Monday, 6 May 2013

Πάσχα - Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ

 
„Μέσα από αυτό το κήρυγμα άλλαξαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια κάποιου άλλου. Ο κόσμος έγινε πιο πλατύς  και πιο βαθύς. Άνοιξαν τα όρια της γης και η γη ενώθηκε με τον ουρανό και τώρα, εμείς – οι χριστιανοί – είμαστε, όπως το είπε ένας δυτικός θεολόγος, εκείνοι οι άνθρωποι, στα χέρια των οποίων ο Θεός, μέσα από το Χριστό, έδωσε άλλους ανθρώπους, για να πιστέψουν στον εαυτό τους – επειδή ο Θεός πιστεύει σε μας – για να μπορέσουν να ελπίζουν τα πάντα, επειδή ο Θεός ελπίζει σε μας. Για να μπορέσουν να κρατήσουν τη πίστη μας μέσα από δοκιμασίες, μίσος, φρίκη και δίωξη: τη νίκη η οποία έχει ήδη νικήσει στον κόσμο, την πίστη στο Χριστό, τον σταυρωμένο και αναστημένο.“ – από μια ομιλία του Μητροπολίτη Αντωνίου Σούσοζ (Μπλούμ) για το Πάσχα
Ο Χριστός πέθανε, μα και αναστήθηκε. Κάθεται τώρα στα δεξιά του Πατρός και μεσιτεύει με τις παρακλήσες Του για μας.  Τί, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού? Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος? Συμφωνα με τη Γραφή: „Για σένα πεθαίνουμε όλη τη μέρα. Μας μεταχειρίζονται σαν πρόβατα που τα πάνε για σφαγή“ (Πς. 45,25). Εμείς, όμως, βγαίνουμε νικητές μέσα από όλες αυτές τις δυσκολίες με τη βοήθεια του Χριστού, ο οποίος μας αγάπησε. Κι είμαι πραγματικά βέβαιος πως ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε άγγελοι ούτε άλλες ουράνιες δυνάμεις, ούτε παρόντα, ούτε μέλλοντα, ούτε κάτι άλλο, είτε στον ουρανό είτε στον άδη, ούτε κανένα άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν ποτέ να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού για μας, όπως αυτή φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας.
Αναστημένος από τον τάφο, ο Χριστός, όταν παρουσιάστηκε μπροστά στους μαθητές και στις μυροφόρες, τους καλωσόρισε πρώτα με τις λέξεις: „Χαίρετε!“. Και κατόπιν, όταν  εμφανίστηκε μπροστά στους αποστόλους, τα πρώτα λόγια Του ήταν: „Ειρήνη σε σας!“. Ειρήνη, γιατί οι απόστολοι ήταν βαθιά ταραγμένοι: Ο Κύριος πέθανε. Φάνηκε, ότι έιχε χαθεί κάθε ελπίδα για τη νίκη του Θεού πάνω στην ανθρώπινη κακία, για την νίκη του καλού πάνω στο κακό. Φάνηκε ότι  η ίδια η ζωή έχει πεθάνει και το φώς σκοτείνιασε.
Το μόνο που απέμεινε στους μαθητές, οι οποίοι πίστεψαν στο Χριστό, στη ζωή, στην αγάπη, ήταν το να συνεχίζουν να υπάρχουν. Να ζούν δεν μπορούσαν πια. Αφού ήξεραν τη γεύση της αιώνιας ζωής, τώρα δεν τους απέμεινε τίποτα πια παρά να πεθαίνουν αργά και να περιμένουν τον θάνατο και την καταδίωξη από τους εθρούς του Χριστού. „Ειρήνη σε σας“ – τους χαιρέτισε ο Χριστός. Αναστήθηκα. Είμαι ζωντανός! Είμαι μαζί σας και τίποτα δεν θα μας χωρίσει πια και δεν μπορεί να πάρει από σας την αιώνια ζώη και τη νίκη του Θεού! Αφού τους είχε βεβαιώσει, ότι έιχε αναστηθεί σωματικά, τους ξανάδωσε ειρήνη και μια καινούργια σιγουριά και πεποίθηση στην πίστη τους που κανείς δεν  μπορούσε πια να την καταστρέψει. Ο Χριστός τους είπε κάτι που μπορεί να φανεί για πολλόυς σήμερα τρομερό και απειλητικό: Όπως ο Πατέρας έστειλε Εμένα, στέλνω και Εγώ εσάς. Λίγες ώρες μετά το θάνατό Του στο σταυρό, λίγες μέρες μετά την φρικτή νύχτα στον κήπο της Γεθσημανής, μετά την προδοσία του Ιούδα, αφού τον Σωτήρα είχαν πιάσει οι εθροί, Τον είχαν καταδικάσει, άδικα, σε θάνατο, τον είχαν οδηγήσει έξω από την πόλη, όπου πέθανε στο σταυρό, αυτά τα λόγια ακούστηκαν απειλητικά. Και μόνο η πίστη, μονο η πεποίθηση της νίκης, ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ότι ο Θεός νίκησε και ότι η Εκκλησία έγινε μια ανίκητη δύναμη, μετέτρεψαν αυτά τα λόγια σε λόγια της ελπίδας και υποστήριξης στην ζωή τους.
Και οι μαθητές βγήκαν να να κηρύξουν. Και κανείς δεν μπόρεσε να τους σταματήσει. Δώδεκα άτομα εναντίον της Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας. Δώδεκα ανυπεράσπιστα άτομα, χωρίς δικαιώματα, βγήκαν με ενα πολύ απλό κήρυγμα, ότι στον κόσμο μπήκε η αγάπη του Θεού, ότι οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να δώσουν τη ζωή τους χάρη σ΄εκείνη την αγάπη, για να μπορέσουν άλλοι να πιστέψουν, για να μπορέσουν άλλοι να αναβιώσουν, για να αρχίσει για άλλους μια καινούργια ζωή μέσα από το θάνατό τους. „Μου φαίνεται πως ο Θεός σ΄εμάς, τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε στην αρένα. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και για ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί χάρη στο Χριστό, ενώ εσείς είστε σοφοί χάρη στο Χριστό. Εμείς είμαστε αδύναμοι, ενω εσείς είστε δυνατοί. Εμείς είμαστε περιφρονημένοι, ενώ εσείς είστε τιμημένοι! Ως αυτή την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι, και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου. Ως αυτήν την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας (Κορ.Α 4,9-15).
Και πώς πέθαναν οι απόστολοι! Όλοι, εκτός από τον Ιωάννη το Θεολόγο, πέθαναν με μαρτυρικό θάνατο. Ύπόφεραν θάνατο, διωγμούς, πάθη και σταυρό. „Κανένα πρόσκομα δε φέρνουμε σε κανένα, για να μήν δυσφημιστεί το έργο μας. Αντίθετα, με κάθε τρόπο συστήνουμε τον εαυτό μας  ως υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εναντίον μας εξεγέρσεις, τις ταλαιπωρίες, τις αγρυπνίες, την πείνα. Συστήνουμε τον εαυτό μας με την εντιμότητα, την γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, την φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη με το κύρηγμα για την αλήθεια, με την δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας, τα επιθετικά και τα αμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα και ατίμωση, δυσφήμιση και έπαινο. Μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια. Μας αγνοούν και όμως γινόμαστε γνωστοί. Φτάνουμε στο θάνατο, και όσο ζούμε μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε. Μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε. Είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν. Τίποτε δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε. Σας μιλήσαμε με ειλικρίνεια, Κορίνθιοι. Σας ανοίξαμε διάπλατα την καρδιά μας. Δεν σας κλείσαμε την καρδιά μας, εσείς κλείσατε τη δική σας. Σας μιλάω σαν παιδιά μου. Κάνετε κι εσείς το ίδιο με μας! Ανοίξτε και εσείς διάπλατα τις καρδιές σας. Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί ποια σχέση μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με την ανομία ή τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι? “ (Κορ. Β 6,3-14) Μα η πίστη θριάμβευσε:  η πίστη στον Χριστό, τον Θεό ενσαρκωμένο, η πίστη στο Χριστό σταυρωμένο και αναστημένο, η πίστη στο Χριστό που έφερε την ανίκητη αγάπη στη γη.
Μέσα από αυτό το κήρυγμα άλλαξαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια κάποιου άλλου. Ό κόσμος έγινε πιο πλατύς  και πιο βαθύς. Άνοιξαν τα όρια της γης και η γη ενώθηκε με τον ουρανό και τώρα, εμείς – οι χριστιανοί – είμαστε, όπως το είπε ένας δυτικός θεολόγος, εκείνοι οι άνθρωποι, στα χέρια των οποίων ο Θεός, μέσα από το Χριστό, έδωσε άλλους ανθρώπους, για να πιστέψουν στον εαυτό τους – επειδή ο Θεός πιστεύει σε μας – για να μπορέσουν να ελπίζουν τα πάντα, επειδή ο Θεός ελπίζει σε μας. Για να μπορέσουν να κρατήσουν τη πίστη μας μέσα από δοκιμασίες, μίσος, φρίκη και δίωξη: τη νίκη η οποία έχει ήδη νικήσει στον κόσμο, την πίστη στο Χριστό, τον σταυρωμένο και αναστημένο.
Γι’ αυτό ας γίνουμε και εμείς αυτή η πίστη! Ας την κηρύξουμε ατρόμητα, ας την μαθαίνουμε στα παιδιά μας, ας τα κάνουμε να συμμετέχουν στα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία τους ενώνουν – χωρίς να το καταλαβαίνουν τα παιδιά συνειδητά – με το Θεό και τα οδηγεί στην αιώνια ζωή.
Όλοι εμείς – νωρίς ή αργά – θα σταθούμε μπροστά στην Κρίση του Θεού, και τότε πρέπει να απαντήσουμε, αν μπορέσαμε να αγαπήσουμε με εκείνη τη αγάπη που δεν φοβάται ούτε σταυρό ούτε θυσίες, με την οποία ο Κύριος αγαπούσε όλο κον κόσμο, τους πιστούς και άπιστους, τους καλούς και κακούς. Ας μας δώσει ο Κύριος ακλόνητο θάρρος, μια δυναμική πίστη και χαρούμενη αγάπη, για να ανθίσει στη γή μας εκείνη η βασιλεία, που για χάρη της ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε θεοί, για να γίνει η γη μας ουρανός, όπου ζεί και ακμάζει η αγάπη! Αμήν!

Πηγή: Bogoslov.ru

Η Θεολογία της εικόνας “Εις Άδου Κάθοδος”

Η Ορθοδοξία, έχει χαρακτηριστεί «Εκκλησία της Αναστάσεως» διότι οικοδομεί εκεί όλη την ιστορική της παρουσία, εμβολιάζοντας στη συνείδηση των λαών της την αναστάσιμη ελπίδα. “εἰ δὲ Χριστὸς οὐκἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν” (Α΄ Κορ. ιε΄17). Δεν θα μπορούσε λοιπόν η ιερή τέχνη της Αγιογραφίας να μην καταυγάζετε από το φως της Αναστάσεως . Η Ορθοδοξία δεναυθαιρετεί ούτε στο λόγο Της, ούτε και στην εκκλησιαστική Της ζωγραφική. Αυτό που κηρύττει το απεικονίζει και αυτό που απεικονίζει το ψάλλει. Έτσι η Ανάστασης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με το θεολογικό και λειτουργικό της περιεχόμενο, σφραγίζει όλη τη σκέψη και όλον το βίον της Εκκλησίας.  Η Ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως χειραγωγούμενη από το δόγμα και την πίστη των Αγίων Πατέρων , έδωσε την πρέπουσα μορφή – δομή για την καταγραφή ενός διπλού γεγονότος ιστορικού και εσχατολογικού, απροσμέτρητου σε μέγεθος και αξία.
Για να δηλωθεί η ανάσταση του Χριστού, κατά καιρούς, χρησιμοποιήθηκαν διάφορες αναπαραστάσεις, που πολλές φορές ήταν δυτικής εμπνεύσεως. Για παράδειγμα, ο Χριστός που εξέρχεται γυμνός από τον τάφο και κρατεί κόκκινη σημαία, στερείται παντελώς του μυστικού, θεολογικού νοήματος. Ο δυτικός ζωγράφος προσπαθεί να αποδώσει το γεγονός ιστορικά, ενώ η ορθόδοξη αγιογραφία προσπαθεί να αποδώσει το νόημα του γεγονότος. Ο ορθόδοξος αγιογράφος με το χρωστήρα του δεν προσπαθεί να γράψει ιστορία, διότι τον ενδιαφέρει να γράψει θεολογία. Στέκεται πάνω από τη φωτογραφική αποτύπωση του γεγονότος, διότι προσπαθεί να συλλάβει το νόημα και τη σημασία του γεγονότος για την σωτηρία των ανθρώπων. Με τα χρώματά του ζωγραφίζει την πίστη του και αποτυπώνει πάνω στο ξύλο την ορθόδοξη θεολογία.
Στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού.
Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο «Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου» και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου». Εξάλλου ακόμη κι οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν τίποτε για τη συγκεκριμένη στιγμή της Ανάστασης του Χριστού. Η Ανάσταση Του δεν μπορεί να αποτυπωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως συνέβη με την Ανάσταση του Λάζαρου. Οι Ορθόδοξες εικόνες που περιγράφουν την Ανάσταση του Χριστού φανερώνουν τις δωρεές που έφερε η Ανάστασή Του στον κόσμο. “Νυνὶδὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων” (Α΄Κορ. ιε΄20). Η εικόνα της καθόδου του Χριστού στον Άδη μας οδηγεί προς το εσωτερικό νόημα του γεγονότος και μας δίνει τη δυνατότητα να έρθουμε σε προσωπική σχέση με αυτό.
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ο Κύριος της Ζωής και της Κτίσης. Στέκεται κατ ΄ ενώπιον, όρθιος , με μια κίνηση σφοδρή, έντονη σχεδόν εκρηκτική δηλώνοντας έτσι τη νίκη του πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη ως Θεός ενώ το σώμα Του ήταν για τρεις μέρες στον τάφο “Ἐν τάφῳ, σωματικῶς, ἐν ᾅδῃ δὲ μετὰψυχῆς ὡς Θεός”. Ο Χριστός κατέβηκε στη γη για να σώσει τον Αδάμ. Μη βρίσκοντας αυτόν κατέβηκε μέχρι τον Άδη ζητώντας τον. “Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ• καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν”. Άρα η συνέχεια της εικόνας της Γεννήσεως του Χριστού με το σκοτεινό σπήλαιο και το Χριστό τοποθετημένο μέσα σε λάρνακα και τυλιγμένο όπως οι νεκροί, συνεχίζεται μέχρι το βαθύ σκοτάδι του Άδη ώστε να πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Θεού.
Η παράσταση έχει σαν πλαίσιο βουνά, ως να είναι ανοιγμένα τα σπλάχνα της γης. Ο Άδης παρουσιάζεται με τη μορφή αβύσσου. Τα σκοτάδια του Άδη γεμίζουν από φως, από ακτινοβολία της δόξης του Θεανθρώπου που κατέβηκε μέχρι τα βάθη του. Οι πόρτες του Άδη βρίσκονται σπασμένες και σταυροειδώς τοποθετημένες. Μέσα στο σκοτάδι αυτό υπάρχουν σκορπισμένα κλειδιά , μοχλοί , αλυσίδες, κλειδωνιές, άδειες μαρμάρινες λάρνακες. Εκεί βρίσκεται αλυσοδεμένος ένας ή πολλές φορές, δυο ηλικιωμένοι άνδρες. Είναι η προσωποποίηση του Άδη και του θανάτου αντίστοιχα που έχασαν τη δύναμη και την αξία τους. ” Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου Άδη τὸ νῖκος;”(Α΄ Κορ. ιε΄55). Τώρα ο Θεός άνοιξε γέφυρα επικοινωνίας με τον άνθρωπο. Τον τραβά και τον ξυπνά από το λήθαργο του θανάτου μεταφέροντάς τον στο φως και τη ζωή.
Η εικόνα μιλά για δυναμική κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Ο χιτώνας Του είναι ανασηκωμένος για να δηλωθεί η καθοδική κίνηση. Το δοξασμένο σώμα του Χριστού εγγράφεται συνήθως μέσα σε ένα σύνολο τριών ή τεσσάρων ομόκεντρων κύκλων που συμβολίζουν το θείο φως. Έτσι κάθε κύκλος παίρνει μια πιο σκοτεινή απόχρωση βαίνοντας προς το μπλε. Ο Χριστός φορεί ιμάτιο με χρυσοκονδυλιά, αστραφτερό, και καθώς είναι ευρύπτυχο και ανεμιζόμενο πάνω από την κεφαλή, φέρει τον αέρα της νίκης. Η όψη στο προσώπου Του είναι αυστηρή αλλά με έκφραση φιλάνθρωπη. Τα χέρια Του και τα πόδια Του φέρουν ακόμα “τον τύπον των ήλων”.
Με το αριστερό του χέρι ο Χριστός κρατεί ειλητάριο σύμβολο του κηρύγματος της Αναστάσεως σε εκείνους που ήταν στον Άδη. Άλλες φορές αντί για ειλητάριο κρατεί σταυρό. Είναι το σύμβολο της νίκης, το όργανο με το οποίο απελευθέρωσε και εξαγόρασε τον άνθρωπο από το θάνατο (Γαλ. γ΄13).
Με την όλη ζωντάνια της κίνησης και με θεοπρεπή μεγαλοπρέπεια παρασύρει τους πρωτοπλάστους προς την ουράνια βασιλεία. Παίρνει τον Αδάμ και την Εύα, όχι από το χέρι αλλά από το καρπό του χεριού και με ορμή και δύναμη τους τραβά κυριολεκτικά έξω από τους τάφους. Ο Αδάμ φαίνεται κουρασμένος από το θάνατο. Το χέρι του Αδάμ αδύνατο μοιάζει να ξεκουράζεται από το χέρι του Χριστού. Η κίνηση του δεξιού χεριού του Αδάμ, κίνηση αυτόνομη, εκφράζει την προσωπική θέλησή του και τείνει προς το Χριστό σαν προσευχή. Με αυτή την αντιθετική κίνηση των χεριών του Αδάμ ανοίγεται μυστικά η αναζωογόνηση του ανθρώπου που πηγάζει από την Ανάσταση, η πλήρης κατάργηση του θανάτου, η εσωτερική δύναμη της ψυχής που τείνει προς το Θεό. Η Εύα σε μερικές αγιογραφίες βρίσκεται όρθια δίπλα από τον Αδάμ και τείνει και αυτή τα χέρια της προς τον Κύριο. Άλλοτε είναι γονατιστή και ανασηκώνει με σεμνότητα τα καλυμμένα χέρια της σε στάση προσευχής και υποδοχής, ελκυόμενη προς το Θεό της. Εδώ είναι μια συμβολική παράσταση που δηλώνει ότι ο Χριστός τραβώντας το Αδάμ από τον Άδη, τραβά κι όλο το ανθρώπινο γένος από το θάνατο. Ακόμη και στις εικόνες που η Εύα είναι πίσω σώζεται όπως και κάθε γυναίκα, αφού πλάσθηκε ισότιμη από το σώμα του Αδάμ. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η απαρχή της λυτρώσεως ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Δεξιά και αριστερά του Χριστού βρίσκονται δύο ομάδες δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ξεχωρίζουν οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομώντας. Είναι ντυμένοι με βασιλικά ενδύματα και στο κεφάλι φορούν στέμμα. Οι προφήτες Ιεζεκιήλ και Ησαΐας επειδή προφήτεψαν την ανάσταση των νεκρών βρίσκονται στην εικόνα. Μεταξύ των δικαίων ζωγραφίζεται κι ο Άβελ. Είναι νέος, αμούστακος και ξεχωρίζει διότι κρατά ποιμαντική ράβδο. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε την πίκρα του Άδη από την άδικη αδελφική δολοφονία του. Μπροστά τους στέκεται ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο τελευταίος προφήτης που άνοιξε το δρόμο για τον ερχομό του Χριστού στη γη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με τον αποκεφαλισμό του από τον Ηρώδη κατέβηκε στον Άδη για να κηρύξει και στους νεκρούς τον ερχομό Αυτού που ανέμεναν για λυτρωτή και σωτήρα τους. Αυτόν που υποσχέθηκε ο Θεός στους πρωτοπλάστους. Με την κίνηση του χεριού του βεβαιώνει ότι για αυτό μιλούσε τόσες χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα. Δίκαια λοιπόν και η υμνογραφία μας χαρακτηρίζει τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ως “και τοις εν Άδη, Χριστού Προάγγελος”.
Ο πιστός βλέποντας την εικόνα και ζώντας αυτή την αλήθεια, αποβάλλει το άγχος του θανάτου. Για να καταργηθεί ο θάνατος πρέπει να καταργηθεί και η αμαρτία η οποία είναι το κέντρο του θανάτου(Α΄Κολσ. ιε΄56). Χρειάζεται λοιπόν από κάθε άνθρωπο η συσταύρωσή του με το Χριστό ώστε να μπορέσει να συναναστηθεί μαζί Του. Όποιος νικά εν Χριστώ την αμαρτία μετέχει και της νίκης του Χριστού πάνω στο θάνατο . Οι εν Χριστώ νικητές του θανάτου είναι οι Άγιοι. Όποιος βλέπει τα άγια λείψανα άφθαρτα και θαυματουργά, καταλαβαίνει τι σημαίνει νίκη πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Το απλό βιολογικό γεγονός του θανάτου δεν είναι πια ο θάνατος με την οντολογική σημασία του όρου, αλλά σπορά του φθαρτού σώματος στη γη για να βλαστήσει, όπως το σιτάρι (Ιω. ιβ΄24), όταν το αποφασίσει ο Κύριος, με άφθαρτο και αθάνατο σώμα (Α΄ Κορ. ιε΄ 42).Τότε και μόνο ο άνθρωπος θα ζήσει στον παράδεισο όπως ήταν να ζήσει και πριν την πτώση.

Πηγή : Δέσποινα Ιωάννου – Βασιλείου, Πρεσβυτέρα -Εκπαιδευτικός
Πηγή:Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Saturday, 4 May 2013

EASTER SUNDAY, A Sacred Pascha -ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ Πάσχα Iερόν

Easter Sunday A Sacred Pascha.. The Stichera of Pascha-First Plagal Mode Chanted by"Choir of Vatopaidi Monastery, Mount Athos. ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ Πάσχα ιερόν.. Τά Στιχηρά τού Πάσχα,Ηχος πλάγιος τού α΄ Ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.

 TEXT IN ENGLISH: 
Verse:Let God arise and let His enemies be scattered, and let them that hate Him flee before His face, A sacred Pascha hath been shown forth to us today; a new and holy Pascha,a mystic Pascha,an all-venerable Pascha,a Pascha that is Christ the Redeemer; a spotless Pascha,a great Pascha, a Pascha of the faithful, a Pascha that hath opened unto us the gates of Paradise, a Pascha that doth hallow all the faithful. Verse:As smoke vanisheth,so let them vanish: as wax melteth before the fire. Come from that scene,O women,bearers of good tidings, and say to Sion: Receive from us the tidings of joy, of the Resurrection of Christ. Exult,dance,and be glad,O Jerusalem. for thou hast seen Christ the King as a bridegroom come forth from the tomb. Verse:So let sinners perish at the presence of God, and let the righteous be glad. The myrrh-bearing women at deep dawn drew nigh to the tomb of the Giver of life;they found an Angel sitting upon the stone, and he, addressing them,in this manner say's: Why seek ye the Living among the dead? Why mourn ye the Incorruptible amid corruption? Go, proclaim it unto His disciples. Verse:This is the day which the Lord hath made; let us rejoice and be glad therein. Pascha of delight,Pascha,the Lord's Pascha,an all-venerable Pascha hath dawned for us,a Pascha whereon let us embrace one another with joy. O Pascha,ransom from sorrow! Today Christ hath shone forth from the tomb as from a bridal chamber,and hath filled the women with joy, saying; "Proclaim it unto the Apostles".

Friday, 3 May 2013

Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος- Μεγάλο Σάββατο: Ο Νικητής του θανάτου


Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

Σήμερα λοιπόν ο Κύριός μας περιοδεύει στον Άδη. Σήμερα συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και τους σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε την ακριβολογία. Δεν είπε, άνοιξε τις πύλες, αλλά «συνέτριψε τις χάλκινες πύλες», για να αχρηστεύσει το δεσμωτήριο.Δεν αφαίρεσε τους μοχλούς, αλλά τους συνέτριψε, για να αχρηστεύσει τη φυλακή. Όπου βέβαια δεν υπάρχει ούτε μοχλός ούτε θύρα, και αν κάποιος εισέλθει, δεν εμποδίζεται να εξέλθει. Όταν λοιπόν συντρίψει ο Χριστός, ποιος θα μπορέσει να διορθώσει; Οι βασιλείς όταν πρόκειται να αφήσουν ελεύθερους τους φυλακισμένους, δεν κάνουν αυτό που έκανε ο Χριστός, αλλά δίνουν διαταγές και αφήνουν στη θέση τους και τις πόρτες και τους φύλακες, δείχνοντας μ' αυτό πώς θα χρειαστεί να μπουν πάλι εκεί μέσα ή εκείνοι που αποφυλακίστηκαν ή κάποιοι άλλοι στη θέση τους. Αλλά ο Χριστός δεν ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο. Θέλοντας να δείξει ότι καταργήθηκε ο θάνατος, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες του. Και τις ονόμασε χάλκινες όχι επειδή ήταν από χαλκό, αλλά για να δηλώσει τη σκληρότητα και την αδιαλλαξία του θανάτου. Και για να μάθεις ότι ο χαλκός και ο σίδηρος εκφράζουν την ακαμψία και τη σκληρότητα, άκουσε τι λέει σε κάποιον αδιάντροπο: «Τα νεύρα σου είναι από σίδηρο και ο τράχηλος και το μέτωπό σου από χαλκό». Και εκφράστηκε έτσι όχι διότι είχε σιδερένια νεύρα ή χάλκινο μέτωπο, αλλά επειδή έδειχνε πως είναι αυστηρός, αδιάντροπος και σκληρός.
Θέλεις να μάθεις πόσο αυστηρός και άκαμπτος και ασυγκίνητος είναι ο θάνατος; Κανένας δεν τον κατάφερε ποτέ ν' αφήσει ελεύθερο κάποιον από τους αιχμαλώτους του, έως ότου ήρθε και τον ανάγκασε ο Κύριος των αγγέλων. Πρώτα λοιπόν συνέλαβε και φυλάκισε εκείνον (το θάνατο) και ύστερα του πήρε ό,τι του ανήκε. Γι' αυτό προσθέτει: «Θησαυροί που βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι κρυμμένοι και δεν φαίνονται». Αν και αναφέρεται σε ένα πράγμα, η σημασία του είναι διπλή. Υπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οι οποίοι μπορεί πολλές φορές να φωτιστούν, αν τοποθετήσουμε μέσα τους λυχνία και φως. Οι χώροι όμως του Άδη ήταν πολύ σκοτεινοί και θλιβεροί και ποτέ δεν μπήκαν μέσα του ακτίνες φωτός, γι' αυτό και τους χαρακτήρισε σκοτεινούς και αόρατους. Επειδή ήταν στην πραγματικότητα σκοτεινοί μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε σ' αυτούς ο Ήλιος της δικαιοσύνης και τους κατελάμπρυνε με το φως του και έκανε τον Άδη ουρανό. Γιατί όπου βρίσκεται ο Χριστός, ο τόπος μεταβάλλεται σε ουρανό. Εύλογα ονομάζει τον Άδη σκοτεινό θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί υπήρχε σωρευμένος πολύς πλούτος. Πραγματικά, όλο το ανθρώπινο γένος που αποτελούσε πλούτο του Θεού ληστεύτηκε από τον διάβολο που εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο και τον υποδούλωσε στο θάνατο. Το ότι το ανθρώπινο γένος αποτελούσε πλούτο του Θεού, το αποδεικνύει και ο Παύλος με όσα λέει: «Ο Κύριος είναι πλούσιος σε όλους και ιδιαίτερα σ' εκείνον που τον επικαλείται». Όπως, λοιπόν, ένας βασιλιάς, όταν συλλάβει κάποιον ληστή, που λήστευε τις πόλεις, που άρπαζε από παντού, που κρυβόταν μέσα σε σπηλιές και αποθήκευε εκεί τα κλεμμένα πλούτη, αφού φυλακίσει τον ληστή, εκείνον μεν τον παραδίνει σε τιμωρία, τους δε θησαυρούς του μεταφέρει στα βασιλικά ταμεία, έτσι έκανε και ο Χριστός, με το θάνατό Του φυλάκισε τον ληστή και τον δεσμοφύλακα, δηλαδή τον διάβολο και το θάνατο, και μετέφερε όλα τα πλούτη, εννοώ το ανθρώπινο γένος, στα βασιλικά ταμεία. Αυτό δηλώνει και ο Παύλος λέγοντας: «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ' την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του». Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν κατδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του. Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Άδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ' εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά.
Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού; Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό. Το ξύλο την πρώτη φορά έστελνε απ' τον Άδη στη ζωή ακόμη κι όσους είχαν πάει εκεί. Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ' όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου; Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού. Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο: «Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε. Πού είναι θάνατε η νίκη σου; Πού είναι Άδη το κεντρί σου;».

Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

π.Αλέξανδρος Σμέμαν -Μεγάλη Παρασκευή: Ο Σταυρός



Από το φως της Μεγάλης Πέμπτης – με το Μυστικό Δείπνο: την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας – μπαίνουμε στο σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής, στην ημέρα δηλαδή του Πάθους του Κυρίου, του Θανάτου και της Ταφής Του.Στην πρώτη Εκκλησία αυτή η ημέρα, η Μεγάλη Παρασκευή, ονομαζόταν «Πάσχα του Σταυρού». Πραγματικά, αυτή η ημέρα, είναι η αρχή της Διάβασης, του Περάσματος, του οποίου το βαθύτερο νόημα θα μάς αποκαλυφθεί σιγά – σιγά, πρώτα στη θαυμαστή ησυχία του Μεγάλου και Ευλογημένου Σαββάτου και ύστερα, στη χαρά της Αναστάσιμης Ημέρας.

Ας δούμε πρώτα τι είναι αυτό το Σκοτάδι. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι απλά και μόνο συμβολικό ή αντικείμενο ανάμνησης. Πολύ συχνά, όταν συμμετέχουμε στις όμορφες και κατανυκτικές ακολουθίες αυτής της ημέρας, νιώθουμε την επιβλητική θλίψη που τις διακατέχει, αλλά ταυτόχρονα βιώνουμε και κάποιο αίσθημα αυτοθαυμασμού και αυτοδικαίωσης. Πριν από δυο χιλιάδες χρόνια κάποιοι «κακοί» άνθρωποι θανάτωσαν το Χριστό. Σήμερα εμείς, οι «καλοί» Χριστιανοί, στολίζουμε πολυτελείς Τάφους στις Εκκλησίες μας! Δεν είναι αυτό τρανό σημάδι της καλοσύνης μας;... Ναι, αλλά η Μεγάλη Παρασκευή δεν ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με το παρελθόν. Δεν είναι μια απλή ανάμνηση γεγονότων, αλλά είναι ημέρα που αποκαλύπτεται η Αμαρτία και το Κακό, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μάς καλεί ν' αναγνωρίσουμε την τραγική πραγματικότητά τους και τη δύναμή τους στον «κόσμο τούτο». Γιατί η Αμαρτία και το Κακό δεν εξαφανίστηκαν, αλλά, αντίθετα, αποτελούν ακόμα το βασικό νόμο του κόσμου και της ζωής μας. Αλλά μήπως και μεις, οι αυτοκαλούμενοι Χριστιανοί, συχνά δεν έχουμε τη λογική του κακού που είχαν οι Αρχιερείς των Εβραίων, ο Πόντιος Πιλάτος, οι Ρωμαίοι στρατιώτες και όλο εκείνο το πλήθος που μισούσε, βασάνιζε και φόνευε τον Χριστό;

Ποια στάση θα κρατούσαμε άραγε αν ζούσαμε στα Ιεροσόλυμα την εποχή του Πιλάτου; Αυτή είναι μια ερώτηση που απευθύνεται στον καθένα μας μέσα από τις λέξεις των ύμνων της Μεγάλης Παρασκευής. Τούτη η ημέρα είναι πραγματικά η «ημέρα του κόσμου τούτου», κρίνεται ο κόσμος μας, αληθινά και όχι συμβολικά, και καταδικάζεται. Είναι μια πραγματική και όχι τελετουργικά καταδίκη της ζωής μας... Είναι η αποκάλυψη της αληθινής φύσης «του κόσμου τούτου» που προτίμησε τότε, αλλά και τώρα συνεχίζει να προτιμάει, το σκοτάδι αντί το φως, το κακό αντί το καλό, το θάνατο αντί τη ζωή. Έχοντας καταδικάσει τον Χριστό σε θάνατο ο «κόσμος τούτος» καταδίκασε ταυτόχρονα και τον εαυτό του σε θάνατο. Στο μέτρο που και μεις αποδεχόμαστε το πνεύμα του «κόσμου τούτου», την αμαρτία του, την προδοσία του κατά του Θεού, είμαστε και μεις επίσης καταδικασμένοι. Αυτό είναι το πρώτο και φοβερά ρεαλιστικό νόημα της Μεγάλης Παρασκευής: μια καταδίκη σε θάνατο...

Αλλά αυτή η ημέρα, οπότε φανερώθηκε και θριάμβευσε το Κακό, είναι επίσης και ημέρα Λύτρωσης. Ο Θάνατος του Χριστού αποκαλύπτεται σωτήριος για μάς, γίνεται πηγή λύτρωσης. Και είναι αυτός ο Θάνατος σωτήριος γιατί είναι η πλήρης, η τέλεια και η υπέρτατη Θυσία. Ο Ιησούς Χριστός προσφέρει το Θάνατό Του στον πατέρα Του, τον προσφέρει επίσης και σε μάς. Στον πατέρα Του γιατί, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να «πατήσει» (να καταστρέψει) το θάνατο, να σώσει τους ανθρώπους από το θάνατο. Αυτό είναι και το θέλημα του πατέρα: οι άνθρωποι να σωθούν από το θάνατο δια του θανάτου. Σε μάς προσφέρει ο Χριστός το Θάνατό Του γιατί στην πραγματικότητα ο Χριστός πεθαίνει αντί για μας. Ο θάνατος είναι ο φυσικός καρπός της αμαρτίας, είναι η τιμωρία σαν φυσική συνέπεια της αποστασίας. Ο άνθρωπος διάλεξε να αποξενωθεί από τον Θεό, αλλά μη έχοντας ζωή αφ' εαυτού του, πεθαίνει. Στον Χριστό δεν υπάρχει αμαρτία, επομένως δεν υπάρχει θάνατος. Δέχεται όμως να πεθάνει για μάς, μόνο και μόνο γιατί μάς αγαπάει. Προσλαμβάνει και μοιράζεται μαζί μας την ανθρώπινη φύση μέχρι τέλους. Παίρνει επάνω Του την τιμωρία (θάνατος) που η ανθρώπινη φύση έχει να πληρώσει, γιατί ο Χριστός προσλαμβάνει ολόκληρη τη φύση μας μαζί με το φορτίο του ανθρώπινου ξεπεσμού. Πεθαίνει ο Χριστός γιατί έχει ουσιαστικά ταυτίσει τον Εαυτό Του με μάς, έχει κυριολεκτικά επωμιστεί την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής. Ο Θάνατος Του, λοιπόν, είναι η μεγαλειώδης αποκάλυψη της φιλανθρωπίας και της αγάπης Του. Και επειδή ο Θάνατός Του είναι αγάπη, ευσπλαχνία, φιλανθρωπία, αλλάζει αυτόματα η φύση του θανάτου. Από τιμωρία γίνεται πράξη που αντανακλά αγάπη και συγχώρεση, δηλαδή ο θάνατος γίνεται το τέλος της αποξένωσης από τον Θεό και της μοναξιάς. Η καταδίκη μετατρέπεται σε συγγνώμη, σε ζωή...

Τελικά, ο Θάνατος του Ιησού Χριστού είναι σωτήριος θάνατος επειδή εκμηδενίζει την πηγή του θανάτου: το Κακό. Ο Χριστός δέχεται το θάνατο από αγάπη για τον άνθρωπο, και προσφέρει τον Εαυτό Του στους φονευτές Του, οι οποίοι κερδίζουν φαινομενικά τη νίκη. Όμως στην ουσία αυτή η νίκη είναι η ολοκληρωτική και αποφασιστική ήττα του Κακού.

Για να θριαμβεύσει το Κακό θα πρέπει να εκμηδενίζεται το Καλό και να αποδεικνύει το Κακό σαν τέλεια αλήθεια για τη ζωή, να δυσφημίζεται το Καλό και, με μια λέξη, να φανερώνει το Κακό την υπεροχή του. Αλλά ύστερα από όσα έπαθε ο Χριστός, είναι ο μόνος που θριαμβεύει. Το Κακό δεν έχει την παραμικρή δύναμη επάνω Του, γιατί δεν είναι δυνατόν ο Χριστός να δεχτεί το Κακό σαν αλήθεια. Έτσι με τον Χριστό η υποκρισία αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπό της σαν υποκρισία, ο φόνος σαν φόνος, ο φόβος σαν φόβος, και καθώς ο Ιησούς Χριστός σιωπηλά πορεύεται προς το Σταυρό και το Τέλος, η ανθρώπινη τραγωδία φτάνει στην αποκορύφωσή της. Ο θρίαμβος του Χριστού, η νίκη Του κατά του Κακού, η δόξα Του γίνονται όλο και περισσότερο εμφανή. Βλέπουμε δε σταδιακά αυτή τη νίκη να την αναγνωρίζουν, να την ομολογούν και να την διακηρύσσουν πρώτα η γυναίκα του Πιλάτου, ύστερα ο συσταυρωμένος ληστής και ο κεντηρίωνας. Και καθώς ο Χριστός πεθαίνει στο Σταυρό, αφού αποδέχτηκε ολόκληρη τη φρίκη του θανάτου: την απόλυτη μοναξιά («Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες;»), δεν έμεινε παρά να ακουστεί η τελευταία ομολογία: «αληθώς Θεού Υιός ην ούτος»... Αυτός, λοιπόν, είναι ο Θάνατος, αυτή είναι η Αγάπη, η Υπακοή και η πληρότητα της Ζωής που καταστρέφει ό,τι έκανε το θάνατο παγκόσμιο μοιραίο προορισμό. «Και τα μνημεία ανεώχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη...» (Ματθ. 27, 53). Ήδη αρχίζει να ακτινοβολεί η ανάσταση... Αυτό είναι το διπλό μυστήριο της ημέρας αυτής, της Μεγάλης Παρασκευής, και οι ακολουθίες με τους υπέροχους ύμνους το αποκαλύπτουν και μάς καλούν να συμμετέχουμε σ' αυτό.

Στους ύμνους της ημέρας αυτής βλέπουμε από τη μια μεριά τη διαρκή έμφαση στο πάθος του Χριστού σαν την αμαρτία των αμαρτιών, το έγκλημα των εγκληματιών. Στον Όρθρο, που γίνεται τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, διαβάζονται τα δώδεκα Ευαγγέλια των Παθών του Κυρίου. (Συνηθίζουμε να λέμε έτσι δώδεκα Ευαγγελικά αναγνώσματα διαλεγμένα από τα Ευαγγέλια των τεσσάρων Ευαγγελιστών της Καινής Διαθήκης). Τα δώδεκα, λοιπόν, αυτά Ευαγγελικά αποσπάσματα μάς βοηθούν να παρακολουθήσουμε βήμα με βήμα όλα τα πάθη του Χριστού. Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί διαβάζονται οι Ώρες στη θέση της Θείας Λειτουργίας. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μοναδική ημέρα του έτους κατά την οποία δεν τελείται Θεία Λειτουργία. Και αυτό ακόμα δείχνει πως το Ιερό Μυστήριο της Παρουσίας του Χριστού (η Θεία Ευχαριστία) δεν ανήκει στον «κόσμο τούτο», στον κόσμο της αμαρτίας, του σκότους και του θανάτου, αλλά είναι το Μυστήριο του «κόσμου που έρχεται». Μετά τις Ώρες ακολουθεί ο Εσπερινός και στο τέλος γίνεται η Αποκαθήλωση του Κυρίου από το Σταυρό και ο ενταφιασμός Του.

Οι ύμνοι, στις ακολουθίες αυτές, και τα αναγνώσματα είναι γεμάτα από σοβαρές κατηγορίες εναντίον αυτών που με τη θέλησή τους και ελεύθερα αποφάσισαν να φονεύσουν τον Χριστό δικαιολογώντας αυτόν το φόνο με τη θρησκεία τους, την υπακοή στην πολιτεία τους και για λόγους πρακτικούς ή για λόγους επαγγελματική υπακοής.

Από την άλλη μεριά βλέπουμε, στους ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής, τη θυσία της αγάπης που προετοιμάζει την τελική νίκη, να είναι επίσης παρούσα εντελώς από την αρχή. Το πρώτο από τα δώδεκα Ευαγγέλια του Όρθου (Ιω. 13, 31 -18, 1) αρχίζει με τη γεμάτη ιεροπρέπεια αναγγελία του Χριστού: «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ». Στο παρακάτω στιχηρό –ένα από τα τελευταία του Εσπερινού της ημέρας- διαφαίνεται καθαρά η ανατολή του φωτός, ζωντανεύει η ελπίδα και η βεβαιότητα ότι «με το θάνατο θα νικηθεί ο θάνατος...».
«Ότε εν τω τάφω τω κενώ,
υπέρ του παντός κατετεθής,
ο Λυτρωτής του παντός,
Άδης ο παγγέλαστος, ιδών σε έπτηξεν
οι μοχλοί συνετρίβησαν,
εθλάσθησαν πύλαι,
μνήματα ανοίχθησαν, νεκροί ανίσταντο.
Τότε ο Αδάμ ευχαρίστως, χαίρων ανεβόα σοι
Δόξα τη συγκαταβάσει σου Φιλάνθρωπε.»

Όταν στο τέλος του Εσπερινού μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και αφού γίνει η αποκαθήλωση, βάζουμε στο κέντρο του ναού τον Επιτάφιο με την εικόνα του Κυρίου στον τάφο, όταν πια η μεγάλη αυτή ημέρα βρίσκεται στο τέλος, ξέρουμε ότι και μεις βρισκόμαστε στο τέλος της μακράς ιστορίας της σωτηρίας και της λύτρωσης. Η Έβδομη Ημέρα, «Ημέρα της αναπαύσεως», το ευλογημένο Σάββατο έρχεται. Μαζί του έρχεται η αποκάλυψη του Ζωηφόρου Τάφου...


Από το Βιβλίο
«Μικρό Οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος»
Αλέξανδρος Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας

Saint Gregory Palamas on Great and Holy Saturday


The following are excerpts from a sermon given by Saint Gregory Palamas to a church congregation in Thessalonica on Great and Holy Saturday some year from 1347 to 1359

The pre-eternal, uncircumscribed and almighty Logos and omnipotent Son of God could clearly have saved man from mortality and servitude to the devil without Himself becoming man. He upholds all things by the word of His power and everything is subject to His divine authority (compare Hebrews 1.3). According to Job, He can do everything and nothing is impossible for Him (compare Job 42.2 LXX). The strength of a created being cannot withstand the power of the Creator, and nothing is more pwerful than the Almighty. But the incarnation of the Logos of God was the method of deliverance most in keeping with our nature and weakness, and most appropriate for Him who carried it out, for this method had justice on its side, and God does not act without justice. As the Psalmist and Prophet says, “God is righteous and loveth righteousness” (compare Psalm 11.7), “and there is no unrighteousness in Him” (Psalm 92.15). Man was justly abandoned by God in the beginning as he had first abandoned God. He had voluntarily approached the originator of evil, obeyed him when he treacherously advised the opposite of what God had commanded, and was justly given over to him. In this way, through the evil one’s envy and the good Lord’s just consent, death became twofold, for he brought about not just physical but also eternal death.
Christ clearly had to make immortal not only the human nature which existed in Him, but the human race, and to guide it towards participating in that true life which in due course procures eternal life for the body as well, just as the soul’s state of death in due course brought about the death of the body too. That this plan for salvation should be made manifest, and that Christ’s way of life should be put before us to emulate, was highly necessary and beneficial. At one time God appeared visibly before man and the good angels that they might imitate Him. Later, when we had cast ourselves down and fallen away from this vision, God came down to us from on high in His surpassing love for mankind, without in any way giving up His divinity, and by living among us set Himself before us as the pattern of the way back to life.
O the depth of the riches both of the wisdom and love of God (compare Romans 11.33)! In His wisdom, power and love for mankind God knew how to transform incomparably for the better the falls resulting from our self-willed waywardness. If the Son of God had not come down from heaven we should have had no hope of going up to heaven. If He had not become incarnate, suffered in the flesh, risen and ascended for our sake, we should not have known God’s surpassing love for us. If He had not taken flesh and endured the passion while we were still ungodly, we should not have desisted from the pride which so often lifts us up and drags us down. Now that we have been exalted without contributing anything, we stay humble, and as we regard with understanding the greatness of God’s promise and benevolence we grow in humility, from which comes salvation.
A sacrifice was needed to reconcile the Father on high with us and to sanctify us, since we had been soiled by fellowship with the evil one. There had to be a sacrifice which both cleansed and was clean, and a purified, sinless priest. We needed a resurrection not just of our souls but of our bodies, and a resurrection for those to come after us. This liberation and resurrection, and also the ascension and the everlasting heavenly order, not only had to be bestowed upon us but also confirmed. And all this was necessary not just for those alive at the time and those to come, but also for people born since the beginning of time. In Hades there were far more of such people than there were people to be born later, and far more were to believe and be saved at once. I think that is why Christ came at the end of the ages. He had to preach the gospel to those in Hades (compare 1 Peter 3.19), to reveal His great plan for salvation to them and to give them complete freedom from the demons who held them captive, as well as sanctification and promises for the future. It was clearly necessary for Christ to descend into Hades, but all these things were done with justice, without which God does not act.
In addition to what we have mentioned, the deceiver had to be justly deceived and to lose the riches he had seized and deceitfully acquired. For evil had taken control through cunning, and the originator of evil continually boasted of this fact. The devil would not have ceased from boasting if he had been subdued by God’s sovereign power and not pulled down from his authority by justice and wisdom. Since everybody turns aside to evil in deed or word or thought, or in two or all of these, we defile the purity given by God to human nature, and need to be sanctified. Sanctification is accomplished by each person’s offering and sacrifice of firstfruits, but as the firstfruits have to be pure, we are not able to offer such a sacrifice to God. This is why Christ was revealed, who alone is undefiled and presented Himself as an offering and a sacrifice of firstfruits to the Father for our sake, that all we who look towards Him, believe in Him and attach ourselves to Him through obedience will appear through Him before the face of God, obtain forgiveness and be sanctified. The Lord referred to this in the Gospels, saying, “For their sakes I sanctify myself, that they also might be sanctified through the truth” (John 17.19). Not only did the offering have to be pure and sinless but so did the high priest who offered it. As the apostle says, “Such an high priest became us, who is holy, harmless, undefiled, separate from sinners, and made higher than the heavens” (Hebrews 7.26).
For such reasons as these the Logos of God was made flesh and dwelt among us, appearing on earth and living with men. He took upon Himself our human flesh, which was subject to suffering and death, even though it was completely pure, and He used it in His divine wisdom as a bait to hook the serpent, the originator of evil, through the Cross, and set free the whole human race which he had enslaved. When a tyrant falls, all those he tyrannized are liberated. This is what the Lord Himself said in the Gospels, that the strong man was bound and his goods spoiled (compare Matthew 12.29). His possessions were taken as spoil by Christ, and were set free, justified, filled with light and endowed with divine gifts. As David sings, “Thou hast ascended on high,” up on to the Cross, or, if you wish, up to heaven, “thou hast led captivity captive: thou hast given gifts to men” (Ephesians 4.8; compare Psalm 68.18).
Christ overturned the devil through suffering and His flesh which He offered as a sacrifice to God the Father, as a pure and altogether holy victim—how great is His gift!—and recnciled God to our human race. He underwent the passion according to the Father’s will and became for us, who were destroyed through disobedience and saved through obedience, an example of how obedient we should be. He showed that death was far more precious than the devil’s immortality, because it procured life that was truly immortal, life that will not be subject to the second and eternal death, but stays with Christ in the heavenly dwellings. When Christ had risen from the dead on the third day and had shown Himself alive to His disciples, He ascended into heaven. He remained immortal and bestowed on us, with complete assurance, resurrection, immortality and truly blessed, eternal, incorruptible life in heaven. By means of the one death and resurrection of His flesh, He healed our twofold death and freed us from our double captivity of soul and body.
The Lord has given us rebirth through divine baptism and sealed us with the grace of the Holy Spirit for the day of redemption (compare Ephesians 4.30), but He has allowed us still to have a body which is mortal and passible. Although He has cast out the teacher of evil from the treasure houses of our soul, yet He allows him to attack from without. This is so that anybody who has been renewed in accordance with the new covenant, that is to say, the gospel of Christ, who lives in good works and repentance, despises the delights of this life, endures suffering and is trained in the enemy’s assaults, can be made ready to receive immortality and the incorruptible good things to come in the new age.
May we too attain to this through the grace and love for mankind of our Lord Jesus Christ, who for our sake was made man, suffered, was buried, rose from the dead, took our fallen human nature up to heaven and honoured it by sitting on the Father’s right hand. To our Lord Jesus Christ belong glory, honour, and worship, together with His Father without beginning and the all-holy and life-giving Spirit, now and ever and unto the ages of ages. Amen.

The translation from which these excerpts are taken is Saint Gregory Palamas: The Homilies
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...