χάθηκαν όλα τα φαινόμενα και οι απάτες του Σατανά έγιναν άφαντες, αλλά ό ίδιος, είδε πώς βρισκότανε στο χείλος του γκρεμού, ευτυχώς το ένα πόδι ήταν βουλιαγμένο στο χιόνι και το άλλο πού είχε σηκωμένο, γιο: να προχωρήσει, βρίσκονταν στο κενό, δηλαδή δεν είχε μέρος να το πατήσει, γιατί αν έκανε μισό βήμα ακόμη, θα έπεφτε στο κενό πού είναι περισσότερο από χίλια μέτρα βάθος. Τον λυπήθηκε όμως ό Θεός, γιατί αντί να πέσει μπροστά, έγειρε προς τα πίσω και έμεινε εκεί από το φόβο και τη φρίκη πού δοκίμασε περισσότερο από τρεις ώρες λιπόθυμος και συνήλθε σαν πήρε για καλά ή ήμερα και, τον ζέστανε ό ήλιος.
Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΙΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Πήρε το δρόμο του γυρισμού, άλλα τα πόδια κι όλο το σώμα πονούσαν φρικτά και έτρεμαν από το φόβο και την υπερβολική νηστεία. Ταλαιπωρημένος όπως ήταν, έκαμε 12 ολόκληρες ώρες να κατέβει από τον Άθωνα και με πολύ κόπο πήγε στο ησυχαστήριο, κτύπησε την πόρτα του Γέροντα του, άνοιξε και τον βρήκε να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια και να παρακαλεί το Θεό.
στην ερώτηση τι του συνέβη, ό Πάτερ Σπυρίδων, αντί απαντήσεως έπεσε στα πόδια του Γέροντα του, και διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια το φρικτό πάθημα του και την απάτη πού του έκαναν οι Δαίμονες.
Ό Γέροντας του, απλός και ενάρετος άνθρωπος, ζήτησε να μάθει την αίτια και αφού έμαθε τα κρυφά θελήματα, τις επί πλέον προσευχές, νηστείες και γονυκλισίες, του έδωκε επιτίμιο και αυστηρό κανόνα και εν συνεχεία τον έστειλε στον Πνευματικό του Παπα – Γρηγόρη, ό όποιος με τη σειρά του, επειδή ό πάτερ Σπυρίδων, πίστεψε στις φαντασίες του Σατανά και τον ακολούθησε, χωρίς να ρωτήσει το Γέροντα του ή καν να κάνει το σταυρό του, κίνησε και πήγε στο άγνωστο, τον έπετίμησε και τον τιμώρησε επί τρία χρόνια να μη κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Του επέβαλε αποκλεισμό από την κοινή προσευχή και υποχρεωτικά, για τις κρυφές νηστείες πού έκανε με το θέλημα του, θα κατέλυε κάθε μέρα αρτύσιμοι τροφή και για να του ταπεινώσει το φρόνημα, τον έστειλε στο ιερό Κοινόβιο της Μονής του αγίου Διονυσίου, πού ήταν ένα από τα αυστηρότερα Μοναστήρια, να πλένει υποχρεωτικά τα πιάτα στο μαγειρείο του Κοινοβίου και να λέγει αύτη την προσευχή συνέχεια: «ελέησον με ό Θεός το βδέλυγμα».
Τρία χρόνια έμεινε στον κανόνα αυτό στο Μοναστήρι του Διονυσίου και μετά γύρισε και πάλι στο Γέροντα του, ό όποιος με χαρά τον δέχτηκε μετανοημένο και διορθωμένο.
Ό αδελφός Σπυρίδων, έλεγε το πάθημα του αυτό, σ' όλους τους Πατέρες, τους οποίους παρακαλούσε να προσεύχονται και γι' αυτόν. Σ' όλη δε τη ζωή του, δεν έλειψαν ποτέ τα δάκρυα από τα μάτια του. Για την υπακοή του δε αυτή, πού ακολούθησε κατά γράμμα τον κανόνα του Γέροντα και του Πνευματικού -του, τον αξίωσε ό Θεός να αποκτήσει ταπείνωση πλέον αληθινή και όχι ψεύτικη και να τελειωθεί με μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση, γενόμενος υπόδειγμα κάλου υποτακτικού και τέλειου Μονάχου.
Ο ΘΕΟΣ ΔΕ ΔΕΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΑΡΕΤΕΣ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΘΕΛΗΜΑΤΑ
Λίγα χρόνια μετά από το συμβάν αυτό, σε μια από τις ησυχαστικές Καλύβες στα Κατουνάκια, ασκήτευε ένας Ιερομόναχος σαν υποτακτικός σε έναν ευλαβέστατο και διακριτικό Γέροντα Σεραφείμ.
Ό υποτακτικός νέος Ιερεύς τότε, με πολλή προθυμία και ευλάβεια στα πνευματικά καθήκοντα, από τον μισόκαλο διάβολο παρακινούμενος, έκανε κρυφά προσευχές και νηστείες, χωρίς να έχει τη γνώμη και συγκατάθεση του Γέροντα του.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, με τη νοθευμένη, από το θέλημα του, αύτη ευλάβεια, πού του έδωσε και μια ψευτοταπείνωσι στα μάτια των άλλων αδελφών να φαίνεται αγαθός και άκακος.
Μια βραδιά τα μεσάνυχτα, όπως έκανε την κρυφή προσευχή του αυτή, βλέπει στη γωνιά της οροφής του Κελιού του, να κατεβαίνει από το ταβάνι ένας κατακόκκινος άγγελος πού έμοιαζε σαν φωτιά (παίρνει ό Σατανάς το σχήμα του αγγέλου, αλλά το διακριτικό πού τον ξεχωρίζει από τον πραγματικό άγγελο είναι πώς φαίνεται κατακόκκινος σα φωτιά και φέρνει ταραχή και φρίκη στην ψυχή εκείνου πού τον βλέπει), ό όποιος αφού κατέβηκε δήθεν από τον ουρανό χωρίς να πιάνεται από πουθενά, για να κατέβει στο δωμάτιο του αδελφού, πιανότανε από τα ξυλοπάταρα του ταβανιού, όπως έχουν εκεί τα παλιά σπίτια και Καλύβια, πιανότανε λοιπόν ό φαινόμενος άγγελος για να μην πέσει στο κενό.
Ό Ιερομόναχος όταν τον είδε τρόμαξε και άρχισε με το δεξί του χέρι να σταυρώνει τον αέρα και να φωνάζει: «Κύριος επιτίμησε σε διάβολε, φύγε από το δωμάτιο μου καταραμένε» και συνέχιζε να σταυρώνει.
Ό φαινόμενος άγγελος όμως δεν έφευγε, άλλα με κολακευτικό τρόπο, του έλεγε: «Αδελφέ, μην ενοχλείσαι από την παρουσία μου, γιατί μ' έστειλε ό Θεός να σου ειπώ, πώς δέχτηκε τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, ευχαριστήθηκε πολύ άπ' αυτές και θα σου δώσει πολλά χαρίσματα».
Ό Ιερομόναχος υστέρα άπ' αυτά άρχισε να υποχωρεί και να παίρνει θάρρος, άλλ' ό φανείς άγγελος έγινε άφαντος, αφού συνέχιζε να σταυρώνει τον αέρα και επειδή έδωκε βάση κάπως σ' αυτά πού άκουσε, φαίνεται πίστεψε στα κολακευτικά λόγια του Σατανά, διότι άρχισε από μέσα του να φουσκώνει από εγωισμό και δεν είπε σε κανέναν τίποτε.
Δεν πέρασαν όμως ούτε 15 ήμερες και επειδή δεν φανέρωσε σε κανέναν τη σατανική παγίδα, ό δαίμονας πείραξε τον Ιερομόναχο με πολύ σκληρό σαρκικό πόλεμο, τόσο πού δεν έβρισκε ησυχία μέρα – νύχτα επί σαράντα ή μερόνυχτα. Τότε εξαναγκάστηκε να το εξομολογηθεί στο Γέροντα του και στο πνευματικό του, Παπα – Συμεών, ό όποιος ήταν καλός και διακριτικός, τον κανόνισε περισσότερο για την απόκρυψη των κρυφών αυτών ενεργειών του και του επέβαλε αυστηρή τιμωρία.
Στην αρχή του επέβαλε, να εξευτελίζει τον εαυτό του ενώπιον όλων των Πατέρων και να λογαριάζει πώς είναι ό αμαρτωλότερος άνθρωπος της γης. Σε συνέχεια του λοιπού δε θα κάνει τίποτε χωρίς τη γνώμη και γνώση του Γέροντα και του Πνευματικού, δε θα κάνει ούτε προσευχή πέραν της κεκανονισμένης ούτε θα λειτουργήσει επί αρκετό χρονικό διάστημα.
Έτσι αφού εξομολογηθεί και ταπεινώθηκε ζητώντας συγχώρεση από το Θεό και τους ανθρώπους, άρχισε να υποχωρεί ό σαρκικός πόλεμος, ό οποίος κυρίως τρέφεται με τον εγωισμό, την πολυφαγία και τη φαντασία των αισχρών λογισμών και πραγμάτων, και ανάλογα ό άνθρωπος γίνεται θύμα του πολέμου ή νικητής και στεφανώνεται από τον αγωνοθέτη Δεσπότη Χριστό, πού βραβεύει τις καλές μας πράξεις και τιμωρεί τίς κακές και κρυφές ενέργειες μας.
Εις δε τους ανθρώπους που επιμένουν να κάνουν το θέλημα τους αυτά και χειρότερα παραχωρεί ό Πανάγαθος θεός, πού θέλει με κάθε τρόπο να μας σώσει και να μας παραλάβει καθαρούς και αγνούς στη βασιλεία των ουρανών, όπως έγινε με τον εν λόγω ιερομόναχο, πού για παραδειγματισμό όλων ημών παραχώρησε να πάθει αυτά για να προσέχομε εμείς.

Παρουσία καὶ Ἀπουσία,Γέρων Θεόφιλος Παραϊάν

Ἕνας ἀπό τούς μεγάλους γεροντάδες τῶν τελευταίων χρόνων εἶναι καί ὁ ρουμάνος ἱερομόναχος Θεόφιλος. Παρ᾿ ὅτι τυφλός, θαυμαστός γιά τίς πολλές καί μεγάλες του ἀρετές.
Ἄς ἀκούσουμε κάτι ἀπό τόν λόγο του.  

“Ἐγώ ἐπιμένω σέ ὅλους, νά πηγαίνουν, ἄν ὄχι σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες, τουλάχιστον στήν θεία λειτουργία. Καί ἄν συμβεῖ κάποιος νά μήν πηγαίνει στή θεία λειτουργία, οὔτε πού κάθομαι νά συνομιλήσω μαζί του! Γιατί δέν ἔχω νά τοῦ πῶ τίποτε!

Γιά παράδειγμα: Κάποιος, ὅταν τόν ρώτησα τί κάνει τήν ὥρα πού θά ἔπρεπε νά βρίσκεται στήν ἐκκλησία, μοῦ ἀπάντησε: «Βλέπω τηλεόραση»! Καί τότε τοῦ εἶπα: «Πρόσεξε, αὐτό σημαίνει ὅτι μπροστά σου ἔχεις τήν τηλεόραση, ἐνῶ στό Θεό ἔχεις γυρίσει τήν πλάτη σου. Ἄλλαξε λοιπόν. Πήγαινε στήν ἐκκλησία, ὥστε νά ἔχεις μπροστά σου τό Θεό, καί πίσω σου τήν τηλεόραση».

Οἱ ἄνθρωποι πολλές φορές κάνουν ἀπρόσεκτα κάποια πράγματα. Ἄν ρωτήσεις κάποιον, γιατί δέν πηγαίνει στήν ἐκκλησία, σπάνια θά ἀκούσεις ὅτι δέν πιστεύει καί γι᾿ αὐτό δέν πηγαίνει στήν ἐκκλησία. Στήν πραγματικότητα ὅμως, αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού δέν πηγαίνει στήν ἐκκλησία.

Δέν πηγαίνει, γιατί:
• δέν ἔχει τόση πίστη, ὅση τοῦ χρειάζεται, γιά νά πάει στήν ἐκκλησία· • δέν ἔχει τόση πίστη, ὅση χρειάζεται, γιά νά παραμείνει στήν ἐκκλησία· • δέν ἔχει τόση πίστη, ὅση χρειάζεται, γιά νά παρακολουθεῖ τίς ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας.  

Δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει πρόοδος πνευματική χωρίς ἔργα τῆς πίστης. Ἡ πίστη αὐξάνει μέ τά ἔργα τῆς πίστης.
• Ἄν οἱ πιστοί νηστεύουν, τότε καί οἱ λιγότερο πιστοί πρέπει νά νηστεύουν, γιά νά ἔχουν ἔμπρακτη πίστη πού θά τούς ἐνισχύει στήν πίστη. • Ἄν οἱ πιστοί πηγαίνουν στήν ἐκκλησία, πρέπει καί ὁ λιγότερο πιστός νά πάει, γιά νά ἔχει, ἔστω, μία παρουσία στήν ἐκκλησία!

Κάποιος μοῦ εἶπε:
«Πάτερ, μοῦ λέτε νά πηγαίνω στήν ἐκκλησία. Ἀλλά δέν μπορεῖτε νά φανταστεῖτε, πόσες κακές σκέψεις, πόσα μολυσμένα πράγματα κουβαλάω μέσα μου».

Ξέρω ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ διαφορετικοί. Ἀλλά ξέρω καί ὅτι, χωρίς νά πηγαίνεις ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ δωρεά καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖς νά δεχτεῖς χάρη Θεοῦ.

Ἑπομένως: Νά πηγαίνεις ὅπως εἶσαι, ὅσο καί ἄν οἱ σκέψεις σου εἶναι μολυσμένες, ὅσο καί ἄν εἶναι κατώτερες! Νά πηγαίνεις. Διότι μόνον ἔτσι μπορεῖ νά ἔλθει ὁ καιρός πού θά καθαρίσει τό μυαλό σου καί δέ θά ἔχεις πιά τίς βρώμικες σκέψεις πού ἔχεις τώρα μέσα σου.  ]
Ἡ συμμετοχή στίς ἱερές ἀκολουθίες εἶναι μία διδασκαλία, εἶδος σχολείου! Μόνο ὅταν φοίτησα στή Θεολογική Σχολή διαπίστωσα, τί θησαυροί ὑπάρχουν στίς ἱερές ἀκολουθίες.

ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ

Monday, 19 August 2013

ST. GREGORY OF SINAI On How to Partake of Food


HOW TO PARTAKE OF FOOD
 
-- What shall I say about the belly, the queen of the passions? If you can deaden or half-deaden it, do not relent. It has mastered me, beloved, and I worship it as a slave and vassal, this abettor of the demons and dwelling-place of the passions. Through it we fall and through it -- when it is well-disciplined -- we rise again. Through it we have lost both our original divine status and also our second divine status, that which was bestowed on us when after our initial corruption we are renewed in Christ through baptism, and from which we have lapsed once more, separating ourselves from God through out neglect of the commandments, even though in our ignorance we exalt ourselves. We think that we are with God, but it is only by keeping the commandments that we advance, guarding and increasing the grace bestowed upon us.
-- As the fathers have pointed out, bodies vary greatly in their need for food. One person needs little, another much to sustain his physical strength, each according to his capacity and habit. A hesychast, however, should always eat too little, never too much. For when the stomach is heavy the intellect is clouded, and you cannot pray resolutely and with purity. On the contrary, made drowsy by the effects of too much food you are soon induced to sleep; and as you sleep the food produces countless fantasies in your mind. Thus in my opinion if you want to attain salvation and strive for the Lord's sake to lead a life of stillness, you should be satisfied with a pound of bread and three or four cups of water or wine daily, taking at appropriate times a little from whatever victuals happen to be at hand, but never eating to satiety. In this way you will avoid growing conceited, and by thanking God for everything you will show no disdain for the excellent things He has made. This is the counsel of those who are wise in such matters. For those weak in faith and soul, abstinence from specific types of food is most beneficial; St. Paul exhorts them to eat herbs (Romans 14:2), for they do not believe that God will preserve them.
-- What shall I say? You are old, yet have asked for a rule, and an extremely severe one at that. Younger people cannot keep to a strict rule by weight and measure, so how will you keep to it? Because you are ill, you should be entirely free in partaking of food. If you eat too much, repent and try again. Always act like this -- lapsing and recovering again, and always blaming yourself and no one else -- and you will be at peace, wisely converting such lapses into victories, as Scripture says. But do not exceed the limit I set down above, and this will be enough, for no other food strengthens the body as much as bread and water. That is why the prophet disregarded everything else and simply said, "Son of man, by weight you will eat your bread and by measure you will drink water" (Ezekiel 4:16).
-- There are three degrees of eating: self-control, sufficiency and satiety. Self-control is to be hungry after having eaten. Sufficiency is to be neither hungry nor weighed down. Satiety is to be slightly weighed down. To eat again after reaching the point of satiety is to open the door of gluttony, through which unchastity comes in. Attentive to these distinctions, choose what is best for you according to your powers, not overstepping the limits. For according to St. Paul only the perfect can be both hungry and full, and at the same time be strong in all things (Philippians 4:12).


from The Philokalia: Volume IV, edited and translated by G. E. H. Palmer, Philip Sherrard, and Bishop Kallistos Ware, (London: Faber and Faber, 1995), pp. 280 - 281.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...