Monday, 7 January 2013

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ:Τι πρέπει να γνωρίζουμε!

 
 
Λίγα λόγια γενικά
 
      Η Αγία μας Εκκλησία εκτός από τα επτά Μυστήρια δια των οποίων χαρίζεται, μετοχετεύεται, προσφέρεται και παρέχεται η αγιαστική Χάρις του Αγίου Πνεύματος έχει και κάποιες άλλες τελετές με τις οποίες παρέχεται χάρις, ευλογία, θεραπεία και πνευματική ωφέλεια στους πιστούς αλλά και στην κτίση ολόκληρη.

      Μεταξύ αυτών είναι και ο Αγιασμός των Υδάτων, Ακολουθία που με τις ευχές που περιέχει, ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό όπως το νερό αγιασθή και αποκτήσει «δύναμη καθαρτική και ενέργεια, γίνει δώρο αγιασμού, αμαρτημάτων λυτήριον, ίαμα ψυχών και σωμάτων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον». Επίσης παρακαλεί τον Θεό το νερό του Αγιασμού να διώχνει μακριά τον κίνδυνο από ορατούς και αόρατους εχθρούς ,έτσι ώστε εκείνοι που το λαμβάνουν να το χρησιμοποιούν για την ευλογία των σπιτιών τους, για τον αγιασμό των  ψυχών και των σωμάτων τους και να παίρνουν πλούσια την  χάρι της Αγίας Τριάδος που είναι« η πηγή του αγιασμού και πάσης χάριτος».
 
Πότε τελείται ο Αγιασμός
Κάθε πρώτη του μηνός η Εκκλησία τελεί στους Ναούς τον Αγιασμό, ενώ κατά την επιθυμία των πιστών τελείται και σε άλλες περιπτώσεις της καθημερινής μας ζωής όπως κατά την θεμελίωση νέου σπιτιού η άλλης οικοδομής, κατά τα εγκαίνια του νέου σπιτιού, του νέου καταστήματος, του νέου αυτοκινήτου, του Σχολικού έτους, του Κατηχητικού έτους και άλλων πνευματικών δραστηριοτήτων, τελείται για ευόδωση της εργασίας, για ίαση ασθενειών, κατά της βασκανίας και των άλλων δαιμονικών επιθέσεων κ.τ.λ.Στα Ευχολόγια της Εκκλησίας μας(Μεγάλο και Μικρό)υπάρχουν πάρα πολλές ευχές η οποίες λέγονται ανάλογα με την περίσταση που ο Ιερέας τελεί τον Αγιασμό, ενώ είναι αυτονόητο ότι για να υπάρξουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα μετά την τέλεση του, απαιτείται η ενσυνείδητη συμμετοχή του πιστού και η επιθυμία του να προσελκύσει με τον προσωπικό του αγώνα την Θεία Χάρι.
 
Τι είναι Αγιασμός;
«Αγιασμός των Υδάτων είναι η τελε-τουργική Πράξη δια  της οποίας το νερό καθαγιάζεται με ορισμένες Ευχές και επικλήσεις της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, καθώς και με την σταυροειδή ευλογία και εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού. Η Τελετή αυτή λέγεται Αγιασμός ακριβώς γιατί με το ευλογημένο νερό, με την μετάληψη και τον ραντισμό πιστεύουμε ότι αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε από τις αμαρτίες μας. Γι΄ αυτό παρακαλούμε τον Θεό όπως το αγιασμένο νερό  θεραπεύσει τις ψυχές και τα σώματα μας και να αποτρέψει κάθε σατανική δύναμη».
Η χρησιμοποίηση αγιασμένου νερού συναντάται σε πολύ παλαιούς χρόνους της ζωής των χριστιανών. Από αρχαίους Εκκλησιαστικούς ιστορικούς μαθαίνουμε για θαύματα που έγιναν με τον ραντισμό του αγιασμένου νερού. Επίσης υπάρχει μαρτυρία η οποία μας πληροφορεί ότι Αγιασμός γινόταν κάθε μήνα στο παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως παρουσία των Βασιλέων. Έτσι εξηγείται και το τροπάριο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου…νίκας τοις βασιλεύσι..»που ψάλλεται όταν βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός στο νερό.
 
Υπάρχει διαφορά Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού;
«Ο Αγιασμός είναι Αγιασμός, είτε δίδεται την παραμονή των Φώτων, είτε την ίδια ημέρα είτε στο σπίτι. Δεν έχει διαφορά ο μικρός από τον μεγάλο αγιασμό. Λέγεται Μικρός η Μεγάλος, επειδή οι ευχές είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες, επειδή παρατείνεται περισσότερο η λιγότερο η σχετική ακολουθία. Θεαματικά είναι αυτά. Δεν σημαίνουν ουσία προκειμένου περί του καθαρού νερού που βρίσκεται στην λεκάνη. Το αγιασμένο νεράκι του Μικρού Αγιασμού, διατηρείται χρόνια όπως και το νεράκι του Μεγάλου λεγομένου Αγιασμού» .
 
Η Ακολουθία.
  Η ακολουθία του μικρού Αγιασμού που τελείται τακτικότερα (ενώ του Μεγ. Αγιασμού τελείται δύο φορές τον χρόνο παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων) ξεκινά με την ανάγνωση του «Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου..»και συνεχίζεται με την ψαλμωδία τροπαρίων της Παναγίας μας καθώς και του Αγίου μας. Αφού διαβαστεί  ο ψαλμός« Ελέησον με ο Θεός…» ψάλλεται ο Κανόνας της Παναγίας τα τροπάρια του οποίου αντιστοιχούν στα 24 γράμματα της Αλφαβήτου (Ακροστιχίδα).Κατόπιν αφού ψάλλούν και άλλα τροπάρια (επί το πλείστον της Παναγίας) ακολουθεί ο Τρισάγιος Ύμνος, ο Απόστολος ο οποίος αναφέρεται στην επιθυμία του Κυρίου να μας αγιάσει και να μας σώσει σαν αδελφούς και παιδιά του και το Ευαγγέλιο το οποίο αναφέρεται στο νερό της κολυμβήθρας της Βηθεσδά το οποίο αφού αγιαζόταν με την παρουσία Αγγέλου θεράπευε τις σωματικές ασθένειες των ανθρώπων. Στην συνέχεια λέγονται οι δεήσεις και οι ευχές δια των οποίων αγιάζεται το νερό και ιδιαιτέρως την στιγμή που ο Ιερέας το ευλογεί σταυροειδώς με το χέρι του. Ακολουθεί η «Βάπτιση» του Τιμίου Σταυρού στο αγιασμένο νερό, ο ραντισμός του χώρου που τελείται η ακολουθία, η ευλογία των πιστών με το αγιασμένο νερό και η προσκύνηση του τιμίου Σταυρού. Κατόπιν διαβάζεται η για την περίσταση κατάλληλη Ευχή, μνημονεύονται τα ονόματα για χάρη των οποίων τελείται ο Αγιασμός και γίνεται Απόλυση.
Τι χρειάζεται;
Για να τελεσθεί ο Αγιασμός χρειάζεται μια μικρή λεκάνη με καθαρό νερό, λίγο βασιλικό η δενδολίβανο, το θυμιατήρι του σπιτιού και το κανδήλι. Ο Ιερέας θα έχει μαζί του το επιτραχείλιο, το Ευαγγέλιο, τον Σταυρό και το «Ευχολόγιο». Σε ένα χαρτί γράφουμε τα ονόματα της Οικογένειας μας η οποία πρέπει να είναι παρούσα  και συμπροσευχόμενη στην ακολουθία.
 
Κάτι σαν επίλογος.
«Μπορούμε στο σπίτι μας να έχουμε Αγιασμό, αρκεί να μην τον ξεχνάμε στο εικονοστάσι, αλλά να τον χρησιμοποιούμε κάθε φορά που παρουσιάζεται ανάγκη». Είναι ευλογία και μια «καλή και ευλογημένη συνήθεια» να πίνουμε καθημερινά Αγιασμό πριν πάρουμε το πρωινό μας και αφού έχουμε πλύνει το πρόσωπο μας εκτός βέβαια  αν έχουμε να κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Αν κοινωνήσουμε τότε τρώμε πρώτα το Αντίδωρο μας και ύστερα πίνουμε τον Αγιασμό.
Με την καθημερινή επαφή μας με τον Αγιασμό βάζουμε ολόκληρη την ημέρα μας κάτω από την ευλογία του Θεού ενώ δεν παραλείπουμε την συμμετοχή μας τακτικά στο Ποτήριο της Ζωής με την Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού μας γεγονός που μας χαρίζει τον κατ΄ εξοχήν Αγιασμό, την Ευλογία και την Σωτηρία. 
Αγιασμός και Θεία Κοινωνία δεν μπορούν να συγκριθούν. Ο Αγιασμός είναι νεράκι το οποίο αγιάστηκε από την Χάρη του Θεού ενώ η Θεία Κοινωνία είναι ο ίδιος το Θεός, το Σώμα Του και το Αίμα Του.
Ο Αγιασμός (Μέγας) προτείνεται από τους πνευματικούς σε κάποιες περιπτώσεις όπου ο εξομολογούμενος έχει πέσει σε κάποιο αμάρτημα και δεν έχει ευλογία να κοινωνήσει. Ο πνευματικός του λοιπόν του προτείνει να νηστέψει και να πιει Αγιασμό για να παρηγορηθεί. Ο Αγιασμός δεν αντικαθιστά την Θεία Κοινωνία, η οποία είναι το υπέρτατο δώρο του Θεού στον άνθρωπο.
 
 
πηγή: Με παρρησία

Γέροντας Παΐσιος-Συζήτηση μέ τους λογισμούς..


- Γέροντα, όταν έρχεται ένας λογισμός υπερήφανος, υ…ποφέρω.
Τον κρατάς μέσα σου;-Ναί.Γιατί τον κρατάς; Νά του κλεινής την πόρτα. Άμα τον κρατάς μέσα σου, ζημία έχεις. Έρχεται ό λογισμός σαν τον κλέφτη, του ανοίγεις την πόρτα, τον βάζεις μέσα, πιάνεις κουβέντα μαζί του, και μετά εκείνος σε κλέβει. Με τον κλέφτη πιάνει κανείς κουβέντα; Όχι μόνον κουβέντα δέν πιάνει, αλλά κλειδώνει την πόρτα, γιά νά μην μπή μέσαΜπορεί ακόμη καί νά μή συζήτησης μαζί του, αλλά γιατί νά τον άφήσης νά περάση; Ας πούμε ένα παράδειγμα· δέν λέω ότι έχεις τέτοιους λογισμούς, αλλά άς υποθέσουμε ότι σου έρχεται ένας λογισμός ότι μπορούσες νά είσαι εσύ Γερόντισσα. Εντάξει, ήρθε ό λογισμός.Μόλις ερθη, πες στον εαυτό σου: «πολύ καλά· θέλεις νά είσαι Γερόντισσα; γίνε πρώτα στον εαυτό σου Γερόντισσα», οπότε αμέσως κόβεις την συζήτηση. Τί, με τον διάβολο θά συζητάμε; Βλέπεις, όταν ό διάβολος πήγε νά πειράξη τον Χριστό, Εκείνος του είπε: «­Ύπαγε οπίσω μου, σατανά»[1]. Αφού ό Χριστός είπε στον διάβολο: «άντε πήγαινε…», εμείς τί νά συζητάμε;
- Γέροντα, είναι κακό νά συζητάω έναν αριστερό λογισμό, γιά νά δώ άπό που προέρχεται;
- Το κακό είναι ότι δέν συζητάς με τον λογισμό, όπως νομίζεις, άλλα με το ταγκαλάκι. Περνάς ευχάριστα εκείνη τήν ώρα, μετά όμως παιδεύεσαι. Νά μή συζητάς καθόλου τέτοιους λογισμούς. Νά πιάνης τήν χειροβομβίδα καί νά τήν πετάς στον εχθρό, γιά νά τον σκοτώσης. Ή χειροβομβίδα έχει τήν ιδιότητα νά μή σκάη αμέσως, αλλά μετά δύο-τρία λεπτά. Έτσι καί ό αριστερός λογισμός, αν τον δίωξης αμέσως, δέν μπορεί νά σε βλάψη.
Αλλα εσύ μερικές φορές δέν έχεις εγρήγορση, δέν λές τήν ευχή, καί δέν μπορείς νά άμυνθής. Έρχεται το τηλεγράφημα του διαβόλου άπ’ εξω, το παίρνεις, το διαβάζεις, το ξαναδιαβάζεις, το πιστεύεις καί τό περνάς στο αρχείο. Αυτούς τους φακέλους θά τους παρουσίαση τό ταγκαλάκι τήν ήμερα της Κρίσεως, γιά νά σε κατηγορήση
- Γέροντα, πότε ή προσβολή ενός αριστερού λογισμού είναι πτώση;
- Έρχεται ό λογισμός και τόν διώχνεις αμέσως. Αυτό δεν είναι πτώση. Έρχεται και τόν συζητάς. Αυτό είναι πτώση. Έρχεται, τόν δέχεσαι λίγο και μετά τόν διώχνεις. Αυτό είναι μισή πτώση, γιατί και τότε έχεις πάθει ζημιά, επειδή μόλυνε ό διάβολος τόν νου σου. Δηλαδή είναι σαν να ήρθε ό διάβολος και του είπες: «Καλημέρα, τί γίνεται; Καλά; Κάθησε να σέ κεράσω. Α, ό διάβολος είσαι; Φύγε τώρα». Αφού είδες ότι είναι ό διάβολος, γιατί τόν έβαλες μέσα; Τόν κέρασες και θά ξανάρθη.

«Απόσπασμα από τις σελίδες 62-68 του βιβλίου: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Γ΄ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Πηγή:Τάλαντο

Sunday, 6 January 2013

Η ομολογία της αμαρτίας αποτελεί την απαλλαγή από αυτήν


Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

«Αυτή προ πάντων είναι η οδός της απωλείας, όταν η ίδια η αμαρτάνουσα ψυχή διώξει το φόβο και επινοεί ορισμένες δικαιολογίες που προέρχονται από αδιαφορία, ή όταν διαπράττοντας κάποιος μοιχεία θέλοντας άλλος να τον απαλλάξει από την συντριβή της καρδίας του, του λέγει· μα μήπως συ είσαι αίτιος; Η επιθυμία είναι αιτία. Είναι κακό βέβαια το αν αμαρτάνει κάποιος, φοβερότερο όμως είναι αυτό, το να αρνείται αυτός να μετανοήσει μετά την διάπραξη της αμαρτίας. Αυτό προ πάντων είναι το όπλο του διαβόλου.

Αυτό συνέβηκε και στην περίπτωση των πρωτοπλάστων. Διότι ενώ έπρεπε ο Αδάμ να ομολογήσει τα πλημμελήματά του, εκείνος όμως μεταφέρει την αιτία στην Εύα και η Εύα πάλι στο διάβολο. Ενώ έπρεπε να πουν «αμαρτήσαμε, παρανομήσαμε», εκείνοι όμως όχι μόνο δεν ομολογούν, αλλά και μηχανεύονται δικαιολογία.

Διότι ο διάβολος γνωρίζοντας ότι η ομολογία της αμαρτίας αποτελεί απαλλαγή από την αμαρτία, πείθει την ψυχή να γίνει αδιάντροπη. Αλλά εσύ, αγαπητέ, όταν αμαρτήσεις, πες ότι αμάρτησα, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να δικαιώνει περισσότερο από αυτήν την απολογία.

Έτσι κάμνεις το Θεό ευσπλαχνικό, έτσι κάμνεις και τον εαυτό σου πιο απρόθυμο στο να υποπέσει στα ίδια αμαρτήματα. Όταν όμως φροντίζεις να βρεις δικαιολογίες ανύπαρκτες και να απαλλάξεις την ψυχή σου από το φόβο, θα την κάνεις προθυμότερη προς το να υποπέσει πάλι στα ίδια αμαρτήματα και θα παροργίσεις περισσότερο το θεό. Διότι από κανέναν αμαρτωλό δεν λείπει η αδιάντροπη δικαιολογία.

Καθόσον ο ανθρωποκτόνος έχει να κατηγορήσει το θύμα, ο κλέφτης τη φτώχεια, ο μοιχός την επιθυμία, και άλλος την εξουσία, αλλά όλα αυτά είναι δικαιολογίες παράλογες, που δεν έχουν καμία λογική δικαιολογία.

Διότι δεν κάμνουν εκείνα τις αμαρτίες, αλλά οι γνώμες εκείνων που αμαρτάνουν. Πρόσεχε τον Δαβίδ που δεν δικαιολογείται όταν αμάρτησε αλλά λέγει «Αμάρτησα απέναντι στον Κύριο».

Αν και βέβαια μπορούσε να πει «Γιατί γυμνώνονταν η γυναίκα; Γιατί λουζόταν μπροστά στα μάτια μου;». Αλλά γνώριζε ότι όλα αυτά ήταν παράλογη δικαιολογία, και για αυτό προχώρησε στην ολοκάθαρη απολογία με το να πει «αμάρτησα»….».

(Πνευματικά Μαργαριτάρια, σελ 56-57, Ιωάννης ο Χρυσόστομος).

Friday, 4 January 2013

St.Theophan The Recluse-On Subtle Tempting Movements Aided by the World and the Demons..


An Excerpt from"The Path To Salvation"

Attacking the consciousness or free will, one or another such feeling either completely cuts off or cuts short the flow of our spiritual life and places us in extreme danger. This is when outside help is extremely necessary. Sometimes the person himself is not aware of these tempting movements, for they belong to the ranks of subtle thought processes. Passions of the soul and body are more obvious and crude, although there are also subtle ones amongst them, such as comfort of the body, or opinion and criticism. In word they are understood, but in deed they are often hidden.

This is the horde that is ready every minute to extinguish our new life opposed to sin. Man walks the earth of his existence as along a quagmire, ready to fall in at any moment. When you walk, walk carefully, lest you dash your foot against a stone.

Incidentally, being within, under the cover of new rules and a new order and with activity of spirit, all of these unrighteous movements would not be so pernicious if they were not aided by their neighboring parents — the world and the demons.

The world is the manifestation of the world of passions, the live passions in individuals, customs and deeds. Coming into contact with one part or another of the world, it is impossible not to exacerbate your own inner wounds or passions due to their similitude and accord with it. That is why everyone who lives in the world is drawn to it because of the passions living within him, according to his motivations and temptations.

But there is a certain arousal that particularly belongs to the world. It consists in its charming appearance and progress, its power to awe — the feeling of abandonment and desertedness in the midst of a crowd; in everything — obstacles, caustic remarks, ridicule, contempt, inattentiveness, the torment of iniquitous deeds. This is followed by oppression, persecution, wrath, deprivation, and all manner of sorrows.

The demons, as the source of all evil, surround people with their horde and teach them every sin, working through the flesh, especially the senses and that element where the soul and the demons themselves live. That is why they can be considered the cause of every passion and sinful attack. But there is something in this cycle of sins that only the demons could whip up — something of which nature is incapable despite all its corruption. That is blasphemous thoughts — doubts, lack of faith, unusual revulsion, darkening of the mind, various forms of prelest, and in general, passionate temptations that take over; for example: uncontrollable sexual passions, stubborn hatred to the death, and so on. Besides these invisible struggles from demons, there is also a visible attack from them that is sensed through the body: these are various kinds of specters, that even go to the extent of taking authority over the body. To learn more about the deceit of the demons it is useful to read the lives of Sts. Niphon, Spyridon and others.

This is everything that attacks the new man from within and from without. Those who are attentive say a minute does not pass without one of these movements striking. This is inevitable; for we see how the inward-looking individual who is zealous for good is surrounded on all sides by enemy forces. He is sunk in them as in a sea. Incidentally, in order to succeed in battle one needs not only to see this host of enemies, but also to know what form these attacks take.

Let us imagine where the face of a man is at conversion. It is inside, in another world; it exists and acts in another way. He has spiritual subjects on his mind and spiritual deeds in his intentions. It means that he has left the passionate and sinful. When later beneficial order and rules are developed, it can be seen that he stands entirely in the realm of spiritual light, he is holy. The sinful and passionate are estranged from his attention and are covered by rules. They speak out on rare occasions, then again run away, occupying or not occupying the attention. They only show themselves to the inner eye, remind us of themselves; wanting only that we occupy ourselves with them, think about them, contemplate them.

Therefore the chief form in which the enemy appears in us is thought. When the enemy succeeds in occupying our mind with blasphemous thoughts, he is already not without profit. He can often even celebrate a victory, because desire can soon lean towards the thought; and after desire comes resolve to do the thing — and this is already sin and a fall. On this basis the Holy Fathers, attentive to themselves, to the forms and degrees of passionate attacks and attraction to them, notice the following: the onrush of thoughts, contemplation, delight in it, desire, passion, attraction, resolve, and then the deed. This process sometimes happens gradually, one step after another, and sometimes each stage comes separately and out of order, with the exception of resolve, which always is a direct act preceded by contemplation and the inclination of free will. Until this happens purity is intact and the conscience is clean.

Therefore all of the preliminary acts can be defined by one word — thought. It can be simple or with an added simple, passionate, lustful thought; because it appears in us either as a simple thought, the imagination only of a sinful object, or as lust, craving or desire, or finally, as a passion or attraction. All of these entice and tempt the mind or spirit to something passionate and sinful. But this is not evil, not sin, as long as the mind has not joined its will to them, as long as it wars with them each time they arise until they are expelled.

Ορθόδοξη πίστη και φυσικές επιστήμες


 Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση -και σύγκρουση- πίστεως (ή Θεολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμά­τωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό αντικείμενο.

Η Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλι­στα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρη­σιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Στην ορθόδοξη πα­ράδοση διακρίνονται δύο γνώσεις ή σοφίες (Απόστο­λος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ.). Υπάρχει η γνώση του ακτίστου (= Θεός) και η γνώση του κτι­στού (= ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). Η γνώ­ση του Θεού (θεογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνέργεια του  ανθρώπου με τον Θεό. Η γνώση του κόσμου είναι φυσική και αποκτά­ται με την επιστημονική έρευνα. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη - κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50, 12 - Ματθ. 5, 8). Θεολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του ακτίστου. Επιστήμη η γνωσιο­λογία και γνώση του κτιστού. Η γνώση στην επιστήμη της πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δύο γνωσιολογίες, κτιστού και ακτίστου, εργά­ζονται με διαφορετικά όργανα και γι' αυτό τα μεταξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όργανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύ­ξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λειτουργία ( = ενέργεια του νου στην καρδιά). Η παρατήρηση και το πείραμα, βασικές παράμετροι της επιστημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη της πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεογνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του ακτίστου φωτός - της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επα­νάληψης αυτής της εμπειρίας, που είναι κοινή σ' ό­λους τους επιστήμονες της πίστεως, δηλαδή τους Αγίους. Ό,τι συνεπώς είναι για τους φυσικούς επιστήμο­νες το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τους επιστή­μονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνε­ται ένα είδος «θεοσκοπίου». Η Θεολογία, ως λόγος πε­ρί του Θεού, μ' αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μεταφυσική, στοχαστική δηλαδή θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώκουν την θέαση του μακροκόσμου και του μικροκόσμου. Η επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θε­ού, ως ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.
    
2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη κατά την Ορθοδοξία δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγκρουση Ορθοδοξίας και Επιστήμης. Η σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο της επιστήμης είναι η γνώση της ουσίας και των μηχανισμών λειτουργίας των όντων. Έργο ό­μως της Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, του δη­μιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με το πώς. η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία). Έτσι η Αγία Γραφή και τα έργα των αγίων Πατέρων (των επιστημόνων της πίστεως) είναι δυνατόν να έ­χουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επιστημών. Θεο­λογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος - ο Άγιος, γνωρίζει τους λόγους των όντων, την αιτία της ύπαρ­ξής τους και την εξάρτησή τους από τον Θεό. Η διε­ρεύνηση όμως, όπως είπαμε, της ουσίας και της λειτουργίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. Η Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κό­σμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστή­μες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση. Στην Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατό­τητα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυ­νατή, διότι η μέθοδος σωτηρίας - θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες, Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι), όταν κατέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής τους, τις οποίες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα της Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδή­γηση των πνευματικών τους τέκνων προς την σωτηρία και η προστασία τους από γνώση που είναι δυνα­τόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνω­σία. Η διάθεση όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι a priori πολεμική και απορριπτική, αλλά απλώς ποι­μαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επι­στήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. Η οπτική όμως της πατερικής Θεολογίας είναι διαφορετική, όπως αποδεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής - επιστήμονας στην γνώση του ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγητής της ερήμου» ονομάζεται ορθόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία της θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παράδοση της Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμ­πιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξιοπιστία των ειδικών του χώ­ρου τους. Σ' αυτή την συνάφεια φαίνεται και η ορθό­δοξη σημασία του δόγματος. Η διδασκαλία της πί­στεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επιστημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος της θεώσεως και λειτουργεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. Η Ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματι­κή, όσο και η επιστήμη. Δόγματα της επιστήμης με την κοσμική κατανόησή τους είναι τα αξιώματά της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Μarc Bloch, και η επι­στημονική έρευνα είναι «προκατειλημμένη», όχι μόνο η Θεολογία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προ­κατάληψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος της διπλής αυτής επιστήμης.

4. Η αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επι­στημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ή­δη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 38, 6) ομολογεί­ται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα την δυνατότητα να είναι κάποιος κάτοχος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, αγία Αι­κατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λάβουσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλώς πάσαν μεμάθηκε». Αντίθετα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη η ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύμα­τα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμο­ποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια-λογική, και έτσι αναπότρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέ­σεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα ση­μείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορίσματα της επι­στήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυ­τά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρη­σκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επιστημονι­κές. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την αποδοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημονικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδο­ξία, όταν είναι Ορθοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρ­ξει περίπτωση Γαλιλαίου. Η αρνητική στάση των ορ­θοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήματος, τον 18ον αι. δεν ήταν απόρροια πνευματικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελίξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρουση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιολογική, όταν τα πορίσματα της επιστήμης κρίνο­νται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πί­στεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορί­σματα των φυσικών επιστημών, δηλαδή με κριτήρια άλλου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επιστήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυτό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ω­ρίμανση της Φυσικής και γενικά των Θετικών Επι­στημών εγκατέλειψε το αριστοτελικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία ε­πέμενε σ' αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματι­σμού και συνεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

 5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγι­ναν τραγικά λάθη και από τις δύο πλευρές, που οδή­γησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνω­ση. Η Δυτική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περίπτωση του Γαλι­λαίου, εξάλλου, και από τις δύο πλευρές, η σύγκρου­ση θεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20όν αιώνα ο πάστορας-Lemaitre και η «περί Μεγάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κληρικού! Συχνά, εξάλλου, στην σύγ­κρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησια­στικών ήλθε συχνά αντιμέτωπος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. Η θεμελίω­ση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγουστίνο («credo, ut intelligam») και κορυφώνεται με τον Καρτέσιο («cogito, ergo sum»). Η προτεραιό­τητα δίνεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμενο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία καταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μό­νο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάιμπνιτς, τον Νεύτωνα, που ήσαν και θεολόγοι. Η πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την ανα­γνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έτσι προσφέρεται για έρευνα. Αργότερα όμως το «παιδί» επαναστάτησε κατά της μητέρας και οι δρόμοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παρά­δοση της Ανατολής, στην οποία όχι μόνο συμπορεύθηκαν επιστήμη και θεολογία, αλλά και η Θεολογία αποδείχθηκε ενισχυτική στην αληθινή πρόοδο της Ε­πιστήμης. Αρκούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μ. Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, ΡG, 29, 3-208) και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Περί κατα­σκευής ανθρώπου, ΡG, 44, 124-256).

Ο Μ. Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δη­μιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ο την αρχήν αυτήν δους και τις ο ποιη­τής». Αλλά σ' αυτή την υπόθεση οδηγεί και η θεωρία του Big Bang.

Ο Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, 77D) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή ( = κίνηση), οιονεί σπερματικής τινος δυνάμεως προς την του παντός γένεσιν καταβλη­θείσης, ενεργεία δε τα καθ' έκαστον ούπω ην». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτιστεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεωρίας.

Ο Μ. Βασίλειος (ΡG 29, 36Β) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώ­τη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, δια την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τους καθήκοντας χρόνους ( = κα­τάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτό δε διότι -κατά τον Γρηγόριο (ΡG 44, 72Β) «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξάλλου, κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡG 29, 1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, αναπτυσ­σόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «Η της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματος την αρχήν δεξαμενή, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Γρηγόριος (ΡG 44, 148C) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στη φύση: «Καθάπερ δια βαθμών η φύ­σις, των της ζωής λέγω ιδιωμάτων, από των μικρότε­ρων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μ. Βασίλειος δεν περιμένει από τη Γραφή όλες τις απαντήσεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονι­κή έρευνα: «...πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνη­ση), εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)...» (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστημονική-σχολική-κατάρτιση ασχολήθηκαν με τα φυσικά προβλήματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γι' αυτό σ' αυτά τα θέματα μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όμως α­ντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερ­μηνεία της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμη­νευτών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η αληθινή θεολογία αναμέ­νει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κατανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγμα­τα: Η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisemberg) βοή­θησε στην προσέγγιση της Φυσικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της ( = αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού). Εξάλλου ένας αμερικανός αστρονό­μος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιά­ζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλήματα μεταξύ Θεολογίας και Επιστή­μης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτιση προβληματισμών και όχι αναγκαστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγ­κρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού ό­μως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεολογία δεν αντικρούει την επιστημονική θέση, για την ηλι­κία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέ­ρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολο­γία, με προϋπόθεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συνεργασίας Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών, ως προς τον εκσυγχρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορισθεί στην εποχή μας, εκτός εάν πα­ραμένουν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην ε­ρευνά τους. Άλλωστε, πίστη και επιστήμη δέχονται παγκοσμίους νόμους, και οι δύο δε, ζητούν την αλή­θεια, την φυσική ή την υπερφυσική. Ο Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ. 266) δέχεται την πί­στη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξάλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επι­στημονικά, συναρτώνται και με τα διάφορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπα­ράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υπο­κειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδρα­ση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει Vorverstandis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια στην πληρότητα της, όσο επιστημονική και αν είναι.

H συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι α­ποτελεσματικότερη, όταν o Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθερους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντί του συνεχιστές του Μ. Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αιφνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανατολής, όταν Πρύτανης-Καθηγητής της Φυσικής - α­ναζητούσε ερείσματα της επιστήμης του στο Κορά­νιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη με­τριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. Η Κβαντομηχανική διαψεύδει την αιτιότητα, αλλά ο Einstein διεφώνησε («Ο Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιο­καθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλημα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου. (Πρόσφατα α­παγορεύθηκε στον νυν πάπα, ως πρώην αρχηγό της Ιε­ράς Εξέτασης, να επισκεφθεί το Πανεπιστήμιο του Γαλιλαίου «Sapienza». Ο Πρύτανης είπε: Δεν λογο­κρίνουμε τον Πάπα. Ας διδάξει όπου θέλει, αλλά όχι σ' αυτό το Ίδρυμα...).

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όριά της (πρβλ. Ε. Θεοδώρου, πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ: Τα όρια της επιστημονικής γνώσεως, Αθήναι 1981). Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το περί Θε­ού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστήμη. Η επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχό­μενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργα­να, για να Τον συλλάβει. Γι' αυτό δεν μπορεί να κατη­γορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλά ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτή­ρια.

Για την δημιουργική όμως σύγκλιση και συνεργα­σία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσσα. Κατά τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακαδημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους Επιστήμονες και για τους Θεολόγους και πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ' αυτή την κοι­νή γλώσσα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «Η επιστήμη προσφέρει ασφαλέ­στερη οδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και ο γνωστός Β. φον Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πίστη και επιστήμη) σε αντίθεση; Η θρησκεία ασχολείται με τον Δημιουργό, η επιστήμη με την δημιουργία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκ­πληξη (στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής 3.2.08) σε συνέντευξη της μεγάλης Ελληνίδας ανθρω­πολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν α­πάντηση σε διαφορετικά ερωτήματα: Η επιστήμη α­παντά στο πώς και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. Η επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όριά της, β) δέχε­ται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποιώ­ντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, αφού η Θεο­λογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27), ή ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος» ( = έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και Επιστήμης μπο­ρεί να υπάρξει κυρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Οικουμενι­κός μας Πατριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περγάμου Ιω­άννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουρ­γίας αποκαλύπτεται δια της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μην οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστή­μη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα της εκα­τέρωθεν έρευνας, που διεξάγεται με αυτοσεβασμό και ταπείνωση, διότι ο κόσμος μας δεν χρειάζεται μόνο τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ' όσον «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άν­θρωπος» (Ματθ. 4, 4)


«ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ»
Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Thursday, 3 January 2013

Μη φοβάσαι !




Μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1701 ένας αγιορείτης μοναχός βρέθηκε ταλαιπωρημένος έξω από την σεβάσμια Μονή των Ιβήρων.

Στη θλίψη του και στην ανάγκη του, ύψωσε τα χέρια του προς την πάνσεπτη εικόνα της Παναγίας, που είναι ζωγραφισμένη πάνω από την κεντρική πύλη, και άρχισε να προσεύχεται.

Και τότε, ενώ προσευχόταν, ένοιωσε στον εαυτό του μία ασυνήθιστη και θαυμαστή αλλοίωση. Αισθάνθηκε, σαν να έσταζε από την εικόνα της Παναγίας στην καρδιά του «δρόσος ουράνιος και θείος γλυκασμός». Και η καρδιά του κατενύγη· και τα μάτια του άρχισαν να αναβλύζουν δάκρυα σαν πηγή. Σκόρπισε το σκοτάδι του νου του. Φωτίστηκαν οι νοεροί του οφθαλμοί. Και είδε πίσω του, τον σατανά να «κρύπτεται ως κλέπτης και ληστής· από τον φόβο της Θεοτόκου». Κρυβόταν γιατί έβλεπε τον μοναχό να προσεύχεται στην Παναγία, και δεν το άντεχε. Και έτρεξε να κρυφθεί από την θεία λάμψη της Παναγίας! Και επήγε και με μορφή σκύλου στάθηκε πίσω από τον μοναχό,

και του δάγκωνε ελαφρά τα πόδια, και του έλεγε:

Να, τώρα θα σε κομματιάσει, τώρα θα σε φάει το σκυλί!

Όμως, η προσευχή του μοναχού τον κατέκαιγε. Και γι’ αυτό προσπαθούσε με τις πανούργες μεθοδείες του να τον αναγκάσει να την διακόψει. Και πράγματι από το φόβο του ο μοναχός όλο και δείλιαζε. Αλλά η Παναγία του έλεγε από την εικόνα της: Μη φοβάσαι!

Και εκείνος έστρεφε προς αυτήν πάλι το πρόσωπό του και ξαναδυνάμωνε τη προσευχή του. Αλλά και πάλι ο δαίμονας τον έκανε να δειλιάζει. Και τότε πάλι, με ήρεμη και γλυκύτατη φωνή, του επαναλάμβανε η Μητέρα του Χριστού:

«Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι κοντά σου. Και σε προστατεύω από κάθε κίνδυνο».

Το περιστατικό αυτό μας δείχνει, πόσο ακαταμάχητο όπλο κατά του Σατανά είναι η προσευχή.

* * *

Οι άγιοι Πατέρες θέλοντας να μας βοηθήσουν, να αξιοποιούμε την πάνσεπτη περίοδο της Σαρακοστής για πνευματική μας ανασυγκρότηση και προκοπή, όρισαν, να γίνονται κάθε Παρασκευή βράδυ οι «Χαιρετισμοί της Παναγίας». Στους χαιρετισμούς καταλαβαίνουμε με τον πιό καλό και βαθύ τρόπο τί είναι ο Χριστός για μας, και τί είναι η Παναγία για μας. Τί αξία και σημασία έχει η προσευχή στη Παναγία για μας.

Όμως, η γνώση, χωρίς την αντίστοιχη πράξη, είναι άκαρπη και ανώφελη.

Λοιπόν:

*Ας μάθουμε και εμείς να προσευχόμαστε συχνά και δυνατά στη Παναγία μας.

*Ας μάθουμε να την ζητάμε βοηθό και προστάτη μας στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας…

*Ας λέμε και εμείς όσο πιό ταχτικά μπορούμε, μόνοι μας στο σπίτι μας τους «Χαιρετισμούς».

Είναι δύναμή μας. Είναι όπλο μας.

(Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα, «Κατεύθυνον τα διαβήματά μου», εκδ. Ι.Μ.Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2012)

Πληρώσωμεν την δέησιν ημών τω Κυρίω..




«Πληρώσωμεν την δέησιν ημών τω Κυρίω».

(Ας συμπληρώσουμε τήν δέησή μας προς τον Κύριο.)

Τα τίμια δώρα προσκομίσθηκαν και είναι τώρα στην αγία Τράπεζα, για τη θυσία που πρόκειται να γίνει. Αμέσως λοιπόν ο λειτουργός απευθύνεται προς το λαό με δυνατή φωνή- «Πληρώσωμεν την δέησιν ημών τω Κυρίω», ας συμπληρώσουμε την δέησή μας προς τον Κύριο. Σε όσα παρακαλέσαμε στην Εκτενή ικεσία έχομε ακόμα και τα παρακάτω συμπληρωματικά αιτήματα. Γιατί ποτέ δεν εξαντλείται η ανάγκη να ζητούμε από το Θεό, και μάλιστα τώρα μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της αναίμακτης θυσίας. Ο Καβάσιλας εδώ γράφει τα εξής, που πολύ μας κατατοπίζουν για τις συμπληρωματικές δεήσεις που γίνονται τώρα· «Ο δε ιερεύς τα μεν δώρα τίθησιν επί της Τραπέζης· αυτός δε ως ήδη προς τη τελετή γενόμενος και μέλλων της φρικτής άπτεσθαι θυσίας, έτι εαυτόν ευτρεπίζει…και ουχ εαυτόν μόνον, αλλά και το περιεστώς πλήθος καταρτίζει και διατίθησι προς την χάριν». Ο λειτουργάς ιερέας, πλησιάζοντας στη μεγάλη στιγμή, ετοιμάζει ακόμα πιο πολύ τον εαυτό του και το λαό.
Η θεία Λειτουργία είναι μια ζωντανή κινούμενη πράξη. Το βλέπομε τώρα, καθώς και σε όλη την ιερουργία· όλη η σύναξη, ο λειτουργός ιερέας και ο λαός, συναγωνίζονται τρέχοντας να φτάσουν στη μεγάλη στιγμή της θυσίας κι υστέρα της θείας Κοινωνίας. Εκτός από την ευχή του Χειρουβικού Ύμνου, που ο ιερέας τη λέει μόνο για τον εαυτό του, όλες οι άλλες ευχές και δεήσεις είναι κοινές, και για τον ιερέα και για το λαό. Καθώς κάπως έτσι γράφει ένας σύγχρονός μας καλός θεολόγος και συγγραφέας, η λατρεία της Εκκλησίας και μάλιστα η θεία Λειτουργία είναι μια πρόσκληση για να συμμετάσχουμε στην επιφάνεια, δηλαδή στη φανέρωση του Θεού. Αυτό θα πει πως η θεία Λειτουργία δεν είναι μόνο η ιστορία του γεγονότος της θείας οικονομίας, αλλά και το ίδιο το γεγονός· είναι η ιστορία της σωτηρίας και η ίδια η σωτηρία· είναι η αναγγελία του Λόγου και η ευχαριστιακή παρουσία και πραγματοποίησή του.
Επτά νέες αιτήσεις συμπληρώνουν τις δεήσεις, που μέχρι τώρα έγιναν στην ιερή τελετή της θείας Λειτουργίας. Η πρώτη δέηση γίνεται για τα τίμια δώρα· «Υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων, τον Κυρίου δεηθώμεν», ας παρακαλέσουμε για τα τίμια δώρα, που τώρα φέραμε και αφήσαμε στην αγία Τράπεζα. Ακολουθούν υστέρα οι άλλες έξι αιτήσεις με τη σειρά. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο, όλη η ημέρα σήμερα να είναι αληθινά ημέρα του Θεού, αγία, ειρηνική και αναμάρτητη. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο άγγελο ειρήνης, να μας οδηγεί πιστά και να μας φυλάει ψυχικά και σωματικά. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο να συγχωρήσει και να αφήσει τις αμαρτίες και τα σφάλματά μας. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο όσα είναι καλά και συμφέρουν στις ψυχές μας και ειρήνη στον κόσμο. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο να περάσουμε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας με ειρήνη και μετάνοια. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο τα τέλη της ζωής μας να είναι χωρίς πόνο, χωρίς ντροπή και ειρηνικά, και να έχουμε καλή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού. Σε κάθε μια αίτηση ο λαός αποκρίνεται· «Παράσχου Κύριε», που θέλει να πει· δώσε μας, Κύριε, αυτά που ζητούμε. Οι έξι αυτές αιτήσεις, που θα τις ακούσουμε τις ίδιες να επαναλαμβάνονται και πιο κάτω στη θεία Λειτουργία, συμπληρώνουν πραγματικά τις δεήσεις που έγιναν έως τώρα και στη Μεγάλη Συναπτή και στην Εκτενή ικεσία. Εκείνες, θα λέγαμε, είναι δεήσεις πιο γενικές, που αφορούν στο βίο μας, αυτές εδώ είναι ειδικότερες και αφορούν στη πνευματική μας ζωή. Πόσο σπουδαίες και αντιπροσωπευτικές για τη λατρεία της Εκκλησίας είναι αυτές οι έξι αιτήσεις, φαίνεται από το γεγονός ότι τις ίδιες τις ακούμε δύο φορές στη θεία Λειτουργία.
*
Θα θέλαμε, αν ήταν τρόπος, να σταθούμε σε κάθε μια αίτηση και να πούμε περισσότερα, μα κρίνομε πως είναι καλύτερα να προχωρήσουμε. Μετά το «παραθώμεθα» της τελευταίας δέησης, ο λειτουργός σε χαμηλότερο τόνο λέει την ευχή, γιατί όπως το ξέρομε μετά τις δεήσεις και τις αιτήσεις είναι πάντα μια ευχή. Τώρα ο λειτουργός «αιτείται ευπροσδόκητον γενέσθαι την προτεθείσαν τω Θεώ και Πατρί θυσίαν», ο Θεός και Πατέρας να δεχθεί τη θυσία, για την οποία φέραμε στην αγία Τράπεζα τα τίμια δώρα. «Κύριε ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ο μόνος άγιος, ο δεχόμενος θυσίαν αινέσεως παρά των επικαλουμένων σε εν όλη καρδία, πρόσδεξαι και ημών των αμαρτωλών την δέησιν και προσάγαγε τω αγίω σου θυσιαστηρίω· και ικάνωσον ημάς προσενεγκείν σοι δώρα τε και θυσίας πνευματικός υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων. Και καταξίωσον ημάς ευρείν χάριν ενώπιον σου, του γενέσθαι σοι ευπρόσδεκτον την θυσίαν ημών, και επισκηνώσαι το Πνεύμα της χάριτός σου το αγαθόν εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα και επί πάντα τον λαόν σον».
Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε αυτή την ευχή όχι, καθώς λέγεται της Προθέσεως, αλλ’ ακριβέστερα της Προσκομιδής· «Κύριε Θεέ Παντοκράτορα, εσύ που μόνος είσαι άγιος και δέχεσαι πνευματική θυσία απ’ όσους σε επικαλούνται με όλη τους την καρδιά, δέξου κι από μας τους αμαρτωλούς την δέηση και φέρε την στο ουράνιο και άγιο θυσιαστήριό σου· και κάνε μας ικανούς να σου προσφέρουμε δώρα και πνευματικές θυσίες για τα δικά μας αμαρτήματα και για του λαού τα αγνοήματα και αξίωσέ μας να βρούμε χάρη και να σταθούμε μπροστά σου, για να γίνει ευπρόσδεκτη σε σένα η θυσία μας και να έρθει και να μείνει σ’ εμάς το Άγιο Πνεύμα της χάρης σου, και σε τούτα εδώ τα δώρα και σ’ όλο το λαό σου».
Για τέσσερα πράγματα γίνεται λόγος σ’ αυτή την ευχή. Πρώτα ο λειτουργός ιερέας ομολογεί την παντοδυναμία και την αγιότητα του Θεού· ο Θεός είναι ο παντοκράτορας και ο μόνος άγιος. Στον Θεό Πατέρα λοιπόν τώρα απευθύνεται και ομιλεί ο λειτουργός· να δεχθεί την δέηση όλης της σύναξης· να κάνει τους ιερείς ικανούς να λειτουργούν και γι’ αυτούς και για το λαό· και τέλος να γίνει δεκτή με ευχαρίστηση η θυσία της Εκκλησίας, και το Άγιο Πνεύμα να επισκιάσει και τους λειτουργούς και τα δώρα και όλο το λαό. Η ευχή καταλήγει στη δοξολογική εκφώνηση προς την Αγία Τριάδα· «Διά των οικτιρμών του μονογενούς σου Υιού, μεθ’ ου ευλογητός ει, συν τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Με την αγάπη του για μας και την ευσπλαχνία του μονογενή σου Υιού, που μαζί του και με το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα είσαι δοξασμένος, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. Η απάντηση του λαού όπως πάντα είναι το «Αμήν».
*
Όλα όσα ζητάει η σύναξη της Εκκλησίας, όχι μόνο σ’ αυτή, αλλά και σε κάθε ευχή, τα ζητάει με την πίστη και την βέβαιη ελπίδα πως τα λαβαίνει, πως η θεία Λειτουργία είναι η αιώνια πραγματικότητα στο πρόσωπο και το έργο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι ο ένας και μόνος μεσίτης «Θεού και ανθρώπων», καθώς γράφει ο Απόστολος, «άνθρωπος Χριστός Ιησούς», που μας προσάγει και μας φέρνει στον Θεό Πατέρα. Η αγάπη του Χριστού για μας και η συμπάθεια του είναι που μας δίνει το θάρρος και μας εγγυάται πως όσα ζητούμε από τον ουράνιο Πατέρα είναι βέβαια και πραγματικά. Όσα ζητήσαμε στις αιτήσεις για κάθε περίσταση της ζωής μας, όσα τώρα στην ευχή ζητούμε, πλησιάζοντας στη μεγάλη στιγμή της θυσίας, όσα τελευταία παρακαλούμε, για να επισκηνώσει σε όλους το Άγιο Πνεύμα, είναι μια συμπληρωματική και τελευταία δέηση προς τον Θεό, που αρχίζει ακριβώς με αυτή την προτροπή του λειτουργού. «Πληρώσωμεν την δέησιν ημών τω Κυρίω». Αμήν.

(Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 289-296)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...