Wednesday, 2 January 2013

St.Nikolai Velimirovich-On Pride


"Pride goes before disaster,and a haughty spirit before a fall" (Proverbs 16:18).

Of all that exists on the four corners of the earth, what, O mortal man, can make us proud except stupidities and demonic illusions. Did we not enter into the world naked and wretched and are we not going to depart this world in the same manner? Everything that we have, did we not borrow it; and by our death, are we not going to return everything? Oh, how many times has this been said and overheard? The wise apostle says, "For we have brought nothing into the world, just as we shall not be able to take anything out of it" (I Timothy 6:7). And, when we offer sacrifice to God of ordinary bread and wine, we say, "Thine own of Thine own, we offer unto Thee" (Divine Liturgy of St. John Chrysostom). For nothing that we have in this world is ours: not even a crumb of bread nor a drop of wine; nothing that is not of God. In truth, pride is the daughter of stupidity, the daughter of a darkened mind, born of evil ties with the demons.
Pride is a broad window through which all of our merits and good works evaporate. Nothing makes us so empty before men and so unworthy before God as does pride. When the Lord is not proud, why should we be proud? Who has more reason to be proud than the Lord, Who created the world and Who sustains it by His power? And behold, He humbles himself as a servant, a servant to the whole world: a servant even to the death, to the death on the Cross!
O humble Lord, burn up within our hearts the devil's sowing of pride with the fire of Your Holy Spirit, and plant within it the noble sowing of humility and meekness. 
Taken from "The Prologue"

Tuesday, 1 January 2013

ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»



1. Ο Θεός που μας έπλασε μας έδωσε την χρήσιν τού λόγου, δια να φανερώνωμεν ο ένας εις τον άλλον τας σκέψεις των καρδιών και να μεταδίδωμεν ο καθένας εις τον πλη­σίον, λόγω της κοινωνικότητός της φύσεως, ωσάν από κά­ποια ταμεία, προσφέροντες τας σκέψεις από τα κρυπτά της καρδίας. Διότι εάν εζούσαμεν με γυμνήν από το σώμα την ψυχήν, αμέσως θα επεκοινωνούσαμεν μεταξύ μας δια των σκέψεων. Επειδή όμως η ψυχή μας διανοείται καλυπτό­μενη από το παραπέτασμα της σαρκός, έχει ανάγκη από λόγια και ονόματα δια να ανακοινώνη αυτά που κείνται εις το βάθος της. Όταν λοιπόν η σκέψις εκφρασθή δια φωνής, αυτή μεταβαίνει από τον ομιλητήν προς αυτόν που τον ακούει, αφού διασχίση τον αέρα, φερομένη δια τού λόγου, ωσάν δια πορθμείου. Και εάν μεν εύρη άκραν γαλήνην και ησυχίαν, ωσάν εις γαλήνια και αχείμαστα λιμάνια, ο λόγος αγκυροβολεί εις τας ακοάς των ακροατών. Εάν όμως, ωσάν κάποια σφοδρά θύελλα, ο θόρυβος των ακουόντων πνεύση αντίθετα, τότε ο λόγος ναυαγεί, διαλυόμενος εις τον αέρα. Δια της σιωπής λοιπόν κάμετε ησυχίαν χάριν τού λόγου. Διότι ίσως κάτι από αυτά που φέρει σας φανή χρήσιμον και ωφέλιμον. Ο λόγος της αληθείας είναι δύσκολον θήραμα, διότι εύκολα ημπορεί να ξεφύγη αυτούς που δεν προσέχουν, αφού έτσι το Πνεύμα οικονόμησε να είναι σύντομος και βρα­χύς, ώστε να δηλώνη πολλά εις ολίγα και με την συντομίαν να είναι εύκολον να διατηρηθή εις την μνήμην. Άλλωστε η φυσική αρετή τού λόγου είναι μήτε να κρύπτη με την ασάφειαν τα εκφραζόμενα μήτε να πλημμυρίζη από λέξεις περιττάς και πράγματα μάταια. Τέτοιος λοιπόν είναι και ο λόγος αυτός που τώρα έχει αναγνωσθή από τα βιβλία τού Μωϋσέως. Όσοι βέβαια είσθε φιλομαθείς να ενθυμήσθε αυτόν, εκτός αν κάπου διέφυγε την ακοήν σας, λόγω της βραχύτητος. Ο λόγος κάπως έτσι έχει˙ «πρόσεχε σεαυτώ μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Η­μείς οι άνθρωποι είμεθα εύκολοι εις τας αμαρτωλάς σκέψεις. Δια τούτο ακριβώς αυτός που κατ' ιδίαν έπλασε τας καρ­δίας μας2, επειδή εγνώριζε πολύ καλά ότι το μεγαλύτερον μέρος της αμαρτίας συντελείται εις την κατά διάθεσιν ορμήν, μας ώρισεν ως πρωταρχικήν καθαρότητα αυτήν της δια­νοίας. Διότι αυτό με το οποίον πολύ πιο εύκολα διαπράττομεν την αμαρτίαν, δι' αυτό ηξίωσε περισσοτέραν προφύλαξιν και επιμέλειαν. Όπως δηλαδή οι προνοητικοί από τους ιατρούς ασφαλίζουν τα ασθενέστερα σώματα με τας προληπτικάς συνταγάς, έτσι και αυτός που είναι προστάτης όλων και αληθινός ιατρός των ψυχών, με ισχυροτέρας προ­φυλάξεις εξησφάλισεν αυτό που εγνώριζεν ότι είναι εις ημάς περισσότερον ολισθηρόν προς την αμαρτίαν. Διότι αι πρά­ξεις που γίνονται με το σώμα χρειάζονται και χρόνον και ευκαιρίαν και κόπους και συνεργάτας και άλλην βοήθειαν. Αι κινήσεις όμως της διανοίας ενεργούνται αχρόνως, επι­τελούνται χωρίς κόπον, σχηματίζονται εύκολα και έχουν όλον τον καιρόν κατάλληλον. Μάλιστα κάποτε κάποιος από τους σπουδαίους και από αυτούς που υπερηφανεύον­ται δια σεμνότητα, περιβαλλόμενος εξωτερικά ομοίωμα σωφροσύνης και καθήμενος ανάμεσα εις αυτούς που συχνά τον μακαρίζουν δια την αρετήν του, τρέχει γρήγορα με την σκέψιν προς τον τόπον της αμαρτίας, με την αφανή ενέργειαν της καρδίας. Είδε με την φαντασίαν τα μελετώμενα, εφαντάσθη κάποιαν απρεπή συναναστροφήν και γε­νικώς εις το κρυφόν εργαστήριον της καρδίας με το να ζωγραφήση μέσα του καθαράν την ηδονήν, διέπραξε εσωτερικά την αμαρτίαν που δεν αποδεικνύεται και που θα μείνη άγνω­στος εις όλους ως τότε που θα έλθη αυτός που αποκαλύπτει τα κρυπτά τού σκότους και φανερώνει τας σκέψεις των καρ­διών3. «Φυλάξου λοιπόν μη τυχόν κάποτε σκέψις κρυφή εις την καρδίαν σου γίνη αμαρτία». Διότι «αυτός που κυττάζει γυναίκα με πονηράν επιθυμίαν είναι σαν να εμοίχευσε κιόλας εις την καρδίαν του» 4. Διότι αι πράξεις τού σώματος δια­κόπτονται από πολλούς, αυτός όμως που αμαρτάνει με την σκέψιν, με την ταχύτητα των διανοημάτων έχει ολοκληρώσει την αμαρτίαν. Όπου λοιπόν το παράπτωμα είναι ταχύ, ταχεία μας εδόθη και η φρούρησις. Δηλαδή διακηρύσσεται εντόνως· «μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Καλύτερα όμως να ανατρέξωμεν εις αυτήν την αρχήν του λόγου.

2. «Πρόσεχε, λέγει, τον εαυτόν σου». Καθένα από τα ζώα έχει εκ φύσεως από τον Θεόν που εδημιούργησε τα πάντα, τας αφορμάς δια την προστασίαν της υπάρξεώς του. Και θα εύρης εάν επιμελώς παρατήρησης ότι τα πιο πολλά από τα άλογα ζώα δεν έχουν διδαχθή την προφύλαξιν προς αυτό που βλάπτει, και ότι με κάποιαν πάλιν φυσικήν έλξιν σπεύδουν προς την απόλαυσιν των ωφελί­μων. Δια τούτο και εις ημάς ο Θεός που μας παιδαγωγεί έδωκε το μεγάλο τούτο παράγγελμα, δια να προστεθή και εις ημάς με την βοήθειαν της λογικής αυτό το οποίον εκ φύσεως έχουν εκείνα. Και αυτό που εις τα ζώα κατορθώνεται χωρίς καμμίαν επιστασίαν, αυτό εις ημάς να επιτελήται δια της προσοχής και της συνεχούς επιβλέψεως των λογισμών. Και να είμεθα πιστοί φύλακες των εντολών που μας έχουν δοθή από τον Θεόν με το να αποφεύγωμεν την αμαρτίαν, όπως τα ζώα αποφεύγουν τα δηλητήρια από τας τροφάς και να επιδιώκωμεν την δικαιοσύνην, όπως εκείνα επιζητούν το φαγώσιμον από την χλόην. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ», δια να γίνης ικανός να διακρίνης το βλαβερόν από το σωτήριον. Επειδή όμως το να προσεχή κανείς σημαίνει δύο πρά­γματα, αφ’ ενός μεν το να προσηλώνη τα σωματικά μάτια εις τα ορατά, αφ’ ετέρου δε το να επιβάλλη με την νοεράν δύναμιν της ψυχής την θεωρίαν των ασωμάτων, εάν μεν είπωμεν ότι το παράγγελμα αναφέρεται εις την ενέργειαν των οφθαλμών, τότε αμέσως θα ελέγξωμεν το ανεφάρμοστον αυτού. Διότι πως θα ημπορούσε κανείς με τον οφθαλμόν να ιδή ολόκληρον τον εαυτόν του; Μάλιστα ούτε ο ίδιος ο οφθαλμός χρησιμοποιεί την όρασιν δια τον εαυτόν του. Δεν επαρκεί δια την κορυφήν, δεν γνωρίζει τα νώτα, ούτε τα πρόσωπα, ούτε την διάθεσιν που είναι εις το βάθος των σπλάγχνων. Άρα είναι ασέβεια να λέγωμεν ότι δεν ισχύουν τα παραγγέλματα του αγίου Πνεύματος. Υπολείπεται λοιπόν να κατανοούμεν την προσταγήν εις την ενέργειαν τού νου.

«Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή από παντού να παρατηρής προσεκτικά τον εαυτόν σου. Να έχης άγρυπνον το όμμα της ψυχής σου δια την προστασίαν τού εαυ­τού σου. Κρυφαί παγίδες έχουν στηθή παντού από τον εχθρόν. Προσεκτικά να παρατηρής το κάθε τι λοιπόν, «δια να γλυτώνης σαν το ζαρκάδι από τα δόκανα και σαν πτηνόν από την παγίδα»5. Διότι το μεν ζαρκάδι λόγω της οξυ­τάτης οράσεως δεν συλλαμβάνεται εις τα δόκανα, δια τούτο φέρει και την επωνυμίαν δορκάς δια την οξυδέρκειαν του, το δε πτηνόν με τα ελαφρά πτερά του πέτα υψηλότερα από τον κίνδυνον των κυνηγών, όταν προσεχή. Κύττα λοιπόν μη φανής κατώτερος από τα άλογα ζώα εις την προστασίαν του εαυτού σου, δια να μη κάποτε, αφού συλληφθής εις τας παγίδας, γίνης θήραμα τού διαβόλου, αιχμάλωτος απ’ αυ­τόν εις το να κάμης το θέλημα του6.

3. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή, ούτε τα δικά σου, ούτε τα γύρω από έσέ, αλλά πρόσεξε μόνον τον εαυτόν σου. Διότι άλλο πράγμα είμεθα ημείς οι ίδιοι και άλλο πράγμα τα δικά μας και άλλο τα γύρω από μας. Ημείς εί­μεθα η ψυχή και ο νους, διότι έχομεν πλασθή σύμφωνα με την εικόνα του κτιστού μας7. Ιδικόν μας είναι το σώμα και αι αισθήσεις του. Γύρω δε από μας υπάρχουν χρήματα, τέχναι και όλη η υπόλοιπος πραμάτεια του βίου. Τι λοιπόν λέγει ο λόγος της Γραφής; Μη δίδης σημασίαν εις την σάρκα, ούτε να επιζητής με κάθε τρόπον ό,τι είναι αγαθόν εις αυ­τήν, δηλαδή υγείαν, ομορφιάν και απολαύσεις ηδονικάς και μακροζωίαν, ούτε να θαυμάζης χρήματα και δόξαν και εξουσίαν.Αλλά πρόσεχε τον εαυτόν σου, δηλαδή την ψυχήν σου. Αυτήν στόλιζε και αυτήν φρόντιζε, ώστε δια της προσοχής να κατορθώνης να την απαλλάσσης από ολόκληρον τον ρύπον που επικάθεται εις αυτήν από την πονηρίαν, να αποκαθαίρεται κάθε αίσχος κακίας και να την κοσμής και να την φαιδρύνης με όλον το κάλλος της αρετής. Εξέ­τασε τον εαυτόν σου˙ ποίος είσαι; γνώρισε την φύσιν σου, ότι το μεν σώμα σου είναι θνητόν η δε ψυχή σου αθάνατος και ότι η ζωή μας είναι διπλή. Η μεν προσιδιάζει εις την σάρκα και περνά γρήγορα, η δε άλλη συγγενεύει με την ψυχήν και δεν επιδέχεται περιγραφήν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου και μη προσκολληθής εις τα θνητά ωσάν σε αιώνια, μήτε να περιφρόνησης τα αιώνια ωσάν περαστικά. Να περιφρονής την σάρκα, διότι παρέρχεται. Να επιμελήσαι την ψυχήν, διότι είναι πράγμα αθάνατον. Με κάθε προσοχήν να επιβλέπης τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης να απονέμης εις τον καθένα το ωφέλιμον εις μεν την σάρκα τας διατροφάς και τα σκεπάσματα εις δε την ψυχήν τα δόγματα της ευσέ­βειας, δηλαδή λεπτήν αγωγήν, άσκησιν της αρετής, διόρθωσιν των παθών. Μήτε να παραπαχαίνης το σώμα, μήτε να φροντίζης δια τας σαρκικάς οχλήσεις. Αφού λοιπόν «επιθυμεί η σαρξ κατά τού πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός, ταύτα δε αλλήλοις αντίκειται»8, πρόσεχε μήπως με το να υπερπαχύνης την σάρκα προσφέρης πολλήν εξουσίαν εις το κατώτερον. Διότι όπως εις τας κλίσεις των ζυγών, εάν μεν παραφόρτωσες την μίαν πλάστιγγα, εξάπαντος θα κάμης ελαφροτέραν την απέναντι της, έτσι και εις το σώμα και την ψυχήν, ο πλεονασμός του ενός κατ’ ανάγκην επι­φέρει την ελάττωσιν τού άλλου. Διότι, όταν το σώμα ευεργετήται και βαρύνεται με την πολυσαρκίαν, κατ' ανάγκην ο νους γίνεται αδρανής και άτονος κατά τας ενεργείας του. Όταν όμως η ψυχή είναι υγιής και εξυψώνεται προς το ύψος που της αρμόζει με την μελέτην των αγαθών, είναι επόμενον να μαραίνεται η σωματική έξις.

4. Το ίδιον αυτό παράγγελμα και δια τους ασθενείς είναι χρήσιμον και δια τους γερούς πολύ κατάλληλον. Κα­τά τας ασθενείας οι ιατροί παραγγέλλουν εις τους αρρώστους να προσέχουν οι ίδιοι τους εαυτούς των και να μη παραμελούν τίποτε από αυτά που συντελούν εις την θερα­πείαν. Ομοίως και ο λόγος, ο Ιατρός των ψυχών μας, με το μικρόν τούτο βοήθημα θεραπεύει την ψυχήν που έχει ταλαιπωρηθή από την αμαρτίαν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου, δια να λάβης ανάλογον προς το παράπτωμα και την βοήθειαν από την θεραπείαν. Είναι μεγάλο και βαρύ το αμάρτημα; Σου χρειάζεται πολλή εξομολόγησις, πικρά δάκρυα, συνεχής αγρυπνία και διαρκής νηστεία. Είναι ελαφρόν το αμάρτημα και υποφερτόν; Να εξισωθή και η μετά­νοια. Μόνον να προσεχής τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης την υγείαν και την αρρώστιαν της ψυχής. Διότι πολλοί που νοσούν από μεγάλην και ανίατον ασθένειαν λόγω της μεγάλης απροσεξίας, δεν γνωρίζουν ούτε αυτό το ίδιον, ότι δηλαδή νοσούν. Επίσης μεγάλο είναι το κέρδος από το παράγγελμα και εις τους υγιείς ως προς τας πράξεις, ώστε το ίδιον και τους αρρώστους θεραπεύει και τους υγιείς τε­λειοποιεί. Διότι ο καθένας από μας που μαθητεύομεν εις τον λόγον γίνεται υπηρέτης κάποιας πράξεως από αυτάς που σύμφωνα με το Ευαγγέλιον μας έχουν διαταχθή. Δηλαδή εις την μεγάλην οικίαν, την Εκκλησίαν αυτήν, δεν υπάρχουν μόνον διάφορα σκεύη, χρυσά, αργυρά, ξύλινα και πήλινα9 αλλά και διάφορα επαγγέλματα. Έχει δηλαδή ο οίκος του Θεού, «που είναι η Εκκλησία του ζώντος Θεού»10, κυνηγούς, πεζοπόρους, αρχιτέκτονας, οικοδόμους, γεωργούς, βοσκούς, αθλητάς, στρατιώτας. Εις όλους ο μικρός αυτός λόγος θα εύρη εφαρμογήν και θα εμβάλη εις τον καθένα και ορθοπραξίαν και επιμέλειαν της προαιρέσεως. Έχεις αποσταλή κυνη­γός από τον Κύριον, που είπε˙ «Να εγώ αποστέλλω πολλούς κυνηγούς και θα θηρεύσουν αυτούς επάνω εις όλα τα βουνά»11. Να προσεχής λοιπόν με επιμέλειαν, μη σε διαφύγη από που­θενά το θήραμα, δια να οδήγησης εις τον σωτήρα αυτούς που έχουν εξαγριωθή από την κακίαν, αφού τους συλλάβης με τον λόγον της αληθείας. Είσαι πεζοπόρος παρομοίως με εκείνον που εύχεται˙«τα διαβήματά μου κατεύθυνον»12· πρόσεξε μη παραστρατήσης, να μη κλίνης προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Βάδιζε την βασιλικήν οδόν. Ο αρχι­τέκτων με ασφάλειαν να καταθέση τον θεμέλιον της πίστεως, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο κτίστης να βλέπη πως κτί­ζει· «μη ξύλα, μη χόρτον, μη καλάμην, αλλά χρυσίον, αρ­γύριον, λίθους τίμιους»13. Ο ποιμήν να προσεχή μη διαφυγή κάτι από αυτά που επιβάλλονται εις την τέχνην της ποιμαν­τικής. Και ποία είναι αυτά; Να επιστρέφη το πλανημένον, να επιδένη το πληγωμένον, να θεραπεύη το άρρωστον. Ο γεωργός να σκάβη γύρω από την άκαρπον συκιάν και να εφαρμόζη αυτά που βοηθούν εις την καρποφορίαν14. Ο στρα­τιώτης15 να «συγκακοπαθήση δια το ευαγγέλιον»,16 να εκστρατεύη την καλήν εκστρατείαν17 εναντίον των πνευμάτων της πονηρίας18, εναντίον των σαρκικών παθών, να φορέση όλην την πανοπλίαν τού Θεού19. Μη εμπλέκεσαι εις τας βιοτικάς υποθέσεις, δια να αρέσης εις αυτόν που σε επεστράτευσεν 20. Ο αθλητής ας προσεχή τον εαυτόν του, μη τυχόν παραβή τους αθλητικούς κανονισμούς. Διότι «κανείς δεν στεφανώνεται εάν δεν αθλήση νομίμως» 21. Να μιμήσαι τον Παύλον που και έτρεχε και επάλαιε και επυγμαχούσε 22. Και ο ίδιος σαν καλός πυγμάχος να έχης ασάλευτον το βλέμ­μα της ψυχής. Προφύλαγε τα ευαίσθητα όργανα του σώ­ματος με την πρόταξιν των χεριών. Το βλέμμα σου να ατενίζη τον άντίπαλον. Να προπορεύεσαι εϊς τους αγώνας δρόμου 23. Έτσι να τρέχης, δια να προλάβης 24. Εις την πάλην να ανταγωνίζεσαι εναντίον των αοράτων. Ο λόγος του Θεού τέτοιον σε θέλει να είσαι˙ όχι τεμπέλην και κοιμισμένον, αλλά νηφάλιο και άγρυπνο προϊστάμενον τού εαυτού σου.

5. Δεν θα μου επαρκέση η ημέρα να διηγούμαι και τα κατορθώματα των συνεργών εις το ευαγγέλιον τού Χρι­στού και την δύναμιν του προστάγματος, πόσον καλά αρ­μόζει εις όλους. «Πρόσεχε σεαυτώ». Να είσαι νηφάλιος, σκε­πτικός, φύλαξ των παρόντων και προνοητικός δια τα μέλλοντα. Μη αφήνης να σου διαφυγή το παρόν εξ αιτίας της οκνηρίας και μη λαμβάνης σαν δεδομένην την απόλαυσιν αυτών που μήτε υπάρχουν και που τυχόν δεν θα υπάρξουν, ωσάν, να τα έχης εις τα χέρια σου. Ή μήπως δεν υπάρχει εκ φύσεως η αρρώστια αυτή εις τους νέους, δηλαδή το να νομίζουν με την ελαφρότητα της γνώμης, ότι κατέχουν κιό­λας αυτά που ελπίζουν; Διότι όταν κάποτε ηρεμήσουν ή κατά την νυκτερινήν ησυχίαν, πλάθουν με την φαντασίαν ανύπαρκτα πράγματα μεταφερόμενοι εις όλα με την ευκολίαν της σκέψεως, με το να φαντάζωνται βίον περίοπτον, λαμπρούς γάμους, ευτεκνίαν, βαθειά γεράματα, τιμάς από ό­λους. Έπειτα, επειδή δεν ημπορούν να σταματήσουν που­θενά τας ελπίδας, αλαζονεύονται δι’ αυτά που θεωρούνται μεγάλα μεταξύ των ανθρώπων. Αποκτούν καλά και με­γάλα σπίτια. Αφού τα γεμίσουν με διάφορα κειμήλια, πε-ριφράττουν τόσην γην, όσην εις αυτούς η ματαιότης των λογισμών έχει αποκόψει από ολόκληρον την κτίσιν. Πάλιν τα πλούσια εισοδήματα από αυτήν τα αποθηκεύουν εις τας αποθήκας της ματαιοδοξίας. Κοντά εις αυτά προσθέ­τουν ζώα, απειράριθμον πλήθος δούλων, πολιτικός εξου­σίας, ηγεμονίας εθνών, αξίωμα στρατηγού, πολέμους, νίκας και αυτήν ακόμη την βασιλείαν. Όλα αυτά αφού τα διέτρεξαν με τας κούφιας φαντασίας της διανοίας, νομίζουν, λόγω της άκρας μωρίας, ότι απολαμβάνουν, ωσάν να είναι κιόλας παρόντα και κείμενα εμπρός εις τα πόδια των, αυτά που έχουν ελπισθή. Το να βλέπη όνειρα κανείς ενώ το σώμα είναι άγρυπνον, τούτο είναι αρρώστια ακαμάτου και οκνηράς ψυχής. Ο λόγος της Γραφής δια να καταπιέζη λοιπόν αυτήν την αποχαύνωσιν του νού και τον πυρετόν των λο­γισμών και δια να αναχαιτίζη, ωσάν με κάποιον χαλινόν, την αστάθειαν της διανοίας, παραγγέλλει το μεγάλο και σοφόν τούτο παράγγελμα· «σεαυτώ, λέγει, πρόσεχε». Να μη φαντάζεσαι τα ανύπαρκτα, αλλά να οικονομής τα παρόντα προς το συμφέρον. Νομίζω δε ότι ο νομοθέτης δια να αποβάλη και εκείνο το πάθος από την συνήθειαν εχρησιμοποίησε την ιδίαν παραίνεσιν. Επειδή είναι εύκολον πράγμα εις τον καθένα από μας να περιεργάζεται τα ξένα παρά να σκέ­πτεται τα ιδικά του, δια να μη παθαίνωμεν αυτό, σταμάτησε, λέγει, να περιεργάζεσαι τα κακά τού τάδε, μη δίδης αργοσχολίαν εις τους λογισμούς να εξετάζουν την ξένην ασθένειαν, αλλά «σαυτώ πρόσεχε». Δηλαδή να στρέφης το όμμα της ψυχής σου εις την έρευναν τού εαυτού σου. Διότι πολλοί, σύμφωνα με τον λόγον τού Κυρίου, «το μεν κάρφος το εν τω οφθαλμώ τού αδελφού κατανοούσι, την δε εν τω οικείωοφθαλμώ δοκόν ουκ εμβλέπουσι»25. Μη παύσης λοιπόν να διερευνάς τον εαυτόν σου, αν η ζωή σου προχωρή σύμφωνα με την εντολήν. Να μη εξετάζης όμως τα εξωτερικά, μη τυ­χόν ημπόρεσης να ανακάλυψης ψεγάδι κάποιου, όπως εκεί­νος ο ακατάδεκτος και αλαζονικός φαρισαίος, που εδικαίωνε τον εαυτόν του και εξευτέλιζε τον τελώνην 26. Αλλά μη παραλίπης να αυτοανακρίνεσαι, μη τυχόν διέπραξες κάποιο αμάρτημα κατά τους στοχασμούς, μη η γλώσσα έσφαλεν εις κάτι τι με το να προτρέξη της διανοίας, μη εις τα έργα των χεριών σου έχει πραχθή κάτι από τα ακούσια. Και εάν εις την ζωήν σου ευρής να είναι πολλά τα αμαρτήματα (και εξάπαντος θα ευρής αφού είσαι άνθρωπος), λέγε τα λόγια τού τελώνου˙ «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» 27.

Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου. Αυτός ο λόγος θα σου χρησιμεύση σαν κάποιος καλός σύμβουλος που υπενθυμίζει τα ανθρώπινα και όταν λαμπρά ευημερής και όταν ολόκληρος η ζωή κυλά κατά την φυσικήν φοράν των πραγμάτων. Αλλ' όμως και όταν πιέζεσαι κάτω από δύσκολους περιστάσεις, ευκαιριακώς θα ήταν δυνατόν να επαναλαμβάνεται εις την καρδίαν, ώστε μήτε λόγω επάρσεως να επαρθής εις υπερβολικήν αλαζονείαν, μήτε από απελπισίαν να καταρρεύσης εις χυδαίαν μελαγχολίαν. Υπερηφανεύεσαι δια τον πλούτον, και καυχάσαι δια τους προγόνους, και χαίρεσαι δια την πατρίδα και το σωματικόν κάλλος και δια τας τιμάς που δέχεσαι από όλους; «Πρόσεχε σεαυτώ», διότι είσαι θνη­τός˙ «χώμα είσαι και εις το χώμα θα πας»28. Κύτταξε τρι­γύρω αυτούς που πριν από εσέ έχουν δοκιμασθή εις τας όμοιας καυχήσεις. Που είναι αυτοί που είχαν περιβληθή τας πολιτικάς εξουσίας; Που είναι οι ακαταμάχητοι ρήτορες; Που είναι οι οργανωταί των πανηγύρεων; Οι λαμπροί ιπποκόμοι, οι στρατηγοί, οι σατράπαι, οι τύραννοι; Δεν έγιναν όλοι σκόνη; Δεν είναι όλοι ένα παραμύθι; Δεν δια­τηρείται η ανάμνησις της ζωής των εις τα ολίγα κόκκαλα; Σκύψε εις τους τάφους μήπως ημπόρεσης και διακρίνης ποί­ος είναι ο δούλος και ποίος ο κύριος, ποίος ο πτωχός και ποίος ο πλούσιος29; Ξεχώρισε, εάν ημπορής, τον αιχμάλωτον από τον βασιλέα, τον ισχυρόν από τον αδύνατον, τον όμορφον από τον άσχημον. Εφόσον λοιπόν ενθυμήσαι την φύ­σιν σου δεν θα αλαζονευθής ποτέ. Θα ενθυμήσαι όμως τον εαυτόν σου, όταν προσεχής τον εαυτόν σου.

6. Έχεις πάλιν κακήν καταγωγήν και είσαι άσημος, πτωχός από πτωχούς, χωρίς εστίαν, χωρίς πατρίδα, αδύ­νατος, στερείσαι τα καθημερινά, τρέμεις αυτούς που κατέχουν την εξουσίαν, φοβάσαι και εντρέπεσαι όλους εξ αίτιας της ταπεινότητος τού βίου σου; Αλλ’ ο «πτωχός, λέγει, δεν απειλείται»30. Μη λοιπόν απελπισθής· μη απόρριψης κάθε καλήν ελπίδα, διότι τίποτε αξιοζήλευτον δεν έχεις εις το παρόν, αλλ' οδήγησε την ψυχήν σου υψηλά, και προς τα αγαθά, που έχει κιόλας δημιουργήσει δια σε ο Θεός και προς αυτά, που σύμφωνα με την υπόσχεσίν του απόκεινται εις το μέλλον. Και πρώτα – πρώτα είσαι λοιπόν άνθρωπος· το μόνον θεόπλαστον από τα ζώα31. Δεν αρκεί λοιπόν αυ­τό, εφόσον στοχάζεσαι σωστά, το ότι έχεις διαπλασθή προς την ουράνιον γαλήνην από τα ίδια τα χέρια του Θεού που εδημιούργησεν όλα; Έπειτα ότι, και επειδή έγινες σύμ­φωνα με την εικόνα του κτίστου σου, ημπορεί με ενάρετον ζωήν να κατευθυνθής προς την αγγελικήν ομοτιμίαν; Έλαβες ψυχήν νοεράν με την οποίαν στοχάζεσαι τον Θεόν, με τον λογισμόν κατανοείς την φύσιν των όντων, δρέπεις τον γλυκύτατον καρπόν της σοφίας. Όλα τα χερσαία ζώα και ήμερα και άγρια, όλα όσα ζουν και τρέφονται εις τα νερά και όσα πετούν εις αυτόν τον αέρα, είναι δούλα και υποχεί­ριά σου. Συ δεν εφεύρες τέχνας, δεν ίδρυσες πόλεις και δεν επενόησες όλα όσα είναι αναγκαία και όσα προορίζονται δια τρυφηλήν ζωήν; Δεν σου είναι βατά τα πελάγη εξ αι­τίας της λογικής; Η ξηρά και η θάλασσα δεν υπηρετούν την ζωήν σου; Ο αέρας και ο ουρανός και τα συστήματα των αστέρων δεν σου επιδεικνύουν την τάξιν των; Διατί λοιπόν είσαι μικρόψυχος; Διότι το άλογόν σου δεν έχει αρ­γυρά χαλινάρια; Αλλ' έχεις τον ήλιον που αδιακόπως καθ’ όλην την ημέραν προς χάριν σου κράτα την λαμπάδα. Δεν έχεις τας ακτινοβολίας τού αργύρου και τού χρυσού, αλλ' έχεις την σελήνην που σε περιλάμπει με το άπλετον φως της. Δεν έχεις επιβή σε χρυσοκέντητα αμάξια, αλλ' έχεις τα πόδια ιδικόν σου όχημα και σύμφυτον με σε. Διατί λοι­πόν μακαρίζεις αυτούς που κατέχουν πλούσιον βαλάντιον και που χρειάζονται ξένα πόδια δια να μεταβούν κάπου; Δεν κοιμάσαι εις κρεββάτι ελεφάντινον, αλλ' έχεις την γην που είναι τιμιωτέρα από πολλά φίλντισι και έχεις γλυκείαν την ανάπαυσιν επάνω εις αυτήν, γρήγορον τον ύπνον και από κάθε φροντίδα απηλλαγμένον. Δεν κατακλίνεσαι κάτω από χρυσήν οροφήν, έχεις όμως τον ουρανόν που ακτινο­βολεί τριγύρω με τα απερίγραπτα κάλλη των άστρων. Και αυτά βέβαια είναι τα ανθρώπινα. Τα άλλα όμως είναι ακόμη πιο ανώτερα. Δια σε ο Θεός μεταξύ των ανθρώπων, δια σε η χορηγία του αγίου Πνεύματος, η κατάλυσις του θανάτου, η ελπίς της αναστάσεως, τα θεία προστάγματα που σου τελειοποιούν την ζωήν, η πορεία προς τον Θεόν δια των εντολών, η όμορφη βασιλεία των ουρανών, τα έ­τοιμα στεφάνια της δικαιοσύνης, εφ’ όσον δεν αποφυγής τους κόπους της αρετής.

7. Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, αυτά και πολύ πε­ρισσότερα θα εύρης γύρω σου. Και τα μεν παρόντα θα απο­λαύσης, δεν θα στενοχωρηθής δε δι' αυτό που λείπει. Παντού όπου και αν ευρίσκεσαι το παράγγελμα αυτό θα σου προσφέρη μεγάλην βοήθειαν. Παραδείγματος χάριν η οργή σου εκυριάρχησεν εις τα λογικά και οδηγείσαι από τον θυμόν εις λόγια άσχημα και εις πράξεις δυσάρεστους και θη­ριώδεις; Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, θα καταστείλης τον θυμόν, ωσάν κάποιο δύστροπον και δυσκολοχαλίνωτον πουλάρι, προσβαλλόμενος, σαν με μαστίγιον, με το πλήγμα του λόγου. Θα κρατάς και την γλώσσαν και δεν θα χειροδικής εναντίον αυτού που σε εξώργισεν. Επίσης επιθυμίαι που κάμνουν μανιώδη την ψυχήν την ρίχνουν εις βιαίας ορμάς και ακόλαστους. Εάν λοιπόν προσεχής τον εαυτόν σου και ενθυμηθής ότι το ευχάριστον τούτο παρόν δια σε θα κατάληξη εις τέλος πικρόν και ο γαργαλισμός που προκαλεί­ται τώρα εις το σώμα από την ηδονήν, αυτός θα γέννηση το φαρμακερό σκουλήκι που θα σε τιμωρή αιώνια εις την κόλασιν και η φλόγωσις της σαρκός θα γίνη μητέρα του αιωνίου πυρός, ευθύς αμέσως θα φυγαδευθούν αι ηδοναί και κάποια θαυμαστή εσωτερικά γαλήνη από την ψυχήν και ησυχία θα επικρατήση, όπως με την παρουσίαν κάποιας σώφρονος κυρίας κατασιγάζει ο θόρυβος των ακολάστων υπηρετριών.

Πρόσεχε λοιπόν τον εαυτόν σου. Και γνώριζε ότι το μεν λογικόν είναι και νοερόν μέρος της ψυχής, το δε παθη­τικόν είναι και άλογον. Και εις το μεν λογικόν υπάρχει εκ φύσεως η εγκράτεια, εις δε το παθητικόν και άλογον η υπακοή και η πειθώ γίνεται δια του λόγου. Μη λοιπόν αφήσης, αν ποτέ ο νους υποδουλωθή, να γίνη δούλος των πα­θών. Μήτε πάλιν να επιτρέψης εις τα πάθη να ξεσηκωθούν εναντίον του λογικού και να διατήρησης την κυριαρχίαν της ψυχής επάνω εις αυτά. Και γενικώς η σωστή κατανόησις τού εαυτού σου θα προσφέρη αρκετήν χειραγωγίαν δια να εννοήσης τον Θεόν. Εάν δηλαδή προσεχής τον εαυτόν σου δεν θα σου λείψη τίποτε δια να εξιχνίασης από την δημιουργίαν των όλων τον δημιουργόν, αλλ' εις τον εαυτόν σου, ωσάν εις μικρόν διάκοσμον, θα ιδής την μεγάλην σοφίαν του κτίστου. Να αντιλαμβάνεσαι τον Θεόν ασώματον από την ασώματον ψυχήν που υπάρχει μέσα σου, και ως κάτι που δεν περιορίζεται τοπικώς. Αφού και ο νους σου δεν έχει προηγουμένην διαμονήν εις τόπον, αλλά προσδιορίζε­ται τοπικώς δια της συνδέσεως του με το σώμα. Να πιστεύης ότι ο Θεός είναι αόρατος, αφού εννοήσης την φύσιν της ψυχής σου, διότι και αυτή δεν γίνεται αντιληπτή με τα σω­ματικά μάτια. Διότι ούτε έχει χρωματισθή, ούτε έχει σχηματισθή ούτε έχει περιληφθή σε κάποιο σωματικόν σχήμα, αλλά γίνεται γνωστή μόνον από τας ενεργείας. Ώστε να μη επιδίωξης εις την περίπτωσιν τού Θεού να τον ιδής με τα μάτια, αλλά αφού επιτρέψης εις την διάνοιαν την πίστιν να έχης νοητήν αντίληψιν περί αυτού. Να θαυμάζης τον τεχνίτην, πως συνέδεσε την δύναμιν της ψυχής με το σώμα, ώστε, ενώ φθάνει μέχρι τα πέρατα του, να οδηγή εις σύμ­πνοιαν και κοινωνίαν τα μέλη που απέχουν πάρα πολύ με­ταξύ των. Σκέψου ποία είναι η δύναμις της ψυχής που χο­ρηγείται εις το σώμα, ποία είναι η συμπάθεια που από το σώμα επανέρχεται εις την ψυχήν, πως δέχεται μεν από την ψυχήν το σώμα την ζωήν και πως δέχεται από το σώμα πάλιν η ψυχή τους πόνους32. Ποίας αποθήκας διαθέτει δια τας γνώσεις, διατί η προσθήκη των νέων γνώσεων δεν καλύπτει την γνώσιν των προηγουμενών, αλλά διαφυλάσ­σονται ασύγχυτοι και ξεκάθαροι αι εντυπώσεις, χαραγμέ­νοι ωσάν εις χαλκίνην στήλην εις το λογικόν μέρος της ψυ­χής. Πως χάνει το κάλλος της με το να γλυστρά εις τα σαρ­κικά πάθη και πως πάλιν όταν αποκαθάρη το αίσχος που προέρχεται από την κακίαν, βαδίζει δια της αρετής την πορείαν της ομοιώσεώς της προς τον κτίστην.

8. Πρόσεξε, εάν θέλης, μετά την θεώρησιν της ψυχής, και εις την κατασκευήν τού σώματος και θαύμασε πως ο α­ριστοτέχνης εδημιούργησεν αυτό κατάλυμα που πρέπει εις λογικήν ψυχήν. Απ’ όλα τα ζώα μόνον τον άνθρωπον έπλασεν όρθιον, δια να γνωρίζης από το σχήμα αυτό ότι η ζωή σου προέρχεται από την ουράνιον συγγένειαν. Διότι τα μεν τετράποδα όλα προς την γην βλέπουν, και προς το μέρος της κοιλίας σκύβουν εις τον άνθρωπον όμως η ανάβλεψις προς τον ουρανόν είναι έτοιμη, ώστε να μη ασχολήται με την κοιλίαν, μήτε με τα υποκοίλια πάθη, αλλά να έχη ολόκληρον την ορμήν προς την ανοδικήν πορείαν. Έπειτα με το να θέση την κεφαλήν εις την κορυφήν τού σώματος μέσα εις αυτήν ετοποθέτησε τας πιο αξιολογωτέρας από τας αισθήσεις. Εκεί η όρασις και η ακοή και η γεύσις και η όσφρησις, όλαι η μία δίπλα εις την άλλην κατοικούν. Και ενώ είναι συγκεντρωμένοι εις τόσον μικρόν χώρον, κατά τί­ποτε δεν εμποδίζει η μία εις την ενέργειαν της γειτονικής. Βέβαια τα μάτια έχουν καταλάβει την πιο υψηλήν σκοπιάν, ώστε κανένα από τα σωματικά μόρια να μη εμβαίνη μπρο­στά εις αυτά, αλλά καθήμενα κάτω από κάποιαν μικράν προ­εξοχήν των φρυδιών, βλέπουν κατ' ευθείαν εμπρός εξ αιτίας της προεξοχής που υπάρχει επάνω. Η ακοή πάλιν δεν έχει απ’ ευθείας άνοιγμα, αλλά με τον κυκλοειδή πόρον αντιλαμ­βάνεται τους εις τον αέρα θορύβους. Και αυτό είναι έργον της ουρανίου σοφίας, ώστε η μεν φωνή ανεμπόδιστα να διέρ­χεται η στρεφόμενη δεξιά και αριστερά εις τας κυρτότητας να ενηχή περισσότερον, ώστε τίποτε να μη ημπορή να γίνη εμπόδιον εις την αίσθησιν από αυτά που εξωτερικά παρεμ­βάλλονται. Γνώρισε καλά και την φύσιν της γλώσσης, πως είναι και απαλή και ευλύγιστος και επαρκεί εις κάθε ανάγκην του λόγου με την ποικιλίαν της κινήσεως. Τα δόντια, που είναι συγχρόνως όργανα της φωνής με το να παρέχουν αντιστήριγμα εις την γλώσσαν, είναι συγχρόνως και υπηρέται της τροφής. Άλλα μεν με το να την κόπτουν και άλλα δε με το να την αλέθουν. Και έτσι επιθεωρών το κάθε τι με τον πρέποντα λογισμόν και πληροφορούμενος την έλξιν του αέρος δια του πνεύματος, την διατήρησιν της θερμότητος εις την καρδίαν, τα όργανα της πέψεως, τους φορείς του αί­ματος, απ’ όλα αυτά θα κατανόησης την ανεξερεύνητον σοφίαν τού ποιητού σου, ώστε και συ ο ίδιος να ειπής μαζί με τον προφήτην «δι' εμέ τέτοια γνώσις είναι υπερθαυμαστός» 34. «Πρόσεχε, λοιπόν, παντού», δια να προσεχής τον Θεόν, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις όλους τους αιώνας.

Αμήν

Πηγή:Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

Sunday, 30 December 2012

St. Andrew of Crete-On the Circumcision of Christ and St. Basil the Great

 

Excerpt from the Homily on the Circumcision of Christ and St. Basil the Great, by St. Andrew of Crete 

 The Circumcision of Christ - Commemorated January 1

 

And what else does the eighth-day circumcision tell us? The eighth day is the completion of the week, and the beginning of the new. The child completes the week, and is perfected on the eighth day, being granted his name and being numbered with the perfect. The eighth day is the beginning of infancy, while through the period of the week he was a baby, now the child begins to learn. The eighth day leads on to the things of infancy: to crawl and to stand, and to speak, and to think. The week comes to completion, and the eighth day signifies perfection. Circumcision again signifies the name-giving, which the child undergoes on the eighth day.
   

And not without reason. For Abraham dwelt among the idols of his father, Thara, being part of his creation, until the Creator gave him a sign of a people set aside until His coming, that renewal may be granted to men. Circumcision removes a covering of flesh, and grants an eighth-day sign to the members. Circumcision declared that the presence of Christ was coming, and that He would grant rebirth through the Spirit. By the seal of circumcision, the people were granted divine correction from idolatry, and the ceasing of destruction through idol-mania.
  

The former things were a symbol of the new. For Christ was the eighth law-giver from Adam. Because Adam first received a law, and secondly Noah, and Abraham third, and Moses fourth, and David, regarding the Kingdom and the Tent of Glory, was the fifth law-giver. And Esthra, following the captivity of Babylon, for a second time gave the law to the nations that had transgressed it, and was the sixth. John the Baptist, who preached a baptism of repentance to the people, and purification through the water, was the seventh law-giver. Jesus Christ was the eighth.
  

Regarding this great Law-giver, Moses says: “The Lord God will raise a Prophet from among our bretheren like me; listen to Him. Every soul that does not hear that Prophet will be condemned.” Being the only one able to fulfill this, I perceive that he is referring to the Lord and Creator, Who worked divine and noetic works among us. And passing the Sabbath in His flesh through the law, on the eighth day of Resurrection, became the Law-giver for the whole world. I behold God, not only of the Jews, but of all nations, Who is born, anointed and perfecting all things in the Holy Spirit, and calling His own anointed people. And He cuts off our fleshly desires and passions, and turns them to a burnt sacrifice through good works, and actions of the Kingdom of the Heavens. He is truly the “Angel of Great Council of His Father, God almighty, Councilor, Prince of Peace, Father of the Age to come.”
And do you understand this well, why we rejoice at this feast, and take from this the glad tidings, and move from feast to feast, and come to know the servant of God? As if speaking of him, the scriptures say: “The souls of the righteous are in the hand of God”, Who is the God of all. And those who approach him to clearly see his divine icon, are able. Who is this who we praise? It is Basil: the foundation of virtue, the longing of the Cappadocians, and the prided boast of the whole world, he who taught the Church in most magnificent words and deeds, through whom the Churches of the faithful take boast. For though there are many lawful and mystagogical ones before and after him, however, under his state, all ranks are united to see a new wonder. Thus the man's feast is received with worthy honor. And if we speak regarding him, those before us, who were men of greater theology, also take part in praising words of him.
   And let us offer a word for this feast, its honor of which is among the greatest of feasts, and travel the road of the word, being strengthened by God, Who strengthens us in every good work, and say the following: “O man of God and faithful healer, and steward of the mysteries of God”, and “man of desires of the spirit.” Thus the Scriptures calls those dedicated to exalted and uplifted and lawful ways. I call you a god to Pharaoh, who overcame all the opposing power of the Egyptians, and pillar and foundation of the Church, and will of the Lord, and light shining in the world the word of life and the desire of the faith, and dwelling-place of the Spirit...
  
But with these divine praises, O Father Basil, you take part in the mansions of the patriarchs, and the mystagogy of the apostles of the prophets, and of the crowning of the martyrs, and of the choirs of monastics, and of the rewards of the divine hierarchs and all the righteous. Remember us, who are of like nature as you, who are in trouble; and ever intercede for us to the common Master for the salvation of all Christians.
  
Kings therefore bring forth righteousness and reverence of God, bearing in mind your words, that the eternal King rules above. Rulers and governors in piety become obedient, along with those who fight in war, and the rest of the people turn towards the divine faith in harmony, and are peaceful towards each other. The archpriests are anointed in theology, and govern well the Church of God that has been entrusted to them through your diving teaching. Priests keep piety, that they might live in a God-pleasing manner, and offer up hymns, and be crowned along with the whole city of the faithful, as a shepherd, by Him Who made Himself poor, though He is rich, and took on flesh in the womb [of the Theotokos], Who is seated above with the Father, and is laid in a cave and is wrapped in swaddling clothes in a manger, Who is hymned by the angels, and wondered at by the shepherds, Who was circumcised on the eighth day, and is named Jesus, Who offers cleansing, and is praised by Symeon and Anna, and escorted by the Magi, Who flees to Egypt, and “rents the handiwork of Egyptians”, Who, at the human age of perfection, was baptized by a servant, and drowns the sins of the world in the waters, Who is revealed to the world but is hated by the Judeans, and works strange wonders, Who ultimately was delivered to be crucified, and was then buried, that He might grant resurrection to those in slavery in hades, Who rose on the third day, making this second eighth day truly the day of rest, and in the coming eighth day at the end of the world, will come again, Who appears to His apostles, and Who was seen to ascend into the heavens, to raise me the humble one, Who is known in two natures, and Who is worshiped with the Father and the Spirit, Who has two wills and energies, Who remains touchable and untouchable, written and unwritten, depicted in places and icons, and through them, as through flesh and spirit is worshipped, Who is the archetype of His theologians and of all the Saints, Who shares all things with us, and is the archetype of the glory that is offered to you, O most-divine Father Basil, who wrote: “For the honor of the icon ascends to the prototype”. Therefore with orthodoxy, the nations are struck with fear, and islands of redemption are opened for the Church. Through sickness of men, the other-worldly icons are left to suffer, and we are endangered by the Hagarenes. These islands of the Church were seen beforehand by Isaiah, who said: “Be renewed, O islands, towards God”. For to Him, Christ our God, belong honor and glory and worship, together with the all-good Father and the all-holy and life-giving Spirit, now and ever, and to the endless ages. Amen.

 

Comparing Orthodox Spirituality & Other Traditions


By Metropolitan Hierotheos Vlachos (edited for length)


Orthodox spirituality differs distinctly from any other “spirituality” of an eastern or western type. There can be no confusion because Orthodox spirituality is God-centered, whereas all others are man-centered.
 
The difference appears primarily in the doctrinal teaching. For this reason we put “Orthodox” before the word “Church” so as to distinguish it from any other religion. Dogmas are the results of decisions made at the Ecumenical Councils on various matters of faith. Dogmas are referred to as such, because they draw the boundaries between truth and error, between sickness and health. Dogmas express the revealed truth. They formulate the life of the Church. Dogmatic differences reflect corresponding differences in therapy. If a person does not follow the “right way” he cannot ever reach his destination. If he does not take the proper “remedies,” he cannot ever acquire health; in other words, he will experience no therapeutic benefits. Again, if we compare Orthodox spirituality with other Christian traditions, the difference in approach and method of therapy is more evident.


A fundamental teaching of the Holy Fathers is that the Church is a “Hospital” which cures the wounded man. In many passages of Holy Scripture such language is used, for example in that of the parable of the Good Samaritan. In this parable, the Samaritan represents Christ who cured the wounded man and led him to the Inn, which is to the “Hospital” which is the Church. It is evident here that Christ is presented as the Healer, the physician who cures man’s maladies; and the Church as the true Hospital. It is very characteristic that Saint John Chrysostom, analyzing this parable, presents the truths emphasized above.


Man’s life “in Paradise” was reduced to a life governed by the devil and his wiles. “And fell among thieves,” that is in the hands of the devil and of all the hostile powers. The wounds man suffered are the various sins, as the prophet David says: “my wounds grow foul and fester because of my foolishness” (Psalm 37). For “every sin causes a bruise and a wound.” The Samaritan is Christ Himself who descended to earth from Heaven in order to cure the wounded man. He used oil and wine to “treat” the wounds; in other words, by “mingling His blood with the Holy Spirit, he brought man to life.” Then the Good Samaritan, i.e. Christ, took man to the grand, wondrous and spacious Inn - to the Church. He handed man over to the innkeeper, who is the Apostle Paul, and through the Apostle Paul to all bishops and priests, saying: “Take care of the Gentile people, whom I have handed over to you in the Church. They suffer illness wounded by sin, so cure them, using as remedies the words of the Prophets and the teaching of the Gospel; make them healthy through the admonitions and comforting word of the Old and New Testaments.” Thus, according to Saint Chrysostom, Paul is he who maintains the Churches of God, “curing all people by his spiritual admonitions and offering to each one of them what they really need.”


In the interpretation of this parable by Saint John Chrysostom, it is clearly shown that the Church is a Hospital which cures people wounded by sin; and the bishops and priests are the therapists of the people of God. And this precisely is the work of Orthodox theology. When referring to Orthodox theology, we do not simply mean a history of theology. In Patristic tradition, theologians are the God-seers. Saint Gregory Palamas calls Barlaam [who attempted to bring Western scholastic theology into the Orthodox Church] a “theologian,” but he clearly emphasizes that intellectual theology differs greatly from the experience of the vision of God. Theology is the fruit of man’s cure and the path which leads to the acquisition of the knowledge of God.


Western theology, however, has differentiated itself from Eastern Orthodox theology. Instead of being therapeutic, it is more intellectual and emotional in character. In the West, scholastic theology evolved and is now based on rational thought whereas Orthodoxy is hesychastic. Scholastic theology tried to understand logically the Revelation of God and conform to a philosophical methodology. The Scholastics acknowledged God at the outset and then endeavored to prove His existence by logical arguments and rational categories. In the Orthodox Church, as expressed by the Holy Fathers, faith is God revealing Himself to man. We accept faith by hearing it not so that we can understand it rationally, but so that we can cleanse our hearts, attain to faith by theoria (see note, end of article) and experience the Revelation of God.


Scholastic theology reached its culminating point in the person of Thomas Aquinas, a saint in the Roman Catholic Church. He claimed that Christian truths are divided into natural and supernatural. Natural truths can be proven philosophically, like the truth of the Existence of God. Supernatural truths - such as the Triune God, the incarnation of the Logos, the resurrection of the bodies - cannot be proven philosophically, yet they cannot be disproved. Scholasticism linked theology very closely with philosophy and with metaphysics, and is accountable for much of the tragic situation created in the West with respect to faith and faith issues.


The Holy Fathers, however, teach that natural and metaphysical categories do not exist but speak rather of the created and uncreated. Never did the Holy Fathers accept Aristotle’s metaphysics. Theologians of the West during the middle Ages considered scholastic theology to be a further development of the teaching of the Holy Fathers, and from this point on, there begins the teaching of the Franks that scholastic theology is superior to that of the Holy Fathers. Consequently, Scholastics, who are occupied with reason, consider themselves superior to the Holy Fathers of the Church. They also believe that human knowledge, an offspring of reason, is loftier than Revelation and experience.


It is within this context that the conflict between Barlaam and Saint Gregory Palamas should be viewed. Barlaam was essentially a scholastic theologian who attempted to pass on scholastic theology to the Orthodox East. Barlaam’s views -- that we cannot really know Who the Holy Spirit is exactly, that the ancient Greek philosophers are superior to the Prophets and the Apostles (since reason is above the vision of the Apostles), and that the hesychastic way of life (i.e. the purification of the heart and the unceasing noetic prayer) is not essential -- are views which express a scholastic and, subsequently, a secularized point of view of theology. Saint Gregory Palamas foresaw the danger of these views and through the power and energy of the Most Holy Spirit and the experience which he himself had acquired as a successor to the Holy Fathers, he confronted this great danger and preserved unadulterated the Orthodox Faith and Tradition.


If Orthodox spirituality is now examined in relationship to Roman Catholicism and Protestantism, the differences are immediately discovered.


Protestants do not have a “therapeutic treatment” tradition. They suppose that believing in God, intellectually, constitutes salvation. Yet salvation is not a matter of intellectual acceptance of truth; rather it is a person’s transformation and divinization by grace. In the Holy Scripture it appears that faith comes by hearing the Word and by experiencing “theoria” (“The vision of God”). We accept faith at first by hearing in order to be healed, and then we attain to faith by theoria, which saves man. Protestants, because they believe that faith by hearing saves man, do not have a “therapeutic tradition.” It could be said that such a conception of salvation is very naive.


The Latins as well do not have the perfection of the therapeutic tradition which the Orthodox Church has. Their doctrine of the Filioque is a manifestation of the weakness in their theology to grasp the relationship existing between the person and society. They confuse the personal properties: the “unbegotten” of the Father, the “begotten” of the Son, and the procession of the Holy Spirit. The Father is the cause of the “generation” of the Son and the procession of the Holy Spirit. The three Disciples of Christ (Peter, James and John) beheld the glory of Christ on Mount Tabor; they heard at once the voice of the Father, “This is My beloved Son,” and saw the coming of the Holy Spirit in a cloud, for the cloud is the presence of the Holy Spirit, as Saint Gregory Palamas says. Thus the Disciples acquired the knowledge of the Triune God in theoria and by revelation. It was revealed to them that God is one essence in three hypostases.


A faith, thus, is a true faith inasmuch as it has therapeutic benefits. If it is able to cure, then it is a true faith. If it does not cure, it is not a true faith. The same thing can be said about medicine: a true scientist is the doctor who knows how to cure and his method has therapeutic benefits, whereas a charlatan is unable to cure. The same holds true where matters of the soul are concerned. The difference between Orthodoxy and the Latin tradition, as well as the Protestant confessions, is apparent primarily in the method of therapy. This difference is made manifest in the doctrines of each denomination. Dogmas are not philosophy, neither is theology the same as philosophy.


Since Orthodox spirituality differs distinctly from the “spiritualities” of other confessions, so much the more does it differ from the “spirituality” of eastern religions, which do not believe in the Theanthropic nature of Christ and the Holy Spirit. These traditions are unaware of the notion of personhood and thus the hypostatic principle. And love, as a fundamental teaching, is totally absent. One may find, of course, in these Eastern religions an effort on the part of their followers to divest themselves of images and rational thoughts, but this is in fact a movement towards nothingness, to non-existence. There is no path leading their “disciples” to theosis-divinization (see note below) of the whole man.


This is why a vast and chaotic gap exists between Orthodox spirituality and the eastern religions, in spite of certain external similarities in terminology. For example, eastern religions may employ terms like ecstasy, dispassion, illumination, noetic energy, etc. but they are impregnated with content different from corresponding terms in Orthodox spirituality.


+++


Notes


Theoria is the vision of the glory of God. Theoria is identified with the vision of the Uncreated Light, the uncreated energy of God, with the union of man with God, with man’s theosis. Thus, theoria, vision and theosis are closely connected.


Theosis-Divinization is the participation in the Uncreated grace of God. Theosis is identified and connected with the theoria (vision) of the Uncreated Light (see above). It is called theosis in grace because it is attained through the energy, of the divine grace. It is a co-operation of God with man, since God is He Who operates and man is he who co-operates.

Saturday, 29 December 2012

Περί της Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.(Aπόσπασμα από λόγο του Αγίου Ανδρέα,Αρχιεπισκόπου Κρήτης)

 
Κατά τον Λόγο στην Περιτομήν …κτλ (PG 97, 913-929)
Του Αγίου Ανδρέου, Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου
 
«Και όταν συμπληρώθηκαν οι ο κ τ ώ μ έ ρ ε ς για να γίνει
η π ε ρ ι τ ο μ ή του παιδιού, ο ν ο μ ά σ τ η κ ε Ι η σ ο ύ ς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του» (Λουκάς 2:21).

«Χριστού περιτμηθέντος, ετμήθη νόμος
Και του νόμου τμηθέντος, εισήχθη χάρις»
 
  1. Προοίμιο: Η 1η Ιανουαρίου είναι η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού πού γιορτάζει ένα γεγονός που έγινε οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννησή του και κατά το οποίο πήρε το όνομά του Ιησούς (=Σωτήρας). Η Γιορτή αυτή συνδέει την Δεσποτική Γιορτή των Χριστουγέννων δηλ. των Γενεθλίων του Χριστού (25 Δεκεμβρίου) με την Δεσποτική Γιορτή των Θεοφανείων ή Φώτων δηλ. της Βαπτίσεως του Χριστού (6 Ιανουαρίου), και αποτελεί μαζί τους την λεγόμενη εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου.
Αρχικά οι τρεις αυτές Δεσποτικές Γιορτές του Δωδεκαημέρου συμπεριλαμβάνονταν σε μία και αρχαία γιορτή, την Γιορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), της οποίας κεντρικό θέμα ήταν η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Η επιλογή της ημερομηνίας 6 Ιανουαρίου για την Γιορτή αυτή φαίνεται ότι οφειλόταν στο ότι ήταν ήδη ημέρα γιορτής στο παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ως ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου (ίσης ημέρας και νύχτας) από την οποία άρχιζε να μεγαλώνει η ημέρα και να μικραίνει η νύχτα.
Οι ρωμαίοι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ορατού ήλιου ως του θεού του φωτός πού στηρίζει την φυσική ζωή στον κόσμο. Οι Χριστιανοί αντιμετώπισαν αυτήν την πρόσκληση γιορτάζοντας τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και προβάλλοντας τον Χριστό σαν τον ήλιο της δικαιοσύνης που μεταδίδει το άκτιστο θείο Φως του ενός Θεού «εν Τριάδι» και φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αργότερα επικράτησε η 25η Δεκεμβρίου ως η ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου και της γιορτής των γενεθλίων του ορατού ήλιου.
Η απάντηση των χριστιανών στη νέα αυτή ειδωλολατρική πρόκληση ήταν η μεταφορά της Γιορτής της Γεννήσεως του Χριστού στην ημερομηνία αυτή, ενώ η 6η Ιανουαρίου παρέμεινε πλέον ως η Γιορτή της Βαπτίσεως του Χριστού. Η Γιορτή της Περιτομής του Χριστού ακολούθησε λογικά την Γιορτή των Χριστουγέννων οκτώ μέρες μετά.
Ο Λόγος περί της Περιτομής του Χριστού του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας αγίου Ανδρέου Κρήτης (660-740), γνωστού από το υμνολογικό και κηρυγματικό έργο του, που ακολουθεί, μας εξηγεί την ιδιαίτερη σημασία της Δεσποτικής αυτής Γιορτής, η οποία εντάσσεται μέσα στο όλο έργο της αποκάλυψης του Θεού και της σωτηρίας μας που επιτέλεσε ο ενσαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος και Λυτρωτής μας Ιησούς Χριστός. Επειδή ο Λόγος αυτός είναι εννοιολογικά πάρα πολύ πυκνός, τον παρουσιάζουμε αναλυτικότερα και επεξηγηματικά στην παρούσα μεταγλώττιση.
2. Οι Δεσποτικές Γιορτές και τα Γεγονότα του Βίου του Χριστού: Αρχίζει ο άγιος Ανδρέας με την επισήμανση ότι «είναι καλό και θεάρεστο να δοξάζουμε τον Θεό και να γιορτάζουμε για όλα όσα έκανε ο Σωτήρας μας Χριστός γιατί τα έκανε σαν Θεάνθρωπος και όχι σαν απλός άνθρωπος». Όλα όσα έκανε ο Χριστός, λέει ο άγιος, «αποτελούν εκπληκτικά θαύματα, γιατί έχουν θεανθρωπική βάση και θεανθρωπικό χαρακτήρα.
Γι αυτό είναι και μοναδικά και σωτήρια. Και δεν θα μπορούσαν τα γεγονότα αυτά να ήσαν διαφορετικά! Γιατί ο Χριστός είναι Θεός αληθινός που έγινε και άνθρωπος αληθινός». Τα έκανε αυτά γιατί ήθελε «να φανερωθεί στους ανθρώπους που είχαν αποξενωθεί από αυτόν και τον αγνοούσαν, και να υπομείνει σαν άνθρωπος αληθινός όλα τα ανθρώπινα ώστε να εκτελέσει όλα τα παραγγέλματα του θείου νόμου που είχαν δοθεί από τον Θεό στον άνθρωπο, με απώτερο σκοπό να δώσει αντί για αυτά άλλα καλλίτερα και τελειότερα (αντιδώσειεν)».
Το ρήμα «αντιδίδω» που χρησιμοποιείται εδώ από τον άγιο Ανδρέα Κρήτης, χαρακτηρίζει όλο το έργο (την κατά σάρκα οικονομία) του Χριστού που είναι μια σωτήρια αντίδοση. Με την ενανθρώπησή του πήρε ο Θεός όλα όσα έχουμε και τα αντάλλαξε όλα με άλλα δικά του που είναι γεμάτα με χάρη και αλήθεια.
Το ήθελε και το έκανε αυτό από φιλανθρωπία, γιατί έτσι μόνο θα αποκαθιστούσε τον άνθρωπο στην πραγματική και φυσική του κατάσταση, όπως τον είχε αρχικά πλάσσει ο ίδιος ως Θεός αληθινός.
Η ενανθρώπιση του Θεού ήταν το αντίδοτο του Θεού στην αποστασία του ανθρώπου που τον έκανε τον άνθρωπο να χάσει το δρόμο του και αποξενωθεί από τη θεία χάρη. Έγινε άνθρωπος ο Θεός για να θεοποιήσει τους ανθρώπους με την θεανθρώπινη υπόσταση του. 3. Η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού: Η περιτομή που υπέστη ο Χριστός οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννηση του και την άσπορη προέλευσή του από την Παρθένο Μαρία φανερώνει αυτήν την αντίδοση που οδηγεί στη θέωση του ανθρώπου. Το γιορτάζουμε αυτό το γεγονός με ιδιαίτερη γιορτή επειδή αποτελεί πραγματικά, όπως λέει ο Άγιος Ανδρέας, «μέγιστο θαύμα».
Γιατί; Γιατί με αυτό ο Θεάνθρωπος Χριστός «όχι μόνον εκπλήρωσε τον νόμο, αλλά και φανέρωσε ταυτόχρονα και την υπέρβασή του, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές διαστάσεις της σωτηρίας μας».
Στον Λόγο του αυτό, μας δίνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης με ένα τρόπο συνοπτικό αυτές τις διαστάσεις της σωτηρίας που μας προσφέρει ο ενσαρκωμένος Θεός. 4. Τι Σημαίνει η Περιτομή του Χριστού: Άνθρωπος Αληθινός αν και Θεός Αληθινός. Με το να υποστεί την περιτομή και να πάρει ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο όνομα, σύμφωνα με το ιουδαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε, απόδειξε ο Χριστός ότι ήταν πραγματικός άνθρωπος, αν και προϋπήρχε ως αληθινός Θεός, άπειρος και ασύγκριτος όπως ήταν πάντοτε.
Έγινε άνθρωπος μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο-χρονικό και θρησκευτικό ανθρωπολογικό πλαίσιο και ακολούθησε την πορεία και τις προδιαγραφές της ανθρώπινης φύσης και της σχέσης της με τον Δημιουργό της Θεό. Η περιτομή του, λέει ο άγιος Ανδρέας, «φανερώνει ότι δεν είναι πλέον μόνον Υιός Θεού αλλά και Υιός της Παρθένου.
Είναι και παραμένει Υιός Θεού κατά κυριολεξία, όπως και ο Πατήρ είναι Πατήρ κατά κυριολεξία επειδή γεννάει τον Υιό, και το Πνεύμα το Άγιο είναι Πνεύμα κατά κυριολεξία επειδή εκπορεύεται από τον Πατέρα, και έτσι τα τρία αυτά θεία πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας Θεός και υπάρχει σ’ αυτά η (μία) θεότητα». Ο Χριστός όμως «είναι και Υιός της Παρθένου και ακριβώς για αυτό το λόγο είναι και καταληπτός και προσιτός σε μας τους ανθρώπους».
Η ενανθρώπησής του δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός. Σημαίνει μάλλον ότι «έγινε και άνθρωπός μας, αυθεντικός, αληθινός, τέλειος άνθρωπος, τον οποίον μπορούμε τώρα να πλησιάζουμε με θάρρος όχι μόνον σαν Δεσπότη και Κτίστη αλλά και Σωτήρα μας γιατί είναι ένα μαζί μας. Πήρε την φύση μας, ακολούθησε την αληθινή πορεία της και την οδήγησε στην τελείωσή της.
Και τώρα μας την προσφέρει σαν ανταλλαγή και αντίδοτο για να γίνουμε και εμείς άνθρωποι αληθινοί, αυθεντικοί και τέλειοι όπως είναι εκείνος». Έτσι ακριβώς τον παρουσιάζει ο Λουκάς στην ευαγγελική αφήγησή του, την οποία αναφέρει ρητά ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γιατί θέλει να δείξει αυτό το θεανθρώπινο θαύμα που παρουσιάζει ο Χριστός, δηλ. την ενανθρώπηση του Θεού και την θεοποίηση του ανθρώπου εν Χριστώ. 5. Η Γέννηση και η Περιτομή του Χριστού στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο: «Και συνέβη, αμέσως μετά την αναχώρηση των αγγέλων στους ουρανούς, να πουν οι άνθρωποι, δηλ. οι ποιμένες, μεταξύ τους, ας πάμε μέχρι την Βηθλεέμ για να δούμε τι είναι αυτό το γεγονός για το οποίο ακούσαμε, και το οποίο μας γνωστοποίησε ο Κύριος. Έσπευσαν λοιπόν και ήρθαν, και βρήκαν την Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος που βρισκόταν μέσα στην φάτνη.
Βλέποντάς το λοιπόν, κατάλαβαν τη σημασία που είχαν τα λόγια πού τους ειπώθηκαν σχετικά με το παιδί αυτό. Αλλά και όλοι οι άλλοι που άκουσαν έμειναν έκθαμβοι από όσα τους ανακοίνωσαν οι ποιμένες. Η Μαριάμ όμως συγκρατούσε τα λόγια αυτά μέσα της γιατί τα είχε βάλλει βαθιά στην καρδιά της. Γύρισαν λοιπόν οι ποιμένες στον τόπο τους δοξάζοντας και υμνολογώντας τον Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως τους είχε ειπωθεί από πριν. Και όταν συμπληρώθηκαν οι ο κ τ ώ μ έ ρ ε ς για να γίνει η π ε ρ ι τ ο μ ή του παιδιού, ο ν ο μ ά σ τ η κ ε Ι η σ ο ύ ς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»! 6. Η Μεγάλη Σημασία της Ευαγγελικής Αφήγησης του Λουκά: «Είναι μεγάλος ο Λουκάς», λέει ο άγιος πατήρ, «γιατί μας εξηγεί τα μεγάλα και θαυμαστά μυστήρια που συνδέονται με το πρόσωπο, την ζωή και το έργο του Χριστού»! Σε τελευταία ανάλυση βέβαια, ο άγιος Ανδρέας λέει, με βάση την αρχαία εκκλησιαστική και πατερική παράδοση, ότι «το Ευαγγέλιό του Λουκά προέρχεται από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μιλάει με καύχηση γι αυτό όταν γράφει «κατά το Ευαγγέλιό μου» στις επιστολές του».
«Αν δεν είχαμε αυτό το Ευαγγέλιο», λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, «τότε δεν θα γνωρίζαμε ότι η Παρθένος ευαγγελίστηκε», δηλαδή έμαθε τα εκπληκτικά νέα για την πραγματική ταυτότητα του υιού της· «ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο μεγαλύτερος των προφητών, γεννήθηκε λίγο πριν από τον Χριστό για να γίνει πρόδρομος του Χριστού» σύμφωνα με το θείο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου·
«ότι ο Σωτήρας μας Χριστός πολιτογραφήθηκε σαν άνθρωπος» μαζί με την μητέρα του και τον Ιωσήφ που πιστοποίησαν την γέννησή του· «ότι ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο της Βηθλεέμ»· «ότι οι ποιμένες που βρίσκονταν στην συγκεκριμένη εκείνη περιοχή επίσης ευαγγελίστηκαν, δηλ. πληροφορήθηκαν για το θαύμα της ενανθρώπησης» και έγιναν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες του·
«ότι ο ύμνος», που αποδίδει το κύριο γνώρισμα των Χριστουγέννων, «το Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη πρωτο-ειπώθηκε από τους αγγέλους»· «ότι η ειρήνη αυτή διαδηλώθηκε με την απογραφή που έγινε κατά διαταγή του Αυγούστου»·
«ότι ο αρχιερέας Συμεών διακήρυξε το ευαγγέλιο της έλευσης του Χριστού και ότι η προφήτιδα Άννα το ομολόγησε και επιβεβαίωσε την σημασία του (ανθωμολογήσατο)»· «ότι ο Χριστός ως άνθρωπος συγκεκριμένος έλκυε την καταγωγή του μέσω του Ιωσήφ, του μνήστωρος της παρθένου Μαρίας, λόγω συγγένειας εξ αγχιστείας, από τον Δαυίδ και τελικά από τον Αδάμ και από τον ίδιο τον Θεό»·
Αλλά το ίδιο ισχύει και με «τα περισσότερα γεγονότα μέχρι και εκείνα του πάθους, εκείνα που αναφέρονται στον Ηρώδη και στον Πιλάτο, στους δύο ληστές, και τα άλλα που δεν αναφέρονται στους άλλους Ευαγγελιστές». 7. Η Περιτομή του Χριστού και το Όνομα που έλαβε τότε:
Η περιτομή του νεογέννητου Χριστού δεν δηλώνει μόνο την αληθινή ανθρωπότητά του αλλά και το θεανθρώπινο πρόσωπό του. Αυτό φανερώνει ιδιαίτερα το Ό ν ο μ α που δόθηκε τότε στον νεογέννητο Χριστό και ήταν προκαθορισμένο από τον Θεό.
«Ποιο όνομα», ρωτάει ο άγιος Ανδρέας, εννοεί ο Λουκάς όταν λέει ότι «ονομάστηκε από τον άγγελο πριν συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»; «Ο ίδιος ο ευαγγελιστής», λέει ο άγιος πατήρ, το εξηγεί αυτό παρουσιάζοντας τον άγγελο να λέει στην Μαρία: «Θα γεννήσεις υιό και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Αυτός θα είναι μέγας, και θα αποκληθεί Υιός του Υψίστου».
Το ίδιο λέει και ο Ματθαίος στο σημείο που αναφέρει για την απιστία του Ιωσήφ και για το πως πείστηκε με το αγγελικό όραμα που είδε στον ύπνο του: «Γιατί αφού μνηστεύτηκε η μητέρα του Μαρία με τον Ιωσήφ, και πριν συνέλθουν, βρέθηκε έγκυος από το Πνεύμα το Άγιο. Ο Ιωσήφ όμως, ο άνδρας της, που ήταν δίκαιος, και δεν ήθελε να την εκθέσει, θέλησε να την διώξει στα κρυφά.
Αλλά καθώς διαλογιζόταν αυτό, ένας άγγελος του Κυρίου του παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του είπε: Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη διστάσεις να παραλάβεις την Μαριάμ την γυναίκα σου, γιατί το νεογνό που θα γεννήσει είναι από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει υιό, και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς, γιατί αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του».
Καί αμέσως μετά προσθέτει το εξής: «Και όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθεί ο λόγος του προφήτου (Ησαία) που έλεγε, Ιδού η Παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει υιό, και θα τον αποκαλέσουν Ε μ μ α ν ο υ ή λ, που σημαίνει ο Θεός μεθ’ ημών».
«Βλέπεις», λέει ο άγιος, «πώς συμφωνούν τα λόγια του προφήτη και του ευαγγελιστή; Γιατί η ερμηνεία του «Μεθ’ ημών ο Θεός» σημαίνει τη σωτηρία του λαού –ότι δηλαδή ο Δεσπότης έρχεται να συνοικήσει με τους δούλους; Το ίδιο με την αγγελική ρήση λέει και το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Διότι Ι η σ ο ύ ς σημαίνει αυτόν που από συμπάθεια εργάζεται τα πάντα για να σώσει σύμφωνα με την οικονομία». 8. Το Όνομα Ιησούς ως το κύριο μήνυμα της Γιορτής της Περιτομής του Χριστού: Αυτό λοιπόν που μας προσφέρει πρωταρχικά η παρούσα Γιορτή είναι η αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος Ανδρέας, μας δίνει την βαθύτερη σημασία της γιατί μας δείχνει πως «η μια χάρη (της ενσάρκωσης) μας παρουσιάζει μιαν άλλη (της οικονομίας της σωτηρίας), και τις ενώνει με τη γνώση (του Σωτήρα) φωτίζοντάς μας με την ιδιαίτερη λαμπρότητα και δόξα του προσώπου του».
«Ήδη», λέει ο άγιος πατήρ, «γιορτάσαμε το γεγονός της γέννησης του, και αντιληφθήκαμε ότι ήταν απόρρητη, και αναγνωρίσαμε ότι η παρθένος μητέρα γέννησε τον υιό της με άσπορο τρόπο. Τώρα όμως καλούμαστε να στραφούμε στον Υιό που γεννήθηκε χωρίς δισταγμό και δειλία. Η σημερινή Γιορτή μας καλεί να τον κατανοήσουμε από το ό ν ο μ ά που πήρε για χάρη μας».
Πρόκειται για το όνομα Ι η σ ο ύ ς που σημαίνει Σωτήρας, Εμμανουήλ, ο Θεός μεθ’ ημών, δηλαδή Εκείνος που ήρθε να συμφιλιώσει, να εξοικειώσει και να εξομοιώσει εμάς τους ανθρώπους με τον Θεό χαρίζοντάς μας αιώνια σωτηρία.
«Αυτό ακριβώς», λέει ο άγιος, «κατανόησαν και οι ποιμένες που πλησίασαν το νεογέννητο της Βηθλεέμ γιατί παρακινήθηκαν από τα όσα τους αποκάλυψαν οι άγγελοι. Στην αρχή φοβήθηκαν αν και τους καθησύχασε ο άγγελος λέγοντάς τους, Μη φοβάστε».
Εκείνοι όμως φοβήθηκαν, γιατί με την παρουσία του αγγέλου, «δόξα Κυρίου έλαμψε γύρω τους», και, όπως γράφει ο Λουκάς, «τους κατέλαβε μεγάλος φόβος». Τότε όμως ο άγγελος τους φανέρωσε την ταυτότητα του νεογέννητου βρέφους και διέλυσε τον φόβο τους. «Σας φέρνω καλά νέα μεγάλης χαράς που θα λάβει όλος ο λαός, γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε ο Σωτήρας σας, ο οποίος ονομάζεται Χριστός Κύριος». 9. Η δύναμη που έχει το Όνομα Ιησούς: Την δύναμη του Ονόματος Ιησούς που πήρε ο Χριστός στην περιτομή του τονίζει ο άγιος Ανδρέας με ένα διάλογο τον οποίον κάνει με τον άγγελο του Ευαγγελίου! «Τι λες άγγελε; Έχει τέτοια δύναμη το Όνομα Ιησούς; Ναι (λέει αυτός). Διότι το Όνομα Ιησούς σημαίνει τον Σωτήρα, που είναι ο Χριστός Κύριος, Θεός και άνθρωπος, εξουσιαστής και ελεήμων.
Γι αυτό και παράγγειλα στους ποιμένες να έχουν θάρρος, και στον Ιωσήφ να του δώσει το Όνομα την Όγδοη Ημέρα, και έτσι τον έκανα να φαίνεται προσιτός σε όλους τους ανθρώπους. Πήρα από το νεογέννητο την εντολή να το παρουσιάσω με τα κατάλληλα λόγια. Ούτε και ο Ιωσήφ θα συμπαραστεκόταν άφοβα και με λαχτάρα στην μητέρα του βρέφους αν δεν του έδινα την εντολή να προσέξει σαν άνδρας την γυναίκα του. Παρόμοια έκανα και στην περίπτωση των ποιμένων.
Τους έκανα να τρέξουν σε εκείνον σαν σε Δεσπότη και Ευεργέτη και Κύριο, και τους έπεισα να τον δοξάσουν και να τον πλησιάσουν σαν τον Ιησού που υπέστη περιτομή την Όγδοη Ημέρα και ευαρεστήθηκε να λάβει τούτο τ ο Ό ν ο μ α. Έτσι λοιπόν, βλέποντάς τον να έχει συνταυτισθεί μαζί σας φυσικά και ουσιαστικά πρέπει να τολμήστε να τον πλησιάσετε ανενδοίαστα.
Και επειδή αντιλαμβανόσαστε το μέγεθος της συγκατάβασής του προς εσάς, οφείλετε να τον δοξολογήσετε για την χάρη αυτής της ημέρας. Είναι σημαντικό ότι στον διάλογο αυτό το Όνομα Ιησούς συνδέεται με την Όγδοη Ημέρα της οποίας την βαθύτερη σωτηριολογική σημασία εξηγεί συνοπτικά αλλά περιεκτικά ο άγιος πατήρ στην τελευταία και πάρα πολύ πυκνή νοηματικά παράγραφο του. 10. Η Όγδοη Ημέρα δηλώνει μετάβαση από την βρεφική ηλικία στην προσωπική τελειότητα, διότι την ημέρα αυτή, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές θρησκευτικές προδιαγραφές, το βρέφος γίνεται παιδί, ενηλικιώνεται, αποκτά συγκεκριμένο πρόσωπο.
Ο άγιος πατήρ διαχωρίζει τις 7 πρώτες ημέρες από τη γέννηση ενός βρέφους από την 8η, λέγοντας ότι «η ογδοάδα είναι συμπλήρωση της εβδομάδας και αρχή του μέλλοντος». Γιατί; Διότι σύμφωνα με το ιουδαϊκό θρησκευτικό πλαίσιο η όγδοη μέρα αποτελεί σπουδαίο ορόσημο για κάθε νεογέννητη ανθρώπινη ύπαρξη εφόσον συμπληρώνει την βρεφική ηλικία ωριμότητας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της (τελειότητα).
Λέει το εξής: «Η εβδομάδα συμπληρώνει το βρέφος και η ογδοάδα το τελειοποιεί και το συμπεριλαμβάνει μεταξύ των τελείων». Και πως γίνεται αυτό; «Γίνεται», όπως λέει ο άγιος πατήρ, «μέσω του ο ν ό μ α τ ο ς που του δίνεται την όγδοη μέρα».
Η ονοματοδοσία, δηλαδή, προσφέρει στο βρέφος μια συγκεκριμένη προσωπική ταυτότητα, το κάνει από ανώνυμο νήπιο, επώνυμο άνθρωπο. Του αναγνωρίζει με λειτουργική ιεροπρέπεια το φυσικό δικαίωμα του να είναι μια συγκεκριμένη ονομαστική (προσωπική) οντότητα, ένας ολοκληρωμένος, τέλειος, δηλ. τέλεια σχηματισμένος άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους συγκεκριμένους ανθρώπους. Κατά την διατύπωση του αγίου Ανδρέα, «Η ογδοάδα είναι η αρχή της ενηλικίωσης, γιατί το βρέφος που καταρτίστηκε κατά τον εβδομαδιαίο χρόνο (της δημιουργίας του), εγγράφεται (με το δικό του προσωπικό όνομα) στον κατάλογο των παιδιών που θα παρακολουθήσουν μαθήματα» και θα μορφωθούν σαν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα.
«Η ογδοάδα, λοιπόν, είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί αλλάζει όλα όσα είναι νηπιώδη. Η εβδομάδα εισάγει την (φυσική) νηπιώδη αύξηση. Η ογδοάδα, όμως, εισάγει την προοπτική της (προσωπικής) τελειότητας». Είναι σαφές ότι η τελειότητα αναφέρεται εδώ στην προσωπική ταυτότητα την οποία αποκτά κάθε βρέφος που ονοματίζεται. Γιατί όμως γίνεται αυτό με την περιτομή, την όγδοη ημέρα; 11. Η περιτομή της όγδοης ημέρας δηλώνει μετάβαση από την σαρκική στην πνευματική κατάσταση. Η τελετουργική (μυστηριακή) περιτομή (αποκοπή) ενός σωματικού μορίου συνεπάγεται την απόρριψη μιας σαρκικής κατάστασης στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος με την γέννησή του, ενώ η αντικατάστασή της από την ονοματοδοσία συνεπιφέρει την είσοδο του ανθρώπου σε μια άλλη πνευματική κατάσταση η οποία τον οδηγεί στην τελείωσή του. Ο άγιος Ανδρέας αναφέρει τον Αβραάμ και τον πατέρα του τον Θάρα για να διευκρινίσει τις δύο αυτές καταστάσεις.
Ο Θάρα αντιπροσωπεύει την σαρκική κατάσταση της ειδωλολατρίας που θεωρεί τον υλικό σαρκικό κόσμο μέσα στον οποίο γεννιέται ο άνθρωπος ως το κύριο σημείο αναφοράς για τη ζωή του, γι αυτό και τον κάνει θεό του. Η άλλη είναι η πνευματική κατάσταση που θεωρεί τον Κτίστη του κόσμου ως το κύριο και καίριο σημείο αναφοράς για την ζωή του ανθρώπου που καθιστά τον άνθρωπο μέλος του λαού του Θεού και τον προετοιμάζει για την τελική ολοκλήρωση και τελείωσή του.
Λέει λοιπόν ο άγιος πατήρ: «Επειδή επρόκειτο η φύση να ζυμωθεί με είδωλα από τον Θάρα τον πατέρα του Αβραάμ, έπρεπε να ξεχωριστεί με κάποια σφραγίδα ένας λαός από τον Αβραάμ για τον Κτίστη, μέχρι την παρουσία του, την οποία χρειαζόταν ο άνθρωπος για να ανακαινισθεί. Η περιτομή αποβάλλει ένα υπόλειμμα της σάρκας και δίνει την σφραγίδα της ογδοάδας που αναφέρεται στα μέλλοντα.» 12. Η αντικατάσταση της ογδοήμερης περιτομής με το ιερό βάπτισμα και την αιώνια ζωή που χάρισε στον άνθρωπο η οκταήμερη ανάσταση του Χριστού. Είναι ξεκάθαρο ότι η ογδοάδα και τα μέλλοντα αναφέρονται στην έλευση (ενσάρκωση) του Κτίστη που σηματοδοτεί και την τελική φάση της αποκατάστασης και σωτηρίας του ανθρώπου σύμφωνα με το θέλημα του, δηλ. τον ερχομό του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος πατήρ, «Η περιτομή δηλώνει ότι η Παρουσία του Χριστού θα παραγκωνίσει και θα αντικαταστήσει την περιτομή της σαρκός με την αναγέννηση που χορηγείται υπό του Αγίου Πνεύματος (δια του Βαπτίσματος).
Η σφραγίδα της περιτομής δόθηκε για να προσδιορίσει ένα λαό του Θεού (τον Ισραηλιτικό) εξ αιτίας της ειδωλολατρίας και για την κατάλυση των ειδώλων. Μετά όμως από την κατάργηση των ειδώλων καταργείται και η περιτομή».
Αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός, όπως εξηγεί περαιτέρω ο άγιος πατήρ: μας χάρισε την όγδοη ημέρα (της αναστάσεως) και την αιώνια διαθήκη (νομοθεσία) του Θεού στον άνθρωπο αντικαθιστώντας τις προηγούμενες 7 διαθήκες του οι οποίες ήσαν προπαρασκευαστικά σύμβολα. Όπως το λέει ρητά, «Τα παλαιά ήσαν σύμβολα των νέων». Και ποια είναι αυτά «τα παλαιά»; Είναι 7 νομοθεσίες (δηλ. διαθήκες) που συνδέονται με τους εξής νομοθέτες: 1) τον Αδάμ, 2) τον Νώε, 3) τον Αβραάμ, 4) τον Μωυσή, 5) τον Δαυίδ, 6) τον Έσδρα, και 7) τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
«Ο Χριστός είναι ο όγδοος νομοθέτης μετά τον Αδάμ» που σηματοδοτεί την τελευταία μετάθεση του ανθρώπου από τις κατά καιρούς νομοθεσίες στην τελευταία και τέλεια που οδηγεί στην τελείωση του ανθρώπου στην απόλαυση της αιώνιας ζωής. Ιδού τα λόγια του αγίου πατρός: «Ο Αδάμ ήταν πρώτος που δέχτηκε ένα νόμο. Ο Νώε ήταν ο δεύτερος, και ο Αβραάμ ο τρίτος. Ο Μωυσής ήταν τέταρτος, και ο Δαυίδ πέμπτος γιατί έγινε νομοθέτης στις δοξολογίες για τους βασιλείς και τις σκηνοπηγίες.
Ο Έσδρας ήταν έκτος γιατί δευτέρωσε τον νόμο και παράδωσε ορισμένα έθιμα. Έπειτα φανερώθηκε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ως έβδομος, γιατί κήρυξε το βάπτισμα της μετάνοιας στον λαό και την κάθαρση των αμαρτιών μέσω του ύδατος.
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο όγδοος, τελευταίος και μέγιστος νομοθέτης, όπως λέει ο Μωυσής: «Κύριος ο Θεός θα αναστήσει ανάμεσά σας ένα Προφήτη από τους αδελφούς σας σαν εμένα, και σ’ Αυτόν θα υπακούσετε, γιατί όποια ψυχή δεν υπακούσει σ’ εκείνον τον Προφήτη θα εξολοθρευτεί».
«Μόνον αυτός είναι δυνατός να εκπληρώσει όσα νομοθετήθηκαν μέσω εμού γιατί προήλθαν από αυτόν, και αυτός θα είναι πλήρως χρισμένος με το Άγιο Πνεύμα και θα νομοθετήσει όσα είναι θεία και πνευματικά (νοερά) σαν Κύριος και Δημιουργός αν και προέρχεται από εσάς (κατά σάρκα)».
Ο Χριστός σαν Θεός και άνθρωπος έχει «σαββατίσει» (εκπληρώσει και καταργήσει) όλα όσα λέει ο αρχαίος νόμος με την σάρκα του. Με την όγδοη ημέρα της Αναστάσεώς του έγινε νομοθέτης όλου του κόσμου, όχι μόνον των Ιουδαίων αλλά και όλων των εθνών, προσφέρει σε όλους χωρίς διάκριση το χρίσμα και την τελείωση του Άγίου Πνεύματος και τους αποκαλεί με το δικό του όνομα, χριστούς (χριστιανούς). Αντικατάστησε την σαρκική περιτομή με την απόρριψη όλων των σαρκικών και εμπαθών φρονημάτων, και την αναζωπύρωση κάθε έργου αγαθού και πράξης αγαθής που οδηγούν στην αιώνια βασιλεία των ουρανών.
Αυτός είναι αληθινά «ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής του Πατρός, Θεός ισχυρός, Εξουσιαστής, Άρχων της ειρήνης, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος» τον οποίον δοξολογούμε και λατρεύουμε στην Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού. 

Απολυτίκιον Της Περιτομής του Χριστού (1 Ιανουαρίου) (’Ηχος Α’)

Μορφήν αναλλοίωτος ανθρώπινην προσέλαβες, Θεός ων κατ’ ουσίαν, πολυεύσπλαχνε Κύριε, και νόμον εκπληρών, περιτομήν θελήσει καταδέχει σαρκικήν, ίνα παύσης τα σκιώδη και περιέλθης το κάλυμμα των παθών ημών. Δόξα τη αγαθότητι τη ση δόξα την ευσπλαχνία σου, δόξα τη ανεκφράστω Λόγε συγκαταβάσει σου.
Σύμφωνα με τον αείμνηστο λειτουργιολόγο καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη η Γιορτή των Χριστουγέννων εισήχθηκε πρώτα στη Ρώμη το 330 και έπειτα στην Ανατολή το 376. Ο ιερός Χρυσόστομος στον «Λόγον του είς την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος» της 25ης Δεκεμβρίου του 386, αναφέρει ότι μόλις 10 χρόνια πριν είχε εισαχθεί η Γιορτή αυτή στο εορτολόγιο της Εκκλησίας.

Πηγή http://www.saintjohnthebaptist.org/articles

St. John the Damascene-On Angels, their Creation, Essence and Nature


By St. John the Damascene, from “An Exposition of the Orthodox Faith.”

The basis of life is love: Love the Lord your God with all your heart, with all your soul, with all your mind and with all your strength, and love your neighbor as yourself. (Mk. 12:30-31). Because of our sinfulness, none of us is capable of loving God and our neighbors in such a complete and perfect manner. Only Jesus Christ truly loved everyone, even His enemies.

God is Himself the Maker and Creator of the angels; He brought them out of nothing into being and created them after His own image, an incorporeal race (having no material body or form, Ed.), a sort of spirit or immaterial fire. In the words of the divine David, He maketh His angels spirits, and His ministers a flame of fire. And He has described their lightness and the ardour, and heat, and keenness and sharpness with which they hunger for God and serve Him, and how they are borne to the regions above and are quite delivered from all material thought.

An angel, then, is an intelligent essence, in perpetual motion, with free-will, incorporeal, ministering to God, having obtained by grace an immortal nature; and the Creator alone knows the form and limitation of its essence. But all that we can understand is, that it is incorporeal and immaterial. For all that is compared with God Who alone is incomparable, we find to be dense and material. For in reality only the Deity is immaterial and incorporeal.
The angel’s nature then is rational, and intelligent, and endowed with free-will, change, able in will, or fickle. For all that is created is changeable, and only that which is uncreated is unchangeable. Also, all that is rational is endowed with free-will. As it is, then, rational and intelligent, it is endowed with free-will; and as it is created, it is changeable, having power either to abide or progress in goodness, or to turn towards evil.
It is not susceptible of repentance because it is incorporeal or uncarnate, i.e., without the nature of a body or substance. For it is owing to the weakness of his body that man comes to have repentance.
It is immortal, not by natures but by grace. For all that has had beginning comes also to its natural end. But God alone is eternal, or rather, He is above the Eternal; for He, the Creator of times, is not under the dominion of time, but above time.
They are secondary intelligent lights derived from that first light which is without beginning, for they have the power of illumination; they have no need of tongue or hearing, but without uttering words they communicate to each other their own thoughts and counsels.

Γιατί ψάλλουμε το: "Χριστός γεννάται δοξάσατε"

Ομιλία Γέροντος Νεκταρίου Μουλατσιώτη με θέμα: ΓΙΑΤΙ ΨΑΛΛΟΥΜΕ ΤΟ: "ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ" Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνας Ηλιουπόλεως Αθηνών την Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...