Thursday, 21 March 2013

«ΠΝΕΥΜΑ.. ΦΙΛΑΡΧΙΑΣ… ΜΗ ΜΟΙ ΔΩΣ…»


Είναι ο τρίτος κρίκος στην ιερά αλυσίδα της ευχής του οσίου Εφραίμ του Σύρου. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα… φιλαρχίας… μη μοι δώς». Είναι η ικεσία του οσίου πατρός και εν συνεχεία κάθε πιστής ψυχής, να την φυλάξει ο Θεός από το κακό της φιλαρχίας. Δηλαδή από την επιθυμία και αγωνία της αποκτήσεως αρχής και εξουσίας, και κατά συνέπεια και ματαίας τιμής και δόξας.
          Βεβαίως ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «αρχικόν», δηλαδή με το προσόν να επιβάλλεται και να άρχει. Ωραία το σημειώνει ο ιερός συγγραφεύς της Γεννέσεως: «…και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός, λέγων αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γήν και κατακυριεύσατε αυτής και άρχεσθε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γής…»(α’ 28). Έτσι το σημειώνει και ο ιερός Ψαλμωδός: «δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν, πάντα υπέταξας υποκάτω των ποδών αυτού…»(Ψαλμ. η’ 6-7). Αλλά και σε όλους τους ανθρώπους έδωσε την δυνατότητα να είναι εις στενότερο ή ευρύτερο περιβάλλον συνανθρώπων των άρχοντες και να διοικούν, να διευθύνουν, να δικάζουν, γενικώς να προΐστανται. Μήπως και μέσα στην οικογένεια τον άνδρα δεν καθόρισε Κύριον της γυναικός και της όλης οικογένειας; (Εφες. ε’ 22-24, 33). Και στην μητέρα δεν ανέθεσε να κυβερνά και να κατευθύνει στο καλό τα παιδιά της με την συμπαράσταση του συζύγου και πατέρα τους; Πάντοτε όμως οφείλουν, όσοι και όπου άρχουν, να άρχουν με σύνεση και σοφία, με αγάπη και συναίσθηση ευθύνης, προς το συμφέρον όλων, «ως λόγον αποδώσαντες» (Εβρ. Ιγ’ 17).
          Ενώ όμως αυτό είναι το ορθό, η αμαρτία διέστρεψε το «αρχικόν» αυτό του ανθρώπου. Και το μετέβαλε μέσα στους διάφορους κοινωνικούς τομείς από προσφορά και διακονία σε πάθος και μανία για την απόκτηση με κάθε μέσο και για εγωιστικούς σκοπούς της αρχής και εξουσίας. Το μετέβαλε σε φιλ – αρχία, η οποία σε κάθε εποχή καταλαμβάνει και κυριεύει τις ψυχές πολλών ανθρώπων μεγαλοσχήμων, αλλά και ασήμων. Παρακολουθήστε τα σπέρματα της φιλαρχίας στη συμπεριφορά και αυτών ακόμα των μικρών παιδιών. Μεταξύ των ομοίων τους παίρνουν ύφος κυριαρχικό και αγωνιούν και αντιδρούν και εκδικούνται, όταν κάποιος άλλος φανεί ανώτερος τους στη μαθητική επίδοση, στο παιχνίδι ή όπου αλλού. Θέλουν την αρχηγία.
          Αλλά εάν η φιλαρχία αυτή παρατηρείται εν σπέρματι στα μικρά παιδιά, πόσο έντονη παρουσιάζεται μέσα στην κοινωνία μεταξύ των ωρίμων! Μπορεί να εξελιχθεί σε πάθος πραγματικό και βασανιστικό, ως αντιζηλία και ανταγωνισμός και μίσος ακόμα, που γεμίζουν την ψυχή με αγωνία και αδιάκοπη ταραχή. Πολύ περισσότερο ο φίλαρχος μπορεί να πατήσει πάνω στα δίκαια των άλλων ή και στα πτώματα τους, για να υψωθεί και να άρχει αυτός. Κατηγορεί, συκοφαντεί, απειλεί… Τα πάντα μετέρχεται. Για αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος υπογραμμίζει τον κίνδυνο της φιλαρχίας και σε ποίο κατάντημα μπορεί να οδηγήσει αυτή τον άνθρωπο. «Δεινόν η φιλαρχία», γράφει, «Δεινόν, και ψυχήν ικανόν απολέσαι».
          Αυτήν ακριβώς την κατάσταση θέλει να αποφύγει ο Χριστιανός, γι’ αυτό και με την προτροπή του οσίου πατρός παρακαλεί τον Κύριον να τον φυλάξει από το πνεύμα της φιλαρχίας.
          Προσεύχεται ο πιστός, αλλά και με σκέψεις ορθές προσπαθεί να αποφύγει την αδυναμία αυτήν και το πάθος. Σκέπτεται: είναι ποτέ δυνατό όλοι οι άνθρωποι να κατέχουν υψηλές θέσεις και υψηλά αξιώματα, να απολαμβάνουν τιμής και δόξης όλοι εις τον ίδιο βαθμό; Και ξέρει ο πιστός και παρακολουθεί ότι, όσοι εις σ’ αυτά αποβλέπουν, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν όχι μόνο θεμιτά, αλλά συνήθως και αθέμιτα μέσα, για να επιτύχουν –πάντοτε με αγωνία- το επιδιωκόμενο. Και εάν βεβαίως το επιτύχουν. Αλλά και αν ακόμα το επιτύχουν, συνήθως δεν αρκούνται σε αυτό, αλλά όπως ο υδρωπικός και ο φιλάργυρος, έτσι και ο φίλαρχος ζητεί ακόμα περισσότερα… Εάν δεν το επιτύχουν, τότε γίνονται αξιολύπητοι, μελαγχολούν, καταθλίβονται, απογοητεύονται μένουν με την πικρή γεύση του ανικανοποίητου.
          Αλλά είπαμε ο Χριστιανός ορθοφρονεί. Έχει υπόψη του το θεόπνευστο λόγο του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος συνιστά να μην έχει ο πιστός φρόνιμα υψηλότερο από εκείνο, που οφείλει να έχει, αλλά να έχει φρόνημα τέτοιο, ώστε να σκέπτεται για τον εαυτό του συνετά και αληθινά αναλόγως του χαρίσματος, το οποίο ο Θεός μοίρασε στον καθένα.
          Βεβαίως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και για τον πιστό Χριστιανό να οραματίζεται μια θέση και ένα αξίωμα. Όταν μάλιστα αντιλαμβάνεται ότι και τα προσόντα διαθέτει και ικανότητες έχει. Άλλωστε την θέση και το αξίωμα το αντιλαμβάνεται ο πιστός πάντοτε συνυφασμένα με ευθύνη έναντι της συνειδήσεως του, έναντι των ανθρώπων, της κοινωνίας και αυτού του Θεού. Θα επιδιώξει λοιπόν τη θέση, θα ζητήσει το αξίωμα, με μέσα όμως θεμιτά, με τρόπο δίκαιο. Και εάν το επιτύχει, όπου και αν τοποθετηθεί, θα διακονεί ως διάκονος Χριστού, θα προσφέρει τις υπηρεσίες του «ως τώ Κυρίω», με σεβασμό και αγάπη προς τον αρχόμενο πλησίον του.
          Αλλά και αν δεν το επιτύχει, δεν απογοητεύεται. Αφήνει τον εαυτό του στα χέρια του πανσόφου Θεού Πατρός, ο οποίος προνοεί και ρυθμίζει τα πάντα προς το συμφέρον καθενός. Άλλωστε ο πιστός, όπου και αν βρεθεί, καλλιεργεί το τάλαντο, που του έδωσε ο Θεός, με προθυμία και με ταπείνωση, με επιμέλεια, πάντοτε προς ωφέλεια. Και ικανοποιείται απολύτως. Είναι σχετικά και αξιόλογα αυτά που ο
Μ. Βασίλειος σημειώνει: «Εάν επιθυμείς την δόξα και θέλεις να φαίνεσαι ανώτερος από τους πολλούς και να γίνεσαι και να προκόπτεις σε πράγματα του κόσμου, να είσαι δίκαιος, σώφρων, συνετός, γενναίος, υπομονετικός… Με αυτόν τον τρόπο και τον εαυτό σου θα σώσεις και εις ανώτερα αγαθά θα φανείς περίοπτος».
          Για τον Χριστιανό υπάρχει και άλλος πόθος πολύ ανώτερος, γι’ αρχή και δόξα ασυγκρίτως μεγαλύτερη και αιώνια. Είναι η δόξα της βασιλείας των Ουρανών, τα αγαθά τα υπεργήϊνα, τα ανεκλάλητα και συγχρόνως αναφαίρετα. «Ά οφθαλμός ούκ είδε και ούς ούκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ούκ ανέβη ά ητοίμασεν ο Θεός τοίς αγαπώσιν αυτόν» (Α’ Κορ. β’ 9). Ο πιστός δεν λησμονεί ότι ο Λυτρωτής μας έχει υποσχεθεί στους αγωνιστές Χριστιανούς, που νικούν το κακό, να τους καθίσει στον δικό του πανένδοξο θρόνο τον βασιλικό (Αποκ. Γ’ 21). Και αυτήν τήν αρχή και εξουσία ποθεί, γι’ αυτήν αγωνίζεται. Και φοβάται και φυλάγεται μήπως άλλου είδους δόξες και τιμές, κοσμική και ματαία φιλαρχία, τον επηρεάσουν και τον τυφλώσουν. Γι’ αυτό μαζί με τον όσιο Εφραίμ ικετεύει τον Κύριο: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα… φιλαρχίας… μη μοι δώς…».   

Πηγή: «Του οσίου η ευχή», αρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

OI ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ.ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ!

 
ΑΞΙΩΣΕΙΣ του διαβόλου

Ομιλώντας το δαιμόνιο προς τον Θεόν δια τον αμαρτωλό λέγει:
«Βλέπεις πόσον αγαπά εσένα καί πόσον αγαπά εμένα; Αρα δεν είναι με το δικό σου μέρος, αλλά με το δικό μου. Τα έργα του είναι έργα μου. Ουδεμία σχέση έχουν με το ιδικό Σου θεϊκό θέλημα.
Οι αυθάδεις αυτές αξιώσεις του διαβόλου έναντι του Θεού είναι αποτέλεσμα των δικών μας πράξεων. Ό διάβολος είναι ό κατήγορος μας προς τον Θεόν.
Από τον Θεόν ό διάβολος απαιτεί να του παραχωρήσει άδεια καταλήψεως του ανθρώπου, διότι τα έργα μας δεν είναι του Θεού, αλλά του διαβόλου. Κύριε σώσον ημάς. «Κύριε μη, απόρριψης ημάς από του προσώπου Σου..,». (Ψαλμ. 50, 13).

Ο λειτουργός του Θεού καί οι ΜΑΓΟΙ.

«Δι αυτούς, λέγει το πονηρό δαιμόνιον πού τους Έχω εγώ καί κάνουν τα μαγικά μου, να προσεύχεσαι πάντοτε καί ουδέποτε να τους καταράσαι. Διότι αν για σας Εκείνη (εννοεί την Παναγία μας) κλαίει μίαν φοράν, δια τους μάγους κλαίει δύο φοράς, διότι γνωρίζει πού θα πάνε».
Το θλιβερό κατάντημα των μάγων δεν δύναται ανθρώπινος νους να το συλλαβή. Σύμβουλοι στο παρόντα κόσμον καί σύμμαχοι καί όργανα των μάγων είναι οι δαίμονες με ανταλλαγή την αίώνιον καί άθάνατον ψυχήν του καθ' ενός, πού μεταχειρίζεται την μαγεία. Πόσον, αλήθεια, πόσον πρέπει ό κάθε πιστός να προσεύχεται για αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους.
Όταν ό κύριος προσηύχετο δια τους σταυρωτάς Του έδωκε παράδειγμα προς μίμησιν εις ημάς. Όπως εκείνοι δεν γνώριζαν Τι έπρατταν, καί οι μάγοι «ουκ οίδασι Τι ποιούσι».

Οι απειλές του διαβόλου κατά του πολεμούντος αυτόν

«Τα έβαλες εναντίον ολοκλήρου της κολάσεως. 'Αλλά καί εμείς δεν μένομεν ήσυχοι. Όπως μας καίεις, εδώ εις την γήν καθημερινώς, έτσι σου καίωμε καί εμείς το όνομα σου εις την κόλασιν».
Ο πολέμων τον διάβολο πρέπει να γνωρίζη, ότι απέναντι του υπάρχει ό διάβολος, εχθρός αόρατος, πού έχει μόνον ένα σκοπό: Να εμβάλλει φόβον. Κύριε δώσε μας την χάριν Σου, «ίνα ό φοβερός φοβηθεί και φυγή καί ό φοβίζων καί απειλών ημάς φοβούμενος φανή.»

Ή μυστηριώδης «ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ» Θεού καί διαβόλου

- «Όπως καί οσα αν σου περιγράψω - ομολογεί το πνεύμα το ακάθαρτων -είναι αδύνατον να συλλάβεις Τι υποφέρομε εμείς οι δαίμονες, όταν αυτή ή φωτιά συναντηθεί με μας μέσα του». (Εννοεί ό πονηρός διάβολος στον ασθενή καί οχλούμενον υπό των ακαθάρτων πνευμάτων).
Αν ανάψουν όλα τα πετρέλαια της οικουμένης καί όλα τα πετρέλαια της Αραβίας, δεν φθάνουν την φωτιά, πού μας κατακαίγει όταν κοινωνεί αυτός...», (εννοεί ό δαίμονας το δαιμονισμένο άτομο).
Η μυστηριώδης «ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ» του Θεού μετά του διαβόλου μέσα εις τον ασθενή είναι μέγα πρόβλημα. Ποία σχέσης φωτός καί σκότους; Θεού καί Βελίαρ; Καί όμως! Παραδόξως ό Πανάγαθος Θεός, εις τα περιστατικά αυτά, εκδηλώνει την άμετρων ιδιότητα της ΥΠΟΜΟΝΗΣ απέναντι του δαίμονος. Όπως όταν ό άνθρωπος διαπράττει το μεγαλύτερον έγκλημα της αμαρτίας. Καί τότε εφαρμόζεται δια τον αμαρτωλό άνθρωπον ή Μακροθυμία του Θεού. Διότι αποσκοπεί ό Θεός εις την σωτηρίαν του ανθρώπου καί όχι στην απώλειά του.

Στην περίπτωσιν του δαιμονισμένου ανθρώπου, οποιοσδήποτε καί αν είναι, αναμένει την μετάνοιάν του. Καί όταν ή μετάνοια είναι ειλικρινής, τότε εξαφανίζεται ό διάβολος.
Εάν ό Θεός εξεδίωκε αυτομάτως με την μετάδοση της Θείας Κοινωνίας τον διάβολο, έκαστος θα αμάρτανε ασυστόλως καί θα διελογίζετο:
»Καί αν έλθη ό διάβολος μέσα μου, εγώ θα κοινωνήσω καί αμέσως θα φυγή!...».

Κατ' αυτόν τον τρόπον όμως ουδείς δαιμονισμένος θα υπήρχε καί θα υπερεπερίσσευεν ή αμαρτία. Ό φόβος της καταλήψεως υπό του διαβόλου είναι ένας λόγος αποφυγής της αμαρτίας.
Ή απερίγραπτος ΚΑΚΙΑ του διαβόλου κατά του ανθρώπου.
- «Δεν θέλω να κινείτε ανθρωπινή σκιά επί του πλανήτου τής γης. Εάν με άφηνε - συνεχίζει ό κακούργος δαίμονας - μόνον ένα λεπτό της ώρας, θα καταπόντιζα ολόκληρη τη γήν».
Ποίος δύναται να περιγράψει την κακίαν του διαβόλου κατά του ανθρώπου; Αυτήν την κακίαν του παγκάκιστου δαίμονος ουδέποτε την έλαβε ύπ' όψιν ό κοσμικός άνθρωπος. Καί το σημαντικότερον πάντων, ουδέποτε προσπαθεί να αποφυγή τα πονηρά καί διαβολικά έργα.
Δώσε Κύριε, δώσε φώτιση στον κόσμον Σου.

Ή άμετρος ΠΟΝΗΡΙΑ του διαβόλου

-Κάνω τόσον όμορφα τη δουλειά μου, πού είναι αδύνατον να με ανακαλύψεις πότε καί πώς ενεργώ».
Η άμετρος πονηρία του διαβόλου δεν ανακαλύπτεται ευκόλως. Οτιδήποτε κακό, είναι του διαβόλου. Πόσον όμως κρύπτεται ό αυτουργός της πονηρίας, δεν υποπτεύεται ό άνθρωπος. Ουδέποτε ό ποιών το κακόν είναι μόνος του. Όπισθεν κάθε μιας πράξεως, πού είναι αντίθετος των εντολών του Θεού, υποκρύπτεται ό μισόκαλος δαίμονας.

Τα ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ του διαβόλου.

- «Δεν φεύγω, όσο ξύλο καί αν τρώγω. "Έχω δικαιώματα», φωνάζει με κομπασμό καί ύπερηφάνειαν ό διάβολος.
Όπως εις την περίπτωσιν των δαιμονισμένων στην χωρά των Γεργεσηνών χρησιμοποιεί, ό διάβολος, την γλώσσαν της παρακλήσεως (Μάρκ. 5, 6-7) προς τον Κύριον, ούτω καί τώρα. Γνωρίζει, ότι ό Θεός δεν θα τον ανεχθεί επί πολύ ακόμη, καί προβαίνει εις παρακλήσεις καί ικεσίας. Χρησιμοποιεί το όπλον της υποκρισίας. Οι υποκριτικές παρακλήσεις του επιμαρτυρούν την αδυναμία καί την κακίαν του.

Ή ανυποχώρητος ΕΠΙΜΟΝΗ του διαβόλου.

·Δεν υποκύπτω εύκολα όπως εσείς, λέγει με πολλήν ειρωνεία ό υπερήφανος δράκοντας. Εγώ μάχομαι με όλη μου την δύναμιν να κρατηθώ. Εκείνος, πού θα μείνει τελευταίος, εκείνος θα κερδίσει την μάχη ν».
Μη νομίσωμεν, ότι ό διάβολος υποχωρεί με την πρώτη μάχη. Είναι εις πολλάς περιπτώσεις ανυποχώρητος. όταν προσέξομε πόση επιμονή έδειξε εναντίον του Κυρίου, στην έρημον τότε θα αντιληφθούμε το διαβολικό πείσμα. Άλλα θα υποχωρήσει καταντροπιασμένο το σκοτεινό δαιμόνιο όταν καί ημείς επιμένουμε αντιτάσσοντας εις αυτό τάς δυνάμεις μας, τάς οποίας ενισχύει δια της χάριτος Του ό Θεός. Δεν πρέπει να υποχωρήσουμε ούτε να υποκύψουμε στις πανουργίας του διαβόλου. Το «άντίστητε τω διαβάλω·· δεν έχει την έννοια της ολιγόλεπτου μάχης. 'Αλλά της διαρκούς καί πεισματώδους μάχης καί τότε επέρχεται ή νίκη.

Ό διάβολος ΟΜΟΛΟΓΕΙ...

« Αν γνώριζα το κακόν, πού θα μου έκανε, δεν θα τον σταύρωνα...».
Ό ΣΤΑΥΡΟΣ του Κυρίου. όπλον αήττητων. όπλον ακαταμάχητο. «Φρίττει γαρ καί τρέμει - ό διάβολος - μη φέρων καθαράν αυτού την δύναμιν.» «Σταυρός ό φύλαξ πάσης της οικουμένης...» Συνεπώς, ό Σταυρός, ως Σύμβολο, ως Σχήμα, ως Τύπος, ως Ουσία, ως Νόημα Ζωής, κατέχει δεσπόζουσα θέσιν εν τη Εκκλησία καί παντού εντοπίζεται». (Ιδε ΒΙΒΛΙΟΝ «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ» Επιμέλεια 'Αρχιμ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Καθηγουμένου Ίερ. Μονής ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ)

Ό διάβολος ΕΙΡΩΝΕΥΕΤΑΙ...

- Σάς υπόσχεται ΕΚΕΙΝΟΣ τον Παράδεισον λέγει καταγελών ημάς, ό διάβολος, δια το κατάντημα μας - καί δεν τον ακολουθείτε. Σάς υπόσχομαι εγώ την κόλασιν καί όλοι έρχεσθε μαζί μου».

Τι είναι ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ; Σε απασχόλησε ποτέ ή σκέψις; Ότι, όταν πεθάνεις, εμπρός σου εκτείνεται ένας ατελείωτος αιώνιος κόσμος; Εάν κερδίσωμεν την Βασιλείαν του Θεού, κερδίσαμε το πάν. Εάν όμως κολασθούμε, χάσαμε το πάν. «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίσει τον κόσμον όλον, καί ζημιωθεί την ψυχήν αυτού;» (Μάρκ. 8, 36).

Ο διάβολος ΔΕΝ ΠΑΥΕΙ να μας καταπολεμά.

« Εγώ κάνω ακατάπαυστα το καθήκον μου καί σας καταπολεμώ, λέγει ό κακούργος καί άρχέκακος δαίμονας. Εσείς κάνετε το καθήκον σας να με καταπολεμείτε όπως εγώ σας καταπολεμώ;».
Ο διάβολος ημέρας τε καί νυκτός καταπολεμεί τον κάθε άνθρωπον. Προ πάντων τους πιστούς. Καταστρώνει σχέδια την νύκτα, δια να τα εφαρμόσει την ήμέραν. «Σκέπτομαι, σκέπτομαι, Τι άλλο να σου κάνω- λέγει ό διάβολος. Αν γνωρίζαμε, Ότι εις κάθε βήμα της ζωής μας ό διάβολος παραμονεύει να μας προξενήση κακόν, θα ήταν διαφορετική ή ζωή μας. Το όνομα μου είναι ΔΙΑΒΟΛΟΣ...
- «Το όνομα μου είναι διάβολος, λέγει ό πανούργος δαίμονας. Αυτό σημαίνει, Ότι τίποτε άλλο δεν μπορώ να σας κάνω, ειμή μόνον να διαβάλλω. Δεν αναγκάζω κανένα. Εσείς διατί έρχεσθε μόνοι σας σε μένα;»
Ποίος δύναται να υποστήριξη ότι ό διάβολος τον εξανάγκασε προς διάπραξη της αμαρτίας; Ό κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποφασίσει το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ. Όπως ό Θεός παροτρύνει τον άνθρωπον να αποφυγή το κακόν καί να πράξη το καλόν, κατά τον ίδιον τρόπον ό διάβολος παροτρύνει τον άνθρωπον να απαρνηθεί το καλόν καί να διάπραξη το κακόν. Ιδού λέγει ό Θεός, παρέθηκά σοι πυρ καί ύδωρ ου αν θέλεις, εκτενείς την χείρα σου» (Σοφ. Σειρ. 15, 16). Ώστε μόνοι μας εκλέγομε τον Παράδεισον ή την κόλασιν. Ουδείς μας πταιει

Ό διάβολος ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ...

- Είσαι, πονηρέ δαίμονα, το σκότος τής κολάσεως.
-Είμαι, απαντά με πολλήν υπερηφάνειαν ό διάβολος.
- Είσαι ή λάσπη καί ή ακαθαρσία της κολάσεως.
- Είμαι, άπαντά με πολλήν αναισχυντία.
- Είσαι ή εφεύρεσης παντός κακού στο κόσμον.
Είμαι, άπαντα με διαβολική καύχηση. Είμαι καί δεν αρνούμαι.
Έχεις τίποτε άλλο να μου ειπείς;
Τώρα ερωτώ εγώ, λέγει ό παμπόνηρος καί παγκάκιστος δαίμονας. « Εφ' όσον είμαι ότι μου είπες, καί οτι δεν μου είπες, διατί μόνοι σας έρχεσθε καί κολυμπάτε μέσα εις το ιδικό μου βρώμικο καί ακάθαρτο νερό;»
Χρειάζονται σχόλια; Ό ουρανός, ή γη, ή θάλασσα μολύνθηκαν από τα βρώμικα καί ακάθαρτα νερά των δικών μας πράξεων. Τι μας απομένει; Η ή μετάνοια ή, ή θεία δίκη καί τιμωρία.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ό διάβολος;

- «Είμαι, λέγει ό διάβολος, ελεύθερος. Με άφησε ελεύθερον. Ουδείς θα μείνει άθικτος. Όλοι θα περάσετε από το κόσκινο μου...».
« Ιδού ό σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον» « Ιδού ό σατανάς, όπως άλλοτε περί του Ιώβ, ούτω καί δια σας τώρα ζήτησε να σας ταράξει καί σας κλονίσει, όπως κοσκινίζεται καί σείεται το σιτάρι μέσα εις το κόσκινον·· (Λουκ. 22, 31).
«Καί εβλήθη ό δράκων, ό όφις ό μέγας ό αρχαίος, ό καλούμενος Διάβολος καί ό Σατανάς, ό πλανών την οικουμένη όλη, εβλήθη εις την γήν, καί οι άγγελοι αυτού μετ' αυτού εβλήθησαν». «Καί έρρίφθη ό δράκων ό μεγάλος, ό παλαιός όφις, που παρέσυρε εις την παράβασιν τους πρωτοπλάστους, ό καλούμενος διάβολος καί ό σατανάς, ό όποιος πλανά την οικουμένη όλη. Έρρίφθη εις την γήν, καί οι σκοτεινοί άγγελοι του ερρίφθησαν καί αυτοί μαζί με αυτόν».
ΕΙναι κοινή ομολογία, ότι τα σημεία των καιρών προειδοποιούν, ότι κάτι φοβερόν αναμένει τον πλανήτη της γης. "Ας είμεθα λοιπόν Έτοιμοι...».

ΠΕΣΕ ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗΣ...

-Πάψε πια να μας πολεμάς.,., λέγει ό κακούργος καί άρχέκακος όφις. Έλα να συμμαχήσομε μαζί. Πέσε να με προσκύνησης καί Ότι μου ζήτησης, θα σου το δώσω. Χρυσάφι όσο θέλεις. Πλούτη, θέσεις, αξιώματα...».
- Αποτάσσομαι σοι, Σατανά, καί πάσι του έργοις σου, καί πάσι τοις άγγέλοις σου, καί πάση τη λατρεία σου, καί πάση τη πομπή σου. Πτού σου καταραμένε καί αφορισμένε από τον Επουράνιό μου Θεόν.
Ο ίδιος παρέμεινε καί παραμένει ό διάβολος καί θα παραμένει από τότε, πού πολέμησε τον Κύριόν μας εις την ερημον, έως της σήμερον καί έως της συντέλειας του κόσμου. Αυτόν τον άσπονδο έχθρόν του ανθρώπου πρέπει να και πολεμήσωμεν, δια να λάβωμεν τον στέφανον της νίκης.

Θα μεταχειριστεί τα πάντα

Δεν είναι δυνατόν, να παραγνωρισθεί ή πραγματικότης. Αυτό, δηλαδή, πού τονίσθηκε περισσότερον παρά άλλοτε, Ότι ό Αντίχριστος θα μεταχειριστεί τα πάντα, δια να παραπλάνηση τους ανθρώπους της γης. Θα ποίηση εικόνα καί θα δώσει πνεύμα πλάνης εις αυτήν καί θα «λαλήση ή είκών του θηρίου». Θα εξαναγκασθούν οί άνθρωποι να προσκυνήσουν την εικόνα, καί «όσοι εάν μη προσκυνήσωσι τη εικόνι του θηρίου», θα έχη την έξουσίαν ό Αντίχριστος «ίνα αποκτανθώσι», δηλαδή, να φονευθούν (Άποκ. 13,15).
Θα δώσει «χάραγμα» εις τους ανθρώπους. Το χάραγμα θα είναι ή επί της δεξιάς χειρός ή επί των μετώπων των ανθρώπων. Ό διαχωρισμός των οπαδών του Χριστού καί των οπαδών του Αντίχριστου θα αρχίσει εκ της τροφής. Ή αγορά καί ή πώλησης τροφών. Το σημείον τούτο θα είναι κρίσιμο. Πολλοί θα υποκύψουν, διότι δεν θα γνωρίζουν, Ότι καί αυτός ό Αντίχριστος δεν θα εχη εις το τέλος τροφή δια να δώσει εις τους οπαδούς του.
Το χάραγμα ή, ή σφραγίδα του Αντίχριστου θα δώσει την ευκαιρία μόνον εις τους σφραγισμένους «να αγοράζουν ή να πωλούν» (Άποκ. 13,17).

Εν συνεχεία θα προχώρηση ό Αντίχριστος στην διακίνηση του νομίσματος. Θα δέσμευση το χρήμα, το νόμισμα. Θα εχη δε δικαίωμα μόνον ό σφραγισμένος να χρησιμοποιεί το ειδικό νόμισμα, το κοινόν εις τα έθνη. Τότε, με την ιδία σφραγίδα θα δικαιούται να μετακινείται από τόπου εις τόπον δι' όλων των μέσων. Θα διακοπή, δηλαδή, ή μετακίνησης των αρνουμένων την σφραγίδα του Αντίχριστου.
Ειδική ταυτότητα ή ειδική κάρτα θα είναι το έτερον σημείον του διαχωρισμού των πιστών από τους απίστους. Τότε όσοι θα χρησιμοποιούν την ειδική κάρτα θα είναι οί νομοταγείς εις το κράτος. Όσοι θα αρνηθούν, θα είναι οί παράνομοι. Από του σημείου τούτου θα αρχίσει Όσοι διωγμός καί το μαρτύριο.
Τα θαύματα καί ή πλάνη του Αντίχριστου θα πολλαπλασιασθούν. Ό κόσμος θα είναι βυθισμένος εις το σκότος καί όλο καί περισσότερον θα περιπατεί εις το σκότος καί όλο καί περισσότερον διαρκώς εις τάς τάξεις του «ανόμου». Το αποκορύφωμα θα είναι ή παγκόσμιος κυριαρχία του «ανθρώπου της αμαρτίας, του υιού της απώλειας» (Β' Θεσσ. 2,3).

Χρειάζεται προσοχή

Δια την ύπαρξιν του διαβόλου δεν χωρεί ουδεμία αμφιβολία. Ή ενανθρώπισης του Κυρίου σκοπό είχεν την απελευθέρωσιν του ανθρώπου εκ της δυναστείας του διαβόλου. Ή επί γης Εκκλησία του Χριστού κατεργάζεται την σωτηρίαν κάθε ψυχής. όταν ομιλούμε περί σωτηρίας, προϋποτίθεται ή ύπαρξης εχθρού. Ό εχθρός ποίος; Ο σατανάς καί διάβολος ό «πλανών την οικουμένη όλη...» (Άποκ. 12,9).
Ή ύπαρξης κακών πνευμάτων μαρτυρείτε από όσους λυτρώθηκαν από αυτά. Ή προσωπική των εμπειρία, τα βάσανα πού υπέστησαν, ή πάλη πού διεξήγαγαν, ό αγώνας πού υπεβλήθησαν δεν αφήνουν αμφιβολίας δια την ύπαρξιν δαιμόνων. ούτε δίδουν υπόνοια να φανταστή κανείς, Ότι υπέφεραν ή ότι ηθέλησαν οι ίδιοι να υποφέρουν για επίδειξη. Δεν είναι δυνατόν, να ισχυριστεί κάποιος, Ότι, οσα υπέφεραν αυτά τα άτομα, είσαν εικονικά, ότι ενεφανίζοντο στον κόσμον με επιτηδειότητα, δια να κινήσουν υπέρ αυτών τον οίκτων ή την συμπάθεια.

Απεριόριστος προσοχή επιβάλλεται να ύπάρχη εις την παρούσαν ζωήν εκ μέρους των πιστών. Ό διάβολος καραδοκεί δια να είσέλθη εις την ψυχήν καί να την θανάτωση. Είναι ανθρωποκτόνος καί ψυχοκτόνος. Εργάζεται χωρίς ανάπαυλα. ούτε τη μέρα ησυχάζει ούτε νύκτα αναπαύεται. Μυριάδες μυριάδων αϊ παγίδες του καί αυτός είναι έτοιμος να συλλαβή το θύμα του καί να το εκδικηθεί.

Έναντι αυτού του αοράτου εχθρού ημείς είμεθα παντελώς ανίσχυροι. Δια τούτο επιβάλλεται όπως αναθέσωμεν πάσαν την ζωήν μας εις τον Κύριον Ιησούν. «πάσαν την μέριμνα ημών επιρρίψαντες έπ' αυτόν, Ότι αύτω μέλει περί ημών, νίψατε, γρηγορήσατε" Όσοι αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α' Πετρ. 5,7-8). Οι θετικοί παράγοντες προς απελευθέρωσι εκ του πονηρού πνεύματος.

Θετικοί παράγοντες δια την προσέλκυση της χάριτος του Θεού είναι αυτοί:

α. Το Ακατανίκητο όπλο της ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.

β. Ή ανάγνωσης και ή μελέτη της Αγ. ΓΡΑΦΗΣ.

γ. Ή βαθιά μελέτη του Λόγου του Θεού.

δ. Μελέτη καί ανάγνωση ιδιαιτέρως των Ψαλμών του Δαυίδ.

ε. Καθημερινή ανάγνωση των πατερικών κειμένων της Εκκλησίας. Οι άθλοι και τα μαρτυρολόγια των αγίων.

στ. Ή εξομολόγηση καί ειλικρινής απόφαση να μην επιστρέψει ο ασθενής εις τα οπίσω, αλλά να πράττει το θέλημα του Θεού.

ζ. Οι παρακλήσεις καί οί χαιρετισμοί της Παναγίας μας και άλλε παρακλήσεις αγίων.

η. Ή νηστεία επίσης αποτελεί μέγα όπλο κατά των πονηρών πνευμάτων. Το διαβεβαίωσε Όσοι Κύριος, όταν έδωκεν εις την γενεάν των ανθρώπων την θεϊκή Του συνταγή. «Το γένος τούτο εν ουδενί δύναται εξελθείν ειμή εν προσευχή και νηστεία» (Μάρκ. 9,29). Ή εγκράτεια εις την τροφήν, πού επεκτείνεται καί εις τα σαρκικά, είναι αναγκαία, δια να εκδιωχθεί ο διάβολος.

θ. Επισφράγισμα μιας προσπάθειας κατά των πονηρών πνεύμα των είναι ή μετάληψις των αχράντων μυστηρίων του Θεού. Το Σώμα καί το Αίμα του Κυρίου είναι το υπέρτατο όπλο, πού κατασυντρίβει την δύναμη του διαβόλου. : -«Ως λέοντες τοίνυν πυρ πνέοντες, όντως από της τραπέζης αναχωρούμε εκείνης, φοβεροί τω διαβάλω γινόμενοι» (Ρ.Ο. 59,260).

«Πίνετε αγιασμό. Όσο πιο συχνά τόσο πιο καλά. Είναι το καλλίτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο. Αυτό δεν το λέγω σαν παπάς, το λέγω σαν γιατρός. Από την Ιατρική μου πείρα».
(Αρχιεπίσκοπος Λουκάς Βοϊνογιασινέτσκι, 1961)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΕΥΧΟΣ 43-44 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1991

St. Theodore the Studite-Homily for the First Friday of Great Lent


Catechesis 55: On Decorating our Incorruptible House Through the Assumption of the Virtues

by St. Theodore the Studite

Given on Friday of the First Week.

Brethren and fathers, people in the world when they erect a luxurious house give themselves no rest at night and at the end of the day they toil and plan, labouring until they have achieved their object; and such is the longing that fills them that their mind is wholly occupied in this and in considering how the roof may be well-covered, how the floor, adorned with many different marbles with every other form of elegance, will offer lovers of fine sights the most pleasing appearance. But if someone were to wish to tear them away from that care, they would be most distressed, as though they were being seriously wronged. But we, when we are building not a corruptible house but an incorruptible, not one made out of stones and wood but one skilfully constructed from spiritual graces, how can we be idle and come far below these others in zeal? How should this not be the greatest of wrongs? That other house harbours people who love the flesh and when it has passed through many masters it will be pulled down and deserted. The other knows that it welcomes the Holy Spirit, since "we are a temple of the living God and the Spirit of God dwells in us", as the divine Apostle says. Moreover with those who depart from things here it leaves too and abides in heaven intact and eternal. What is the material of this building? The assumption of the virtues. Take first, if you will, as a foundation stone, the fear of God, since "the fear of the Lord is the beginning of wisdom". Next understanding, courage, sobriety, justice; and so with one attached firmly to the other and fitted together with the bond of love it will "grow into a holy temple of the Lord," as it is written. Let us be building this temple, brethren, at every moment, and let us not fail to adorn it with the beauty of the virtues, so that we may have the Holy Spirit for its inhabitant, so that by the pleasantness of our life we may turn the attention of angels and men to ourselves. But since one of the virtues is self-mastery, and we are more closely concerned about this one, let us give glory to God that we have arrived at the one stadium for it. Your faces have been changed from what they were before, but they shine with a fair change: the pallor that comes from self-mastery; your mouths have become embittered, filled with the bile of eating late, [The only reference in the lexica for this word is the Greek Ephrem, where Lampe translates ‘eating slowly’, but the meaning here is surely ‘eating late’, that is after Vespers in the late afternoon, when the only meal is eaten on fast days] but your spirits have been sweetened, flying on wings of hope. And these things are opposed to one another, and by mastering the one the other has become weak; so that we may rejoice for we are sided with the stronger. Perhaps some one will say that to eat every day is a failure of perfection. Not at all! Otherwise our Lord would not have ordered us to ask each day for our daily bread; the prophet Elias would not have been nourished each day in the desert by a raven; Paul, who dwelt in the desert before the godly Antony, would have received bread from God every day; Antony the Great preferred as almost necessary eating daily to a fast of above a day or for a week. And this is how it seems to me; for since our body is physically exhausted through its toil for the whole day, like a racing colt, and needs its rest, so necessarily the creator of our nature has arranged for it to be strengthened by its daily nourishment so that it might run well for the future, but not be exhausted and fading, which what they suffer who drag out their fast over two, three and five days. Nor would they be able to prostrate more frequently, not to join more lustily in psalmody, nor to accomplish their other services easily, unless something truly extraordinary happens. And so daily nourishment is not simply for the imperfect, but very much for the perfect by the traditional definition and canon. And thank goodness these things have been laid down by the fathers. And may you be granted again and again both health of body and strength of spirit to serve the living and true God and to await the last day, in which may you shine out like the sun as heirs of the kingdom of heaven, in Christ Jesus our Lord, to whom be glory and might, with the Father and the Holy Spirit, now and always and to the ages of ages. Amen.

Γερων Νίκων - «Ο Πνευματικός αγώνας»

Ομιλία Μοναχού Γέροντος Νίκωνος από τη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους με Θέμα: «Ο Πνευματικός αγώνας», που πραγματοποιήθηκε στον Ι.Ν. Αναλήψεως του Χριστού, Βόλου στις 2/4/2012.

Wednesday, 20 March 2013

Άγ Ιωάννης ο Χρυσόστομος-Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό , μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη!

Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό , μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη. Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της τιμής που μας έκανε. Ύστερ' από τις τόσες ευεργεσίες Του, φανήκαμε αχάριστοι αλλά και ασύνετοι. Αφήσαμε τον διάβολο να μας γυμνώσει από' όλες τις θεϊκές δωρεές.
Κι έτσι, εμείς, που αξιωθήκαμε να είμαστε παιδιά και αδέλφια και κληρονόμοι του Θεού ,δεν ξεχωρίζουμε καθόλου από τους εχθρούς Του, που χλευάζουν τη μεγαλοσύνη Του και καταπατούν τον νόμο Του. «Αλίμονο, ψυχή μου!», αναφωνώ μαζί με τον προφήτη. «Χάθηκε η ευσέβεια από τη γη.
Ούτ' ένας δεν υπάρχει που να κάνει το καλό» ( Μιχ. 7:1-2 ) .
Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τα λόγια μου υπερβολικά . Άλλοι ίσως και να γελούν. Τόσο ανόητοι είμαστε , που γελάμε για όσα θα έπρεπε να κλαίμε. «Γιατί η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανό, για να τιμωρήσει κάθε ασέβεια και αδικία των ανθρώπων» ( Ρωμ. 1: 18 ).
«Ο Θεός , ο Θεός μας θα έρθει φανερά και θα λύσει πια τη σιωπή Του. Μπροστά Του θα πηγαίνει φωτιά δυνατή, ολόγυρά Του θα ξεσπάει καταιγίδα σφοδρή» ( Ψαλμ. 49: 3 ) . «Η φωτιά, που θα προπορεύεται, θα κατακαίει γύρω τους εχθρούς Του» ( Ψαλμ.96: 3 ) . «Να, έρχεται η μέρα του Κυρίου σαν αναμμένο καμίνι» ( Μαλ. 4: 1 ) .
Κανένας δεν δίνει σημασία σε τούτες τις προρρήσεις των Γραφών. Τα φοβερά λόγια των προφητών περιφρονούνται σαν παραμύθια. Πώς, λοιπόν, θα σωθούμε; Πώς θ' αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία; «Χαθήκαμε, αφανιστήκαμε» ( Αριθ. 17:27 ) , γίναμε περιγέλια των απίστων, των ειδωλολατρών και των δαιμόνων.
Ο διάβολος καμαρώνει και χαίρεται. Οι φύλακες άγγελοί μας είναι ντροπιασμένοι και σκυθρωποί. Και οι κήρυκες της Εκκλησίας, που μάταια μας καλούν καθημερινά σε μετάνοια, απογοητευμένοι από την αδιαφορία μας ,καταφεύγουν ,σαν τους προφήτες του Ισραήλ ,στα άψυχα στοιχεία, που, μολονότι άλογα, υποτάσσονται πάντα στους νόμους και όρους του Κτίστη τους, χωρίς ποτέ να παραβαίνουν τη θεία τάξη: «Άκου, ουρανέ, και βάλε στ' αυτιά σου, γη, γιατί μιλάει ο Κύριος: " Γέννησα παιδιά και τα μεγάλωσα, αυτά όμως μ' αρνήθηκαν" » (Ησ. 1:2 ).
Εμάς αφορούν αυτά τα λόγια. Εμείς αρνηθήκαμε τον Πλάστη και Ευεργέτη μας. Εμείς γίναμε πιο άλογοι κι από τα άλογα κτίσματα, καταπατώντας τους φυσικούς και θεόσδοτους νόμους. Καιρός είναι, λοιπόν, να μετανοήσουμε. Καιρός είναι να συνέλθουμε. Όσοι από μας είναι ακόμα υγιείς, ας βοηθήσουν τους αρρώστους.
Όσοι είναι όρθιοι, ας απλώσουν φιλάδελφα το χέρι τους στους πεσμένους. Όσοι βαδίζουν σταθερά στο δρόμο της σωτηρίας, ας προσελκύσουν κι εκείνους που τριγυρνούν στις γκρεμοτοπιές της απώλειας. Ας μη νοιαζόμαστε μόνο για το συμφέρον μας, αλλά και για την ωφέλεια των αδελφών μας. Όλοι φροντίζουμε ν' αυξήσουμε τα κέρδη μας, κανένας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ανάγκη. Όλοι απλώνουμε τα χέρια για να πάρουμε, κανένας για να δώσει. Όλοι σκεφτόμαστε πώς θα παρατείνουμε την επίγεια ζωή μας, κανένας πώς θα σώσει την ψυχή του.
Όλοι φοβόμαστε την επίγεια δυστυχία, κανένας δεν τρέμει την αιώνια κόλαση. Άφατη είναι η οδύνη της ψυχής μου για την πώρωσή μας. «Ποιος μπορεί να κάνει το κεφάλι μου πηγάδι με νερό και τα μάτια μου πηγές δακρύων, για να κλαίω το λαό μου τούτο μέρα και νύχτα;» ( Ιερ. 9:1 ) .
Ίσως μερικοί από σας να λένε με δυσφορία: "Όλο για δάκρυα και θρήνους μας μιλάει αυτός εδώ, όλα μαύρα κι άραχνα τα βλέπει". Δεν θα το ήθελα , πιστέψτε με, δεν θα το ήθελα. Μόνο χαρά κι ευφροσύνη θα ποθούσα να νιώθω, μόνο επαίνους και εγκώμια ν' αναφέρω. Μα δεν είναι καιρός για τέτοια . Τι κι αν δεν κλαίω, αφού τα έργα μας είναι για κλάματα; Τι και αν δεν θρηνώ, αφού τα έργα μας είναι αξιοθρήνητα; Σας ενοχλεί η θρηνολογία μου; Αλλά γιατί δεν σας ενοχλούν οι αμαρτίες σας; Είναι αποκρουστικός ο οδυρμός μου; Αλλά μήπως δεν είναι, και περισσότερο μάλιστα , ο αντίθετος βίος σας; Μην πέσετε στην κόλαση, και δεν πενθώ.
Μην πεθάνετε ψυχικά, και δεν κλαίω. Βλέποντάς σας, όμως, να χάνεστε, πώς να μη λυπάμαι; Πατέρας σας είμαι, πατέρας πνευματικός και φιλόστοργος . Ακούστε τι λέει ο Παύλος: «Παιδιά μου, (που σας γέννησα πνευματικά), για την αναγέννησή σας πάλι περνώ τους πόνους της (πνευματικής) γέννας» ( Γαλ. 4: 19 ) . Ποια επίτοκη γυναίκα αφήνει τόσο πικρή φωνή, σαν αυτή του απόστολου;
Ω, αν μπορούσατε να καταλάβετε και τον δικό μου πόνο, αν μπορούσατε να δείτε τη φωτιά που καίει την καρδιά μου, θα διαπιστώνατε πως υποφέρω πολύ περισσότερο από τη νιόπαντρη, που χάνει τον άνδρα της, κι από τον πατέρα, που χάνει τον γιο του. Υποφέρω, γιατί η ζωή σας είναι γεμάτη ψεύδη και συκοφαντίες , διαμάχες και μίση, αδικίες και κλοπές , μοιχείες και ασέλγειες, κακουργίες και φόνους. Υποφέρω, γιατί και όσοι από σας δεν διαπράττουν τέτοια αμαρτήματα, πέφτουν καθημερινά στην κατάκριση και στην καταλαλιά. Νομίζουν πως είναι χριστιανοί, αλλά δεν φροντίζουν να είναι ευάρεστοι στο Χριστό, δεν προσέχουν τον εαυτό τους, δεν αφοσιώνονται στην θεραπεία της ψυχής τους.
Με τους άλλους ασχολούνται, τους άλλους κρίνουν, τους άλλους καταδικάζουν σαν αμείλικτοι δικαστές. "Ο τάδε είναι ανάξιος για το αξίωμα της ιερωσύνης", αποφαίνονται. "Ο δείνα είναι άσεμνος". "Ετούτος είναι υποκριτής" . "Εκείνος είναι αλήτης". "Ο άλλος είναι συμφεροντολόγος".
Αντί, όμως να λυπόμαστε και να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες, κρίνουμε τους συνανθρώπους μας. Ακόμα κι αν δεν αμαρτάναμε, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα χαρίσματα του κόσμου, ακόμα κι αν ήμασταν ανώτεροι απ' όλους τους ανθρώπους, δεν θα έπρεπε να κρίνουμε κανέναν. «Αλήθεια», ρωτάει τον καθένα μας, ο Απόστολος Παύλος, «ποιος σ' έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Ποιο χάρισμα έχεις , που να μην το έλαβες από το Θεό; Αφού, λοιπόν, το έλαβες, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο; « ( Α΄ Κορ. 4:7 ) .
Πολύ περισσότερο τώρα, που καθημερινά αμαρτάνουμε με τον ένα ή το άλλο τρόπο, δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεστομίζουμε κακό λόγο για οποιοδήποτε αδελφό μας. «Γι' αυτό», ξαναλέει ο σοφός Παύλος «είσαι αδικαιολόγητος, άνθρωπέ μου, εσύ που κρίνεις τον άλλο. Κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί κι εσύ, ο κριτής, τα ίδια κάνεις.

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Γέροντας Σωφρόνιος – Ο σκοπός μας, είναι να γίνουμε παγκόσμιες υποστάσεις


Η ακηδία, η λύπη, η καταπόνηση οπωσδήποτε θα σε επισκέπτονται, όπως και κάθε άνθρωπο. Το κυριότερο θέμα είναι πώς εμείς τις αντιλαμβανόμαστε. Σου έγραψα ήδη, μου φαίνεται, ότι αν ζούμε τις καταστάσεις μας ως «ατομικές» μας μόνο, τότε η ψυχή στο τέλος όλων πτωχεύει και γίνεται άκαρπη, ενώ η ζωή χάνει το νόημά της και γίνεται αφόρητα οχληρή. Ο σκοπός μας, τον οποίο έχει θέσει μπροστά μας το Ευαγγέλιο, είναι να γίνουμε παγκόσμιες υποστάσεις, να φέρουμε μέσα μας όλο τον κόσμο, να ζήσουμε όλο το βάθος της ιστορίας του κόσμου, και επάνω απ’ όλα του Ανθρώπου. Όλη δηλαδή η ανθρωπότητα είναι αυτό το «Εγώ», και
όλη η ιστορία είναι η ζωή μου.

Κάθε οδύνη, κάθε χαρά, κάθε άλλο βίωμα αγάπης, δυσαρέσκειας, χαράς, λύπης, ελπίδας, απογνώσεως, κάθε εμπειρία πλούτου, φτώχιας, πείνας, κορεσμού, φόβου, εξουσίας, εκβιασμού, ταπεινώσεως, πάλης, μη αντιστάσεως… και όλων των λοιπών είναι για μάς αποκάλυψη αυτού που διαδραματίζεται στον Ανθρώπινο Κόσμο.

Μέσα λοιπόν από την προσωπική μας πείρα, που φαίνεται τόσο μικρή και εφήμερη, θα γνωρίσουμε το Είναι στο πλήρωμα του, όσο μας είναι εφικτό. Ακολουθώντας τον δρόμο αυτό, αντιδρώντας με τον τρόπο αυτό, ετοιμαζόμαστε για την πρόσληψη του Πνεύματος του Χριστού, ο οποίος μας φανέρωσε την εικόνα της τελειότητας των υιών του Θεού. Και όταν γινόμαστε οι ίδιοι «κατ’ εικόνα Του», νικούμε τον κόσμο, γινόμαστε υπερκόσμιοι, παγκόσμιοι και εξωκόσμιοι κατά το μέτρο της εξομοιώσεως μας προς τον Χριστό.

Δεν είμαστε σε θέση να επιζητούμε πόνο, παθήματα. Είναι φυσικό για κάθε ζωντανό ον να επιθυμεί τη χαρά, την αγάπη, το φως. Έχοντας όμως διδαχθεί από τον Θεό, δεν δειλιάζουμε μπροστά στα παθήματα, γιατί με αυτά και εμείς πλουτίζουμε με τη γνώση της αιωνιότητας, κερδίζουμε τη ζωή που αγκαλιάζει τα πάντα. Με τον ίδιο λοιπόν τρόπο ετοιμαζόμαστε και για την εμπειρία του θανάτου, για να γίνουμε ικανοί να προσλάβουμε την «κρείττονα ανάστασιν» (Εβρ. 11,35). 
Βέβαια στο κέντρο όλων βρίσκεται για μάς ο Χριστός, Θεός και Άνθρωπος. Χωρίς Αυτόν παραμένουμε στο σκοτάδι. Χωρίς Αυτόν είμαστε ανίκανοι να διακρίνουμε πού εμφανίζεται η «αμαρτία», δηλαδή η έκπτωση από τη Θεία Αγάπη του Πατρός. Ήδη προ πολλού πρέπει να έχουμε εγκαταλείψει την αφελή αντίληψη της αμαρτίας.

Η αμαρτία είναι ρήξη της σχέσεώς μας με τον Θεό, ο οποίος είναι το απόλυτο Φως, η απόλυτη Γνώση, η απόλυτη Αγάπη. Με Αυτόν δεν μπορεί να συνδεθεί τίποτε αταίριαστο. Αν θέλουμε να είμαστε μαζί του και εν Αυτώ, πιστά τέκνα Του, τότε πρέπει και εμείς να είμαστε Άγιοι, όπως και Αυτός είναι Άγιος:. Αν εμείς δεν είμαστε τέτοιοι, τότε λυπούμαστε για τον ίδιο τον εαυτό μας, στεκόμαστε στα όρια της απογνώσεως, με τον φόβο μήπως χάσουμε για πάντα την υιοθεσία και τη διαμονή στο απέραντο Φως. Εμείς όμως δεν πηγαίνουμε πέρα από το όριο αυτό. Απορρίπτουμε την πλήρη απόγνωση.
 Έτσι, η ζωή του Θεού, αν και όχι στο πλήρωμά της, διαφυλάσσεται μέσα μας, και εμείς με τον ένα ή τον άλλον τρόπο θα φτάσουμε στην τέλεια νίκη. Η αγάπη προς τον Χριστό είναι η πιο αξιόπιστη βεβαίωση της Αναστάσεώς μας. Και εσύ Τον αγαπάς, και δεν υπάρχει για σένα οδός ακηδίας.

Τα τελευταία λόγια τα είπε κατά κάποιο τρόπο ο όσιος Σεραφείμ πριν από ενάμιση αιώνα…

 Πηγή: Από το βιβλίο «Γράμματα στη Ρωσία»

Liturgy of the Presanctified Gifts,History and Commentary..


Liturgy of the Presanctified Gifts    

There is no celebration of the Eucharist on fasting days because the celebration is one continuous movement of joy; but there is the continuous presence of the fruits of the Eucharist in the Church through the Liturgy of the Presanctified Gifts.
On the one hand, as the Feast of the Church, the Eucharist is incompatible with fast and is not celebrated during Lent; on the other hand, as the grace and power of the Kingdom which are at work in the world, as our supplier of the ‘essential food’ and weapon of our spiritual fight, it is the very center of the fast, it is indeed the heavenly manna that keeps us alive in our journey through the desert of Lent. But the Kingdom of God is not food and drink but the joy and peace in the Holy Spirit. Just as in this world food fulfils its function only when it is consumed and thus transformed into life, the new life of the world to come is given to us through the partaking of the food of immortality.



In the early Church, it was thought that the solemnity with which the Church celebrated the Holy Forty Days Fast did not mesh so well with the incredibly joyful and triumphant nature of the Eucharistic Anaphora, of the Divine Liturgies of St. Basil the Great and St. John Chrysostom. In current practice many of the melodies used to chant the sacred texts of the Presanctified are set in a minor key, and this makes the service notably different from the festal celebrations of the Divine Liturgy on Saturdays and Sundays. For this reason, the Synod in Laodicea (363 AD) forbade the performance of the Divine Liturgies during the Great Lent, except on Saturday, Sunday, the Feast of the Annunciation, and Holy Thursday.



The Christians of that time were in the habit of receiving Holy Communion almost daily and now were deprived of the strengths derived from Holy Communion for about a week. That greatly saddened them. The Church, desiring its faithful to continue their pious habit of daily receiving the Holy Communion, developed the Liturgy of the Presanctified Gifts which enabled the faithful to communicate the Divine Eucharist on the weekdays during Lent.





From a formal point of view, the Liturgy of the Presanctified Gifts is a service of Holy Communion following Vespers (evening service). Customarily, the faithful would fast from all food during the daylight hours and then, near the end of the day, join together to pray Vespers. Following Vespers the Eucharist – which had been consecrated the previous Sunday – was distributed. In some places the Presanctified Eucharist was distributed daily, but over time the custom arose of celebrating the Liturgy of the Presanctified Gifts only on the Wednesdays and Fridays of Lent  (plus a few other special days).



It received its present form from St. Gregory the Great, Bishop of Rome in the sixth century. It became a Canon at the Quinisext Council in 692 AD.



The Canon reads:

On all days of the holy fast of Great Lent, except on the Sabbath (i.e. Saturday), and the Lord's Day (i.e. Sunday) and the holy day of the Annunciation, the Liturgy of the Pre-sanctified Gifts is to be served (Canon 52, Quinisext Council, 692 AD).

As the years passed, however, the Christians unfortunately lost their original zeal and ignored the benefits from Holy Communion, and so they did not receive it every day or even every Sunday. They received it at long intervals. Therefore the Liturgy of Presanctified Gifts lost its original and main meaning to those celebrating it. Today, it is used only during the Great Fast, on Wednesdays and Fridays; on Thursday in the fifth week of Great Fast; and on Monday, Tuesday and Wednesday in Passion (Holy) Week.



Brief commentary of the Service
 

The Liturgy of Presanctified Gifts consists of Vespers, with special Prayers together with a portion of the Divine Liturgy, omitting its most important part, the consecration of the Holy Gifts; and the Third, Sixth and Ninth Hours (with the Typical Psalms) are used in a particular manner at the beginning. The evening reception of Communion is fulfilled after a day of prayer and fasting, with the total abstinence from food and drink at least from the early morning hours of the day. This approach is understood as a state of preparation and expectation, the state of spiritual concentration on that which is about to come. Physical hunger corresponds to the spiritual expectation of fulfilment, the opening up of the entire human being to the approaching joy. Thus, the fast is not only a fast of the members of the Church; it is the Church itself as fast, as expectation of Christ who comes to the Church in the Eucharist, who shall come in glory at the consummation of all time.



The Sacred Elements, consecrated at the Divine Liturgy on Saturdays and Sundays, are preserved on the holy Altar in the tabernacle. The priest places the Gifts on the diskos with prayer and incensing after the Great Litany, during the chanting of the psalms (kathisma). He carries them in solemn procession around the back of the Altar, and to the Table of Oblation (Proskomide).



The evening psalm, Lord, I have cried, is then sung with the special hymns for the day. This is followed with the evening entrance, the hymn O joyful light of the holy glory, and two Biblical readings; from Genesis and from Proverbs. From Genesis each year we learn all over again about the creation of the world, the fall of man, Cain and Abel, Noah and the Flood, God’s covenant with Abraham, Sodom and Gomorrah, Abraham being put to the test, and then about Joseph and his brothers. From Proverbs we are taught the practical wisdom for living the moral life. While always profitable for the believer these lessons date to the time when those preparing to be enlightened in Baptism, the catechumens, attended the Vespers part of this Liturgy. During the second half of Lent there are special petitions for those ready for enlightenment.



The Bible readings are punctuated by the Priest blessing the faithful with the censer and a lighted candle proclaiming The Light of Christ shines for all!. This blessing symbolises the light of Christ's Resurrection, which illumines the Old Testament Scriptures and the entire life of mankind. This is the very Light with which Christians are illuminated in the life of the Church through Holy Baptism.

The Prayer of St Ephraim the Syrian, O Lord and Master of my life, characterised by frequent prostrations, is read after the singing of the evening psalm, Let my prayer be directed like incense before you.

The catechumens having been dismissed, two prayers introduce the Liturgy of the Faithful. In the first, we ask for the purification of our soul, body, and senses:



First Prayer of the Faithful, by the Priest, after the unfolding of the Antimension


O God, who are great and to be praised, who have brought us from corruption to incorruption by the life-giving death of your Christ, free all our senses from the death of the passions, setting over them as a good leader the thought that comes from within. Let the eye abstain from every evil sight, the hearing give no entrance to idle words, the tongue be cleansed of unfitting speech. Purify our lips, Lord, that praise you. Make our hands keep from base actions, to perform only such things as are well-pleasing to you, making all our limbs and our mind secure by your grace.

The augmented litany is chanted, and the Presanctified Gifts are transferred solemnly in a procession to the altar table. This is when the following special entrance hymn is chanted:



Instead of the Cherubic Hymn the following is sung:

Now the hosts of heaven invisibly worship with us; for see, the King of Glory enters. See, the perfected mystical sacrifice is being borne in. Alleluia x 3.

The Prayer of St. Ephraim is read again, accompanied with a litany and a special prayer before Holy Communion (Eucharist). Our Father in heaven..., is recited and the faithful receive Holy Communion to the singing of:

O taste and see that the Lord is good. Alleluia, Alleluia, Alleluia.



Christ Himself tells us about the ‘narrow way’ and the few that are capable of following it. Therefore, in this fight, our main help is precisely the Body and Blood of Christ, that ‘essential food’ which keeps us spiritually alive and, in spite of all the temptations and dangers, makes us Christ’s followers. Thus, having partaken of Holy Communion the communicants depart in peace with thanksgiving to God for His Coming. The special dismissal prayer asks God for a successful fulfilment of Lent and to worthily celebrate the Great Feast of Pascha - the Resurrection of Jesus Christ our Lord.

Finally, having completed the service we are invited to depart in peace. The last prayer summarises the meaning of this service, of this evening Communion, of its relation to our Lenten effort:



Prayer by the Priest behind the Ambo
 

Master almighty, who fashioned creation with wisdom and through your ineffable forethought and great goodness have brought us to these most holy days for the cleansing of souls and bodies, for mastery of the passions, for hope of resurrection; who through forty days entrusted to your servant Moses the Tables of the Law in letters divinely traced, grant us also, good Master, to fight the good fight, to finish the course of the fast, to keep the faith intact, to smash the heads of invisible serpents and without condemnation to reach and to worship your holy Resurrection.


The Liturgy of the Presanctified Gifts is one of the great masterpieces of Orthodox Lenten worship and liturgical creativity. It reveals the central Christian doctrine and experience in its form and content; namely that our life must be spent in prayer and fasting in order to be in communion with Christ who will come like a thief in the night. It tells us that all of our life, and not only on fast periods, is completed with the Presence of the Victorious Christ who is Risen from the dead. It witnesses to the fact that Christ will come at the end of the ages to judge the living and the dead and to establish God's Kingdom of which there will be no end. It tells us that we must be ready for His arrival, and to be found watching and serving; in order to be worthy to enter into the joy of the Lord.



In this world we can only anticipate the glory and joy of the Kingdom, yet as Church we leave this world in spirit and meet at the Lord’s table where in the secret of our heart we contemplate His uncreated light and splendour. And each time, in anticipation, having tasted of the peace and joy of the Kingdom, we return into this world and find ourselves again on the long, narrow, and difficult road. From the feast we return to the life of fast, to preparation and waiting. But the Liturgy of the Presanctified Gifts offers us a unique taste of beauty and solemnity which make it the spiritual climax of Lenten worship, a light that illumines our path through this world.



Written by a student of St. Andrew's Greek Orthodox Theological College,Sydney, Australia
.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...