Wednesday, 2 January 2013

Σαν Περιστέρι..


«Και είδε το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν και καθήμενον επ’ αυτόν» (Μαιθ.3,16)

Άνθρωπος – Περιστέρι

    Στον Ιορδάνη ποταμό έχουμε την αποκάλυψη των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, ή μάλλον ακούμε τον Πατέρα. Βλέπουμε τον Υιό, τον σαρκωθέντα Υιό και Λόγο του Θεού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Βλέπουμε και το Πνεύμα το Άγιο «εν είδει περι­στεράς».
Ομοούσια τα τρία πρόσωπα. Ίσοι και ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ίσοι; Ίσως κάποιος, βλέποντας τον άνθρωπο που βα­πτίζεται και το περιστέρι που εμφανίζεται στον Ιορδάνη, να ρωτήσει:
-Δεν διαφέρει ο άνθρωπος από το π ε ρ ι σ τ έ ρ ι; Μήπως έτσι διαφέρουν και τα δύο πρόσωπα, ο Χριστός και το Πνεύμα το Άγιο, αφού ο μεν Χριστός φάνηκε άνθρωπος, το δε Πνεύμα Άγιον φάνηκε σαν περιστέρι;
Η απάντηση; Το Πνεύμα το Άγιο φάνηκε σαν περιστέρι («καταβαίνον ωσεί περιστεράν»). Ο Χριστός δεν φάνηκε σαν άνθρωπος·  ήταν άνθρωπος· ήταν και άνθρωπος. Ο Χριστός ήταν και φύσει Θεός και φύσει άνθρωπος· διπλούς την φύσιν. Είναι και αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος. Το ίδιο δεν συμβαίνει με το Πνεύμα το Άγιο. Δεν έγινε περιστέρι· φάνηκε σαν περιστέρι, όπως στην Πεντηκοστή φάνηκε σαν πύρινες γλώσσες («ώφθηοαν αύτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός» (Πράξ. 2,3).
Όπως η φωνή του Πατρός «Ούτος έστιν ο Υιός μου ο αγαπητός», δεν ήταν ο ίδιος ο Πατήρ, αλλ’ ήταν μία ενέργεια του Θεού Πατέρα, έτσι το περιστέρι δεν ήταν ουσιαστικά το Πνεύμα το Άγιον, αλλ’ ήταν μία φανέρωση της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό ο ιερός Ευαγγελιστής λέγει «ε ν είδει περιστεράς»· δεν λέγει «εν φύσει περιστεράς».
Για τον Ιησού Χριστό, που είναι αληθινά και άνθρωπος, λέμε «ο Θεάνθρωπος Ιησούς». Για το Πνεύμα το Άγιο όμως δεν λέμε «το θεοπερίστερον Πνεύμα Άγιον». Στην περίπτωση του Χριστού έχουμε αληθινή σάρκωση, ενανθρώπηση. Στην περίπτωση του Αγίου Πνεύματος έχουμε μία οικονομία, ένα τρόπο παρουσιάσεως. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μία μόνιμη κατάσταση στη δεύτερη έχουμε μία πρόσκαιρη ενέργεια. Ο Χριστός πάντοτε είναι και Θεός και άνθρωπος. Θεάνθρωπος. Το Πνεύμα το Άγιο μία φορά, στον Ιορδάνη, εμφανίσθηκε ειδικά εάν περιστέρι. Λέγει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος:
«Ο μεν Υιός του Θεού φύσιν ανθρώπου ανέλαβε· το δε Πνεύμα ου φύσιν ανέλαβε περιστεράς. Διό τούτο και ο Ευαγγελιστής ουκ είπεν, ότι εν φύσει περιστεράς, αλλ’ εν είδει περιστεράς· ουκούν ουδέ μετά ταύτα εν τούτω ώφθη τω σχήματι, αλλά τότε μόνον… Και γαρ έτερον οικο­νομίας αλήθεια, κου όψεως πρόσκαιρου συγκατάβασις» (Ε.Π.Ε. 9, 394).

Καθαρό και ήμερο

Γιατί φάνηκε σαν περιστέρι το Πνεύμα το Άγιο; Πρώτον, διότι το περιστέρι, είναι ήμερο ζώο και καθαρό, σύμβολο της αγνότητας και της απλότητας. Αγνοί κου απλοί άνθρωποι, που είναι λευκοί σαν περιστέρια, μόνο τέτοιοι άνθρωποι έχουν Πνεύμα Άγιο. Μόνο απλοί στη καρδιά είναι δεκτικοί Πνεύματος Αγίου. Και μόνο όποιος έχει Πνεύμα Άγιο μπορεί να πιστεύει και να ομολογεί τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ. 12,3).
Οι χριστιανοί οφείλουν να είναι περιστέρια. Γύρω τους είναι τα πάντα μολυσμένα. Αγώνας τους να κρατήσουν αμόλυντα και άθικτα τα φτερά τους. Ο ψαλμωδός Δαβίδ ζητούσε φτερά και έλεγε: «Τίς δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστέρας και πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. 54,6). Εκείνο που ζητούσε ο Δαβίδ, το χαρίζει ο Χριστός στους πιστούς, που έχουν Πνεύμα Άγιο. Τα δύο φτερά, που τους ανεβάζουν ψηλά και τους κάνουν ουρανοδρόμους και θεόπτες, είναι η πίστη και η καθαρότητα του βίου.
Το περιστέρι είχε και ο Χριστός σύμβολο καθαρότητας και ακεραιτότητας: «Γίνεσθε -είπε- φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί» (Ματθ. 10,16). Στο νου θα προοδεύουμε, θα μεγαλώνουμε, θ’ αναπτυσσόμαστε, θα ωριμάζουμε, Στην καρδιά να μένουμε παιδιά, ακέραιοι και άδολοι.

Σταμάτησε τον κατακλυσμό

Φάνηκε ακόμη σαν περιστέρι το Πνεύμα το Άγιο, για να δείξει ότι σταμάτησε ο κατακλυσμός της αμαρτίας. Ας θυμηθούμε τον παλαιό εκείνο κατακλυσμό του Νώε. Άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού και εκατό πενήντα ημέρες συνέχεια έπεφτε δυνατή βροχή. Κατακλύσθηκε η γη από νερά· σκεπάσθηκαν και οι κορυφές των πιο ψηλών βουνών. Μόνο ο Νώε και η οικογένειά του σώθηκαν. Κλείσθηκαν μέσα στην Κιβωτό και δεν κατακλύσθηκαν από τα νερά. Μαζί τους σώθηκαν και αντιπροσωπεία από όλα τα ζώα.
Όταν άρχισε να κοπάζει ο κατακλυσμός, ο Νώε άνοιξε την Κιβωτό και έστειλε δύο ζώα, για να δει, αν θα ξαναγυρίσουν: ένα κόρακα και ένα περιστέρι. Ο κόρακας δεν γύρισε. Βρήκε πτώματα ανθρώπων και ζώων, που έπλεαν πάνω στα νερά, και άρχισε να τα καταβροχθίζει. Το περιστέρι γύρισε. Φτερούγισε παντού, αλλ’ ανάπαυση δεν βρήκε. Ξαναγύρισε. Έστειλε δεύτερη φορά περιστέρι. Και τούτη τη φορά δεν βρήκε ανάπαυση και γύρισε. Μα επιστρέφοντας κρατούσε στο ράμφος του κλάδο ελιάς. Έστειλε για τρίτη φορά περιστέρι. Δεν γύρισε πίσω. Παρέμεινε αναπαυόμενο στον κόσμο, που ήδη είχε γαληνέψει από τον κατακλυσμό.
Τρία περιστέρια! Τρεις φορές το Πνεύμα το Άγιο φάνηκε στην ιστορία του κόσμου. Την πρώτη: Το έστειλε ο Θεός την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν μπόρεσε να παραμείνει στον κόσμο. Ο κατακλυσμός της αμαρτίας σκέπαζε τα πάντα. Πού να αναπαυόταν το Πανάγιο Πνεύμα; Δεν υπήρχε τόπος αναπαύσεως. Όλα ήταν μολυσμένα. Γι’ αυτό είχε πει ο Κύριος: «Ου μη καταμείνη το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις διά το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. 6, 3).
Έστειλε δεύτερη φορά ο Θεός το Πνεύμα το Άγιο. Τη φορά αύτη φάνηκε σαν περιστέρι στον Ιορδάνη ποταμό. Βρήκε τόπο ν’ αναπαυθεί. Στη γη βρισκόταν Εκείνος, που δεν είναι σάρκα, αλλ’ είναι Πνεύμα. Ήταν ο Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος. Είχε σάρκα, αλλά δεν ήταν σάρκα. Είχε σώμα, άλλα θεωμένο, πεντακάθαρο. Πάνω λοιπόν στην κεφαλή του άμωμου και άσπιλου Ιησού Χριστού ήλθε, κάθισε και αναπαύθηκε το Πνεύμα το Άγιο σαν περιστέρι. Αλλά δεν έμεινε για πολύ. Επέστρεψε στον ουρανό, όπως εκείνο το δεύτερο περιστέρι ξαναγύρισε στη Κιβωτό, κρατώντας στο ράμφος του τον κλαδί της ελιάς. Είναι η ειρήνη, που ο Χριστός έφερε στον κόσμο.
Τέλος τρίτη φορά έστειλε ο Θεός το Πνεύμα το Άγιο στον κόσμο. Κι όπως το τρίτο περιστέρι έμεινε για πάντα στον κόσμο, όπου είχε σταματήσει ο κατακλυσμός, έτσι την τρίτη φορά το Πνεύμα το Άγιο παρέμεινε για πάντα στην Εκκλησία. Είναι το Πνεύμα της Πεντηκοστής, που ήλθε «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Είχε υποσχεθεί ο ίδιος ο Χριστός: «Και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, Ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα» (Ιωάν. 14, 16).
Κατακλυσμός, αδελφοί μου, και σήμερα. Είναι ο κατακλυσμός της αμαρτίας. Μόνο μέσα στη Κιβωτό σωζόμαστε. Και η Κιβωτός είναι η Εκκλησία. Εκεί, μέσα στην Εκκλησία, στη ζωή της Εκκλησίας, υπάρχει ειρήνη και γαλήνη.
Η κοινωνία μας γέμισε πτώματα και κοράκια. Όσοι πιστοί, αγωνίζονται να διατηρηθούν από τη βρωμιά του κόσμου. Μικροί Χριστοί οι χριστιανοί. Σ’ αυτούς αναπαύεται το Πνεύμα το Άγιο.

Κλάδος ελαίας

    Το περιστέρι είναι και σύμβολο της ειρήνης. Τότε, κατά την εποχή του Νώε, έφερε στο ράμφος του κλαδί ελιάς. Τώρα, στη βάπτιση του Ιορδάνη, δείχνει Εκείνον, που είναι ο μεγάλος ελευθερωτής και ειρηνοποιός. Στο ράμφος τους τα περιστέρια του Χριστού, στο στόμα τους οι χριστιανοί, τα παιδιά του Θεού, έχουν το μήνυμα και το τραγούδι του Λυτρωτή Ιησού Χριστού, που είναι μήνυμα και τραγούδι της ειρήνης.
Φάνηκε τέλος σαν περιστέρι το Πνεύμα το Άγιο, για να δείξει ποιός είναι ο Υιός του Θεού, ο αγαπητός. Πνευμαιοδεικνού-μένος είναι ο Χριστός.
* * *
    Αγαπητοί! Υπάρχει πάντοτε ο Χριστός. Υπάρχει βεβαίως και σήμερα. Πολλοί τον αγνοούν. Μερικοί, γιατί δεν θέλουν να τον γνωρίσουν. Άλλοι, γιατί δεν τους συμφέρει να τον γνωρίσουν. Αλλ’ υπάρχουν και αρκετοί, που δεν γνωρίζουν τον Ιησού Χριστό, γιατί δεν βρέθηκε κάποιος να τους δείξει τον αληθινό Χριστό, να τους μιλήσει ζωντανά και πειστικά, καθαρά και άδολα, για το πρόσωπο του Χριστού.
Να το καθήκον των χριστιανών. Περιστέρια της χάριτος, να δείχνουν στον κόσμο το Χριστό. Σ’ ένα κόσμο γεμάτο ταραχή, να δείχνουν και να δίνουν στους ανθρώπους το Χριστό, τον αρχηγό της ειρήνης. Σ’ ένα κόσμο, γεμάτο σύγχυση και μελαγχολία, να δείχνουν και να προσφέρουν στον κόσμο το Χριστό, τον αρχηγό της χαράς.

(Αρχ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Σημεία Θεοφανείας»)

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού- Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)


Πιστεύουμε, διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της βάπτισης.
Κάποτε, όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού, όντας καθαρά, όπως ολα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο αθεϊσμο, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν. Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία.

Είναι η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου – ούτε κατ’ ελάχιστο με την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή, το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή: μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ο,τι είναι δίκαιο και ορθό, ο,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να το πραγματώσουμε εδώ και τώρα.
Τότε όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη σημασία αυτού του γεγονότος.
Με την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του – νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος – ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση, τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση.
Να γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει.
Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα: ποια θα είναι η απάντησή μας;

Από το βιβλίο, Συνάντηση με τον Θεό, εκδ. Εν πλώ

Θεολογική προσέγγιση της εικόνος της Βαπτίσεως του Κυρίου.


του Αρχιμανδρίτη Σεραφείμ Ατματζίδη, Καθηγούμενου Ιεράς Μονής Παναγίας Σουμελά 


Η τέχνη για την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μία από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για να προβάλλει την Θεολογία της και να διδάξει τον Ευσεβή λαό της.  Μέσα στην Εκκλησία μας οι βυζαντινές εικόνες, οι τοιχογραφίες και οι ψηφιδογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν διάφορες θεματολογίες έχουν την μοναδική ικανότητα να διδάξουν άφωνες λόγου αλλά μέσα από την ικανή και αλληγορική απεικόνιση τον πιστό λαό με χρώματα, συμβολισμούς και σχέδια. 
Μιας τέτοιας αληθινής και αλληγορικής απεικόνισης εικόνα, η οποία ουσιαστικά διαλαλεί την Τριαδικότητα του αληθινού Θεού είναι και αυτή των Θεοφανείων. 
Η εορτή των Θεοφανείων, με τις υπάρχουσες ιστορικές μαρτυρίες, μετά την εορτή της  Αναστάσεως  είναι η αρχαιότερη και μία από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας. Κατά την ημέρα αυτή η Εκκλησία βιώνει το μεγάλο γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου και παράλληλα την φανέρωση της Αγίας Τριάδος. 
Το κυρίως θέμα της εικόνας είναι ο Κύριος. Ο Χριστός καθώς στέκεται στο μέσον του Ιορδάνου, αποτυπώνεται άλλοτε γυμνός και άλλοτε με ένα λευκό ένδυμα γύρω από τη μέση Του. Παρατηρώντας κανείς τον Χριστό διακρίνει μια λεπτότητα και έναν ασκητισμό στο μη σαρκώδες σώμα Του. Ο Κύριος εντός του ποταμού, του οποίου μέχρι εκείνη την στιγμή τα νερά δεν ήταν αγιασμένα και θύμιζαν τον θάνατο(1), στέκει δυναμικά έχοντας το χέρι Του σε στάση ευλογίας και γίνεται αιτία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, αυτός ο «υγρός τάφος» να καθαρίσει την αμαρτία(2) και όλο τον παλαιό Αδάμ να τον αναγεννήσει μέσα σε αυτόν. Με την στάση Του αυτή δείχνει να ευλογεί τα νερά ώστε να ετοιμαστούν και με την είσοδό Του μέσα σε αυτά να γίνουν ύδατα βαπτίσματος, αγιασμένα και σωτήρια. Κατανοούμε λοιπόν πως ο Κύριος δεν αγιάσθηκε από τα νερά του Ιορδάνη αλλά ο Ίδιος τα αγίασε με την αποδοχή της ταπεινής αυτής Του πράξης. Αγιάζονται τα νερά του Ιορδάνη από τον Κύριο διότι ο ίδιος δεν είχε ανάγκη βαπτίσεως, γιατί Αυτός είναι απ’ αρχής αγνός και άμωμος. Το βάπτισμα το οποίο δέχεται ο Κύριος από τον Πρόδρομο είναι βάπτισμα ταπείνωσης: «ἦλθεν… καὶ πρὸς τὸν δοῦλον αἰτῶν τὸ Βάπτισμα, δουλοπρεπῶς ἐφίσταται…»(3), παράλληλα όμως είναι και βάπτισμα παραδειγματισμού διότι είναι ένα ακόμη δείγμα σεβασμού προς τον άνθρωπο και μία ακόμη από τις πολλές αποδείξεις της υπέρτατης αγάπης Του προκειμένου να γίνει Αυτός αιτία σωτηρίας του ανθρώπου: «Ἰδοὺ ἡ κάθαρσις, ἰδοὺ ἡ λύτρωσις, ἡ ἀνάπλασις πάντων…»(4). Άλλωστε και η προτροπή Του προς τον Τίμιο Πρόδρομο αποδεικνύει του λόγου το αληθές: «ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς αὐτόν, ἄφες ἄρτι, οὕτως γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην»(5). Με τον τρόπο αυτό το βασικό στοιχείο της φύσης και του ανθρώπου το οποίο είναι το νερό, δια της βαπτίσεως του Κυρίου αγιάζεται και λαμπρύνεται και μαζί με αυτό ολόκληρη η πλάση, λογική και άλογη, έμψυχη και άψυχη. Δικαίως ο ιερός ψαλμωδός προτρέπει: «Χόρευε ἡ κτίσις αἰσθομένη, Θεοῦ τὴν ἁγίαν ἐπιφάνειαν∙… ἐπέστη, ὁ ταῖς εὐλογίαις, ὑμᾶς Χριστὸς λαμπρύνων»(6).
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της εικόνος είναι η στάση του Κυρίου εντός του Ιορδάνου. Μία στάση η οποία υποδηλώνει κίνηση. Παρατηρούμαι πως το ένα πόδι του Κυρίου δείχνει να κινείται προς τα εμπρός κι αυτό διότι είναι πιο μπροστά από το άλλο. Αυτό μαρτυρεί τρόπον τινά την διάθεσή Του να υπακούσει στην εντολή-παράκληση την οποία Του αναπέμπει ο άνθρωπος λέγοντάς Του πως μόνον Εσύ μπορείς: «ἵνα ἐπιστρέψῃς κόσμον ἐκ πλάνης, καὶ σώσῃς τὰς ψυχὰς ἡμῶν»(7). Σε αυτή Του όμως την δημόσια παρουσία και δράση πρωτίστως πρέπει να δεχθεί το βάπτισμα ως άνθρωπος και έπειτα να οδηγηθεί: «εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ πνεύματος»(8), έτσι ώστε: «πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου»(9) να καταστεί έτοιμος για να βγει και να οδηγηθεί στον δημόσιο αγώνα Του: «ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ»(10). Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η μαρτυρία και η ομολογία του Τιμίου Προδρόμου ο οποίος βλέποντάς Τον να πλησιάζει λέει το «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»(11) και η οποία ουσιαστικά καταμαρτυρεί το ποιος είναι Αυτός ο οποίος πλησιάζει στο βάπτισμα.
Μέσα στον ποταμό γύρω από τον Χριστό κολυμπούν ψάρια, ενώ ξεχωρίζουν κάτω δεξιά και αριστερά δύο πρόσωπα. Μία γυναίκα η οποία είναι στολισμένη με βασιλικό στέμμα και κρατά σκήπτρο κι ένας άντρας ηλικιωμένος ο οποίος κρατά μία στάμνα-υδρία μέσα από την οποία τρέχει άφθονο νερό. Τόσο η γυναίκα όσο και ο άντρας βρίσκονται καθισμένοι πάνω σε μεγάλα ψάρια «θηριόμορφα». Η παρουσία και των δύο έχει αλληγορική σημασία και η μεν συμβολίζει την Ερυθρά θάλασσα, ο δε συμβολίζει τον Ιορδάνη ποταμό(12).
Κατά την Βάπτιση του Κυρίου έχουμε φανέρωση της Αγία Τριάδος: «Τριάδος ἡ φανέρωσις, ἐν Ἰορδάνῃ γέγονεν∙»(13) εξ ου και η γιορτή ονομάζεται Θεοφάνεια. Το αγιογραφημένο χέρι στο επάνω μέρος της εικόνας υποδηλώνει την παρουσία του Θεού Πατέρα με μία ευλογούσα παλάμη εξερχόμενη μέσα από ένα ημικύκλιο το οποίο αναπαριστά τον ουρανό. Από το ημικύκλιο αυτό φεύγουν-εκχέονται ακτίνες φωτός οι οποίες φωτίζουν ένα περιστέρι. Αυτή είναι η χαρακτηριστική αγιογραφημένη αποτύπωση της Αγίας Τριάδας. Με τον τρόπο αυτό ο λόγος του Θεού Πατέρα ο οποίο μαρτυρεί την θεότητα του Υιού: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα»(14), φαίνεται στο χέρι το οποίο ευλογεί, το Άγιο Πνεύμα στις ακτίνες και στο λευκό περιστέρι, ενώ το δεύτερο πρόσωπο  της Αγίας Τριάδος είναι παρόν με την αποδοχή της βαπτίσεώς Του.  Ο Πατέρας μαρτυρεί την θεότητα του Υιού Του: «ὁ μὲν γὰρ Πατήρ, ἐναργῆ μαρτυρίαν τῷ συγγενεῖ ἐπεφώνησε»(15), ο Υιός αποδέχεται διά της βαπτίσεως να απαλλάξει τον κόσμο από τα δεσμά της αμαρτίας και του σατανά: «ὁ Υἱὸς τὴν ἄχραντον κορυφὴν τῷ Προδρόμῳ ὑπέκλινε, καὶ βαπτισθείς, τὸ ἀνθρώπινον ἐκ δουλείας ἐρρύσατο»(16),  «τὸ Πνεῦμα περιστερᾶς ἐν εἰκόνι κατέπτη οὐρανόθεν·»(17) και βεβαιώνει «τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές»(18) και εδραιώνει το απαρασάλευτο της αληθινής πίστεως, θεμέλιο.
Το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο της εικόνος είναι ο Τίμιος Πρόδρομος, είναι αυτός ο οποίος έπαιξε μεγάλο ρόλο στο απολυτρωτικό έργο του Κυρίου από τον οποίο έλαβε «δουλικὸν Βάπτισμα»(19) πριν προχωρήσει στην δημόσια δράση και παρουσία Του. Ο Τίμιος Πρόδρομος βρίσκεται στα αριστερά της εικόνος υποκλινόμενος ταπεινά εμπρός στον βαπτιζόμενο Κύριο. Το δεξί του χέρι αγγίζει την κεφάλη του Κυρίου, ενώ το αριστερό του βρίσκεται σε στάση δέησης. Στο παρουσιαστικό του βλέπει κανείς τον ασκητισμό και την αυστηρότητα του βίου του. Κεφάλι αναμαλλιασμένο, γένι αραιό και άτακτο, λεπτά και άσαρκα άκρα και αυστηρή ασκητική έκφραση προσώπου. Το ότι ήταν: «ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου»(20) και είχε: «ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ»(21) καθώς επίσης το ότι πορευόταν στην ζωή του: «ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον»(22) δείχνουν το ασκητικό του μεγαλείο καθώς επίσης το μελαμψό και λιπόσαρκο του προσώπου μαρτυρεί τον καύσωνα και το τραχύ της ερήμου.
Ακριβώς δίπλα του υπάρχει ένα δέντρο μέσα στα κλαδιά του οποίου βρίσκεται ακουμπισμένος ένας πέλεκυς. Αυτός συμβολίζει τα λόγια του Τιμίου Προδρόμου: «ἤδη δὲ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται• πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»(23). Μας προειδοποιεί αλληγορικά ο προδρομικός λόγος πως κάθε άκαρπο δέντρο, δηλαδή κάθε άνθρωπος ο οποίος δέχθηκε το τάλαντό του αλλά δεν το εργάσθηκε σωστά, ως άκαρπο δέντρο θα κοπεί και θα οδηγηθεί στο αιώνιο πυρ και την τιμωρία. Θα οδηγηθεί ουσιαστικά στην αποκοπή της κοινωνίας μετά του Θεού.
Τέλος στην δεξιά πλευρά της εικόνας υπάρχει μια ομάδα Αγγέλων, οι οποίοι έχουν τα χέρια τους προτεταμένα και καλυμμένα με υφάσματα δείχνοντας, με την στάση τους αυτή, την προθυμία τους να διακονήσουν τον Κύριό τους και κατ’ επέκταση στο πρόσωπό Του όλο το ανθρώπινο γένος. Στα πρόσωπά τους είναι αποτυπωμένη μια χαρμόσυνη απορία. Είναι σα να ομολογούν: «Τί τὸ ξένον τοῦτο θέαμα;… ὁ λίμνας καὶ ποταμούς, ποιήσας προστάγματι, τὰ Ἰορδάνια, ρεῖθρα ἔρχεται, περιβαλέσθαι∙ τούτοις γάρ, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαινίζει.»(24).
Κλείνοντας να τονίσουμε πως η όλη αγιογραφική αποτύπωση της Βαπτίσεως του Κυρίου στον Ιορδάνη ποταμό μας οδηγεί στην αποδοχή της φανέρωσης της Αγίας Τριάδος και στην προσκύνηση Της. Κατά την ημέρα των Θεοφανείων ο πρόθυμα προσερχόμενος στο Ναό πιστός δεν διδάσκεται μόνον από την θεολογία της εικόνας να γίνεται προσευχητικά μέτοχος της Χάριτος της Αγίας Τριάδος, αλλά καλείται εν ελευθερία να ζήσει εν Χριστώ και να καταστήσει την καρδιά του χώρο και κατοικητήριο του Θεού προγευόμενος του Παραδείσου. Η σωτηρία μας είναι γεγονός αληθινό κάτω από την προϋπόθεση της αποδοχής του γεγονότος ότι ο Υιός του Θεού έλαβε σάρκα ανθρώπου, ότι έγινε αιτία της Τριαδικής αποκάλυψης και φανέρωσης και ότι ο Πατέρας προσελκύει προς τον Υιό Του τους ανθρώπους «οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν»(25).
Φτάσαμε στο τέλος του δωδεκαημέρου γευόμενοι το μεγαλείο της ταπείνωσης του Υιού και Λόγου μέσα από την φάτνη, την περιτομή και την Βάπτισή Του και παρ’ ότι μπορεί να πει κανείς πως είναι όλα ασύλληπτα για τον ανθρώπινο νου, εν τούτοις είναι η μόνη αλήθεια η οποία οδηγεί στη σωτηρία του ανθρώπου. Να ευχηθούμε να μας φωτίζει ο Επιφανής Θεός να κατανοούμε την παρουσία Του στη ζωή μας, να διαβιούμε πάντα ευχαριστιακά και να αποδεχθούμε την: «δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύματος»(26) ανακαίνισή μας η οποία: «τὴν παλαιωθεῖσαν φύσιν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας»(27) την οδήγησε και πάλι στην κοινωνία μαζί Του.

Χρόνια πολλά και ευλογημένα.

Υποσημειώσεις
(1) Στην Παλαιά Διαθήκη κατά τον κατακλυσμό στην εποχή του Νώε έχουμε μία μεταφορική και κυριολεκτική αποτύπωση του θανάτου.
(2) Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων αναφέρει: «Καταβάς ἐν ὕδασιν ἔδησε τόν ἰσχυρόν».
(3) Τροπάριο προεόρτιο θ’ ωδής  3ης Ιανουαρίου.
(4) Τροπάριο προεόρτιο δ’ ωδής  4ης Ιανουαρίου.
(5) Ματθαίος Γ’, 15.
(6) Τροπάριο προεόρτιο η’ ωδής  3ης Ιανουαρίου.
(7) δοξαστικό αίνων 6ης Ιανουαρίου)
(8) Ματθαίος Δ’, 1.
(9) Οπ. π.
(10)  Ιωάννης Γ’, 17.
(11)  Ιωάννης Α’, 29.
(12)  • Τα πρόσωπα αυτά αποτυπώνονται αγιογραφικά σύμφωνα με τον λόγο του Δαυίδ: «ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω•» (Ψαλμός ΡΙΓ’, 3).
         • Άξια προσοχής είναι και η αλληγορική προσέγγιση την οποία κάνει ο ιερός Χρυσόστομος σε ό,τι αφορά τον Ιορδάνη ποταμό. Ο ποταμός έχει δύο μεγάλες πηγές την μία την ονομάζει Ιόρ και την άλλη Δαν. Αυτές οι δύο δημιουργούν δύο μικρά ποτάμια των οποίων η συνένωση δημιουργεί τον Ιορδάνη, ο οποίος με την σειρά του φτάνει και χύνεται στην Νεκρά θάλασσα. Ο ποταμός Ιορδάνης είναι ο τύπος του ανθρωπίνου γένους. Οι δύο πηγές συμβολίζουν τον Αδάμ και την Εύα είναι οι δύο πηγές από τις οποίες προήλθες το ανθρώπινο γένος. Και το γένος προς τα πού πήγες; Στη νέκρωση και τον θάνατο, όπως ο Ιορδάνης στη Νεκρά Θάλασσα. Ήρθε όμως ο Υιός του Θεού, που πόνεσε για την αθλιότητα του ανθρωπίνου γένους, κι έγινε άνθρωπος, κι έπαθε επάνω στο σταυρό, και κατήργησε, με τον θάνατό του, τον θάνατο. Έτσι χάρισε στους ανθρώπους τη ζωή και τους επέστρεψε προς τα πίσω, τους έκανε να μη  τρέχουν πια προς τη νέκρωση και τον θάνατο, αλλά προς την αφθαρσία. Αυτός είναι ο λόγος, που ο Απόστολος Παύλος λέει, ότι «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν» (Ρωμ. ΣΤ’, 3).
(13) Τροπάριο εόρτιο η’ ωδής.
(14)  Ματθαίος Γ’, 17.
(15) Ιδιόμελο Γ’ Ώρας Θεοφανείων, ήχος δ’.
(16)  Οπ. π.
(17) Οπ. π.
(18) Απολυτίκιο Θεοφανείων.
(19) Ιδιόμελο τροπάριο ακολουθίας Μεγάλου Αγιασμού.
(20) Μάρκος Α’, 6.
(21) Οπ. π.
(22) Οπ. π.
(23) Ματθαίος Γ’ 10.
(24) Τροπάριο προεόρτιο, Ωδή ζ’,  3ης  Ιανουαρίου.
(25) Ιωάννης ΣΤ’, 44.
(26) Ευχή Μεγάλου Αγιασμού, ποίημα αγίου Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
(27) Οπ. π.
 
 

St.Nikolai Velimirovich-On Pride


"Pride goes before disaster,and a haughty spirit before a fall" (Proverbs 16:18).

Of all that exists on the four corners of the earth, what, O mortal man, can make us proud except stupidities and demonic illusions. Did we not enter into the world naked and wretched and are we not going to depart this world in the same manner? Everything that we have, did we not borrow it; and by our death, are we not going to return everything? Oh, how many times has this been said and overheard? The wise apostle says, "For we have brought nothing into the world, just as we shall not be able to take anything out of it" (I Timothy 6:7). And, when we offer sacrifice to God of ordinary bread and wine, we say, "Thine own of Thine own, we offer unto Thee" (Divine Liturgy of St. John Chrysostom). For nothing that we have in this world is ours: not even a crumb of bread nor a drop of wine; nothing that is not of God. In truth, pride is the daughter of stupidity, the daughter of a darkened mind, born of evil ties with the demons.
Pride is a broad window through which all of our merits and good works evaporate. Nothing makes us so empty before men and so unworthy before God as does pride. When the Lord is not proud, why should we be proud? Who has more reason to be proud than the Lord, Who created the world and Who sustains it by His power? And behold, He humbles himself as a servant, a servant to the whole world: a servant even to the death, to the death on the Cross!
O humble Lord, burn up within our hearts the devil's sowing of pride with the fire of Your Holy Spirit, and plant within it the noble sowing of humility and meekness. 
Taken from "The Prologue"

Tuesday, 1 January 2013

ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»



1. Ο Θεός που μας έπλασε μας έδωσε την χρήσιν τού λόγου, δια να φανερώνωμεν ο ένας εις τον άλλον τας σκέψεις των καρδιών και να μεταδίδωμεν ο καθένας εις τον πλη­σίον, λόγω της κοινωνικότητός της φύσεως, ωσάν από κά­ποια ταμεία, προσφέροντες τας σκέψεις από τα κρυπτά της καρδίας. Διότι εάν εζούσαμεν με γυμνήν από το σώμα την ψυχήν, αμέσως θα επεκοινωνούσαμεν μεταξύ μας δια των σκέψεων. Επειδή όμως η ψυχή μας διανοείται καλυπτό­μενη από το παραπέτασμα της σαρκός, έχει ανάγκη από λόγια και ονόματα δια να ανακοινώνη αυτά που κείνται εις το βάθος της. Όταν λοιπόν η σκέψις εκφρασθή δια φωνής, αυτή μεταβαίνει από τον ομιλητήν προς αυτόν που τον ακούει, αφού διασχίση τον αέρα, φερομένη δια τού λόγου, ωσάν δια πορθμείου. Και εάν μεν εύρη άκραν γαλήνην και ησυχίαν, ωσάν εις γαλήνια και αχείμαστα λιμάνια, ο λόγος αγκυροβολεί εις τας ακοάς των ακροατών. Εάν όμως, ωσάν κάποια σφοδρά θύελλα, ο θόρυβος των ακουόντων πνεύση αντίθετα, τότε ο λόγος ναυαγεί, διαλυόμενος εις τον αέρα. Δια της σιωπής λοιπόν κάμετε ησυχίαν χάριν τού λόγου. Διότι ίσως κάτι από αυτά που φέρει σας φανή χρήσιμον και ωφέλιμον. Ο λόγος της αληθείας είναι δύσκολον θήραμα, διότι εύκολα ημπορεί να ξεφύγη αυτούς που δεν προσέχουν, αφού έτσι το Πνεύμα οικονόμησε να είναι σύντομος και βρα­χύς, ώστε να δηλώνη πολλά εις ολίγα και με την συντομίαν να είναι εύκολον να διατηρηθή εις την μνήμην. Άλλωστε η φυσική αρετή τού λόγου είναι μήτε να κρύπτη με την ασάφειαν τα εκφραζόμενα μήτε να πλημμυρίζη από λέξεις περιττάς και πράγματα μάταια. Τέτοιος λοιπόν είναι και ο λόγος αυτός που τώρα έχει αναγνωσθή από τα βιβλία τού Μωϋσέως. Όσοι βέβαια είσθε φιλομαθείς να ενθυμήσθε αυτόν, εκτός αν κάπου διέφυγε την ακοήν σας, λόγω της βραχύτητος. Ο λόγος κάπως έτσι έχει˙ «πρόσεχε σεαυτώ μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Η­μείς οι άνθρωποι είμεθα εύκολοι εις τας αμαρτωλάς σκέψεις. Δια τούτο ακριβώς αυτός που κατ' ιδίαν έπλασε τας καρ­δίας μας2, επειδή εγνώριζε πολύ καλά ότι το μεγαλύτερον μέρος της αμαρτίας συντελείται εις την κατά διάθεσιν ορμήν, μας ώρισεν ως πρωταρχικήν καθαρότητα αυτήν της δια­νοίας. Διότι αυτό με το οποίον πολύ πιο εύκολα διαπράττομεν την αμαρτίαν, δι' αυτό ηξίωσε περισσοτέραν προφύλαξιν και επιμέλειαν. Όπως δηλαδή οι προνοητικοί από τους ιατρούς ασφαλίζουν τα ασθενέστερα σώματα με τας προληπτικάς συνταγάς, έτσι και αυτός που είναι προστάτης όλων και αληθινός ιατρός των ψυχών, με ισχυροτέρας προ­φυλάξεις εξησφάλισεν αυτό που εγνώριζεν ότι είναι εις ημάς περισσότερον ολισθηρόν προς την αμαρτίαν. Διότι αι πρά­ξεις που γίνονται με το σώμα χρειάζονται και χρόνον και ευκαιρίαν και κόπους και συνεργάτας και άλλην βοήθειαν. Αι κινήσεις όμως της διανοίας ενεργούνται αχρόνως, επι­τελούνται χωρίς κόπον, σχηματίζονται εύκολα και έχουν όλον τον καιρόν κατάλληλον. Μάλιστα κάποτε κάποιος από τους σπουδαίους και από αυτούς που υπερηφανεύον­ται δια σεμνότητα, περιβαλλόμενος εξωτερικά ομοίωμα σωφροσύνης και καθήμενος ανάμεσα εις αυτούς που συχνά τον μακαρίζουν δια την αρετήν του, τρέχει γρήγορα με την σκέψιν προς τον τόπον της αμαρτίας, με την αφανή ενέργειαν της καρδίας. Είδε με την φαντασίαν τα μελετώμενα, εφαντάσθη κάποιαν απρεπή συναναστροφήν και γε­νικώς εις το κρυφόν εργαστήριον της καρδίας με το να ζωγραφήση μέσα του καθαράν την ηδονήν, διέπραξε εσωτερικά την αμαρτίαν που δεν αποδεικνύεται και που θα μείνη άγνω­στος εις όλους ως τότε που θα έλθη αυτός που αποκαλύπτει τα κρυπτά τού σκότους και φανερώνει τας σκέψεις των καρ­διών3. «Φυλάξου λοιπόν μη τυχόν κάποτε σκέψις κρυφή εις την καρδίαν σου γίνη αμαρτία». Διότι «αυτός που κυττάζει γυναίκα με πονηράν επιθυμίαν είναι σαν να εμοίχευσε κιόλας εις την καρδίαν του» 4. Διότι αι πράξεις τού σώματος δια­κόπτονται από πολλούς, αυτός όμως που αμαρτάνει με την σκέψιν, με την ταχύτητα των διανοημάτων έχει ολοκληρώσει την αμαρτίαν. Όπου λοιπόν το παράπτωμα είναι ταχύ, ταχεία μας εδόθη και η φρούρησις. Δηλαδή διακηρύσσεται εντόνως· «μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Καλύτερα όμως να ανατρέξωμεν εις αυτήν την αρχήν του λόγου.

2. «Πρόσεχε, λέγει, τον εαυτόν σου». Καθένα από τα ζώα έχει εκ φύσεως από τον Θεόν που εδημιούργησε τα πάντα, τας αφορμάς δια την προστασίαν της υπάρξεώς του. Και θα εύρης εάν επιμελώς παρατήρησης ότι τα πιο πολλά από τα άλογα ζώα δεν έχουν διδαχθή την προφύλαξιν προς αυτό που βλάπτει, και ότι με κάποιαν πάλιν φυσικήν έλξιν σπεύδουν προς την απόλαυσιν των ωφελί­μων. Δια τούτο και εις ημάς ο Θεός που μας παιδαγωγεί έδωκε το μεγάλο τούτο παράγγελμα, δια να προστεθή και εις ημάς με την βοήθειαν της λογικής αυτό το οποίον εκ φύσεως έχουν εκείνα. Και αυτό που εις τα ζώα κατορθώνεται χωρίς καμμίαν επιστασίαν, αυτό εις ημάς να επιτελήται δια της προσοχής και της συνεχούς επιβλέψεως των λογισμών. Και να είμεθα πιστοί φύλακες των εντολών που μας έχουν δοθή από τον Θεόν με το να αποφεύγωμεν την αμαρτίαν, όπως τα ζώα αποφεύγουν τα δηλητήρια από τας τροφάς και να επιδιώκωμεν την δικαιοσύνην, όπως εκείνα επιζητούν το φαγώσιμον από την χλόην. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ», δια να γίνης ικανός να διακρίνης το βλαβερόν από το σωτήριον. Επειδή όμως το να προσεχή κανείς σημαίνει δύο πρά­γματα, αφ’ ενός μεν το να προσηλώνη τα σωματικά μάτια εις τα ορατά, αφ’ ετέρου δε το να επιβάλλη με την νοεράν δύναμιν της ψυχής την θεωρίαν των ασωμάτων, εάν μεν είπωμεν ότι το παράγγελμα αναφέρεται εις την ενέργειαν των οφθαλμών, τότε αμέσως θα ελέγξωμεν το ανεφάρμοστον αυτού. Διότι πως θα ημπορούσε κανείς με τον οφθαλμόν να ιδή ολόκληρον τον εαυτόν του; Μάλιστα ούτε ο ίδιος ο οφθαλμός χρησιμοποιεί την όρασιν δια τον εαυτόν του. Δεν επαρκεί δια την κορυφήν, δεν γνωρίζει τα νώτα, ούτε τα πρόσωπα, ούτε την διάθεσιν που είναι εις το βάθος των σπλάγχνων. Άρα είναι ασέβεια να λέγωμεν ότι δεν ισχύουν τα παραγγέλματα του αγίου Πνεύματος. Υπολείπεται λοιπόν να κατανοούμεν την προσταγήν εις την ενέργειαν τού νου.

«Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή από παντού να παρατηρής προσεκτικά τον εαυτόν σου. Να έχης άγρυπνον το όμμα της ψυχής σου δια την προστασίαν τού εαυ­τού σου. Κρυφαί παγίδες έχουν στηθή παντού από τον εχθρόν. Προσεκτικά να παρατηρής το κάθε τι λοιπόν, «δια να γλυτώνης σαν το ζαρκάδι από τα δόκανα και σαν πτηνόν από την παγίδα»5. Διότι το μεν ζαρκάδι λόγω της οξυ­τάτης οράσεως δεν συλλαμβάνεται εις τα δόκανα, δια τούτο φέρει και την επωνυμίαν δορκάς δια την οξυδέρκειαν του, το δε πτηνόν με τα ελαφρά πτερά του πέτα υψηλότερα από τον κίνδυνον των κυνηγών, όταν προσεχή. Κύττα λοιπόν μη φανής κατώτερος από τα άλογα ζώα εις την προστασίαν του εαυτού σου, δια να μη κάποτε, αφού συλληφθής εις τας παγίδας, γίνης θήραμα τού διαβόλου, αιχμάλωτος απ’ αυ­τόν εις το να κάμης το θέλημα του6.

3. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή, ούτε τα δικά σου, ούτε τα γύρω από έσέ, αλλά πρόσεξε μόνον τον εαυτόν σου. Διότι άλλο πράγμα είμεθα ημείς οι ίδιοι και άλλο πράγμα τα δικά μας και άλλο τα γύρω από μας. Ημείς εί­μεθα η ψυχή και ο νους, διότι έχομεν πλασθή σύμφωνα με την εικόνα του κτιστού μας7. Ιδικόν μας είναι το σώμα και αι αισθήσεις του. Γύρω δε από μας υπάρχουν χρήματα, τέχναι και όλη η υπόλοιπος πραμάτεια του βίου. Τι λοιπόν λέγει ο λόγος της Γραφής; Μη δίδης σημασίαν εις την σάρκα, ούτε να επιζητής με κάθε τρόπον ό,τι είναι αγαθόν εις αυ­τήν, δηλαδή υγείαν, ομορφιάν και απολαύσεις ηδονικάς και μακροζωίαν, ούτε να θαυμάζης χρήματα και δόξαν και εξουσίαν.Αλλά πρόσεχε τον εαυτόν σου, δηλαδή την ψυχήν σου. Αυτήν στόλιζε και αυτήν φρόντιζε, ώστε δια της προσοχής να κατορθώνης να την απαλλάσσης από ολόκληρον τον ρύπον που επικάθεται εις αυτήν από την πονηρίαν, να αποκαθαίρεται κάθε αίσχος κακίας και να την κοσμής και να την φαιδρύνης με όλον το κάλλος της αρετής. Εξέ­τασε τον εαυτόν σου˙ ποίος είσαι; γνώρισε την φύσιν σου, ότι το μεν σώμα σου είναι θνητόν η δε ψυχή σου αθάνατος και ότι η ζωή μας είναι διπλή. Η μεν προσιδιάζει εις την σάρκα και περνά γρήγορα, η δε άλλη συγγενεύει με την ψυχήν και δεν επιδέχεται περιγραφήν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου και μη προσκολληθής εις τα θνητά ωσάν σε αιώνια, μήτε να περιφρόνησης τα αιώνια ωσάν περαστικά. Να περιφρονής την σάρκα, διότι παρέρχεται. Να επιμελήσαι την ψυχήν, διότι είναι πράγμα αθάνατον. Με κάθε προσοχήν να επιβλέπης τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης να απονέμης εις τον καθένα το ωφέλιμον εις μεν την σάρκα τας διατροφάς και τα σκεπάσματα εις δε την ψυχήν τα δόγματα της ευσέ­βειας, δηλαδή λεπτήν αγωγήν, άσκησιν της αρετής, διόρθωσιν των παθών. Μήτε να παραπαχαίνης το σώμα, μήτε να φροντίζης δια τας σαρκικάς οχλήσεις. Αφού λοιπόν «επιθυμεί η σαρξ κατά τού πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός, ταύτα δε αλλήλοις αντίκειται»8, πρόσεχε μήπως με το να υπερπαχύνης την σάρκα προσφέρης πολλήν εξουσίαν εις το κατώτερον. Διότι όπως εις τας κλίσεις των ζυγών, εάν μεν παραφόρτωσες την μίαν πλάστιγγα, εξάπαντος θα κάμης ελαφροτέραν την απέναντι της, έτσι και εις το σώμα και την ψυχήν, ο πλεονασμός του ενός κατ’ ανάγκην επι­φέρει την ελάττωσιν τού άλλου. Διότι, όταν το σώμα ευεργετήται και βαρύνεται με την πολυσαρκίαν, κατ' ανάγκην ο νους γίνεται αδρανής και άτονος κατά τας ενεργείας του. Όταν όμως η ψυχή είναι υγιής και εξυψώνεται προς το ύψος που της αρμόζει με την μελέτην των αγαθών, είναι επόμενον να μαραίνεται η σωματική έξις.

4. Το ίδιον αυτό παράγγελμα και δια τους ασθενείς είναι χρήσιμον και δια τους γερούς πολύ κατάλληλον. Κα­τά τας ασθενείας οι ιατροί παραγγέλλουν εις τους αρρώστους να προσέχουν οι ίδιοι τους εαυτούς των και να μη παραμελούν τίποτε από αυτά που συντελούν εις την θερα­πείαν. Ομοίως και ο λόγος, ο Ιατρός των ψυχών μας, με το μικρόν τούτο βοήθημα θεραπεύει την ψυχήν που έχει ταλαιπωρηθή από την αμαρτίαν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου, δια να λάβης ανάλογον προς το παράπτωμα και την βοήθειαν από την θεραπείαν. Είναι μεγάλο και βαρύ το αμάρτημα; Σου χρειάζεται πολλή εξομολόγησις, πικρά δάκρυα, συνεχής αγρυπνία και διαρκής νηστεία. Είναι ελαφρόν το αμάρτημα και υποφερτόν; Να εξισωθή και η μετά­νοια. Μόνον να προσεχής τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης την υγείαν και την αρρώστιαν της ψυχής. Διότι πολλοί που νοσούν από μεγάλην και ανίατον ασθένειαν λόγω της μεγάλης απροσεξίας, δεν γνωρίζουν ούτε αυτό το ίδιον, ότι δηλαδή νοσούν. Επίσης μεγάλο είναι το κέρδος από το παράγγελμα και εις τους υγιείς ως προς τας πράξεις, ώστε το ίδιον και τους αρρώστους θεραπεύει και τους υγιείς τε­λειοποιεί. Διότι ο καθένας από μας που μαθητεύομεν εις τον λόγον γίνεται υπηρέτης κάποιας πράξεως από αυτάς που σύμφωνα με το Ευαγγέλιον μας έχουν διαταχθή. Δηλαδή εις την μεγάλην οικίαν, την Εκκλησίαν αυτήν, δεν υπάρχουν μόνον διάφορα σκεύη, χρυσά, αργυρά, ξύλινα και πήλινα9 αλλά και διάφορα επαγγέλματα. Έχει δηλαδή ο οίκος του Θεού, «που είναι η Εκκλησία του ζώντος Θεού»10, κυνηγούς, πεζοπόρους, αρχιτέκτονας, οικοδόμους, γεωργούς, βοσκούς, αθλητάς, στρατιώτας. Εις όλους ο μικρός αυτός λόγος θα εύρη εφαρμογήν και θα εμβάλη εις τον καθένα και ορθοπραξίαν και επιμέλειαν της προαιρέσεως. Έχεις αποσταλή κυνη­γός από τον Κύριον, που είπε˙ «Να εγώ αποστέλλω πολλούς κυνηγούς και θα θηρεύσουν αυτούς επάνω εις όλα τα βουνά»11. Να προσεχής λοιπόν με επιμέλειαν, μη σε διαφύγη από που­θενά το θήραμα, δια να οδήγησης εις τον σωτήρα αυτούς που έχουν εξαγριωθή από την κακίαν, αφού τους συλλάβης με τον λόγον της αληθείας. Είσαι πεζοπόρος παρομοίως με εκείνον που εύχεται˙«τα διαβήματά μου κατεύθυνον»12· πρόσεξε μη παραστρατήσης, να μη κλίνης προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Βάδιζε την βασιλικήν οδόν. Ο αρχι­τέκτων με ασφάλειαν να καταθέση τον θεμέλιον της πίστεως, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο κτίστης να βλέπη πως κτί­ζει· «μη ξύλα, μη χόρτον, μη καλάμην, αλλά χρυσίον, αρ­γύριον, λίθους τίμιους»13. Ο ποιμήν να προσεχή μη διαφυγή κάτι από αυτά που επιβάλλονται εις την τέχνην της ποιμαν­τικής. Και ποία είναι αυτά; Να επιστρέφη το πλανημένον, να επιδένη το πληγωμένον, να θεραπεύη το άρρωστον. Ο γεωργός να σκάβη γύρω από την άκαρπον συκιάν και να εφαρμόζη αυτά που βοηθούν εις την καρποφορίαν14. Ο στρα­τιώτης15 να «συγκακοπαθήση δια το ευαγγέλιον»,16 να εκστρατεύη την καλήν εκστρατείαν17 εναντίον των πνευμάτων της πονηρίας18, εναντίον των σαρκικών παθών, να φορέση όλην την πανοπλίαν τού Θεού19. Μη εμπλέκεσαι εις τας βιοτικάς υποθέσεις, δια να αρέσης εις αυτόν που σε επεστράτευσεν 20. Ο αθλητής ας προσεχή τον εαυτόν του, μη τυχόν παραβή τους αθλητικούς κανονισμούς. Διότι «κανείς δεν στεφανώνεται εάν δεν αθλήση νομίμως» 21. Να μιμήσαι τον Παύλον που και έτρεχε και επάλαιε και επυγμαχούσε 22. Και ο ίδιος σαν καλός πυγμάχος να έχης ασάλευτον το βλέμ­μα της ψυχής. Προφύλαγε τα ευαίσθητα όργανα του σώ­ματος με την πρόταξιν των χεριών. Το βλέμμα σου να ατενίζη τον άντίπαλον. Να προπορεύεσαι εϊς τους αγώνας δρόμου 23. Έτσι να τρέχης, δια να προλάβης 24. Εις την πάλην να ανταγωνίζεσαι εναντίον των αοράτων. Ο λόγος του Θεού τέτοιον σε θέλει να είσαι˙ όχι τεμπέλην και κοιμισμένον, αλλά νηφάλιο και άγρυπνο προϊστάμενον τού εαυτού σου.

5. Δεν θα μου επαρκέση η ημέρα να διηγούμαι και τα κατορθώματα των συνεργών εις το ευαγγέλιον τού Χρι­στού και την δύναμιν του προστάγματος, πόσον καλά αρ­μόζει εις όλους. «Πρόσεχε σεαυτώ». Να είσαι νηφάλιος, σκε­πτικός, φύλαξ των παρόντων και προνοητικός δια τα μέλλοντα. Μη αφήνης να σου διαφυγή το παρόν εξ αιτίας της οκνηρίας και μη λαμβάνης σαν δεδομένην την απόλαυσιν αυτών που μήτε υπάρχουν και που τυχόν δεν θα υπάρξουν, ωσάν, να τα έχης εις τα χέρια σου. Ή μήπως δεν υπάρχει εκ φύσεως η αρρώστια αυτή εις τους νέους, δηλαδή το να νομίζουν με την ελαφρότητα της γνώμης, ότι κατέχουν κιό­λας αυτά που ελπίζουν; Διότι όταν κάποτε ηρεμήσουν ή κατά την νυκτερινήν ησυχίαν, πλάθουν με την φαντασίαν ανύπαρκτα πράγματα μεταφερόμενοι εις όλα με την ευκολίαν της σκέψεως, με το να φαντάζωνται βίον περίοπτον, λαμπρούς γάμους, ευτεκνίαν, βαθειά γεράματα, τιμάς από ό­λους. Έπειτα, επειδή δεν ημπορούν να σταματήσουν που­θενά τας ελπίδας, αλαζονεύονται δι’ αυτά που θεωρούνται μεγάλα μεταξύ των ανθρώπων. Αποκτούν καλά και με­γάλα σπίτια. Αφού τα γεμίσουν με διάφορα κειμήλια, πε-ριφράττουν τόσην γην, όσην εις αυτούς η ματαιότης των λογισμών έχει αποκόψει από ολόκληρον την κτίσιν. Πάλιν τα πλούσια εισοδήματα από αυτήν τα αποθηκεύουν εις τας αποθήκας της ματαιοδοξίας. Κοντά εις αυτά προσθέ­τουν ζώα, απειράριθμον πλήθος δούλων, πολιτικός εξου­σίας, ηγεμονίας εθνών, αξίωμα στρατηγού, πολέμους, νίκας και αυτήν ακόμη την βασιλείαν. Όλα αυτά αφού τα διέτρεξαν με τας κούφιας φαντασίας της διανοίας, νομίζουν, λόγω της άκρας μωρίας, ότι απολαμβάνουν, ωσάν να είναι κιόλας παρόντα και κείμενα εμπρός εις τα πόδια των, αυτά που έχουν ελπισθή. Το να βλέπη όνειρα κανείς ενώ το σώμα είναι άγρυπνον, τούτο είναι αρρώστια ακαμάτου και οκνηράς ψυχής. Ο λόγος της Γραφής δια να καταπιέζη λοιπόν αυτήν την αποχαύνωσιν του νού και τον πυρετόν των λο­γισμών και δια να αναχαιτίζη, ωσάν με κάποιον χαλινόν, την αστάθειαν της διανοίας, παραγγέλλει το μεγάλο και σοφόν τούτο παράγγελμα· «σεαυτώ, λέγει, πρόσεχε». Να μη φαντάζεσαι τα ανύπαρκτα, αλλά να οικονομής τα παρόντα προς το συμφέρον. Νομίζω δε ότι ο νομοθέτης δια να αποβάλη και εκείνο το πάθος από την συνήθειαν εχρησιμοποίησε την ιδίαν παραίνεσιν. Επειδή είναι εύκολον πράγμα εις τον καθένα από μας να περιεργάζεται τα ξένα παρά να σκέ­πτεται τα ιδικά του, δια να μη παθαίνωμεν αυτό, σταμάτησε, λέγει, να περιεργάζεσαι τα κακά τού τάδε, μη δίδης αργοσχολίαν εις τους λογισμούς να εξετάζουν την ξένην ασθένειαν, αλλά «σαυτώ πρόσεχε». Δηλαδή να στρέφης το όμμα της ψυχής σου εις την έρευναν τού εαυτού σου. Διότι πολλοί, σύμφωνα με τον λόγον τού Κυρίου, «το μεν κάρφος το εν τω οφθαλμώ τού αδελφού κατανοούσι, την δε εν τω οικείωοφθαλμώ δοκόν ουκ εμβλέπουσι»25. Μη παύσης λοιπόν να διερευνάς τον εαυτόν σου, αν η ζωή σου προχωρή σύμφωνα με την εντολήν. Να μη εξετάζης όμως τα εξωτερικά, μη τυ­χόν ημπόρεσης να ανακάλυψης ψεγάδι κάποιου, όπως εκεί­νος ο ακατάδεκτος και αλαζονικός φαρισαίος, που εδικαίωνε τον εαυτόν του και εξευτέλιζε τον τελώνην 26. Αλλά μη παραλίπης να αυτοανακρίνεσαι, μη τυχόν διέπραξες κάποιο αμάρτημα κατά τους στοχασμούς, μη η γλώσσα έσφαλεν εις κάτι τι με το να προτρέξη της διανοίας, μη εις τα έργα των χεριών σου έχει πραχθή κάτι από τα ακούσια. Και εάν εις την ζωήν σου ευρής να είναι πολλά τα αμαρτήματα (και εξάπαντος θα ευρής αφού είσαι άνθρωπος), λέγε τα λόγια τού τελώνου˙ «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» 27.

Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου. Αυτός ο λόγος θα σου χρησιμεύση σαν κάποιος καλός σύμβουλος που υπενθυμίζει τα ανθρώπινα και όταν λαμπρά ευημερής και όταν ολόκληρος η ζωή κυλά κατά την φυσικήν φοράν των πραγμάτων. Αλλ' όμως και όταν πιέζεσαι κάτω από δύσκολους περιστάσεις, ευκαιριακώς θα ήταν δυνατόν να επαναλαμβάνεται εις την καρδίαν, ώστε μήτε λόγω επάρσεως να επαρθής εις υπερβολικήν αλαζονείαν, μήτε από απελπισίαν να καταρρεύσης εις χυδαίαν μελαγχολίαν. Υπερηφανεύεσαι δια τον πλούτον, και καυχάσαι δια τους προγόνους, και χαίρεσαι δια την πατρίδα και το σωματικόν κάλλος και δια τας τιμάς που δέχεσαι από όλους; «Πρόσεχε σεαυτώ», διότι είσαι θνη­τός˙ «χώμα είσαι και εις το χώμα θα πας»28. Κύτταξε τρι­γύρω αυτούς που πριν από εσέ έχουν δοκιμασθή εις τας όμοιας καυχήσεις. Που είναι αυτοί που είχαν περιβληθή τας πολιτικάς εξουσίας; Που είναι οι ακαταμάχητοι ρήτορες; Που είναι οι οργανωταί των πανηγύρεων; Οι λαμπροί ιπποκόμοι, οι στρατηγοί, οι σατράπαι, οι τύραννοι; Δεν έγιναν όλοι σκόνη; Δεν είναι όλοι ένα παραμύθι; Δεν δια­τηρείται η ανάμνησις της ζωής των εις τα ολίγα κόκκαλα; Σκύψε εις τους τάφους μήπως ημπόρεσης και διακρίνης ποί­ος είναι ο δούλος και ποίος ο κύριος, ποίος ο πτωχός και ποίος ο πλούσιος29; Ξεχώρισε, εάν ημπορής, τον αιχμάλωτον από τον βασιλέα, τον ισχυρόν από τον αδύνατον, τον όμορφον από τον άσχημον. Εφόσον λοιπόν ενθυμήσαι την φύ­σιν σου δεν θα αλαζονευθής ποτέ. Θα ενθυμήσαι όμως τον εαυτόν σου, όταν προσεχής τον εαυτόν σου.

6. Έχεις πάλιν κακήν καταγωγήν και είσαι άσημος, πτωχός από πτωχούς, χωρίς εστίαν, χωρίς πατρίδα, αδύ­νατος, στερείσαι τα καθημερινά, τρέμεις αυτούς που κατέχουν την εξουσίαν, φοβάσαι και εντρέπεσαι όλους εξ αίτιας της ταπεινότητος τού βίου σου; Αλλ’ ο «πτωχός, λέγει, δεν απειλείται»30. Μη λοιπόν απελπισθής· μη απόρριψης κάθε καλήν ελπίδα, διότι τίποτε αξιοζήλευτον δεν έχεις εις το παρόν, αλλ' οδήγησε την ψυχήν σου υψηλά, και προς τα αγαθά, που έχει κιόλας δημιουργήσει δια σε ο Θεός και προς αυτά, που σύμφωνα με την υπόσχεσίν του απόκεινται εις το μέλλον. Και πρώτα – πρώτα είσαι λοιπόν άνθρωπος· το μόνον θεόπλαστον από τα ζώα31. Δεν αρκεί λοιπόν αυ­τό, εφόσον στοχάζεσαι σωστά, το ότι έχεις διαπλασθή προς την ουράνιον γαλήνην από τα ίδια τα χέρια του Θεού που εδημιούργησεν όλα; Έπειτα ότι, και επειδή έγινες σύμ­φωνα με την εικόνα του κτίστου σου, ημπορεί με ενάρετον ζωήν να κατευθυνθής προς την αγγελικήν ομοτιμίαν; Έλαβες ψυχήν νοεράν με την οποίαν στοχάζεσαι τον Θεόν, με τον λογισμόν κατανοείς την φύσιν των όντων, δρέπεις τον γλυκύτατον καρπόν της σοφίας. Όλα τα χερσαία ζώα και ήμερα και άγρια, όλα όσα ζουν και τρέφονται εις τα νερά και όσα πετούν εις αυτόν τον αέρα, είναι δούλα και υποχεί­ριά σου. Συ δεν εφεύρες τέχνας, δεν ίδρυσες πόλεις και δεν επενόησες όλα όσα είναι αναγκαία και όσα προορίζονται δια τρυφηλήν ζωήν; Δεν σου είναι βατά τα πελάγη εξ αι­τίας της λογικής; Η ξηρά και η θάλασσα δεν υπηρετούν την ζωήν σου; Ο αέρας και ο ουρανός και τα συστήματα των αστέρων δεν σου επιδεικνύουν την τάξιν των; Διατί λοιπόν είσαι μικρόψυχος; Διότι το άλογόν σου δεν έχει αρ­γυρά χαλινάρια; Αλλ' έχεις τον ήλιον που αδιακόπως καθ’ όλην την ημέραν προς χάριν σου κράτα την λαμπάδα. Δεν έχεις τας ακτινοβολίας τού αργύρου και τού χρυσού, αλλ' έχεις την σελήνην που σε περιλάμπει με το άπλετον φως της. Δεν έχεις επιβή σε χρυσοκέντητα αμάξια, αλλ' έχεις τα πόδια ιδικόν σου όχημα και σύμφυτον με σε. Διατί λοι­πόν μακαρίζεις αυτούς που κατέχουν πλούσιον βαλάντιον και που χρειάζονται ξένα πόδια δια να μεταβούν κάπου; Δεν κοιμάσαι εις κρεββάτι ελεφάντινον, αλλ' έχεις την γην που είναι τιμιωτέρα από πολλά φίλντισι και έχεις γλυκείαν την ανάπαυσιν επάνω εις αυτήν, γρήγορον τον ύπνον και από κάθε φροντίδα απηλλαγμένον. Δεν κατακλίνεσαι κάτω από χρυσήν οροφήν, έχεις όμως τον ουρανόν που ακτινο­βολεί τριγύρω με τα απερίγραπτα κάλλη των άστρων. Και αυτά βέβαια είναι τα ανθρώπινα. Τα άλλα όμως είναι ακόμη πιο ανώτερα. Δια σε ο Θεός μεταξύ των ανθρώπων, δια σε η χορηγία του αγίου Πνεύματος, η κατάλυσις του θανάτου, η ελπίς της αναστάσεως, τα θεία προστάγματα που σου τελειοποιούν την ζωήν, η πορεία προς τον Θεόν δια των εντολών, η όμορφη βασιλεία των ουρανών, τα έ­τοιμα στεφάνια της δικαιοσύνης, εφ’ όσον δεν αποφυγής τους κόπους της αρετής.

7. Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, αυτά και πολύ πε­ρισσότερα θα εύρης γύρω σου. Και τα μεν παρόντα θα απο­λαύσης, δεν θα στενοχωρηθής δε δι' αυτό που λείπει. Παντού όπου και αν ευρίσκεσαι το παράγγελμα αυτό θα σου προσφέρη μεγάλην βοήθειαν. Παραδείγματος χάριν η οργή σου εκυριάρχησεν εις τα λογικά και οδηγείσαι από τον θυμόν εις λόγια άσχημα και εις πράξεις δυσάρεστους και θη­ριώδεις; Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, θα καταστείλης τον θυμόν, ωσάν κάποιο δύστροπον και δυσκολοχαλίνωτον πουλάρι, προσβαλλόμενος, σαν με μαστίγιον, με το πλήγμα του λόγου. Θα κρατάς και την γλώσσαν και δεν θα χειροδικής εναντίον αυτού που σε εξώργισεν. Επίσης επιθυμίαι που κάμνουν μανιώδη την ψυχήν την ρίχνουν εις βιαίας ορμάς και ακόλαστους. Εάν λοιπόν προσεχής τον εαυτόν σου και ενθυμηθής ότι το ευχάριστον τούτο παρόν δια σε θα κατάληξη εις τέλος πικρόν και ο γαργαλισμός που προκαλεί­ται τώρα εις το σώμα από την ηδονήν, αυτός θα γέννηση το φαρμακερό σκουλήκι που θα σε τιμωρή αιώνια εις την κόλασιν και η φλόγωσις της σαρκός θα γίνη μητέρα του αιωνίου πυρός, ευθύς αμέσως θα φυγαδευθούν αι ηδοναί και κάποια θαυμαστή εσωτερικά γαλήνη από την ψυχήν και ησυχία θα επικρατήση, όπως με την παρουσίαν κάποιας σώφρονος κυρίας κατασιγάζει ο θόρυβος των ακολάστων υπηρετριών.

Πρόσεχε λοιπόν τον εαυτόν σου. Και γνώριζε ότι το μεν λογικόν είναι και νοερόν μέρος της ψυχής, το δε παθη­τικόν είναι και άλογον. Και εις το μεν λογικόν υπάρχει εκ φύσεως η εγκράτεια, εις δε το παθητικόν και άλογον η υπακοή και η πειθώ γίνεται δια του λόγου. Μη λοιπόν αφήσης, αν ποτέ ο νους υποδουλωθή, να γίνη δούλος των πα­θών. Μήτε πάλιν να επιτρέψης εις τα πάθη να ξεσηκωθούν εναντίον του λογικού και να διατήρησης την κυριαρχίαν της ψυχής επάνω εις αυτά. Και γενικώς η σωστή κατανόησις τού εαυτού σου θα προσφέρη αρκετήν χειραγωγίαν δια να εννοήσης τον Θεόν. Εάν δηλαδή προσεχής τον εαυτόν σου δεν θα σου λείψη τίποτε δια να εξιχνίασης από την δημιουργίαν των όλων τον δημιουργόν, αλλ' εις τον εαυτόν σου, ωσάν εις μικρόν διάκοσμον, θα ιδής την μεγάλην σοφίαν του κτίστου. Να αντιλαμβάνεσαι τον Θεόν ασώματον από την ασώματον ψυχήν που υπάρχει μέσα σου, και ως κάτι που δεν περιορίζεται τοπικώς. Αφού και ο νους σου δεν έχει προηγουμένην διαμονήν εις τόπον, αλλά προσδιορίζε­ται τοπικώς δια της συνδέσεως του με το σώμα. Να πιστεύης ότι ο Θεός είναι αόρατος, αφού εννοήσης την φύσιν της ψυχής σου, διότι και αυτή δεν γίνεται αντιληπτή με τα σω­ματικά μάτια. Διότι ούτε έχει χρωματισθή, ούτε έχει σχηματισθή ούτε έχει περιληφθή σε κάποιο σωματικόν σχήμα, αλλά γίνεται γνωστή μόνον από τας ενεργείας. Ώστε να μη επιδίωξης εις την περίπτωσιν τού Θεού να τον ιδής με τα μάτια, αλλά αφού επιτρέψης εις την διάνοιαν την πίστιν να έχης νοητήν αντίληψιν περί αυτού. Να θαυμάζης τον τεχνίτην, πως συνέδεσε την δύναμιν της ψυχής με το σώμα, ώστε, ενώ φθάνει μέχρι τα πέρατα του, να οδηγή εις σύμ­πνοιαν και κοινωνίαν τα μέλη που απέχουν πάρα πολύ με­ταξύ των. Σκέψου ποία είναι η δύναμις της ψυχής που χο­ρηγείται εις το σώμα, ποία είναι η συμπάθεια που από το σώμα επανέρχεται εις την ψυχήν, πως δέχεται μεν από την ψυχήν το σώμα την ζωήν και πως δέχεται από το σώμα πάλιν η ψυχή τους πόνους32. Ποίας αποθήκας διαθέτει δια τας γνώσεις, διατί η προσθήκη των νέων γνώσεων δεν καλύπτει την γνώσιν των προηγουμενών, αλλά διαφυλάσ­σονται ασύγχυτοι και ξεκάθαροι αι εντυπώσεις, χαραγμέ­νοι ωσάν εις χαλκίνην στήλην εις το λογικόν μέρος της ψυ­χής. Πως χάνει το κάλλος της με το να γλυστρά εις τα σαρ­κικά πάθη και πως πάλιν όταν αποκαθάρη το αίσχος που προέρχεται από την κακίαν, βαδίζει δια της αρετής την πορείαν της ομοιώσεώς της προς τον κτίστην.

8. Πρόσεξε, εάν θέλης, μετά την θεώρησιν της ψυχής, και εις την κατασκευήν τού σώματος και θαύμασε πως ο α­ριστοτέχνης εδημιούργησεν αυτό κατάλυμα που πρέπει εις λογικήν ψυχήν. Απ’ όλα τα ζώα μόνον τον άνθρωπον έπλασεν όρθιον, δια να γνωρίζης από το σχήμα αυτό ότι η ζωή σου προέρχεται από την ουράνιον συγγένειαν. Διότι τα μεν τετράποδα όλα προς την γην βλέπουν, και προς το μέρος της κοιλίας σκύβουν εις τον άνθρωπον όμως η ανάβλεψις προς τον ουρανόν είναι έτοιμη, ώστε να μη ασχολήται με την κοιλίαν, μήτε με τα υποκοίλια πάθη, αλλά να έχη ολόκληρον την ορμήν προς την ανοδικήν πορείαν. Έπειτα με το να θέση την κεφαλήν εις την κορυφήν τού σώματος μέσα εις αυτήν ετοποθέτησε τας πιο αξιολογωτέρας από τας αισθήσεις. Εκεί η όρασις και η ακοή και η γεύσις και η όσφρησις, όλαι η μία δίπλα εις την άλλην κατοικούν. Και ενώ είναι συγκεντρωμένοι εις τόσον μικρόν χώρον, κατά τί­ποτε δεν εμποδίζει η μία εις την ενέργειαν της γειτονικής. Βέβαια τα μάτια έχουν καταλάβει την πιο υψηλήν σκοπιάν, ώστε κανένα από τα σωματικά μόρια να μη εμβαίνη μπρο­στά εις αυτά, αλλά καθήμενα κάτω από κάποιαν μικράν προ­εξοχήν των φρυδιών, βλέπουν κατ' ευθείαν εμπρός εξ αιτίας της προεξοχής που υπάρχει επάνω. Η ακοή πάλιν δεν έχει απ’ ευθείας άνοιγμα, αλλά με τον κυκλοειδή πόρον αντιλαμ­βάνεται τους εις τον αέρα θορύβους. Και αυτό είναι έργον της ουρανίου σοφίας, ώστε η μεν φωνή ανεμπόδιστα να διέρ­χεται η στρεφόμενη δεξιά και αριστερά εις τας κυρτότητας να ενηχή περισσότερον, ώστε τίποτε να μη ημπορή να γίνη εμπόδιον εις την αίσθησιν από αυτά που εξωτερικά παρεμ­βάλλονται. Γνώρισε καλά και την φύσιν της γλώσσης, πως είναι και απαλή και ευλύγιστος και επαρκεί εις κάθε ανάγκην του λόγου με την ποικιλίαν της κινήσεως. Τα δόντια, που είναι συγχρόνως όργανα της φωνής με το να παρέχουν αντιστήριγμα εις την γλώσσαν, είναι συγχρόνως και υπηρέται της τροφής. Άλλα μεν με το να την κόπτουν και άλλα δε με το να την αλέθουν. Και έτσι επιθεωρών το κάθε τι με τον πρέποντα λογισμόν και πληροφορούμενος την έλξιν του αέρος δια του πνεύματος, την διατήρησιν της θερμότητος εις την καρδίαν, τα όργανα της πέψεως, τους φορείς του αί­ματος, απ’ όλα αυτά θα κατανόησης την ανεξερεύνητον σοφίαν τού ποιητού σου, ώστε και συ ο ίδιος να ειπής μαζί με τον προφήτην «δι' εμέ τέτοια γνώσις είναι υπερθαυμαστός» 34. «Πρόσεχε, λοιπόν, παντού», δια να προσεχής τον Θεόν, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις όλους τους αιώνας.

Αμήν

Πηγή:Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

Sunday, 30 December 2012

St. Andrew of Crete-On the Circumcision of Christ and St. Basil the Great

 

Excerpt from the Homily on the Circumcision of Christ and St. Basil the Great, by St. Andrew of Crete 

 The Circumcision of Christ - Commemorated January 1

 

And what else does the eighth-day circumcision tell us? The eighth day is the completion of the week, and the beginning of the new. The child completes the week, and is perfected on the eighth day, being granted his name and being numbered with the perfect. The eighth day is the beginning of infancy, while through the period of the week he was a baby, now the child begins to learn. The eighth day leads on to the things of infancy: to crawl and to stand, and to speak, and to think. The week comes to completion, and the eighth day signifies perfection. Circumcision again signifies the name-giving, which the child undergoes on the eighth day.
   

And not without reason. For Abraham dwelt among the idols of his father, Thara, being part of his creation, until the Creator gave him a sign of a people set aside until His coming, that renewal may be granted to men. Circumcision removes a covering of flesh, and grants an eighth-day sign to the members. Circumcision declared that the presence of Christ was coming, and that He would grant rebirth through the Spirit. By the seal of circumcision, the people were granted divine correction from idolatry, and the ceasing of destruction through idol-mania.
  

The former things were a symbol of the new. For Christ was the eighth law-giver from Adam. Because Adam first received a law, and secondly Noah, and Abraham third, and Moses fourth, and David, regarding the Kingdom and the Tent of Glory, was the fifth law-giver. And Esthra, following the captivity of Babylon, for a second time gave the law to the nations that had transgressed it, and was the sixth. John the Baptist, who preached a baptism of repentance to the people, and purification through the water, was the seventh law-giver. Jesus Christ was the eighth.
  

Regarding this great Law-giver, Moses says: “The Lord God will raise a Prophet from among our bretheren like me; listen to Him. Every soul that does not hear that Prophet will be condemned.” Being the only one able to fulfill this, I perceive that he is referring to the Lord and Creator, Who worked divine and noetic works among us. And passing the Sabbath in His flesh through the law, on the eighth day of Resurrection, became the Law-giver for the whole world. I behold God, not only of the Jews, but of all nations, Who is born, anointed and perfecting all things in the Holy Spirit, and calling His own anointed people. And He cuts off our fleshly desires and passions, and turns them to a burnt sacrifice through good works, and actions of the Kingdom of the Heavens. He is truly the “Angel of Great Council of His Father, God almighty, Councilor, Prince of Peace, Father of the Age to come.”
And do you understand this well, why we rejoice at this feast, and take from this the glad tidings, and move from feast to feast, and come to know the servant of God? As if speaking of him, the scriptures say: “The souls of the righteous are in the hand of God”, Who is the God of all. And those who approach him to clearly see his divine icon, are able. Who is this who we praise? It is Basil: the foundation of virtue, the longing of the Cappadocians, and the prided boast of the whole world, he who taught the Church in most magnificent words and deeds, through whom the Churches of the faithful take boast. For though there are many lawful and mystagogical ones before and after him, however, under his state, all ranks are united to see a new wonder. Thus the man's feast is received with worthy honor. And if we speak regarding him, those before us, who were men of greater theology, also take part in praising words of him.
   And let us offer a word for this feast, its honor of which is among the greatest of feasts, and travel the road of the word, being strengthened by God, Who strengthens us in every good work, and say the following: “O man of God and faithful healer, and steward of the mysteries of God”, and “man of desires of the spirit.” Thus the Scriptures calls those dedicated to exalted and uplifted and lawful ways. I call you a god to Pharaoh, who overcame all the opposing power of the Egyptians, and pillar and foundation of the Church, and will of the Lord, and light shining in the world the word of life and the desire of the faith, and dwelling-place of the Spirit...
  
But with these divine praises, O Father Basil, you take part in the mansions of the patriarchs, and the mystagogy of the apostles of the prophets, and of the crowning of the martyrs, and of the choirs of monastics, and of the rewards of the divine hierarchs and all the righteous. Remember us, who are of like nature as you, who are in trouble; and ever intercede for us to the common Master for the salvation of all Christians.
  
Kings therefore bring forth righteousness and reverence of God, bearing in mind your words, that the eternal King rules above. Rulers and governors in piety become obedient, along with those who fight in war, and the rest of the people turn towards the divine faith in harmony, and are peaceful towards each other. The archpriests are anointed in theology, and govern well the Church of God that has been entrusted to them through your diving teaching. Priests keep piety, that they might live in a God-pleasing manner, and offer up hymns, and be crowned along with the whole city of the faithful, as a shepherd, by Him Who made Himself poor, though He is rich, and took on flesh in the womb [of the Theotokos], Who is seated above with the Father, and is laid in a cave and is wrapped in swaddling clothes in a manger, Who is hymned by the angels, and wondered at by the shepherds, Who was circumcised on the eighth day, and is named Jesus, Who offers cleansing, and is praised by Symeon and Anna, and escorted by the Magi, Who flees to Egypt, and “rents the handiwork of Egyptians”, Who, at the human age of perfection, was baptized by a servant, and drowns the sins of the world in the waters, Who is revealed to the world but is hated by the Judeans, and works strange wonders, Who ultimately was delivered to be crucified, and was then buried, that He might grant resurrection to those in slavery in hades, Who rose on the third day, making this second eighth day truly the day of rest, and in the coming eighth day at the end of the world, will come again, Who appears to His apostles, and Who was seen to ascend into the heavens, to raise me the humble one, Who is known in two natures, and Who is worshiped with the Father and the Spirit, Who has two wills and energies, Who remains touchable and untouchable, written and unwritten, depicted in places and icons, and through them, as through flesh and spirit is worshipped, Who is the archetype of His theologians and of all the Saints, Who shares all things with us, and is the archetype of the glory that is offered to you, O most-divine Father Basil, who wrote: “For the honor of the icon ascends to the prototype”. Therefore with orthodoxy, the nations are struck with fear, and islands of redemption are opened for the Church. Through sickness of men, the other-worldly icons are left to suffer, and we are endangered by the Hagarenes. These islands of the Church were seen beforehand by Isaiah, who said: “Be renewed, O islands, towards God”. For to Him, Christ our God, belong honor and glory and worship, together with the all-good Father and the all-holy and life-giving Spirit, now and ever, and to the endless ages. Amen.

 

Comparing Orthodox Spirituality & Other Traditions


By Metropolitan Hierotheos Vlachos (edited for length)


Orthodox spirituality differs distinctly from any other “spirituality” of an eastern or western type. There can be no confusion because Orthodox spirituality is God-centered, whereas all others are man-centered.
 
The difference appears primarily in the doctrinal teaching. For this reason we put “Orthodox” before the word “Church” so as to distinguish it from any other religion. Dogmas are the results of decisions made at the Ecumenical Councils on various matters of faith. Dogmas are referred to as such, because they draw the boundaries between truth and error, between sickness and health. Dogmas express the revealed truth. They formulate the life of the Church. Dogmatic differences reflect corresponding differences in therapy. If a person does not follow the “right way” he cannot ever reach his destination. If he does not take the proper “remedies,” he cannot ever acquire health; in other words, he will experience no therapeutic benefits. Again, if we compare Orthodox spirituality with other Christian traditions, the difference in approach and method of therapy is more evident.


A fundamental teaching of the Holy Fathers is that the Church is a “Hospital” which cures the wounded man. In many passages of Holy Scripture such language is used, for example in that of the parable of the Good Samaritan. In this parable, the Samaritan represents Christ who cured the wounded man and led him to the Inn, which is to the “Hospital” which is the Church. It is evident here that Christ is presented as the Healer, the physician who cures man’s maladies; and the Church as the true Hospital. It is very characteristic that Saint John Chrysostom, analyzing this parable, presents the truths emphasized above.


Man’s life “in Paradise” was reduced to a life governed by the devil and his wiles. “And fell among thieves,” that is in the hands of the devil and of all the hostile powers. The wounds man suffered are the various sins, as the prophet David says: “my wounds grow foul and fester because of my foolishness” (Psalm 37). For “every sin causes a bruise and a wound.” The Samaritan is Christ Himself who descended to earth from Heaven in order to cure the wounded man. He used oil and wine to “treat” the wounds; in other words, by “mingling His blood with the Holy Spirit, he brought man to life.” Then the Good Samaritan, i.e. Christ, took man to the grand, wondrous and spacious Inn - to the Church. He handed man over to the innkeeper, who is the Apostle Paul, and through the Apostle Paul to all bishops and priests, saying: “Take care of the Gentile people, whom I have handed over to you in the Church. They suffer illness wounded by sin, so cure them, using as remedies the words of the Prophets and the teaching of the Gospel; make them healthy through the admonitions and comforting word of the Old and New Testaments.” Thus, according to Saint Chrysostom, Paul is he who maintains the Churches of God, “curing all people by his spiritual admonitions and offering to each one of them what they really need.”


In the interpretation of this parable by Saint John Chrysostom, it is clearly shown that the Church is a Hospital which cures people wounded by sin; and the bishops and priests are the therapists of the people of God. And this precisely is the work of Orthodox theology. When referring to Orthodox theology, we do not simply mean a history of theology. In Patristic tradition, theologians are the God-seers. Saint Gregory Palamas calls Barlaam [who attempted to bring Western scholastic theology into the Orthodox Church] a “theologian,” but he clearly emphasizes that intellectual theology differs greatly from the experience of the vision of God. Theology is the fruit of man’s cure and the path which leads to the acquisition of the knowledge of God.


Western theology, however, has differentiated itself from Eastern Orthodox theology. Instead of being therapeutic, it is more intellectual and emotional in character. In the West, scholastic theology evolved and is now based on rational thought whereas Orthodoxy is hesychastic. Scholastic theology tried to understand logically the Revelation of God and conform to a philosophical methodology. The Scholastics acknowledged God at the outset and then endeavored to prove His existence by logical arguments and rational categories. In the Orthodox Church, as expressed by the Holy Fathers, faith is God revealing Himself to man. We accept faith by hearing it not so that we can understand it rationally, but so that we can cleanse our hearts, attain to faith by theoria (see note, end of article) and experience the Revelation of God.


Scholastic theology reached its culminating point in the person of Thomas Aquinas, a saint in the Roman Catholic Church. He claimed that Christian truths are divided into natural and supernatural. Natural truths can be proven philosophically, like the truth of the Existence of God. Supernatural truths - such as the Triune God, the incarnation of the Logos, the resurrection of the bodies - cannot be proven philosophically, yet they cannot be disproved. Scholasticism linked theology very closely with philosophy and with metaphysics, and is accountable for much of the tragic situation created in the West with respect to faith and faith issues.


The Holy Fathers, however, teach that natural and metaphysical categories do not exist but speak rather of the created and uncreated. Never did the Holy Fathers accept Aristotle’s metaphysics. Theologians of the West during the middle Ages considered scholastic theology to be a further development of the teaching of the Holy Fathers, and from this point on, there begins the teaching of the Franks that scholastic theology is superior to that of the Holy Fathers. Consequently, Scholastics, who are occupied with reason, consider themselves superior to the Holy Fathers of the Church. They also believe that human knowledge, an offspring of reason, is loftier than Revelation and experience.


It is within this context that the conflict between Barlaam and Saint Gregory Palamas should be viewed. Barlaam was essentially a scholastic theologian who attempted to pass on scholastic theology to the Orthodox East. Barlaam’s views -- that we cannot really know Who the Holy Spirit is exactly, that the ancient Greek philosophers are superior to the Prophets and the Apostles (since reason is above the vision of the Apostles), and that the hesychastic way of life (i.e. the purification of the heart and the unceasing noetic prayer) is not essential -- are views which express a scholastic and, subsequently, a secularized point of view of theology. Saint Gregory Palamas foresaw the danger of these views and through the power and energy of the Most Holy Spirit and the experience which he himself had acquired as a successor to the Holy Fathers, he confronted this great danger and preserved unadulterated the Orthodox Faith and Tradition.


If Orthodox spirituality is now examined in relationship to Roman Catholicism and Protestantism, the differences are immediately discovered.


Protestants do not have a “therapeutic treatment” tradition. They suppose that believing in God, intellectually, constitutes salvation. Yet salvation is not a matter of intellectual acceptance of truth; rather it is a person’s transformation and divinization by grace. In the Holy Scripture it appears that faith comes by hearing the Word and by experiencing “theoria” (“The vision of God”). We accept faith at first by hearing in order to be healed, and then we attain to faith by theoria, which saves man. Protestants, because they believe that faith by hearing saves man, do not have a “therapeutic tradition.” It could be said that such a conception of salvation is very naive.


The Latins as well do not have the perfection of the therapeutic tradition which the Orthodox Church has. Their doctrine of the Filioque is a manifestation of the weakness in their theology to grasp the relationship existing between the person and society. They confuse the personal properties: the “unbegotten” of the Father, the “begotten” of the Son, and the procession of the Holy Spirit. The Father is the cause of the “generation” of the Son and the procession of the Holy Spirit. The three Disciples of Christ (Peter, James and John) beheld the glory of Christ on Mount Tabor; they heard at once the voice of the Father, “This is My beloved Son,” and saw the coming of the Holy Spirit in a cloud, for the cloud is the presence of the Holy Spirit, as Saint Gregory Palamas says. Thus the Disciples acquired the knowledge of the Triune God in theoria and by revelation. It was revealed to them that God is one essence in three hypostases.


A faith, thus, is a true faith inasmuch as it has therapeutic benefits. If it is able to cure, then it is a true faith. If it does not cure, it is not a true faith. The same thing can be said about medicine: a true scientist is the doctor who knows how to cure and his method has therapeutic benefits, whereas a charlatan is unable to cure. The same holds true where matters of the soul are concerned. The difference between Orthodoxy and the Latin tradition, as well as the Protestant confessions, is apparent primarily in the method of therapy. This difference is made manifest in the doctrines of each denomination. Dogmas are not philosophy, neither is theology the same as philosophy.


Since Orthodox spirituality differs distinctly from the “spiritualities” of other confessions, so much the more does it differ from the “spirituality” of eastern religions, which do not believe in the Theanthropic nature of Christ and the Holy Spirit. These traditions are unaware of the notion of personhood and thus the hypostatic principle. And love, as a fundamental teaching, is totally absent. One may find, of course, in these Eastern religions an effort on the part of their followers to divest themselves of images and rational thoughts, but this is in fact a movement towards nothingness, to non-existence. There is no path leading their “disciples” to theosis-divinization (see note below) of the whole man.


This is why a vast and chaotic gap exists between Orthodox spirituality and the eastern religions, in spite of certain external similarities in terminology. For example, eastern religions may employ terms like ecstasy, dispassion, illumination, noetic energy, etc. but they are impregnated with content different from corresponding terms in Orthodox spirituality.


+++


Notes


Theoria is the vision of the glory of God. Theoria is identified with the vision of the Uncreated Light, the uncreated energy of God, with the union of man with God, with man’s theosis. Thus, theoria, vision and theosis are closely connected.


Theosis-Divinization is the participation in the Uncreated grace of God. Theosis is identified and connected with the theoria (vision) of the Uncreated Light (see above). It is called theosis in grace because it is attained through the energy, of the divine grace. It is a co-operation of God with man, since God is He Who operates and man is he who co-operates.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...