Tuesday, 12 March 2013

Η ομολογία πίστεως, δρόμος σωτηρίας καί αγιασμού

Συζητούν χριστιανοί μου ένας άνδρας, που μόλις πριν από λίγες μέρες είχε γίνει χριστιανός, μ' έναν παλιό του φίλο.
- Ώστε βαπτίστηκες, του είπε, κι έγινες χριστιανός Ορθόδοξος, ε;
Του λέει, «μάλιστα».
- Μα τότε θα ξέρεις πολύ καλά, όλα τα σχετικά με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλήθεια που Γεννήθηκε;
- Δεν ξέρω ...;
- Πόσο χρονών ήταν όταν βγήκε στη μεγάλη Του δράση;
- Δεν ξέρω ...;
- Πότε πέθανε; Πότε σταυρώθηκε;
- Δεν ξέρω.
- Σε πόσες μέρες αναστήθηκε;
- Μάλλον σε τρείς, αλλά δεν θυμάμαι.
- Ποια ήταν η κυριότερη θεϊκή Του διδασκαλία;
- Δεν ξέρω.
- Ποιοί ήσαν οι Απόστολοι που έγραψαν τα Ευαγγέλια;
- Δεν ξέρω.
- Ο Χριστός τι ήταν; Ήταν Θεός, ήταν άνθρωπος, ήταν Υιός Θεού, τι ήτανε;
- Δεν ξέρω.
- Αυτό που λένε ότι πιστεύετε εσείς οι χριστιανοί οι Ορθόδοξοι στην Αγία Τριάδα, τι σημαίνει;
- Δεν ξέρω.
- Από ό,τι βλέπω, είπε ο φίλος του, πολύ λίγα πράγματα θα έμαθες για τον Ιησού Χριστό, και την θεϊκή Του διδασκαλία. Απορώ όμως, αφού ξέρεις τόσα λίγα, τι σε έκαμε και έγινες χριστιανός;
- Έχεις δίκιο. Πολύ λίγα ξέρω και ειλικρινά ντρέπομαι γι' αυτό. Αλλά ξέρω και κάτι. Και αυτό το κάτι το ομολογώ.
- Τι είναι αυτό;
- Να! Πριν λίγα χρόνια ήμουν αλκοολικός. Όλο έπινα. Όλο μεθούσα. Πότε με ούζα, πότε με ρετσίνα, πότε με κρασί, πότε με ουίσκι, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, άσε που όπως ξέρεις έπαιζα συνέχεια και χαρτιά. Έτσι χρωστούσα πάρα πολλά χρήματα, πολλά, πολλά... Η οικογένειά μου υπέφερε και οδηγούμεθα σιγά σιγά στην τελεία καταστροφή. Τα παιδιά μου με εφοβούντο. Μόλις έμπαινα στο σπίτι μεθυσμένος έτρεμαν τα καημένα, και τα πιο μικρά κατουριόντουσαν επάνω τους απ' το φόβο. Τώρα πια δεν πίνω. Δεν μεθάω. Δεν παίζω ούτε χαρτιά ούτε ζάρια. Και δεν χρωστάω σε κανέναν. Στο σπίτι όλοι με αγαπάνε. Και η ζωή μου είναι γεμάτη πλέον από χαρά. Τώρα ομολογώ την πίστη μου στον Χριστόν χωρίς να ντρέπομαι γι' αυτήν. Εξομολογήθηκα καθαρά και με ειλικρίνεια, και από τότε, όπως και σήμερα πετάω. Και όλα αυτά ήρθαν πολύ ήρεμα στη ζωή μου, χωρίς να το καταλάβω ...; πώς; Από τη στιγμή που πίστευσα αληθινά στο Χριστό. Ήμουν τυφλός, όπως κάποιος τυφλός που άκουσα στο Ευαγγέλιον. Και είδα, ανέβλεψα. Ήμουνα παράλυτος και ο Χριστός με λύτρωσε, με έστησε στα πόδια μου, στάθηκα στα πόδια μου. Ήμουν νεκρός πνευματικά, ηθικά, σωματικά και ο Χριστός με ανέστησε. Πίστεψα και είδα το Χριστό και αυτό μου φτάνει. Πηγαίνω στην Εκκλησία, κοινωνώ των Αχράντων Μυστηρίων, διαβάζω το Ευαγγέλιο, προσεύχομαι πρωί και βράδυ, κάνω το Σταυρό μου ελεύθερα. Εργάζομαι κάθε μέρα και αυτό με γεμίζει χαρά. Είμαι πλέον χρήσιμος, πρώτα για τον εαυτόν μου, για την οικογένειά μου πρώτα, και ύστερα για ολόκληρη την κοινωνία. Και όλα αυτά είναι δώρα Του. Δώρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Και αυτά τα δώρα Του τα χρωστάω. Αυτό το ξέρω, το ξέρω πολύ καλά, και το ομολογώ.
Αυτό το κάτι χριστιανοί μου, που είπε και ομολόγησε και που ομολογεί ο νεοβαπτιζόμενος χριστιανός, σημαίνει ότι ξέρω κάτι από πείρα. Είναι το βίωμά μου. Το έζησα. Το ζω και σήμερα και κατάλαβα τι αξία έχει το βίωμα απέναντι μονάχα στις ξερές γνώσεις.

Απομαγνητοφωνημένα κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Άγ.Νικόδημος ο Αγιορείτης-Ποιες είναι οι τέσσερες προσβολές που μας φέρνει ο Διάβολος κατά την ώρα του θανάτου.

 
Τέσσερις είναι οι κυριώτερες προσβολές και πιο επικίνδυνες με τις οποίες συνηθίζουν να μας πολεμούν οι εχθροί μας δαίμονες κατά την ώρα του θανάτου. Ο πόλεμος που μας κάνουν εναντίον της πίστεως, η απόγνωσις, η κενοδοξία και τα διάφορα φαντάσματα και οι μεταμορφώσεις των δαιμόνων σε Αγγέλους φωτός.
Όσο για την πρώτη προσβολή σου λέγω ότι αν αρχίση ο εχθρός να σε πολεμή με τα ψεύτικα επιχειρήματά του βάζοντας στο νου λογισμούς απιστίας, φύγε αμέσως από το νου σου στη θέλησί σου λέγοντας: «Πήγαινε πίσω μου Σατανά, πατέρα του ψεύδους, διότι εγώ δεν θέλω καθόλου να σε ακούσω, διότι μου είναι αρκετό να πιστεύω εκείνο που πιστεύει η αγία μου εκκλησία».
Και μην αφήσης καθόλου τόπο στην καρδιά σου στους λογισμούς της απιστίας, όπως αναφέρεται: «Εάν Πνεύμα του εξουσιάζοντος, δηλαδή του εχθρού, σου επιτεθή, μην μετακινηθής από την θέσι σου» (Εκκλ. 10,4). Αυτούς τους λογισμούς να τους θεωρής ως κινήσεις του διαβόλου που προσπαθεί την ώρα εκείνη να σε σκανδαλίση. Κι αν δεν μπορής να στηρίξης το νου σου, στάσου με ανδρεία και μένε σταθερός με την θέλησί σου για να μην πέσης σε κανένα λογισμό ή και σε κανένα ρητό της Αγίας Γραφής, το οποίο θα σου προσφέρη ο εχθρός. Γιατί, όσα ρητά της Αγίας Γραφής κι αν σου θυμίση την ώρα εκείνη, είναι ακρωτηριασμένα (ελλιπή), προσφέρονται με κακό σκοπό, άσχημα εξηγημένα κι αν ακόμη φαίνωνται καθαρά, καλά και φανερά.
Κι αν ο πονηρός όφις σε ρωτήση και σου πη με τον λογισμό τι πιστεύει η εκκλησία, καταφρόνησέ τον εντελώς και μην του αποκριθής. Αλλά βλέποντας το ψεύδος και την πονηριά του και ότι προσπαθεί να σε πιάση με τα λόγια, πίστευε χωρίς καμμία αμφιβολία με όλη σου την καρδιά. Σε περίπτωσι πάλι που είσαι δυνατός στην πίστι και έχεις δυνατό λογισμό και θέλεις να κάνης τον εχθρό να καταντροπιασθή, απάντησέ του ότι η αγία μου εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια. Κι αν σου πη ποια είναι αυτή η αλήθεια, να του απαντήσης: εκείνο που πιστεύει αυτή. Πάνω από όλα κράτα την καρδιά σου πάντοτε σταθερή και προσεκτική και στραμμένη προς τον Εσταυρωμένο λέγοντας: «Θεέ μου, Ποιητά μου και Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα και μην παραχωρήσης να πέσω ποτέ από την αλήθεια της αγίας σου πίστεως. Αλλά ευδόκησε, όπως με την χάρι σου γεννήθηκα στην αλήθεια αυτή, έτσι να τελειώσω και την θνητή μου ζωή σ’ αυτήν προς δόξαν του ονόματός σου».

Monday, 11 March 2013

Πορεία προς το Πάσχα του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν


από το βιβλίο του «Μεγάλη Σαρακοστή-Πορεία προς το Πάσχα» Εκδ. Ακρίτας

Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ’ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη».Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για τη Χριστιανική πίστη και ζωή μας.
Άραγε είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή, πολύ πέρα από μια ετήσια ανάμνηση ενός γεγονότος που πέρασε; Ο καθένας που, έστω και μια μόνο φορά, έζησε αυτή τη νύχτα «τη σωτήριο, τη φωταυγή και λαμπροφόρο», που γεύτηκε εκείνη τη μοναδική χαρά, το ξέρει αυτό.
Αλλά τι είναι αυτή η χαρά; Γιατί ψέλνουμε στην αναστάσιμη λειτουργία: «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια»; Με ποια έννοια «εορτάζομεν» - καθώς ισχυριζόμαστε ότι το κάνουμε – «θανάτου την νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν...»;
Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν από δυο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου», προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μάς δόθηκε τη μέρα που βαπτιστήκαμε, τη μέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απ. Παύλος: «...συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).[...]
Μήπως όμως δε χάνουμε πολύ συχνά και δεν προδίνουμε αυτή τη «νέα ζωή» που λάβαμε σαν δώρο, και στην πραγματικότητα ζούμε σαν να μην αναστήθηκε ο Χριστός και σαν να μην έχει νόημα για μάς αυτό το μοναδικό γεγονός; Και όλα αυτά εξαιτίας της αδυναμίας μας, της ανικανότητάς μας, και ζούμε σταθερά με «πίστη ελπίδα και αγάπη» στο επίπεδο εκείνο που μάς ανέβασε ο Χριστός όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Απλούστατα εμείς ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας και ακριβώς επειδή ξεχνάμε, αποτυχαίνουμε. Μέσα σ’ αυτή τη λησμοσύνη, την αποτυχία και την αμαρτία η ζωή μας γίνεται ξανά «παλαιά», ευτελής, σκοτεινή και τελικά χωρίς σημασία, γίνεται ένα χωρίς νόημα ταξίδι για ένα χωρίς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε να ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις «απολαύσεις της ζωής» μάς έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεί κατά καιρούς να παραδεχόμαστε τις ποικίλες «αμαρτίες» μας και να τις εξομολογούμαστε, όμως εξακολουθούμε να μην αναφέρουμε τη ζωή μας σ’ εκείνη τη νέα ζωή που ο Χριστός αποκάλυψε και μάς έδωσε. Πραγματικά ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία όλων των κατ’ όνομα χριστιανών.
Αν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατί τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας και όλος ο κύκλος των ακολουθιών της υπάρχουν, πρώτα απ’ όλα, για να μάς βοηθήσουν να ξαναβρούμε το όραμα και την γεύση αυτής της νέας ζωής, που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίνουμε, και ύστερα να μπορέσουμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία. Πώς είναι δυνατόν να αγαπάμε και να επιθυμούμε κάτι που δεν το ξέρουμε; Πώς μπορούμε να βάλουμε πάνω από καθετί άλλο στη ζωή μας κάτι που ποτέ δεν έχουμε δει και δεν έχουμε χαρεί; Με άλλα λόγια: πώς μπορούμε, πώς είναι δυνατόν να αναζητήσουμε μια Βασιλεία για την οποία δεν έχουμε ιδέα; Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν από την αρχή και είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή της Βασιλείας. Και στο κέντρο της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της και μεσουράνημά της – σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν καθετί - είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο, που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η πρόγευση της αιώνιας χαράς που μάς περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: «νικήθηκε ο θάνατος».
Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι’ αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή. Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα «παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση» από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει αποκαλυφτεί «εν Χριστώ».
Παρ’ όλα αυτά η «παλαιά» ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και ν’ αλλάξει. Το Ευαγγέλιο περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια η οποία, στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά απραγματοποίητη. Αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση. Το όραμα, ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μάς μια πρόκληση που βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας!
Γι’ αυτό, ακόμα και οι Απόστολοι, όταν άκουσαν τη διδασκαλία του Κυρίου Τον ρώτησαν απελπισμένα: «τις άρα δύναται σωθήναι;» (Ματθ. 19,26). Στ’ αλήθεια δεν είναι καθόλου εύκολο ν’ απαρνηθείς ένα ασήμαντο ιδανικό ζωής καμωμένο με τις καθημερινές φροντίδες, με την αναζήτηση των υλικών αγαθών, με την ασφάλεια και την απόλαυση και να δεχτείς ένα άλλο ιδανικό ζωής το οποίο βέβαια δεν στερείται καθόλου τελειότητας στο σκοπό του: «Γίνεσθε τέλειοι ως ο Πατήρ ημών εν ουρανοίς τέλειος εστίν». Αυτός ο κόσμος με όλα του τα «μέσα» μάς λέει: να είσαι χαρούμενος, μην ανησυχείς, ακολούθα τον «ευρύ» δρόμο. Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει: διάλεξε το στενό δρόμο, αγωνίσου και υπόφερε, γιατί αυτός είναι ο δρόμος για τη μόνη (genuine) αληθινή ευτυχία. Και αν η Εκκλησία δεν βοηθήσει πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτή τη φοβερή εκλογή; Πώς μπορούμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην υπέροχη υπόσχεση που μας δίνεται κάθε χρόνο το Πάσχα; Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζεται η Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μάς η Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετάνοιας που θα μάς δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν’ αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».
Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μάς είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε, στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η προετοιμασία μας γι’ αυτή την επιστροφή – η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας «διάβαση», το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον κατηχητικό και βαπτιστικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται «αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι ζωντανό και ουσιαστικό για μας. Γι’ αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, μια ακόμη φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματος» μας θάνατο και την ανάσταση.
Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε – μακριά, πολύ μακριά - τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, Φως, και τη δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στο ορίζοντα. «Μη καταισχύνης ημάς από της προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε!»

Met.Anthony (Khrapotvitsky) of Kiev-Why do we fear the dread judgment?



Metropolitan Anthony (Khrapotvitsky) of Kiev and Galicia (+1936)

When the Son of man shall come in His glory, and all the holy angels with Him, then shall He sit upon the throne of His glory: and before Him shall be gathered all nations, and He shall separate them one from another, as a shepherd divideth his sheep from the goats. And He shall set the sheep on His right hand, but the goats on the left. Then shall the King say unto them on His right hand, Come, ye blessed of My Father, inherit the kingdom prepared for you from the foundation of the world. For I was a-hungered, and ye gave Me meat: I was thirsty, and ye gave Me drink: I was a stranger, and ye took Me in: naked, and ye clothed Me:
I was sick, and ye visited Me: I was in prison, and ye came unto Me. Then shall the righteous answer Him, saying, Lord, when saw we Thee a-hungered, and fed Thee? or thirsty, and gave Thee drink? When saw we Thee a stranger, and took Thee in? or naked, and clothed Thee? Or when saw we Thee sick, or in prison, and came unto Thee? And the King shall answer and say unto them, Verily I say unto you, inasmuch as ye have done it unto one of the least of these My brethren, ye have done it unto Me. Then shall He say also unto them on the left hand, Depart from Me, ye cursed, into everlasting fire, prepared for the devil and his angels. For I was a-hungered, and ye gave Me no meat: I was thirsty, and ye gave Me no drink. I was a stranger, and ye took Me not in: naked, and ye clothed Me not: sick, and in prison, and ye visited Me not. Then shall they also answer Him, saying, Lord when saw we Thee a-hungered, or athirst, or a stranger, or sick, or in prison, and did not minister unto Thee? Then shall He answer them, saying, Verily I say unto you, inasmuch as ye did it not to one of the least of these, ye did it not to Me. And these shall go away into everlasting punishment: but the righteous into life eternal (Matthew 25:31-46).

Thought of the Dread Judgment produces a dispiriting impression on most people, even on those who both pray to God and reflect on the salvation of their souls. It seems to them all that the words greeting the righteous bear little relation to their souls, which are more subject to the punishment pronounced to the sinful.

This was not the case with ancient Christians, who awaited the Second Coming with luminous joy; they replied to the Lord’s words Surely I come quickly, with the words Even so, come, Lord Jesus (Revelation 22:20).

Did ancient Christians not consider themselves to be sinners? Yes, of course they did; but their confidence in Divine mercy and in the ultimate victory of Christ over the world was so powerful that they did not, as it were, turn their eyes from the contemplation of His future victory. Therefore, they conceived of this very future as something bright and joyful, when Christ the Savior will wipe away every tear from the face of man.

Victory was not alien to the Old Testament. Here are the words of the Righteous Tobit: And all the streets of Jerusalem shall say, Alleluia, and they shall praise him, saying, Blessed be God Which hath extolled Jerusalem for ever! (Tobit 13:18).

Thus, if even in the Old Testament – when people had not yet received the full revelation of God; when the mystical veil of the future had been opened only slightly to the righteous; and when sin, grief, and unrighteousness reigned supreme for the majority of people – expectation of the ultimate fate of the world and man inspired in these ancient righteous ones good hopes and joyful feelings, then why now, when the Holy Gospel has been revealed to us, does the picture of the future fate of the world and man seem more sorrowful than joyful to us?

Of course, Christian humility should indicate to us our constant deviation from God’s Commandments and awaken the pangs of conscience in us. However, why does the lot of condemned sinners seem to overshadow the picture of Divine Mercy from us, while the radiant paradise promised to the righteous seems less like our inheritance than something alien?

This, of course, is because in our hearts we feel ourselves to be more on the left-hand side of the coming judgment of the human race than on the right. We do not doubt the truthfulness of the Divine words that will be addressed to the righteous, but somehow this bright hope for Christ’s mercy to our souls is less clearly imprinted on them than the rebuke of the Eternal Judge directed to condemned sinners.

This is why people, even believers, try to avoid talk of God’s Judgment and even of the end of our mortal lives.

Alas! Humble-mindedness is not the cause, but rather a sort of desolate detachment of our hearts and our entire lives from the Mercy of Christ and His Providence.

We picture Christ in times long past and rarely take to heart His constant battle with our unseen enemy, that battle to which Scripture constantly calls us, reproaching us for our lazy part in the battle, while the Apostles called everyone to struggle against sin: Ye have not yet resisted unto blood, striving against sin (Hebrews 12:4).

If we did strive, at least gradually, to make the constant struggle against sin the main task of our lives, then our picture of the Dread Judgment of Christ would not lead us to despondency; but, on the contrary, it would infuse our souls with the good cheer experienced by the soul of a young warrior preparing for battle or awaiting decision from his commander regarding promotions for his regiment.

Alongside this, the lure of the world would also not seem as enticing and beautiful to us; but, on the contrary, such thoughts would provoke disgust in us, so that we could cry out to God with heartfelt zeal: Turn Thy face away from my sins, and blot out all mine iniquities; and, further, Create in me a clean heart, O God, and renew a right spirit with me (Psalm 50:9-10).

This prayerful entreaty passes by people’s ears and eyes, as well as by their conscience, which gradually hardens, finally reaching a total incapacity for repentance and contrition, thereby depriving them of hope for salvation.

In this sense, it is said that there is no repentance in Hades. This is not because the Righteous Judge does not want to hear the repentant cry of sinners, but because the souls of sinners that have been hardened to the end have lost the feeling of repentance.

May the Lord save us from such a condition!

Of course, the latter condition does not overtake the soul immediately, but gradually, increasingly tying it into moral loops and knots until it ties the so-called dead [i.e., vertical] loop, which cannot be untied, since the soul bound by it no longer wishes to free itself; its suffering from the sins it has committed only multiply its frustration, anger, and murmuring.

Thus, while it is not too late, while the soul feels contrition at least some of the time, may God save us from ill-tempered stubbornness and false shame, which the mindless use to reject the Lord’s call to repentance, for this call will sound ever more weakly in our hearts until it goes completely silent! May the Lord keep us from such hardheartedness, as the Church sings during the services of the Lord’s Passion, horrified at a similar manifestation among Christ’s enemies during His Most-Pure Passion!

Translated from the Russian.

Ὁ Γάμος ὡς Μυστήριον..


Γεώργιος Καψάνης (Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)

Εἶναι κοινὴ διαπίστωσις ὅτι σήμερον ὁ γάμος περνᾶ κρίσιν. Αὐτὸ μαρτυρεῖ τὸ πλῆθος τῶν διαζυγίων. Αὐτὸ μαρτυροῦν τὰ τόσα ζεύγη ποὺ χωρὶς νὰ φθάσουν εἰς τὸ διαζύγιον ζοῦν κατὰ συνθήκην καὶ κατ᾿ ἀνοχὴν συζυγικὴν ζωὴν καὶ δὲν εὑρίσκουν καμμίαν εὐτυχίαν καὶ καμμίαν χαρὰν εἰς τὸν δεσμόν των.
Ἓν σοβαρὸν αἴτιον τῆς κρίσεως αὐτῆς εἶναι ὅτι οἱ ἐρχόμενοι εἰς γάμου κοινωνίαν Χριστιανοὶ δὲν ζοῦν τὸν γάμον των, ὡς Μυστήριον.

Πολλοὶ Χριστιανοὶ ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ κοσμικὸν καὶ ἄθεον κλίμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ εἶναι σήμερα διάχυτον (ἐφημερίδες, τραγούδια, περιοδικά, θεάματα, διαφημίσεις) ἀντιλαμβάνονται τὸν γάμον ὡς ἓν φυσικόν, βιολογικὸν ἢ κοινωνικοοικονομικὸν μόνον γεγονός. Ὁ πανσεξουαλισμὸς ἔχει ἐπηρεάσει βαθύτατα τὴν σκέψιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποθέτῃ τὴν εὐτυχίαν του ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὸ σέξ. Ἔτσι ὁ γάμος θεωρεῖται ὡς ἐν νόμιμον καὶ ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ἐρωτικὸν παιχνίδι, χωρὶς καμμίαν συνείδησιν εὐθύνης καὶ ἀποστολῆς. Ὅταν παρέλθῃ ἡ ἐρωτικὴ εὐχαρίστησις τότε καὶ ὁ γάμος δὲν ἔχει νόημα. Οἱ σύζυγοι χωρίζουν διὰ νὰ εὕρουν νέον σύντροφον καὶ νέαν περιπέτειαν.

Ὅταν ὅμως ὁ γάμος μένει ἓν φυσικὸν καὶ κοινωνικὸν γεγονὸς χωρὶς νὰ γίνη «μυστήριον», χωρίς, δηλαδή, νὰ περάσῃ μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Βασιλείαν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ μεταμορφωθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ καὶ νὰ σώσῃ.

Ὁ γάμος ὡς φυσικὸν καὶ κοινωνικὸν γεγονὸς ἀνήκει εἰς τὸν κόσμον ποὺ ὑπάρχει ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὁ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας κόσμος, ζωή, ἄνθρωπος, φύσις, κοινωνία, εἶναι ἀλύτρωτα. Εἶναι ὄψεις τοῦ πεσόντος κόσμου, ποὺ λόγω τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἔχει δηλητηριασθῆ, ἔχει ἀρρωστήσει θανάσιμα. Ἔτσι καὶ ὁ γάμος ὡς γεγονὸς φυσικὸν ἢ κοινωνικὸν εἶναι ἄρρωστος καὶ ἀδύνατος ἀπὸ τὴν ἰδίαν του τὴν φύσιν νὰ λυτρώσῃ τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ τοῦ χαρίσῃ ἀκεραίαν καὶ ὠλοκληρωμένην ζωήν.

Ὅταν ὁ γάμος γίνῃ «Μυστήριον» μεταθέτει τοὺς συζύγους καὶ τὸν φυσικόν των γάμον ἀπὸ τὸν παλαιόν, ἀλύτρωτον καὶ χωρὶς Θεὸν κόσμον τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, εἰς τὸν καινόν, θεανθρώπινον κόσμον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγάπης, τῆς Ἐκκλησίας.

Κάθε Μυστήριον, ἄλλως τέ, εἶναι μία μετάβασις καὶ μία μεταμόρφωσις τοῦ παλαιοῦ κόσμου καὶ τῆς παλαιᾶς ζωῆς εἰς καινὸν κόσμον καὶ καινὴν ἐν Χριστῷ ζωήν, ποὺ προσφέρεται ὡς δῶρον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδιαιτέρως μὲ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος ἀφήνει τὸν παλαιὸν κόσμον διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁριστικῶς εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν ἑνοῦται διὰ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ ὅλους τοὺς λελυτρωμένους πιστούς. Χωρὶς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία, διότι οἱ πιστοὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεὸν καὶ νὰ γίνουν ἓν νέον θεανθρώπινον σῶμα.

Αὐτὸ ποὺ γίνεται εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν γίνεται καὶ εἰς τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου. Οἱ σύζυγοι ἑνοῦνται μὲ τὸν Χριστὸν καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ μεταξύ των εἰς μίαν αἰωνίαν καὶ θεανθρωπίνην ἕνωσιν. Ἀπὸ μίαν ἕνωσιν τοῦ παλαιοῦ, ἀρρωστημένου κόσμου μεταμορφοῦται εἰς μίαν ὑγιᾶ ἐν Χριστῷ ἕνωσιν μέσα εἰς τὴν καινὴν κτίσιν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἁπλούστερον: Μὲ τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου δὲν ἐνοῦται μόνον ὁ γαμβρὸς καὶ ἡ νύμφη, ἀλλ᾿ ἐνοῦται μαζύ των καὶ ὁ Χριστὸς ἢ μᾶλλον ἀμφότεροι ἑνοῦνται ἐν τῷ Χριστῷ, ὁ ὁποῖος καθιστᾶ ἔτσι τὴν ἕνωσίν των ἁγίαν, τελείαν, ὑγιᾶ, θεανθρωπίνην. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ γάμος ἓν γεγονὸς μεταμορφώσεως εἰς τᾶς διαστάσεις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀρκεῖ ἐκ μέρους τῶν μελλονύμφων τυπικὴ παρακολούθησις τῆς ἱερολογίας τοῦ Γάμου χωρὶς καμμίαν συνειδητὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ τελούμενον Μυστήριον.

Μετὰ ἀπὸ μίαν συνειδητὴν μετοχὴν εἰς τὸ Μυστήριον ἱδρύεται ἓν νέον «σπίτι», μία μικρὰ Ἐκκλησία, ἓν μικρὸν Βασίλειον τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι τὸ Μυστήριον ἀρχίζει, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Μυστήρια, μὲ τὴν εὐλογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὅ,τι ἑνώνει τοὺς συζύγους δὲν εἶναι μόνον ἡ φυσικὴ ἕλξις τῶν δυὸ φύλων, ἡ κοινωνικὴ σκοπιμότης κ.τ.λ. ἀλλὰ πρώτιστα ὅλων ὁ Χριστός. Εἰς τὸ νέον σπίτι δὲν βασιλεύει αὐταρχικῶς ὁ ἀνὴρ ἢ ἡ γυνή, ἀλλὰ ὁ Χριστός, διότι ἀμφότεροι θέλουν νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι τὸ ἰδικόν των θέλημα. Μὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Χριστιανικῆς οἰκογενείας ἱδρύεται ἓν μικρὸν Βασίλειον τοῦ Θεοῦ. Οἱ σύζυγοι κατὰ τὴν ἱεροτελεστίαν στεφανοῦνται ὡς βασιλεῖς, ἐνῶ ψάλλεται τὸ «Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξῃ καὶ τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς».

Εἶναι τόσον ἁγία ἡ θεανθρωπίνη ἕνωσις τοῦ κατὰ Θεὸν Γάμου, ὥστε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, παρομοιάζει τὴν σχέσιν τῶν συζύγων μὲ τὴν σχέσιν τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστὶν ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν» (Ἐφεσ. Ε´ 32).

Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ γάμος μία φανέρωσις καὶ μία ἀποκάλυψις τοῦ γάμου τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, πρέπει οἱ σύζυγοι συνεχῶς νὰ ξεπερνοῦν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ποὺ κρύβουν μέσα των, νὰ σταυρώνουν τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὰ πάθη των καὶ νὰ ἀποκτοῦν εἰς βάθος τὴν ἁγίαν ἀρετὴν τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἀπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὁ Γάμος εἶναι μία συμμετοχὴ εἰς τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ.

Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ τὴν καινὴν ἀναστημένην ζωὴν τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν δὲν σταυρωθῇ πρῶτα μαζύ του καὶ δὲν θάψῃ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. Οἱ δυὸ σύζυγοι βοηθοῦνται ἀμοιβαίως νὰ σταυρώσουν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸ εἶναι πολὺ δύσκολον. Εἶναι ἓν εἶδος μαρτυρίου. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Γάμου ψάλλεται τὸ «Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες...», ἐνῶ γίνεται μία λιτανεία προηγουμένου τοῦ ἱερέως φέροντος τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Ἡ λιτανεία αὐτὴ μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Γάμος εἶναι μία συνεχὴς πορεία τῶν συζύγων πρὸς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, εἰς συνεχὴς ἀγὼν διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς ἁγιότητος. Ἡ πορεία αὐτὴ τῶν συζύγων θὰ γίνῃ προηγουμένου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου διὰ τῆς μαρτυρικῆς ὁδοῦ τοῦ καθημερινοῦ ἀγῶνος τῶν συζύγων νὰ ἀπαρνοῦνται τὸν κακὸν ἑαυτόν των καὶ νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, προσφερόμενοι εἰς τὸν σύντροφον τῆς ζωῆς των. Ἐὰν οἱ Χριστιανοὶ σύζυγοι δὲν ἀποδεχθοῦν τὸν Γάμον των ὡς ἀγώνα καὶ θυσίαν, πῶς θὰ ἐπιζήσῃ ἡ σχέσις των ὅταν ἐμφανισθοῦν αἱ πρῶται δυσκολίαι;

Τὰ ἀνωτέρω δὲν ἐξαντλοῦν τὴν Ὀρθόδοξον θεολογία τοῦ Γάμου. Ἀποτελοῦν ἁπλῶς ὡρισμένας εἰσαγωγικὰς σκέψεις.

Πρέπει πάντως νὰ κατανοηθῇ ὅτι ὁ Γάμος καὶ ἡ Οἰκογένεια δὲν ἠμποροῦν νὰ σωθοῦν, ἐὰν οἱ χριστιανοὶ σύζυγοι δὲν κατηχηθοῦν καὶ δὲν ἀποκτήσουν συνείδησιν τῆς οὐσίας τοῦ γάμου, ὡς Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Πολλὰ ἔχομεν νὰ πράξωμεν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὸ ἔργον μας δὲν εἶναι ἔργον ληξιάρχου - εὐλογίας καὶ καταγραφῆς ἑνὸς κοινωνικοῦ γεγονότος - ἀλλὰ ἔργον ποιμένος καὶ χειραγωγοῦ ἐν Χριστῷ.

Οἱ μελλόνυμφοι, οἱ νεόνυμφοι καὶ οἱ ἔγγαμοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ τοὺς ποιμένας των ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ γάμος των, διατί εἶναι «μυστήριον» καὶ πῶς δύνανται ἀξίως νὰ διάγουν τὸν ἔγγαμον βίον των. Εἰς τὸ δύσκολον αὐτὸ ἔργον μας -ἔργον πράγματι ποιμαντικόν- πρέπει νὰ βοηθηθῶμεν καὶ ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ἀδελφούς, ποὺ εἶναι αἱ χεῖρες καὶ οἱ πόδες τῶν κληρικῶν.

Ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ σωτηρία τοῦ Γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας δὲν εἶναι ἔργον μόνον τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τῶν Πρεσβυτέρων, ἀλλ᾿ ὁλοκλήρου της κοινότητος, τῆς ἐνορίας καὶ δι᾿ αὐτὸ ὅλοι καλοῦνται νὰ συμπαρασταθοῦν εἰς τοὺς ποιμένας ἕκαστος κατὰ τὴν κλῆσιν του καὶ τὸ δοθὲν εἰς αὐτὸν χάρισμα.


Περίληψις μαθήματος διδαχθέντος εἰς τὸ Κέντρον Συμπαραστάσεως Οἰκογενείας τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.

Περιοδικὸ «Ἐφημέριος» Ἀπρίλιος 2003

Sunday, 10 March 2013

Saint Theophylact of Ochrid-Meatfare Sunday, The Last Judgment

 Meatfare Sunday
The Last Judgment

Matthew 25:31-46

From The Explanation of the Gospel of St. Matthew

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

31-33. When the Son of Man shall come in His glory, and all the holy angels with Him, then shall He sit upon the throne of His glory: and before Him shall be gathered all nations: and He shall separate them one from another, as a shepherd divideth his sheep from the goats: and He shall set the sheep on His right hand, but the goats on the left. Since the first coming of the Lord was not with glory but with dishonor and indignity, He says, When He shall come in His glory. For at the second coming He will come with glory, escorted by angels. First He will divide the saints from the sinners, delivering them from tribulations, and set them on His right, and then speak to them. He calls the saints sheep on account of their gentleness, and because they yield fruit and useful things for us, as do sheep, providing wool, which is divine and spiritual protection, and milk, which is the sustenance that is needed. The goats are the sinners, for they walk along the precipices and are unruly and fruitless.
34-40. Then shall the King say unto them on His right hand, Come, ye blessed of My Father, inherit the kingdom prepared for you from the foundation of the world: for I was hungry, and ye fed Me: I was thirsty, and ye gave Me drink: I was a stranger, and ye took Me in: naked, and ye clothed Me: I was sick, and ye visited Me: I was in prison, and ye came unto Me. Then shall the righteous answer Him, saying, Lord, when saw we Thee hungry, and fed thee? or thirsty, and gave Thee drink? When saw we Thee a stranger, and took Thee in? or naked, and clothed Thee? Or when saw we Thee sick, or in prison, and came unto Thee? And the King shall answer and say unto them, Verily I say unto you, Inasmuch as ye have done it unto one of the least of these My brethren, ye have done it unto Me. He does not give honor or punishment until He has first judged. For He loves mankind and teaches us to do the same as well, not to punish until we have made a careful examination. In this way those who are punished after the judgement will have no cause for complaint. He calls the saints blessed as they have been accepted by the Father. He considers them to be inheritors of the kingdom to show that God makes them participants in His own glory as His sons. For He did not say, "receive", but rather inherit, as a man would say of his father’s estate. By the least brethren He means either His own disciples or, simply, all the poor. For every poor man is Christ’s brother for the very reason that Christ, too, spent His life in poverty. See also God’s righteousness, how He acclaims the saints; and see the good disposition of their mind, how they deny, with befitting modesty, that they have cared for Him. But the Lord accepts as for Himself the things that were done for the poor.
41-46. Then shall He say also unto them on the left hand, Depart from Me, ye cursed, into everlasting fire, prepared for the devil and his angels: for I was hungry, and ye gave Me nothing to eat: I was thirsty, and ye gave Me no drink: I was a stranger, and ye took Me not in: naked, and ye clothed Me not: sick, or in prison, and ye visited Me not. Then shall they also answer Him, saying, Lord, when saw we Thee hungry, or thirsty, or a stranger, or naked, or sick, or in prison, and did not minister unto Thee? Then shall He answer them, saying, Verily I say unto you, Inasmuch as ye did it not to one of the least of these, ye did it not to Me. And these shall go away into everlasting punishment: but the righteous into life eternal. He sends those on the left into the fire which had been prepared for the devil. For as the demons are without compassion and are cruelly and maliciously disposed towards us, it is fitting that those who are of like mind with them, and who have been cursed by their own deeds, should merit the same punishment. See that God did not prepare the fire for men, nor did He make hell for us, but for the devil—I make myself liable to hell. Tremble, then, O man, and understand from this that these men were not punished as fornicators, or robbers, or perpetrators of any other vice, but for not having done good. Indeed, if you consider things well, the robber is he who has much and does not give alms, even if he does no obvious injury. For whatever he has in excess of his needs, he has stolen from those who are in need and who have not received anything from him. If he had shared these things with them, they would not be in need. Now that he has locked these things up and kept them for himself, for this very reason they are in need. So he who does not give alms is a robber, doing injustice to all those whom he could have helped but did not, and for this reason he and those like him shall go away into eternal punishment which never ends; but the righteous shall enter into eternal life.
Just as the saints have unceasing joy, so too the unjust have unceasing punishment, despite the gibberish of Origen who says that there is an end to hell and that sinners will not be punished for ever, but that there will be a time when they enter the place of the righteous because they have been purified by suffering in hell. (1) Origen is clearly refuted here, both when the Lord speaks of everlasting punishment, that is, never ending, and when He likens the righteous to sheep and the sinners to goats. Just as a goat can never become a sheep, neither can a sinner ever be cleansed and become righteous after the Judgement. Outer darkness (mentioned in the preceding parable of the talents) is that which is furthest from the light of God and for that reason renders the punishment more harsh. There is another reason that could be mentioned, and that is that the sinner is in darkness even in this life, as he has fallen away from the Sun of Righteousness, but as there is still hope of conversion, this is not yet the outer darkness. But when he has died and an examination has been made of the things he has done, then the outer darkness in its turn receives him. For there is no longer any hope of conversion, but he undergoes a complete deprivation of the good things of God. While he is here in this life he enjoys to some degree the good things of God, I mean, the tangible things of creation, and he believes that he is in some manner a servant of God, living out his life in God’s house, which is this creation, being fed by Him and provided with the necessities of life. But then he will be altogether cut off from God, having no share at all in the good things of God. This is that darkness which is called outer by comparison to the darkness here, which is not outer because the sinner is not yet completely cut off from this time onward.
You, then, O reader, flee from this absence of compassion, and practice almsgiving, both tangible and spiritual. Feed Christ Who hungers for our salvation. If you give food and drink to him who hungers and thirsts for teaching, you have given food and drink to Christ. For within the Christian there is Christ, and faith is nourished and increased by teaching. If you should see someone who has become a stranger to his heavenly fatherland, take him in with you. While you yourself are entering into the heavens, lead him in as well, lest while you preach to others, you yourself be rejected. If a man should cast off the garment of incorruption which he had at his baptism, rendering him naked, clothe him; and if one should be infirm in faith, as Paul says, help him; and visit him who is shut up in the dark prison of this body and give him counsel which is as a light to him. Perform, then, all of these six types of love, both bodily and also spiritually, for we consist of both soul and body, and these acts of love are to be accomplished by both.

1. Origen’s false teaching of apokatastasis, the restoration of all things, was condemned as a heresy at the Fifth Ecumenical Council held at Constantinople in 553 A.D.

Ποιός εἶναι ὁ Χριστιανός;


Ὁ Χριστιανός εἶναι ἕνας μικρός Χριστός ἐπάνω στήν γῆ. Ναί!
Ὁ Χριστιανός πρέπει νά εἶναι μιά σμικρογραφία τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως, ὅταν ἀποσπάσουμε μιά σταγόνα νεροῦ ἀπό τήν θάλασσα, ἔχουμε στά χέρια μας μία σμικρογραφία τῆς θαλάσσης, ἔτσι καί ὅταν ἀποσπάσουμε ἕναν Χριστιανό ἀπό τό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε μία σμικρογραφία Χριστοῦ…
Γιά νά εἶναι κάθε Χριστιανός ἕνας μικρός Χριστός, ὀφείλει νά ἀποκτήση νοῦ Χριστοῦ, μάτια Χριστοῦ, γλῶσσα Χριστοῦ, χέρια Χριστοῦ, καρδιά Χριστοῦ.
Νοῦ Χριστοῦ, πού νά εἶναι πάντα φωτεινός, πού νά μήν φιλοξενῆ σκέψι κακή, νά μήν σκέπτεται καί νά μήν σχεδιάζη τό κακό.
Μάτια Χριστοῦ, πού νά μήν βλέπουν τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου, ἀλλά τήν αἰωνιότητα τοῦ οὐρανοῦ. Μάτια καθαρά, βλέμμα ἁγνό, γεμᾶτο συμπόνια καί καλωσύνη.
Γλῶσσα Χριστοῦ, πού νά ὑπηρετῆ τήν ἀλήθεια, νά ὑπερασπίζεται τήν δικαιοσύνη καί νά εἶναι ἄγρυπνος φρουρός τῶν δικαιωμάτων τοῦ Θεοῦ.
Χέρια Χριστοῦ, πού νά μήν διαπράττουν κλοπή, πού νά μήν παλαμίζουν τό Εὐαγγέλιο, νά μή χειροδικοῦν καί καθίστανται δολοφονικά.
Καρδιά Χριστοῦ, πού νά ἀγαπᾶ χωρίς ὑπολογισμούς. Μιά καρδιά πού νά χωροῦν ἀκόμη καί οἱ πλέον ἄσπονδοι ἐχθροί. Μιά καρδιά, πού νά μή σείεται ἀπ’ τό κακό, πού νά μήν πληγώνεται ἀπό τόν πονηρό· μιά καρδιά γεμάτη ἀπό θεϊκή ἀγάπη.
Αὐτός εἶναι ὁ Χριστιανός. Ναί, αὐτό θά πῆ Χριστιανός.

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «Γρηγορεῖτε» τοῦ Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...