Monday, 8 April 2013

Τί συμβολίζουν τὰ θεία ψάλματα..


Ἡ πνευματικὴ πάλι χάρη τῶν θείων ψαλμάτων, ἔλεγε ὅτι φανερώνει τὴ γλυκύτητα τῶν θείων ἀγαθῶν. Αὐτὴν ποὺ φτερώνει τὴν ψυχὴ πρὸς τὸν τέλειο κι εὐτυχισμένον ἔρωτα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐρεθίζει πιὸ πολὺ νὰ μισῆ τὴν ἁμαρτία.(48)

Ὑποσημειώσεις

48. Θὰ μποροῦσε νὰ πῆ κανεὶς ὅτι αὐτὰ τὰ ἄσματα ἦσαν ἐκεῖνα ποὺ παρεμβάλλονταν ἀνάμεσα στοὺς τρεῖς ψαλμοὺς ποὺ ἀναφέραμε. Ἡ προσοικείωση τῶν ἀρετῶν δὲν πραγματοποιεῖται μόνο μὲ τὶς προσπάθειες ποὺ στηρίζονται σὲ σοφὴ κρίση ἢ σὲ μιὰ ὀρθολογικὴ ἐκτίμηση τῶν θείων νόμων, ἀλλὰ ἐπίσης μὲ τὴ γλυκύτητα, τὴν ὁλοένα μεγαλύτερη, τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ, στὶς ὁποῖες οἱ ἀρετές μας μετέχουν, καθὼς γίνονται ἐσωτερικὴ γλυκύτητα ἐκείνου ποὺ προχωρεῖ στὴν ἀρετή. Ἡ χαρὰ καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς ποὺ προέρχονται ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεία γλυκύτητα, γεννημένα μέσα μας ἀπὸ τὶς ἀρετές, ἐκφράζονται μὲ τὰ ᾄσματα. Ἡ θαυμαστὴ πνευματικὴ ὡραιότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ζωῆς ποὺ μετέχει σ' Αὐτὸν δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ πλήρως μέσα σὲ σύνορα, ποὺ καθορίζουν οἱ σημασίες τῶν λέξεων. Ὁ ἀνερμήνευτος πλοῦτος τους ἐκφράζεται πληρέστερα μὲ τὴ μουσικὴ ποὺ ξεχειλίζει ἀπὸ τὰ σύνολα τῶν νοημάτων, ποὺ ὁρίζουν οἱ λέξεις. Αὐτὴ ἡ χαρὰ σοφίζει περισσότερο τὴν ψυχὴ στὶς προσπάθειές της νὰ παραμείνη πάνω στὸ δρόμο τῶν ἀρετῶν καὶ ν' ἀντισταθῆ στὶς κατώτερες ἁμαρτωλὲς τάσεις. Ἡ ἐγωιστικὴ ἱκανοποίηση τῆς ἁμαρτίας μαραίνεται μπροστὰ στὴν εὐγενῆ ἱκανοποίηση τοῦ ξεπεράσματος τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῆς ἕνωσης μὲ τὸν καθαρὸ σὲ ὅλα Θεὸ καὶ τῆς καθαρῆς ἀδελφότητας μὲ τοὺς ἄλλους. Τὸ ἆσμα ἑνοποιεῖ τὶς ψυχές, κάνοντάς τες νὰ ἐπικοινωνοῦν μεταξὺ τους πέρα ἀπὸ κάθε σύνορο καὶ ἑνοποιῶντας τες μέσα στὴν ἀπέραντη καὶ ζωοποιὸ χαρά, περισσότερο ἀπ' ὅ,τι οἱ λέξεις μέσα στὸ νόημά τους, ποὺ εἶναι περιωρισμένο καὶ διαφορισμένο, ποὺ χωρίζει καὶ περιορίζει καὶ γι' αὐτὸ οἱ ψυχὲς ἐνισχύονται στὶς ἀγαθές τους προθέσεις ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν πηγὴ αὐτῆς τῆς ἀπέραντης ζωοποιοῦ χαρᾶς. Ἡ μελωδία κάνει κοινὰ καὶ ἀγαπητὰ τὰ νοήματα τῶν λέξεων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἡ ἐν δυνάμει βάση τοῦ ἄπειρου πλούτου τῶν νοημάτων ποὺ ἐκφράζονται μὲ τὴ μελωδία. Δημιουργεῖ μιὰ κοινωνία ἢ τὸ κοινὸ «ἐγώ» τῆς λειτουργικῆς κοινότητας. Ἂν οἱ ἀρετὲς καλοῦνται ν' ἀνεβάσουν τοὺς πιστοὺς πάνω ἀπὸ τοὺς χωρισμούς, ποὺ δημιουργεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς ἐγωισμὸς ἀνάμεσά τους κι ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς καὶ τὸ Θεό, ὁ ἔπαινος τῶν ἀρετῶν καἰ ὁ ἔπαινος τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνώτατου προτύπου ὅλων τῶν ἀρετῶν, δίδει στοὺς πιστοὺς ἀκόμη μεγαλύτερη δύναμη, γιὰ νὰ προχωρήσουν στὶς ἀρετὲς καὶ νὰ πραγματοποιήσουν μ' αὐτὲς τὴν ἕνωση ἀνάμεσά τους κι ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς καὶ τὸ Θεό.

Μάξιμος ο Ομολογητής

Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.

Sunday, 7 April 2013

Saint Theophylact of Ochrid- On The Veneration of the Holy Cross

 Third Sunday of Lent
Veneration of the Holy Cross

Mark 8:34b - 9:1

From The Explanation of the Gospel of St. Mark

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

34-37. And when He had called the people unto Him with His disciples also, He said unto them, Whosoever desireth to follow after Me, let him deny himself, and take up his cross, and follow Me. For whosoever desireth to save his life, shall lose it; but whosoever shall lose his life for My sake and the Gospels, the same shall save it. For what shall it profita man, if he shall gain the whole world, and lose his own soul? Or what shall a man give in exchange for his soul? [In this passage of St. Mark, and in the following commentary, the single Greek word, psyche, has been translated as either ’life’ or "soul" as it has both these meanings. See also Theophylact's Explanation of St. Matthew, pp. 30, 61, and 193. Tr.] Since Peter had rebuked Him for wanting to be crucified, the Lord called the people unto Him, and said in the hearing of all, but directing His words mostly towards Peter, "Do you find fault with Me, Peter, because I take up the cross? I say to you, that neither you, nor anyone else, will be saved unless you die for the sake of goodness and truth." See that Christ does not compel a man to die on a cross against his own will. Instead He said, Whosoever desireth. The Lord is saying: "I compel no one. I invite him to something good, not to something bad to which he must be forced. Whoever does not want these things is not worthy of them." We can learn what it means to deny oneself if we understand what it means to deny another. He who denies another is he who, when he sees his brother, or servant, or father, being flogged or even murdered, does not turn towards him and pity him in his suffering, but acts as if he were a stranger to him. In this same manner the Lord wants us to show no pity towards our own bodies, so that even if we are flogged, or worse, let it make no difference to us. Let him take up his cross, that is, accept a most shameful death, for at that time to die on a cross was considered the most shameful of deaths. But since many were crucified for being bandits, the Lord added to the crucifixion something else: that one ought to have virtue. This is what it means to follow Me. Although His command that one give oneself over to death seemed hard and cruel, the Lord straightway shows this commandment is given out of love for mankind. For whosoever shall lose his life for My sake shall find life. (But the death of a condemned man, or of one who hangs himself, is not for Christs sake and brings no such reward.) And, on the contrary, he who appears to have saved his life, far from finding life, shall lose it by not remaining steadfast during his time of martyrdom. Do not say to Me, "But he has saved his life"—it means nothing. Even if you say that he has gained the whole world as well, it is of no benefit. No one can exchange money for his salvation, for if that were so, a man who had gained the world but lost his soul, could, while burning in the flames of hell, use his money to buy innocence. But at that time and in that place no such trade can be made. Here let us shut the mouths of those who say, following Origen, that all the souls in hell will be restored [and reunited with those in heaven] after they have been punished in accordance with their sins. (1) Let them hear that there is no exchange that can be made there for ones soul. No one is kept in hell as a punishment. Rather, it is the weight of his own sins which holds him there.
38-9:1. Whosoever therefore shall be ashamed of Me and of My words in this adulterous and sinful generation; of him also shall the Son of Man be ashamed, when He cometh in the glory of His Father with the holy angels. And He said unto. them, Verily I say unto you, that there be some of them that stand here, which shall not taste of death, till they have seen the kingdom of God come with power. Intellectual faith does not suffice, but confession of faith with ones mouth is required as well. Since man himself is two-fold, let his sanctification be two-fold as well. The soul is sanctified by faith, but the body is sanctified by confessing. Whosoever therefore shall be ashamed to confess that the Crucified One is his God, of him also shall the Crucified One be ashamed. For the Lord shall judge that man to be an unworthy servant, when He comes with glory, escorted by the angels, and no longer in lowly form. At the second coming He will not appear, as He did before, to be of base origin and circumstance, and an object of scorn. Since He speaks of His own glory, He desires to show that He is not vainly boasting, and says, There be some of them that stand here, namely, Peter, James, and John, who shall not die until I have shown them at the Transfiguration the glory with which I shall appear at the second coming. For the Transfiguration was nothing less than a foreshadowing of the second coming, and as He appeared in radiance then, so will He shine at the second coming, as will also all the righteous.

1. This false teaching of Origen, apokotastasis, the general restoration of all fallen creation, was condemned by the Church as heresy at the Fifth Ecumenical Council held at Constantinople in 553 AD.

Saturday, 6 April 2013

Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος – Ακριβώς επειδή είσαι αμαρτωλός, έλα εδώ για να γίνεις δίκαιος



“Μα είμαι αμαρτωλός”, λες

“Και δεν τολμώ ν΄ αντικρίσω τον Άγιο”.

Ακριβώς επειδή είσαι αμαρτωλός

Έλα εδώ, για να γίνεις δίκαιος.

Ή μήπως δεν γνωρίζεις

Ότι και αυτοί που στέκονται μπροστά στο ιερό Θυσιαστήριο

Έχουν διαπράξει αμαρτίες;

Γι΄ αυτό οικονόμησε ο Θεός

Να υποφέρουν και οι ιερείς από κάποια πάθη

Ώστε να κατανοούν την ανθρώπινη αδυναμία

Και να συγχωρούν τους άλλους.

“Αφού όμως δεν τήρησα όσα άκουσα στην εκκλησία”, θα μου πει κάποιος

“Πως μπορώ να έρθω πάλι;”.

Έλα να ξανακούσεις τον θείο λόγο.

Και προσπάθησε τώρα να τον εφαρμόσεις.

Αν βάλεις φάρμακο πάνω στο τραύμα σου και δεν το επουλώσει την ίδια μέρα

Δεν θα ξαναβάλεις και την επόμενη;

Αν ο ξυλοκόπος, που θέλει να κόψει μια βελανιδιά

Δεν κατορθώσει να τη ρίξει με την πρώτη τσεκουριά

Δεν τη χτυπάει και δεύτερη και Πέμπτη και δέκατη φορά;

Κάνε κι εσύ το ίδιο.

Αλλά, θα μου πεις, σ΄ εμποδίζουν να εκκλησιαστείς η φτώχεια και η ανάγκη να εργαστείς.

Δεν είναι εύλογη ούτε τούτη η πρόφαση.

Εφτά μέρες έχει η εβδομάδα.

Αυτές τις εφτά μέρες τις μοιράστηκε ο Θεός μαζί μας.

Και σ΄ εμάς έδωσε έξι, ενώ για τον εαυτό Του κράτησε μόνο μία.

Αυτή τη μοναδική μέρα, λοιπόν, δεν δέχεσαι να σταματήσεις τις εργασίες;

Και γιατί λέω για ολόκληρη μέρα;

Εκείνο που έκανε στην περίπτωση της ελεημοσύνης η χήρα του Ευαγγελίου

Το ίδιο κάνε κι εσύ στη διάρκεια αυτής της μιας μέρας.

Έδωσε εκείνη δυο λεπτά και πήρε πολλή χάρη από το Θεό.

Δάνεισε κι εσύ δυο ώρες στο Θεό, πηγαίνοντας στην εκκλησία

Και θα φέρεις στο σπίτι σου κέρδη αμέτρητων ημερών.

Αν όμως δεν δέχεσαι να κάνεις κάτι τέτοιο

Σκέψου μήπως μ΄ αυτή σου τη στάση χάσεις τους κόπους πολλών ετών.

Γιατί ο Θεός, όταν περιφρονείται, γνωρίζει να σκορπίζει τα χρήματα

Που συγκεντρώνεις με την εργασία της Κυριακής.

Μα κι αν ακόμα έβρισκες ολόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο από χρυσάφι

Και εξ αιτίας του απουσίαζες από το ναό, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ζημιά σου

Και τόσο μεγαλύτερη, όσο ανώτερα είναι τα πνευματικά από τα υλικά.

Γιατί τα υλικά πράγματα, κι αν ακόμα είναι πολλά και τρέχουν άφθονα από παντού

Δεν τα παίρνουμε στην άλλη ζωή

Δεν μεταφέρονται μαζί μας στον ουρανό

Δεν παρουσιάζονται στο φοβερό εκείνο βήμα του Κυρίου.

Αλλά πολλές φορές, και πριν ακόμα πεθάνουμε, μας εγκαταλείπουν.

Αντίθετα, ο πνευματικός θησαυρός που αποκτούμε στην εκκλησία

Είναι κτήμα αναφαίρετο και μας ακολουθεί παντού.

“Ναι, αλλά μπορώ”, λέει κάποιος άλλος, “να προσευχηθώ και στο σπίτι μου”.

Απατάς τον εαυτό σου, άνθρωπε.

Βεβαίως, είναι δυνατό να προσευχηθείς και στο σπίτι σου

Είναι αδύνατον όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύχεσαι στην εκκλησία

Όπου υπάρχει το πλήθος των πατέρων και όπου ομόφωνη κραυγή ικεσίας αναπέμπεται στο Θεό.

Δεν σε ακούει τόσο πολύ ο Κύριος όταν Τον παρακαλείς μόνος σου

Όσο όταν Τον παρακαλείς ενωμένος με τους αδελφούς σου.

Γιατί στην εκκλησία υπάρχουν περισσότερες πνευματικές προϋποθέσεις απ΄ όσες στο σπίτι.

Υπάρχουν η ομόνοια, η συμφωνία των πιστών, ο σύνδεσμος της αγάπης, οι ευχές των ιερέων.

Γι΄ αυτό, άλλωστε, οι ιερείς προϊστανται των ακολουθιών

Για να ενισχύονται με τις δυνατότερες ευχές τους οι ασθενέστερες ευχές του λαού

Κι έτσι όλες μαζί ν΄ ανεβαίνουν στον ουρανό.

Όταν προσευχόμαστε ο καθένας χωριστά, είμαστε ανίσχυροι

Όταν όμως συγκεντρωνόμαστε όλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιο δυνατοί

Και εκλύουμε σε μεγαλύτερο βαθμό την ευσπλαχνία του Θεού.

Κάποτε ο απόστολος Πέτρος βρισκόταν αλυσοδεμένος στη φυλακή.

Έγινε όμως θερμή προσευχή από τους συναγμένους πιστούς, κι αμέσως ελευθερώθηκε.

Τι θα μπορούσε, επομένως, να είναι πιο δυνατό από την κοινή προσευχή

Που ωφέλησε κι αυτούς ακόμα τους στύλους της Εκκλησίας;

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Το θέλημα του Θεού και η ελευθερία του ανθρώπου.


 Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Είναι μεγάλο αγαθό να παραδινόμαστε στο θέλημα του Θεού. Τότε στην ψυχή είναι Μόνος ο Κύριος και δεν έρχεται καμιά ξένη σκέψη, η ψυχή προσεύχεται με καθαρό νου και αισθάνεται την αγάπη του Θεού, έστω και αν υποφέρει σωματικά.
Όταν η ψυχή παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, τότε ο Ίδιος ο Κύριος αρχίζει να την καθοδηγεί, και η ψυχή διδάσκεται απευθείας από τον θεό, ενώ προηγουμένως την οδηγούσαν οι άνθρωποι και η Γραφή. Αλά το να είναι Δάσκαλος της ψυχής ο Ίδιος ο Κύριος με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος είναι σπάνιο και λίγοι γνωρίζουν αυτό το μυστήριο, εκείνοι μόνο που ζουν κατά το θέλημα του Θεού.
Ο υπερήφανος δεν αναζητεί το θέλημα του Θεού , αλλά προτιμά να κατευθύνει ο ίδιος τη ζωή του. Και δεν καταλαβαίνει πώς , χωρίς τον Θεό , δεν επαρκεί το λογικό του ανθρώπου για να τον καθοδηγεί. Κι εγώ , όταν εζούσα στον κόσμο προτού να γνωρίσω τον Κύριο και το Άγιο Πνεύμα , εστηριζόμουν στο λογικό μου. Όταν όμως εγνώρισα με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο μας Ιησού Χριστό , τον Υιό του Θεού , τότε παραδόθηκε η ψυχή μου στον Θεό και δέχομαι οτιδήποτε θλιβερό μου συμβεί και λέω : «Ο Κύριος με βλέπει … Τι να φοβηθώ ;» Προηγουμένως όμως δεν μπορούσα να ζω κατ ‘ αυτό τον τρόπο .
Για όποιον παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού η ζωή γίνεται πολύ ευκολότερη , γιατί στις αρρώστιες , στη φτώχεια και στο διωγμό σκέφτεται : «Έτσι ευδόκησε ο Θεός και πρέπει να υπομείνω για τις αμαρτίες μου» .
Να , εδώ και πολλά χρόνια πάσχω από πονοκέφαλο και δύσκολα τον υποφέρω , αλλά με ωφελεί , γιατί με την ασθένεια ταπεινώνεται η ψυχή . Η ψυχή μου επιθυμεί διακαώς να προσεύχεται και να αγρυπνεί αλλά η ασθένεια με εμποδίζει , διότι το άρρωστο σώμα απαιτεί ανάπαυση . Και παρακάλεσα πολύ τον Κύριο να με θεραπεύσει , αλλά δεν με άκουσε . Κι αυτό σημαίνει πώς αυτό δεν θα ήταν προς όφελός μου .
Να όμως και μια άλλη περίπτωση , που ο Κύριος με άκουσε και με έσωσε . Σε μια γιορτή πρόσφεραν στην τράπεζα ψάρι . Ενώ λοιπόν έτρωγα , ένα κόκαλο μπήκε πολύ βαθιά στο λαιμό μου . Επικαλέστηκα τον Άγιο Παντελεήμονα , παρακαλώντας να με θεραπεύσει , γιατί ο γιατρός του Μοναστηριού δεν θα μπορούσε να μου βγάλει το κόκαλο από το φάρυγγα . Και μόλις είπα : «γιάτρεψέ με» , η ψυχή μου πήρε απάντηση : «Βγες , έξω από την τράπεζα , κάνε μια βαθιά εισπνοή και μια απότομη εκπνοή και το κόκαλο θα βγει με αίμα» . Έτσι κι έκαμα και βγήκε ένα μεγάλο κόκαλο με αίμα . Και κατάλαβα πώς , αν ο Κύριος δεν με θεραπεύει από τον κεφαλόπονο , αυτό σημαίνει ότι είναι ωφέλιμο για την ψυχή μου να υποφέρω τον πόνο . ……
Όταν η χάρη είναι μαζί μας , είμαστε δυνατοί στο πνεύμα . Όταν όμως την χάσομε , βλέπομε την αδυναμία μας , βλέπομε πως χωρίς τον Θεό δεν μπορούμε ούτε να σκεφτούμε το καλό . Πώς μπορείς να ξέρεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού ; Να η ένδειξη : Αν στενοχωριέσαι για κάτι , αυτό σημαίνει πως δεν παραδόθηκες τελείως στο θέλημα του Θεού , έστω κι αν σου φαίνεται πως ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού . Όποιος ζει κατά το θέλημα του Θεού , αυτός δεν μεριμνά για τίποτε . Κι αν κάτι του χρειάζεται , παραδίνει τον εαυτό του και την ανάγκη του στον Θεό .
Κι αν πάρει ότι θέλει , μένει ήρεμος , σαν να το είχε . Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε : ούτε θύελλες ούτε ληστές ούτε τίποτα άλλο . ‘Ότι κι αν έλθει , λέγει : «Έτσι ευδοκεί ο Θεός» , κι έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα . Το καλύτερο έργο είναι να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να βαστάζομε τις θλίψεις με ελπίδα . Ο Κύριος βλέποντας τις θλίψεις μας δεν θα επιτρέψει ποτέ κάτι που να ξεπερνά τις δυνάμεις μας .
Αν οι θλίψεις μας φαίνονται υπερβολικές , αυτό σημαίνει πως δεν έχομε παραδοθεί στο θέλημα του Θεού . …
… Όποιος κάνει το θέλημα του Θεού , είναι ευχαριστημένος με όλα , έστω κι αν είναι φτωχός και ίσως ασθενής και πάσχει , γιατί τον ευφραίνει η χάρη του Θεού . Όποιος όμως δεν είναι ικανοποιημένος με την μοίρα του και γογγύζει για την αρρώστια του ή εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε , αυτός να ξέρει πως κατέχεται από υπερήφανο πνεύμα και έχασε την ευγνωμοσύνη για τον Θεό . Αλλ ‘ ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση μη στενοχωριέσαι , αλλά ζήτησε μ ‘ επιμονή από τον Κύριο πνεύμα ταπεινό . Κι όταν έλθει σ ‘ εσέ το ταπεινό Πνεύμα του Θεού που αναζητάς , τότε θα Τον αγαπήσεις και θα έχεις βρει ανάπαυση , παρ ‘ όλες τις θλίψεις σου . Ψυχή που απέκτησε την ταπείνωση θυμάται πάντα τον Θεό και αναλογίζεται : «Ο Θεός με έκτισε ΄ έπαθε για μένα ΄ συγχωρεί τις αμαρτίες μου και με παρηγορεί ΄ με τρέφει και φροντίζει για μένα . Γιατί λοιπόν να μεριμνώ εγώ για τον εαυτό μου ή τι έχω να φοβηθώ , έστω κι αν με απειλή ο θάνατος» . …
… Κάθε ψυχή που ταράζεται από οποιαδήποτε αιτία πρέπει να καταφεύγει στον Κύριο και ο Κύριος θα την καθοδηγήσει . Αυτό όμως γίνεται κυρίως σε καιρό συμφοράς και απροσδόκητου συγχύσεως – κανονικά πρέπει να ρωτάμε τον πνευματικό , γιατί αυτό είναι ταπεινότερο . …
Και όλα , όλα δίνουν τότε αγάπη στην καρδιά , διότι όλα είναι του Θεού. Ο Κύριος νουθετεί με το έλεος Του τον άνθρωπο , για να δέχεται μ’ ευγνωμοσύνη τις θλίψεις .
Ποτέ σ ‘ όλη μου τη ζωή , ούτε μια φορά δεν εγόγγυσα για τις θλίψεις , αλλά τα δεχόμουν όλα σαν φάρμακο από τα χέρια του Θεού και πάντα Τον ευχαριστούσα και γι ‘ αυτό ο Κύριος μου έδωσε να υπομένω ελαφρά τον αγαθό ζυγό Του . Όλοι οι κάτοικοι της γης υφίστανται αναπόφευκτα θλίψεις . Και παρόλο που δεν είναι μεγάλες οι θλίψεις που παραχωρεί ο Κύριος , όμως φαίνονται στους ανθρώπους αφόρητες και συντριπτικές . Κι αυτό γίνεται , διότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να ταπεινωθούν ενώπιον του Θεού και να παραδοθούν στο θέλημά Του .
Όσοι όμως άφησαν τον εαυτό τους στο θέλημα του Θεού , αυτούς τους καθοδηγεί ο Ίδιος ο Κύριος με τη χάρη Του και υπομένουν με ανδρεία τα πάντα για χάρη του Θεού , τον Οποίο αγάπησαν και με τον Οποίο θα δοξάζονται αιώνια . Όταν η Παναγία βρισκόταν κοντά στον Σταυρό , η θλίψη Της ήταν ακατάληπτα μεγάλη , επειδή Αυτή αγαπούσε τον Υιό της περισσότερο απ ‘ ότι μπορεί κανείς να φαντασθεί . Κι εμείς ξέρομε πως όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη , τόσο μεγαλύτερη είναι και η λύπη . Κατά την ανθρώπινη φύση η Θεοτόκος δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να μην υποκύψει στις θλίψεις Της ΄ παραδόθηκε όμως στο θέλημα του Θεού και το Άγιο Πνεύμα Την ενίσχυσε ν ‘ αντέξει στον πόνο της . Μετά την Ανάληψη του Κυρίου η Παναγία έγινε η μεγάλη παρηγοριά στις θλίψεις για όλο τον λαό του Θεού .
Ο Κύριος έδωσε επί γης το Άγιο Πνεύμα και όσοι Το έλαβαν αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους . Ίσως πεις : Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη ; Διότι συ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού , αλλά ζεις κατά δικό σου θέλημα . Παρατηρήστε εκείνον που αγαπά το θέλημά του . Αυτός δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή και δεν ευχαριστιέται με τίποτε ΄ γι ‘ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν έπρεπε . Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού , έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπά τον Κύριο

«Ο Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», γ.Σωφρονίου (Σαχάρωφ), σ.408-417

Ζωντανό Ιστολόγιο

Friday, 5 April 2013

St. Ignatius Brianchaninov-On Carrying Your Cross

 Homily on the Third Sunday of Great Lent.
On Carrying Your Cross

 Whosoever will come after me, let him deny himself, and take up his cross, and follow me (Mk. 8:34)

Dear brothers and sisters! We too are disciples of our Lord Jesus Christ, because we are Christians. We too are called unto the Lord, to this holy temple, to hear His teaching. We stand before the face of the Lord. His gaze is directed at us. Our souls are laid bare before Him; our secret thoughts and hidden feelings are open to Him. He sees all of our intentions; He sees the truth, and the sins we have committed from our youth; He sees our whole life, past and future; even what we have not yet done is already written in His book.[1] He knows the hour of our passing into immeasurable eternity, and gives us His all-holy commandment for our salvation: Whosoever will come after me, let him deny himself, and take up his cross, and follow me.
Through living faith, let us lift up the eyes of our mind to the Lord Who is present here with us! Let us open our hearts, rolling back the heavy stone of hardness from its entrance; let us hear, ponder, accept, and assimilate the teaching of our Lord.
What does it mean to deny ourselves? It means leaving our sinful life. Sin, through which our fall occurred, has so encompassed our nature that it has become as if natural; thus, denial of sin has become denial of nature, and denying nature is denying ourselves. The eternal death that has struck our souls has become like life for us. It demands food: sin; it demands to be pleased—with sin. By means of such food and pleasure, eternal death upholds and preserves its dominion over man. But fallen man accepts the growth of the dominion of death in himself as growth and success in life. Thus, he who is infected with a fatal disease is overcome by the forceful demands of this disease and looks for foods that would strengthen him. He seeks them as the most essential foods, as the most needed and pleasant delights. The Lord pronounced His sentence against this eternal death, which mankind, sick with terrible fallenness, imagines to be life: For whosoever will save his life, cultivating in it the life of fallenness or eternal death, shall lose it; but whosoever shall lose his life for my sake and the gospel’s, the same shall save it (Mk. 8:35). Placing before our eyes the whole world with all its beauty and charm, the Lord says, For what shall it profit a man, if he shall gain the whole world, and lose his own soul? What good is it for man, what has he really acquired if he should come to possess not only some minor thing, but even the entire visible world? This visible world is no more than man’s temporary guesthouse! There is no item on the earth, not a single acquirable good that we could call our own. Everything will be taken from us by merciless and inevitable death; and unforeseen circumstances and changes often take them away even before our death. Even our own bodies are cast aside at that sacred step into eternity. Our possession and treasure is our soul, and our soul alone. What shall a man give in exchange for his soul? (Mk. 8:37), sayeth the word of God. There is nothing that can recompense the loss of the soul when it is killed by eternal death, which deceitfully calls itself life.
What does it mean to take up our cross? The cross was an instrument of shameful execution of commoners and captives deprived of a citizen’s rights. The proud world, a world at enmity with Christ, deprives Christ’s disciples of the rights enjoyed by the sons of this world. If ye were of the world, the world would love his own: but because ye are not of the world, but I have chosen you out of the world, therefore the world hateth you. Whosoever killeth you will think that he doeth God service. And these things will they do unto you, because they have not known the Father, nor me (Jn. 15:19; 16:2–3). Taking up our cross means magnanimously enduring the mocking and derision that the world pours out upon followers of Christ—those sorrows and persecutions with which the sin-loving and blind world persecutes those who follow Christ. For this is thankworthy, says the Apostle Peter, if a man for conscience toward God endure grief, suffering wrongfully. For even hereunto were ye called (1 Pet. 2:19, 21). We were called by the Lord, Who said to his beloved ones, In the world ye shall have tribulation: but be of good cheer; I have overcome the world (Jn. 16:33).
Taking up our cross means courageously enduring difficult unseen labor, agony, and torment for the sake of the Gospels as we war with our own passions, with the sin that lives in us, with the spirits of evil who vehemently make war against us and franticly attack us when we resolve to cast off the yoke of sin, and submit ourselves to the yoke of Christ. For we wrestle not against flesh and blood, says the holy Apostle Paul, but against principalities, against powers, against the rulers of the darkness of this world, against spiritual wickedness in high places (Eph. 6:12). (For the weapons of our warfare are not carnal, but mighty through God to the pulling down of strong holds;) Casting down imaginations, and every high thing that exalteth itself against the knowledge of God, and bringing into captivity every thought to the obedience of Christ (2 Cor. 10:4–5). After gaining victory in this unseen but laborious warfare, the Apostle exclaimed, But God forbid that I should glory, save in the cross of our Lord Jesus Christ, by whom the world is crucified unto me, and I unto the world (Gal. 6:14).
Taking up our cross means obediently and humbly submitting ourselves to those temporary sorrows and afflictions that Divine Providence sees fit to allow against us for the cleansing away of our sins. Then the cross will serve us as a ladder from earth to heaven. The thief in the Gospels who ascended this ladder ascended from out of terrible crimes into most radiant heavenly habitations. From his cross he pronounced words filled with humility of wisdom; in humility of wisdom he entered into the knowledge of God, and through the knowledge of God, he acquired heaven. We receive the due reward of our deeds, he said. Lord, remember me when thou comest into thy kingdom (Lk. 23:41–42). When sorrows encompass us, let us also, beloved brothers and sisters, repeat the words of the good thief—words that can purchase paradise! Or like Job, let us bless the Lord who punishes us, Who is just yet merciful. Shall we receive good at the hand of God, said this sufferer, and shall we not receive evil? As it hath pleased the Lord so is it done; blessed be the name of the Lord (Job 2:10; 1:21). May God’s promise, which is true, be fulfilled in us: Blessed is the man that endureth temptation: for when he is tried, he shall receive the crown of life, which the Lord hath promised to them that love him. (Js. 1:12).
Taking up our cross means willingly and eagerly submitting ourselves to deprivations and ascetic labors, by which the irrational strivings of our flesh are held in check. The Apostle Paul had recourse to such a crucifixion of his flesh. He says, But I keep under [in Slavonic: “deaden,” or “mortify”] my body, and bring it into subjection: lest that by any means, when I have preached to others, I myself should be a castaway (1 Cor. 9:27). They that are in the flesh, that is, those who do not restrain their flesh, but allow it to overcome the spirit, cannot please God (Rom. 8:8). Therefore, though we live in the flesh, we should not live for the flesh! For if ye live after the flesh, ye shall die (Rom. 8:12) an eternal death; but if ye through the Spirit do mortify the deeds of the body, ye shall live (Rom. 8:13) an eternal, blessed life. The flesh is essentially restrained by the spirit; but the spirit can only take control of the flesh and rule it when it is prepared to submit to its crucifixion. The flesh is crucified by fasting, vigil, kneeling in prayer, and other bodily labors placed upon it wisely and within measure. A bodily labor that is wise and within measure frees the body from heaviness and corpulence, refines its strength, keeps it ever light and capable of activity. They that are Christ’s, says the Apostle, have crucified the flesh with the affections and lusts (Gal. 5:24).
What does it mean to take up our cross, and take up specifically our own cross? It means that every Christian should patiently bear those very insults and persecutions from the world that come to him, and not any others. This means that every Christian should manfully and constantly war with those very passions and sinful thoughts that arise in him. It means that every Christian should with obedience and dedication to God’s will, with confession of God’s justice and mercy, with thankfulness to God, endure those very sorrows and deprivations that Divine Providence allows to come upon him, and not some other things painted and presented to him by his proud dreams. This means being satisfied with those bodily labors that correspond to our physical strength, the ones that our flesh require in order to keep it in order, and not to seek after increased fasting and vigil, or all other ascetic feats beyond our measure, which destroy our physical health and direct our spirit towards high self-opinion and self deceit, as St. John Climacus describes.[2] All mankind labors and suffers upon the earth, but these sufferings differ; the passions differ that war against us, the sorrows and temptations differ that God sends us for our healing, for the cleansing away of our sins. What differences there are in people’s physical strength, in their very health! Precisely: every person has his own cross. And each Christian is commanded to accept this cross of his own with self-denial, and to follow Christ. He who has denied himself and taken up his own cross has made peace with himself and with his own circumstances, with his own position both internal and external; and only he can reasonably and correctly follow Christ.
What does it mean to follow Christ? It means studying the Gospels, having the Gospels as the only guide of the activity of our mind, heart, and body. It means adapting our thoughts to the Gospels, tuning the feelings of our heart to the Gospels, and serving as an expression of the Gospels by all our deeds and movements, both secret and open. As we said before, only the person who has escaped deceit through voluntary humility (Col. 2:18), who has desired to obtain true humility of wisdom where it abides—in obedience and submission to God—is capable of following Christ. He who has entered into submission to God, into obedience combined with complete self-denial, has taken up his own cross, and accepted and confessed this cross to be his own.
Beloved brothers and sisters! Bowing down bodily to worship the precious Cross of the Lord today according to the rule of the Holy Church, we bow down also in spirit! We venerate the precious Cross of Christ—our weapon of victory and banner of Christ’s glory—each confessing from his own cross, “I have received the due reward of my deeds! Remember me, O Lord, when Thou comest into Thy Kingdom!” By recognizing our sinfulness with thankfulness to God and submission to His will, we make our cross—that instrument of execution and mark of dishonor—an instrument of victory and sign of glory, like unto the Cross of the Lord. Through the cross we open paradise to ourselves. Let us not allow ourselves any evil murmuring, and especially not any soul-destroying blasphemy, which is often heard from the lips of the blind and hardened sinner, who writhes and thrashes upon his cross, vainly endeavoring to escape from it. With murmuring and blasphemy the cross becomes unbearably heavy, dragging to hell the one crucified upon it. “What have I done?” cries the sinner in denial of his sinfulness, accusing the just and merciful God of injustice and mercilessness, blaming and rejecting God’s Providence. The one who saw the Son of God crucified, mockingly and evilly demanded of him, If thou be Christ, save thyself and us (Lk. 23:39),—let him now come down from the cross (Mt. 27:42). But our Lord Jesus Christ was pleased to ascend the Cross in the flesh and to endure death[3] in order by the cross to make peace between God and man, and to save mankind by death from eternal death. Having prepared the holy Apostles for this great event—the incarnate God-man’s sufferings and shameful death, potent to redeem the human race—the Lord informed the Apostles in good time that He must be given over into the hands of sinners, must suffer much, be killed, and resurrected. This forewarning seemed strange and unlikely to certain of the holy Apostles. Then the Lord called unto Him his disciples and said to them: Whosoever will come after me, let him deny himself, and take up his cross, and follow me. Amen.
St. Ignatius (Brianchaninov)
Translated by Nun Cornelia (Rees)
 
[1] St. Symeon the New Theologian, according to the book written in verse, homily 55.
[2] The Ladder of Divine Ascent, homily 26.
[3] Troparion to the Resurrection, tone 5.

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως


Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο της εκκλησίας, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού.Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μια προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό. Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής μάς υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.

Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ' Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κύρυγμά Του ήταν μια κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος. Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα που σκοπεύει στο βάθος της συνείδησης: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ' αυτόν τον κόσμο; Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ' αυτό το ερώτημα επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θέλησης χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ' αυτό το φόνο.
Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνείδησης, της δειλής του άρνησης να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος; Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πουν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μάς είπαν να «ουδετεροποιήσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι' αυτό μια εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι' αυτό βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει...; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ' αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, ή μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.
Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,... αράτω τον σταυρόν αυτού καθ' ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23). Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μια επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας. Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, ή δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ' όλα το να ζεις αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζεις μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.
Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξης, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες σε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, ή τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει;
Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μάς λέει, σε τι μάς καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από τη οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωαν. 9, 39). Σ' αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης δικάζεται ο καθένας μας.

Από το βιβλίο
«Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»
Αλέξανδρου Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας

π.Ανδρέας Κονάνος - Πάρε την ευθύνη της ζωής σου

Θέμα: "Πάρε την ευθύνη της ζωής σου" 27/11/2012 Ομιλία του πατρός Ανδρέα Κονάνου στα Εόρτια 2012 του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας Αργυρουπόλεως
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...