Friday, 26 October 2012

Αββάς Δωρόθεος-Η πιο εύκολη αμαρτία

Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τί μπορεί να είναι βαρύτερο απ' αυτό; Τί άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ' αυτήν.

Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ' αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μιά μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»;
Αρχίζει ...; ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν' απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ' όσα κατακρίνει.
Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον.

Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση.


" Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.


" Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε.
Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία...

Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι' αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του;... Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων;
Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ' όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει.
Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ' αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα;...

Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει.


Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού;
Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι' αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε.

" Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο καο πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση.


Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του;
Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν' ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ' αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον.
Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ' αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω».

Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ' αυτόν.


Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε ή αν υποψιαστούμε κάτι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σταματάμε μέχρι τη ζημιά που κάνουμε στον εαυτό μας, αλλά συναντάμε και άλλον αδελφό και αμέσως του λέμε: «Αυτό και αυτό έγινε».
Και του κάνουμε κακό βάζοντας στην καρδιά του αμαρτίες... Αλλά ενώ κάνουμε διαβολικό έργο δεν ανησυχούμε κιόλας. Γιατί, τί άλλο έχει να κάνει ο διάβολος από το να ταράζει και να βλάπτει; Και γινόμαστε συνεργάτες των δαιμόνων και για τη δική μας καταστροφή και για του πλησίον...

Από ποιό άλλο λόγο τα παθαίνουμε αυτά, παρά από το ότι δεν έχουμε αγάπη; Γιατί αν είχαμε αγάπη και συμπαθούσαμε και πονούσαμε τον πλησίον μας, δεν θα είχαμε το νου μας στα ελαττώματα του πλησίον... Αν είχαμε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα, όπως ακριβώς έκαναν οι άγιοι, όταν έβλεπαν τα ελαττώματα των ανθρώπων. Γιατί μήπως είναι τυφλοί οι άγιοι και δεν βλέπουν τα αμαρτήματα; Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι άγιοι;
Και όμως δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους. Κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν... Με την μακροθυμία και την αγάπη τραβούν τον αδελφό και δεν τον απωθούν, ούτε τον σιχαίνονται...

Ας αποκτήσουμε λοιπόν και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαχνία για τον πλησίον. Και έτσι θ' αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουδενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ίδιου σώματος...

Ο Θεός ας μας αξιώσει να προσέχουμε όσα μας συμφέρουν πνευματικά και να τα εφαρμόζουμε. Γιατί όσο φροντίζουμε και ενδιαφερόμαστε να εφαρμόζουμε όσα ακούμε, τόσο περισσότερο μας φωτίζει ο Θεός πάντοτε και μας διδάσκει το θέλημά Του.

 

St. Dorotheos of Gaza-On Refusing to Judge our Neighbor

If we remember the saying of the holy fathers, brothers, and put them into practice all the time, it will be difficult for us to neglect ourselves. For if, as they used to say, we do not despise little things and think they are of no consequence to us, we shall not fall into great and grievous things.

I am always telling you that bad habits are formed in the soul by these very small things–when we say, ‘What does this or that matter,’–and it is the first step to despising great things. You know how great a wrong it is to judge your neighbor. What is graver than this? What does God hate and turn away from so much as from this? As the fathers say, what is worse than judging rashly? [1] Nevertheless, from things that appear negligible a man comes to such great evil. For by accepting a suspicion against the neighbor, by saying, ‘What does it matter if I put in a word [about my suspicion]? What does it matter if I find out what this brother is saying or what that guest is doing?’ the mind begins to forget about its own sins and to talk idly about his neighbor, speaking evil against him, despising him, and from this he falls into the very thing that he condemns. Because we become careless about our own faults and do not lament our own death (as the Fathers put it), [2] we lose the power to correct ourselves and we are always at work on our neighbor. Nothing angers God so much or strips a man so bare or carries him so effectively to his ruin as calumniating, condemning, or despising his neighbor.

There are three distinct things here: running a man down; condemning him unjustly; and despising him. Running a man down is saying that so-and-so has told a lie, or got into a rage, or gone whoring, or the like. A man has already committed calumny if he speaks about his brother’s sins as if with sympathy. Condemning a man is saying, ‘he is a wicked liar, or he is an angry man, or he is a fornicator. For in this way one judges the condition of his soul and draws a conclusion about his whole life, saying it is of such a kind and condemns him as such. This is a very serious thing. For it is one thing to say, ‘He got mad’, and another thing to say, ‘He is bad-tempered’, and to reveal, as we said, the whole disposition of his life. It is serious to judge a man for each one of his sins. As Christ himself says, ‘Hypocrite, first take the board from your own eye, then you can see to take the splinter out of your brother’s eye.’ [3]

You see, he compares your brother’s sin to a splinter and your rash judgment to a board. Very nearly the most difficult of all sins to deal with is judging our neighbor! That Pharisee who was praying and giving thanks to God for his [own] good works was not lying but speaking the truth, and he was not condemned for that. For we must give thanks to God when we are worthy to do something good, as he is then working with us and helping us. Because of this he was not condemned, as I said, not even because he said, ‘I am not like other men’, but [he was condemned] because he said, ‘I am not like this tax-collector’. [4] It was then that he made a judgment. He condemned a person and the dispositions of his soul–to put it shortly, his whole life. Therefore, the tax-collector rather than the Pharisee went away justified.

Nothing is more serious, nothing more difficult to deal with, as I say repeatedly, than judging and despising our neighbor. Why do we not rather judge ourselves and our own wickedness which we know so accurately and about which we have to render an account to God? Why do we usurp God’s right to judge? Why should we demand a reckoning from his creature, his servant? Ought we not to be afraid when we hear about a brother falling into fornication said, ‘He has acted wickedly!’ If you know what it says about this in the Book of the Ancients, it would make you shudder. For an angel brought [Isaac the Theban] the soul of someone who had fallen into sin, and said to him, ‘Here is the person you have judged. He has just died. Where do you order him to be put, into the Kingdom or into eternal punishment?’, [5] Can you imagine a more terrible situation to be in? What else could the angel mean by these words than, ‘Since you want to be the judge of the just and the unjust, what do you command for this poor soul? Is he to be spared or to be punished?’ The holy old man, frightened beyond measure, spent the rest of his life praying with sighs and tears and continuous hard work to be forgiven this sin, and this in spite of having fallen on his knees before the angel and been forgiven, for the angel said to him, ‘You see, God has shown you how serious a thing it is to judge; you must never do it again.’ [6] This was the way he granted forgiveness but the soul of the old man would not allow him to be completely comforted from his pain and repentance until he died.

Why are we so ready to judge our neighbor? Why are we so concerned about the burden of others? We have plenty to be concerned about, each one has his own debt and his own sins. It is for God alone to judge, to justify or to condemn. He knows the state of each one of us and our capacities, our deviations, and our gifts, our constitution and our preparedness, and it is for him to judge each of these things according to the knowledge that he alone has. For God judges the affairs of a bishop in one way and those of a prince in another. His judgment is for an abbot or for a disciple, he judges differently the senior and the neophyte, the sick man and the healthy man. Who could understand all these judgments except the one who has done everything, formed everything, knows everything?

I remember once hearing the following story: a slave ship put in at a certain port where there lived a holy virgin who was in earnest about her spiritual life. When she learned about the arrival of the ship she was glad, for she wanted to buy a small serving maid for herself. She thought to herself, ‘I will take her into my home and bring her up in my way of life so that she knows nothing of the evils of the world.’ So she sent and enquired of the master of the ship and found that he had two small girls who he thought would suit her. Whereupon she gladly paid the price and took one of the children into her house. The ship’s master went away. He had not gone very far when there met him the leader of a dancing troupe who saw the other small girl with him and wanted to buy her; the price was agreed and paid, and he took her away with him.

Now take a look at God’s mystery; see what his judgment was. Which of us could give any judgment about this case? The holy virgin took one of these little ones to bring her up in the fear of God, to instruct her in every good work, to teach her all that belongs to the monastic state and all the sweetness of holy commandments of God. The other unfortunate child was taken for the dancing troupe, to be trained in the works of the devil. What effect would teaching her this orgiastic dancing have, but the ruin of her soul? What can we have to say about this frightful judgment? Here were two little girls taken away from their parents by violence. Neither knew where they came from; one is found in the hands of God and the other falls into the hands of the devil. Is it possible to say that what God asks from the one he asks also from the other? Surely not! Suppose they both fell into fornication or some other deadly sin; is it possible that they both face the same judgment or that their fall is the same? How does it appear to the mind of God when one learns about the Judgment and about the Kingdom of God day and night, while the other unfortunate knows nothing of it, never hears anything good but only the contrary, everything shameful, everything diabolical? How can he allow them to be examined by the same standard?

Wherefore a man can know nothing about the judgments of God. He alone is the one who takes account of all and is able to judge the hearts of each one of us, as he alone is our Master. Truly it happens that a man may do a certain thing (which seems to be wrong) out of simplicity, and there may be something about it which makes more amends to God than your whole life; how are you going to sit in judgment and constrict your own soul? And should it happen that he has fallen away, how do you know how much and how well he fought, how much blood he sweated before he did it? Perhaps so little fault can be found in him that God can took on his action as if it were just, for God looks on his labor and all the struggle he had before he did it, and has pity on him. And you know this, and what God has spared him for, are you going to condemn him for, and ruin your own soul? And how do you know what tears he has shed about it before God? You may well know about the sin, but you do not know about the repentance.

But there are times when we not only condemn but also despise a man; for it is one thing to condemn and quite another to despise, as I have said. Contempt adds to condemnation the desire to set someone at nought–as if the neighbor were a bad smell which has to be got rid of as something disgusting, and this is worse than rash judgment and exceedingly destructive.

Those who want to be saved scrutinize not the shortcomings of their neighbor but always their own and they set about eliminating them. Such was the man who saw his brother doing wrong and groaned, ‘Woe is me; him today–me tomorrow!’ You see his caution? You see the preparedness of his mind? How he swiftly foresaw how to avoid judging his brother? When he said ‘me tomorrow’ he aroused his fear of sinning, and by this he increased his caution about avoiding those sins which he was likely to commit, and so he escaped judging his neighbor; and he did not stop at this, but put himself below his brother, saying, ‘He has repented for his sin but I do not always repent. I am never first to ask for forgiveness and I am never completely converted.’ Do you see the divine light in his soul? Not only was he able to escape making judgment but he humiliated himself as well. And we miserable fellows judge rashly, we hate indiscriminately and set people at nought whether we see something, or hear something, or even only suspect something! And what is worse, we do not let it stop at harming ourselves, but we go and look for another brother and say, ‘Here is what happened!’ We harm him and put sin into his heart also and we do not fear the saying, ‘Woe to the man who gives his neighbor something dark and dangerous to drink!’ But we do the devil’s work and are not one bit concerned about it. What else has the devil to do but knock us down and harm us? We are found to work with him for our own destruction and that of our neighbor, for a man who harms his own soul is working with, and helping, the devil. The man who seeks to profit his soul is co-operating with the angels.

How can we put up with these things unless it is because we have no true love? If we have true love with sympathy and patient labor, we shall not go about scrutinizing our neighbor’s shortcomings. As it is said, ‘Love covers up a multitude of sins’, [7] and again, ‘Love thinks no evil ... hides everything,’ etc. [8] As I said, if we have true love, that very love should screen anything of this kind, as did the saints when they saw the shortcomings of men. Were they blind? Not at all! But they simply would not let their eyes dwell on sins. Who hated sin more than the saints? But they did not hate the sinners all the same time, nor condemn them, nor turn away from them, but they suffered with them, admonished them, comforted them, gave them remedies as sickly members, and did all they could to heal them. Take a fisherman: when he casts his hook into the sea and a large fish takes the bait, he perceives first that the fish struggles violently and is full of fight, so he does not try to pull it in immediately by main force for the line would break and the catch would be lost in the end. No! He plays out the line

and, as he says, allows the fish to run freely, but when he feels the line slacken and the first struggles have calmed down, he takes up the slack line and begins, little by little, to draw him in. So the holy fathers, by patience and love, draw the brother and do not spurn him nor show themselves unfriendly towards him, but as a mother who has an unruly son does not hate him or turn away from him but rules him with sweetness and sometimes does things to please him, so they always protect him and keep him in order and they gain a hold on him so that with time they correct the erring brother and do not allow him to harm anyone else, and in doing so they greatly advance towards the love of Christ. What did the blessed Ammon do when those brothers, greatly disturbed, came to him and said, ‘Come and see, Father. There is a young woman in brother X’s cell!’ [9] What tenderness he showed to the erring brother. What great love there was in that great soul. Knowing that the brother had hidden the woman in a large barrel, he went in, sat down on it, and told the others to search the whole place. And when they found nothing he said to them, ‘May God forgive you!’ And so dismissing them in disgrace, he called out to them that they should not readily believe anything against their neighbor. By his consideration for his brother he not only protected him after God but corrected him when the right moment came. For when they were alone he laid on him the hand with which he had thrown the others out, and said, ‘Have a care for yourself, brother’. Immediately the other’s conscience pricked him and he was stricken with remorse, so swiftly did the mercy and sympathy of the old man work upon his soul.

Let us, therefore, strive to gain this love for ourselves, let us acquire this tenderness towards our neighbor so that we may guard ourselves from wickedly speaking evil of our neighbor, and from judging and despising him. Let us help one another, as we are members one of another. Which of us, having a wound on his hand or foot, or any other member, would despise it and cut it off, even if it turned septic? Would he not rather bathe it and take away the poison and put a plaster on it, sign it with the cross, apply a relic, and pray and beg the saints to pray for its cure, as Abbot Zosimos used to say [10]–to put it simply, not to turn aside or run away from our own members even those of bad reputation but to do all we can to cure their disease. In this way we ought to bear one another’s burdens, to help one another and be helped by others who are stronger than ourselves, to think of everything and do everything that can help ourselves and others, for we are members one of another,’ as the Apostle says. If we are one body each is a member of the other. If one member suffers, all the others suffer with it. [12]

What does our ‘cenobia’, our community life mean to you? Do you not reckon that we are one body, and all members of one another? Those in charge are the head; those who supervise and correct are the eyes; those entrusted with instruction are the mouth; those who listen and obey are the ears; those who do the work are the hands; those who run messages, who have outside ministries, are the feet. Are you the head? Fulfil your charge. Are you the eyes? Be in touch and consider. Are you the mouth? Speak and give help. Are you the ear? Listen. The hand? Work. The foot? Do your errands! Let each one give assistance to the body according to his ability and take care to help one another, whether it is a matter of teaching and putting the word of God into the heart of a brother, or of consoling him in time of trouble or of giving a hand with work and helping him. In a word, as I was saying, each one according to his means should take care to be at one with everyone else, for the more one is united to his neighbor the more he is united to God.

And now I give you an example from the Fathers. Suppose we were to take a compass and insert the point and draw the outline of a circle. The centre point is the same distance from any point on the circumference. Now concentrate your minds on what is to be said! Let us suppose that this circle is the world and that God himself is the centre; the straight lines drawn from the circumference to the centre are the lives of men. To the degree that the saints enter into the things of the spirit, they desire to come near to God; and in proportion to their progress in the things of the spirit, they do in fact come close to God and to their neighbor. The closer they are to God, the closer they become to one another; and the closer they are to one another, the closer they become to God.

Now consider in the same context the question of separation; for when they stand away from God and turn to external things, it is clear that the more they recede and become distant from God, the more they become distant from one another. See! This is the very nature of love. The more we are turned away from and do not love God, the greater the distance that separates us from our neighbor. If we were to love God more, we should be closer to God, and through love of him we should be more united in love to our neighbor; and the more we are united to our neighbor the more we are united to God. May God make us worthy to listen to what is fitting for us and do it. For in the measure that we pay attention and take care to carry out what we hear, God will always enlighten us and make us understand his will.

St. Philaret the Confessor-On Modesty and Will


Our Lord Jesus Christ, instructing His disciples and apostles, imbued in them the necessity of observing purity of heart and thought. From the thought and from the heart proceed our sinful impulses: "But those things which proceed out of the mouth come forth from the heart," says the Saviour; "and they defile the man. For out of the heart proceed evil thoughts, murders, adulteries, fornications, thefts, false witnesses, blasphemies" (Matt. 15:18-19).
The Saviour pointed to this farther with the following words:


"Ye have heard that it was said by them of old time, Thou shalt not commit adultery; But I say unto you, that whosoever looketh on a woman to lust after her hath committed adultery with her already in his heart" (Matt. 27-28).

This law of the psycho-political nature of man is well-known to contemporary perverters, who are consciously striving to corrupt our youth. We remember how in Russia those who prepared the revolution, and then the communists, began the spiritual weakening of that nation by imbuing the youth with shamelessness and depravity. Special circles were organized for this, which spread contempt for the ordinary laws of morality. Such propagation of "free morals" which surrounds us now more than ever, is frequently being spread even among school age children.

In our days, as in pre-revolutionary times in Russia, this propagation has the definite goal of corrupting contemporary society. This is an old method. History is filled with examples of nations which perished from the spread of depravity; The Lord turned Sodom and Gomorrah. Babylon fell. The Roman Empire perished. The free West could be subjected to this same corruption... What do we see in the life which surrounds us? Indecency and shamelessness in clothing; shameless kissing and embracing on the streets and in public places; shameless advertisements, filthy pornographic literature... All of this dissoluteness and perversion pours into life in an immense wave. Truly, there is no less shamelessness now, if not more, than in pagan times when the Holy Apostles and their successors had to exhort Christians with especial zeal in the observance of modesty.

Man's nature is such that the sins of the flesh, the active role belongs on the one hand to the male sex, while on the other, the temptation comes from women. Because of this, Christian cultures everywhere established customs which helped the preservation of good morals, as well as modest dress for women, so that the exposure of the latter should not evoke sinful thoughts and tempting inclinations in anyone. The more elevated the spiritual culture, the more modest was the dress of the women.

Modesty in dress is our first line of defense. It must guard the purity of women and keep men from the temptation of sinful desires. Meanwhile, the evocation of precisely these feelings characterizes contemporary fashion.

What was peculiar before to a fallen woman, who, in plying her base trade, dressed provocatively with the goal of evoking sensuality in men, is now becoming the mode and norm for young women who are often unconscious of the meaning and consequences of this fashion which enslaves them. We know that the fight against sin which surrounds us on all sides is not an easy matter. The path of salvation is made narrower in proportion to the intensification in the world of evil and apostasy. But the ancient pagan world which surrounded the handful of the first Christians was no less corrupt. These latter, however, did not accede to the temptations of the pagan modes, even as some now do not accede to contemporary temptations.

The Holy Apostle Paul in his epistle to the Philippians wrote that they shone as lights in the midst of a crooked and perverse nation (Phil. 2:15). A lofty spiritual disposition and irreproachably clean, strictly, chaste life; these were the characteristic traits of the Philippian Christians, for which the Apostle Paul praised them. We live in later times; nineteen centuries separate us from those days in which the Apostle Paul wrote his epistles. But now, just as the Christians of the first centuries, we are encircled by an environment full of shamelessness and perversion. May the high and holy example of the ancient Christians teach us to be as steadfast and firm in the observance of the laws of Christian morals, and not accede to the temptations which surround us.

The moral character and moral value of man's personality depends most of all on the direction and strength of the will. Of course, everyone understands that for a Christian it is necessary to have first, a strong and decisive will, and second, a will which is firmly directed toward the good of his neighbor, toward the side of good and not evil. How is one to develop a strong will? The answer is simple: above all through the exercise of the will. To do this, as with bodily exercise, it is necessary to begin slowly, little by little. However, having begun to exercise one's will in anything (e.g., in a constant struggle with one's sinful habits or whims) this work on oneself must never cease. Moreover, a Christian who wishes to strengthen his will, his character, must from the very beginning avoid all dissipation, disorder and inconsistency of behavior. Otherwise, he will be a person without character, unreliable, a reed shaking in the wind, as we read in Holy Scripture.

Discipline is necessary for every one of us. It has such vital significance that without it, a correct, normal order and success in our endeavors is impossible. This is of primary importance in the ilk of each individual; for inner self-discipline takes the place here of external school or military discipline. Man must place himself in definite frameworks, having created definite conditions and an order of life, and he must not depart from this.

Let us note this, too: man's habits are of great significance in the matter of strengthening the will. Bad, sinful habits are a great obstacle for a Christian moral life. On the other hand, good habits are a valuable acquisition for the soul and, therefore, man must teach himself much good so that what is good becomes his own—habitual. This is especially important in the early years, when a man's character takes shape. It is not in vain that we say that the second half of man's earthly life is formed from habits acquired in the first half.

Probably no one would argue against the need for a strong will. In life we meet people with varying degrees of strength of will. It often happens that a person who is very gifted, talented, with a strong mind and a profoundly good heart, turns out to be weak willed and cannot carry out his plans in life, no matter how good and valuable they might be. On the other hand, a less talented person who is stronger in character and has great strength of will, this person often succeeds in life.

What is more important than strength of will is its direction: does it act for good or evil? A well intentioned but weak-willed person is seldom of great use to society; while a person with a strong will bent on evil is very dangerous. From this it is clear how very important are those principles, those basic foundations and rules by which man's will is guided.

What is the source from which man's will can draw suitable principles of guidance? For a non-believer, an answer to this is extremely difficult and essentially impossible. Are they to be drawn from science? In the first place, science is interested primarily in questions of knowledge and not morals, and secondly, it does not contain anything solid and constant in principles because it is constantly changing. From philosophy? Philosophy teaches about the relativity of its truths and does not claim their unconditional authority. From practical life? Even less. This life itself is in need of positive principles which can remove from it unruly and unprincipled conditions. But while the answer to the present question is so difficult for non-believers, for a believing Christian the answer is simple and clear. The source of good principles is God's will, and this is revealed to us in the Saviour's teaching, in His Holy Gospel. It alone has an unconditional, steadfast authority in this regard; and it alone teaches us self-sacrifice and Christian freedom, Christian equality and brotherhood (a concept stolen by those outside the Faith). The Lord Himself said of true Christians, "Not everyone who says to Me, Lord, Lord, will enter the kingdom of heaven, but he who does the will of My Father" (Matt. 7:21).


Thursday, 25 October 2012

On the humility of St. Evdokimos of Vatopedi

  St. Evdokimos of Vatopedi

 (amateur translation of an excerpt from the Encomium of the Saint written by Fr. Meletios the Hierodeacon)

It appears that the Saint wanted to hide his virtue and his holiness so much that he wished to die by himself, fearing perhaps that the brothers of Vatopedi would find some sign of holiness and want to honor him. He desired this because he perceived being honored by men as a sin before God. So great was his humble attitude that all of the vain things of this life, honors and love of glory, he considered senseless. This is a great sign of his holiness. This alone is enough, without requiring any other indication, to believe that he is a Saint, and other miracles would be considered unnecessary.
  
Why, as someone says, does a life according to the will of God, “life for God” in other words, and without any miracles occurring, bring the crown of holiness? For in his life that is truly “for God”, he clearly wanted to hide while alive and dead, without revealing it to anyone. Because he feared perhaps that some sign would occur for others, something which is antithetical to the commandments of the Gospel. This was the fear of St. Evdokimos.
  
For it is a great commandment for one to hide his virtue. Most men wish to hide their sins and to proclaim their virtues, though they are baseless. According to the righteous word, we must flee from both. Hidden must be repentance, in other words the rebuttal of sins, as they themselves occurred in secret. And as someone sinned in secret, in secret he must have his struggles against them. For to proclaim, however, one's virtues, and to not reveal his sins is absurd. We are ashamed to reveal our sins in case we might appear culpable and humiliated. How do we not fear the sin of pleasing men with the promotion of our good deeds, which causes God to abandon our soul? If we reveal the sins of our soul to God alone, let us not proclaim our virtues to men. Because they will be seen as a reward for our wrestling against the passions, and we would thus loose our portion from God and become transgressors of His law.
  
St. Evdokimos, however, did not do thus. For having been found to preserve with exactness one commandment of the Gospel, did he not much more so keep the rest of the Gospel's commandments? From this alone is revealed how he ruled over the other moral passions. For to conquer love of glory and to hide one's virtues is truly a super-human commandment. For the love of honor and glory is implanted within [fallen] man, and they are uprooted with difficulty. This we see in the Saints who lived before him, as we read their lives. In other words, when they lived, they wished to remain unknown and to hide. After their death, however, they did not hesitate to reveal their holiness.
Something similar we read in the lives of St. Alexios the Man of God, and St. John the Hut-dweller, who left their parents signs that they might know them after their death.
  
St. Evdokimos, however, as we learned, conquered love of glory. Something which is even very difficult to those who have reached the height of virtue. Because it was not important to him to be seen by men as holy, but to be glorified by God. But someone might say: “You wish to show us that this new Saint of Vatopedi is higher than St. Alexios and St. John the Hut-dweller?” Not at all, most holy Fathers. Because in holiness there is no comparison. Do you know that, as it says in the Gospel: “In the house of my Father there are many mansions”, for I further know that all receive the same [reward].
  
What I am saying is that the divine Evdokimos was a most-exact keeper of all the commandments of God. He hid all of his virtues, because he feared the word of the Gospel, “do not be thought of...”, in other words do not do something to be seen by others. With keeping this word he conquered the greatest beast, “glory”, in other words vanity and love of glory, which calls all of us to esoteric agitation and great turmoils. This great beast, Evdomikos conquered and defeated. In what way? By always hiding and by never giving any sign of his holiness. In my opinion, this is the greatest triumph of virtue, because I see the passion of love of glory as unconquerable.
  
As you know, the once first of the Angels was filled with pride, and dared to say: “I will place my throne above the heavens, and I, myself will become the Exalted God.” Was he not put in danger by love of glory, which I named an unconquerable beast? And do not be surprised by the name. Because whether we call it haughtiness, pride, conceit, glory, manic-glory, work-for-glory, [doxarion], or love-of-glory, the name alone changes, but we are talking about the same passion. The difference us found in in the disposition in those that have it.
  
Did not Adam, for this glory, imagine that he would become equal to God? And if for this passion of glory angels became demons and devils, Adam won death, earthly and heavenly creation was troubled, and the all-consuming Hades was born...how is this passion of love of glory not great? For if the first angel and first man conquered this passion, the universe would not have been troubled, neither would death, which we tremble at and fear, endanger us with its sickle. On account of love of glory, did not all troubles of life enter the world? Most certainly! Because of this the first angel and the first man were conquered.
  
This, however, did not conquer Evdokimos, but he conquered it, because he hid his virtue and his holiness “as the apple of his eye”. He achieved great victory and became higher than the first angel and the first man. If we do not call Evdokimos holy and do not honor him, and do not glorify him as a Saint, I do not know who else to call, to honor or to glorify.
  
That his holy relic was granted a heavenly fragrance, after so many signs of his virtue, and after such a great victory against the devil, is another sign of his holiness to those who think about divine things, as a friend wrote who asked about St. Evdokimos. “However, he did not ultimately remain unknown to the end, because God glorifies those who glorify Him.” Would He therefore have glorified Adam and made the first angel incorrupt, had they not been conquered by love of glory? Of course he would have glorified them. But they lost the glory that they had, endangered by their love of glory.
  
Our St. Evdokimos fled from all love-of-glory throughout his whole life, and in his death, without wishing to be glorified from God. God glorifies all His saints to praise a life of virtue and godliness, and to censure a life of evil and passion.
 

ELDER PAISIOS-On the Wing of Will

 ELDER PAISIOS THE ATHONITE

People can easily be influenced both for good or ill.They are influenced more readily towards evil,because it is the devil who is prompting them.For example,tell someone to quit smoking because it is harmful.As soon as he decides to stop,the devil will run to tempt him:"This type of cigarette has less nicotine,that type has a filter that purifies the smoke.Smoke these;they won't harm you."The devil will find an excuse for him not to quit smoking;he will find a solution!For the devil is capable of finding many excuses.And the cigarette he suggests may be even more harmful.
This is why we must be able to exercise our will.For,if someone does not cut out his bad habits when he is young,then it will be very difficult later in life when the will is weakened.

If a person has no willpower,he can do nothing.Saint John Chrysostom says,All depends upon  being willing or unwilling.This is an important matter.God is by nature Benevolent and always desires our good.But it is essential that we,too, be willing.For man flies spiritually with two wings:God's will and his own.One wing-God's own will-He has attached permanently to one of our shoulders.But in order to fly spiritually we also have to attach our own wing-the human will-to the other shoulder.
When someone has a strong will,when he has the human wing,the one which balances the divine wing,then he can fly.But if his will is weak and has not matured,when he tries to fly a little he merely tumbles,He tries again to take off,but he still tumbles.

-Can the will be cultivated and strengthened?

 
-Haven't we already said that everything can be cultivated?The will exists in all people,in various degrees.When a person has the desire to struggle,he prays and asks God to increase his will,and God helps.When a person does not progress in the spiritual life,he should know that this is because he either does not contribute any will,or his will is insufficient or too weak,in which case it's of no help.A bird,for example,has one strong wing,but neglects the other;it loses some feathers and then cannot fly right.One wing works well,but the other is like a broken comb.The bird flaps it,but the wind passes through it and the bird cannot fly right.It flies a bit and then falls down.It must have both wings intact in order to be able to fly.
What I'm trying to say is that man,too,must be careful not to neglect the human will if he wants to fly securely and properly-that is,spiritually.Do you know what the devil does?He slowly creeps up,and little by little plucks some small feather from the human wing,and then another,a larger one,and if man is not careful,the devil can even pluck a large feather and make him unable to fly.And if several feathers are plucked,then,when he tries to fly,air passes through the plucked wing and so he rolls over instead of flying.
The Divine wing is always full and complete,there are no missing feathers,because the devil cannot pluck them out;it is a divine wing.Man must be careful not to be negligent and allow the devil to remove any of the feathers from his own wing.When laziness and indifference creep in,will power is eventually weakened.What can God do if man is not willing?God does not wish to interfere,because He has respect for human freedom.So, an unwilling person renders useless even the wing of God.But when man has the will,that is when he has his own wing intact,and God also is willing,with both wings in place,man can fly.
-Elder what exactly is this flying you are talking about?Does it mean that i should want to make spiritual progress ,to desire my salvation?
-Yes,my child!When i talk about flying I mean our spiritual ascent toward heaven,not about flying onto some cypress tree!
-Elder,you had said once that a person can plough,sow and do all the necessary work,but may not even harvest enough to cover the cost of the seed.
-Yes,that's right.If he is not careful,the devil can rob him of all his efforts.One who is heedful and takes the salvation of his soul seriously,struggles,progresses, bears fruit,is nourished spiritually and rejoices angelically.


Taken From ELDER PAISIOS ON MOUNT ATHOS,Spiritual Counsels Vol2 "Spiritual Stuggle"

Γέρων Εφραίμ της Αριζόνας - Ομιλία Περί Εκτρώσεων

Γέρων Εφραίμ της Αριζόνας . Ομιλία περί
εκτρώσεων.

Μητρ.Ιερόθεος Βλάχος -Η Ησυχία ως μέθοδος θεραπείας

Ένας από τους πιο βασικούς τρόπους θεραπείας της ψυχής είναι και η ησυχία με όλη την σημασία της λέξεως. Πιστεύω πως στα προηγούμενα φάνηκε αυτό το θέμα καθαρά. Ο σημερινός άνθρωπος ζητάει θεραπεία στα βασικά θέματα ζωής, κυρίως στην εσωτερική του κατάσταση, ακριβώς επειδή είναι υπερβολικά κουρασμένος. Γι’ αυτό ένα από τα μηνύματα τα οποία μπορεί να προσφέρη η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κουρασμένο, απογοητευμένο και παραπαίοντα κόσμο είναι το μήνυμα της ησυχίας. Πιστεύω πως η προσφορά της Ορθοδόξου Παραδόσεως στον τομέα αυτόν είναι μεγάλη. Γι’ αυτό στην συνέχεια θα επιδιώξω να αναπτύξω περισσότερο την αξία της ησυχίας και του ησυχασμού για την θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς και της λογικής. Έχουμε την εντύπωση ότι η ησυχία και ο ησυχασμός είναι από τα βασικότερα φάρμακα για την επίτευξη της εσωτερικής υγείας. Επίσης, επειδή η έλλειψη της ησυχίας είναι εκείνη που δημιουργεί τα προβλήματα, το άγχος, την αγωνία, την ανασφάλεια, τις ψυχολογικές, ψυχικές και σωματικές παθήσεις, γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να δούμε την αιτία αυτών, που είναι ο αντιησυχασμός. Ο αντιησυχαστικός λίβας που πνέει και καίει τα πάντα, κυριαρχεί παντού και είναι η κυρία αιτία της ανωμαλίας. Γι’ αυτό στην συνέχεια θα
αναπτύξουμε την ησυχία ως μέθοδο θεραπείας της ψυχής και τον αντιησυχασμό ως αιτία της ψυχικής και σωματικής ασθενείας.

1. Ησυχία


Πριν δώσουμε ορισμό της ησυχίας, ας δούμε την μεγάλη αξία της για την θεραπεία της ψυχής.


Οι άγιοι Πατέρες, που έχουν βιώσει σε όλο το πλάτος την Ορθόδοξη Παράδοση, έχουν τονίσει την μεγάλη σπουδαιότητα της ορθοδόξου ησυχίας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον οποίο η Εκκλησία δεν έδωσε τυχαία την επωνυμία του Θεολόγου, την θεωρεί απαραίτητη για να φθάση κανείς στην κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό «χρη και ησυχάζειν, ώστε αθολώτως προσομιλείν τω Θεώ και μικρόν απανάγειν τον νουν από των πλανωμένων»[1]. Με την ησυχία ο άνθρωπος καθαρίζει τις αισθήσεις του και την καρδιά του και έτσι γνωρίζει τον Θεό. Και αυτή η γνώση του Θεού συνιστά την σωτηρία του.


Μέσα σ’ αυτήν την γραμμή εντεταγμένος οργανικά και ο όσιος Θαλάσσιος, συνιστά επιγραμματικά: «Ησυχία και προσευχή, μέγιστα όπλα αρετής. Αύται γαρ τον νουν καθαίρουσαι, διορατικόν απεργάζονται»[2]. Με την ησυχία ο νους του ανθρώπου καθαρίζεται και γίνεται όργανο δεκτικό της θεωρίας του Θεού. Βέβαια, όπως γνωρίζουμε, κατά την πατερική διδασκαλία, άλλο είναι ο νους και άλλο η λογική. Ο νους καλυπτόμενος από τα πάθη παύει να είναι θεωρός των μυστηρίων του Θεού (είναι νεκρός), ενώ απαλλασσόμενος από τα πάθη γίνεται διορατικός και βλέπει τον Θεό ως Φως, και αυτό είναι η ζωή του ανθρώπου. Και, όπως έχουμε γράψει, αυτή η κάθαρση του νου επιτυγχάνεται με την ησυχία.


Είναι γνωστό σε όσους καταγίνονται με την μελέτη των πατερικών έργων και σε όσους προσπαθούν να βιώσουν αυτήν την ησυχία ότι διακρίνεται σε σωματική και ψυχική. Η σωματική αναφέρεται  σε εξωτερικά θέματα, ενώ η ψυχική σε εσωτερικά. Η σωματική ησυχία είναι συνήθως ο ησυχαστικός τόπος και η προσπάθεια να μειώση ο άνθρωπος, κατά το δυνατόν, τις εξωτερικές παραστάσεις, τις εικόνες που δέχονται και προσφέρουν στην ψυχή οι αισθήσεις, ενώ η ψυχική ησυχία έγκειται στο να αποκτήση ο νους την ικανότητα και την δυνατότητα να μη δέχεται καμμιά πειρασμική περιπλάνηση. Σ’ αυτήν την κατάσταση ο νους του ανθρώπου, διακατεχόμενος από  την  νήψη και την κατάνυξη, είναι στραμμένος μέσα στην καρδιά, ο νους (η ενέργεια) συνελλίσσεται στον χώρο της καρδιάς (ουσία), ενώνεται μαζί με αυτήν και έτσι αποκτά μερική ή περισσότερη γνώση του Θεού.


Η σωματική ησυχία είναι ο περιορισμός του σώματος. «Αρχή της ησυχίας (είναι) η σχολή»[3]. Ο άνθρωπος σχολάζει από κάθε έργο. Συνέπεια αυτής της «σχολής» είναι «η φωτιστική δύναμις και θεωρία∙ και τέλος η έκστασις και η αρπαγή του νοός προς Θεόν»[4]. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αναφερόμενος σ’ αυτήν την εξωτερική – σωματική ησυχία, γράφει: «ο αγαπήσας ησυχίαν, απέκλεισε στόμα»[5].


Δεν είναι όμως μόνον οι λεγόμενοι νηπτικού Πατέρες που αναφέρονται και περιγράφουν την ιερά ατμόσφαιρα της ησυχίας, αλλά και οι λεγόμενοι κοινωνικοί. Χρησιμοποιώ την λέξη λεγόμενοι γιατί στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν υπάρχει διαλεκτική αντίθεση μεταξύ της θεωρίας και της πράξεως, ούτε μεταξύ νηπτικών και κοινωνικών Πατέρων. Οι νηπτικοί είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικοί και οι κοινωνικοί είναι αφάνταστα νηπτικοί.


Σαν παράδειγμα στο θέμα της ιεράς ησυχίας θα ήθελα να αναφέρω τον Μ. Βασίλειο. Σε επιστολή στον φίλο του άγιο Γρηγόριο γράφει για την ησυχία σαν αρχή της καθάρσεως της ψυχής, καθώς επίσης και για την ησυχία του σώματος, δηλαδή τον περιορισμό της γλώσσης, της οράσεως, της ακοής και των λόγων. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ησυχία ουν αρχή καθάρσεως τη ψυχή, μήτε γλώσσης λαλούσης τα των ανθρώπων, μήτε οφθαλμών ευχροίας σωμάτων και συμμετρίας περισκοπούντων, μήτε ακοής τον τόνον της ψυχής εκλυούσης εν ακροάμασι μελών προς ηδονήν πεποιημένων, μήτε εν ρήμασιν ευτραπέλων και γελοιαστών ανθρώπων, ο μάλιστα λύειν της ψυχής τον τόνον πέφυκεν».


Εδώ εκφράζεται η ιερά κατάσταση της ησυχίας την οποία απολάμβανε εκείνο τον καιρό ο άγιος Πατήρ στην έρημο, όταν προσπαθούσε να αποκτήση την γνώση του Θεού στο πανεπιστήμιο της ερήμου, μετά την διατριβή του σε ανθρώπινες σχολές για την απόκτηση της ανθρωπίνης γνώσεως. Και στην συνέχεια παρουσιάζει ο ιερός Πατήρ, ο Φωστήρ της Καισαρείας, ένα κλασσικό χωρίο που δείχνει ότι είχε άριστες γνώσεις της ησυχαστικής ζωής. Ο νους ο οποίος δεν διασκορπίζεται προς τα έξω και δεν διαχέεται δια των αισθήσεων προς τον κόσμο, επιστρέφει προς τον εαυτό του και δια του εαυτού του ανέρχεται προς τον Θεό και τότε ελλάμπεται από το άκτιστο Φως της θεότητος. Χαρακτηριστικά γράφει: «Νους μεν γαρ μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, μηδέ υπό των αισθητηρίων επί τον κόσμον διαχεόμενος, επάνεισι μεν προς εαυτόν, δι’ εαυτού δε προς την περί Θεού έννοιαν αναβαίνει∙ κακείνω τω κάλλει περιλαμπόμενός τε και ελλαμπόμενος και αυτής της φύσεως λήθην λαμβάνει, μήτε προς τροφής φροντίδα, μήτε προς περιβολαίων μέριμναν την ψυχήν καθελκόμενος, αλλά, σχολήν από των γηΐνων φροντίδων άγων, την πάσαν εαυτού σπουδήν επί την κτήσιν των αιωνίων αγαθών μετατίθησι...»[6].


Η σωματική ησυχία είναι βοηθητική για να φθάση ο άνθρωπος να αποκτήση και την εσωτερική ψυχική ησυχία, την λεγομένη νοερά ησυχία. Φαίνεται από την πατερική διδασκαλία ότι η πρώτη, αν και  μη τελείως αναγκαία, είναι εν τούτοις πολύ απαραίτητη για την κατά Θεόν ζωή. «Ησυχία μεν σώματός εστιν, ηθών, και αισθήσεων επιστήμη, και κατάστασις»[7]. Η σωματική ησυχία είναι κατάσταση σώματος και αισθήσεων. Και σε άλλα σημεία ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μιλά γι’ αυτήν την ησυχία, μάλιστα έχει υπ’ όψη του «ησυχαστικούς τόπους»[8]


Βέβαια, όπως αναφέραμε προηγουμένως, η έρημος και γενικά η σωματική ησυχία είναι βοηθητική για να φθάση κανείς στην εσωτερική νοερά ησυχία. Οι Πατέρες νοιώθουν την ησυχία «ουχί εις τον εγκλεισμόν, ουδέ εις την φυσικήν αναχώρησιν εις την έρημον, αλλ’ εις την διηνεκή εν τω Θεώ διαμονήν»[9]. Η έρημος, αν και έχη μεγάλη αξία, επειδή βοηθά στον περιορισμό των εικόνων και παραστάσεων που προέρχονται από τον γύρω κόσμο, εν τούτοις δεν απολυτοποιείται. Είναι χαρακτηριστικός στο σημείο αυτό ο Νικήτας ο Στηθάτος. Αναφερόμενος στο ότι η αρετή δεν περιορίζεται σε έναν ορισμένο τόπο και ότι ο σκοπός του ανθρώπου, που είναι «η αποκατάστασις των δυνάμεων της ψυχής» και «η επί το αυτό σύνοδος των γενικών αρετών εις την κατά φύσιν ενέργειαν», δεν συντελούνται από έξω, αλλά «συμπεφύκασιν ημίν εκ δημιουργία», καταλήγει «περιττόν η ερημία, εισερχομένων ημών εις αυτήν (την Βασιλείαν των Ουρανών) και ταύτης χωρίς, δια μετανοίας και πάσης φυλακής των του Θεού εντολών»[10]. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Νικήτας, εκφράζοντας την απορία για το λεγόμενο από πολλούς ότι είναι αδύνατον ο άνθρωπος να φθάση στην έξη της αρετής «άνευ αναχωρήσεως μακράς και της εις ερημίαν φυγής», γράφει: «τεθαύμακα, πως το απεριόριστον έδοξεν αυτοίς εν τόπω περιορίζεσθαι»[11].


Πάντως η έρημος και γενικά η σωματική ησυχία βοηθά για την απόκτηση της νοεράς ησυχίας, της οποίας τώρα ερχόμαστε να περιγράψουμε το ιερό περιεχόμενο.


Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος καθώς γράφει επιγραμματικά και συνεπτυγμένα στο περισπούδαστο έργο του, λέγει για την ησυχία της ψυχής ότι είναι «λογισμών επιστήμη». Ο ησυχαστής με την νήψη ίσταται στην πύλη της καρδίας, ελέγχει τους λογισμούς και ή φονεύει ή αποδιώκει τους ερχομένους λογισμούς: «ησυχία δε ψυχής, λογισμών επιστήμη και ασύλητος έννοια. Ησυχίας φίλος, ανδρείός τις και απότομος λογισμός, εν θύρα καρδίας ανυστάκτως ιστάμενος, και τους προσερχομένους λογισμούς ή κτείνων ή αποσειόμενος»[12].


Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αναφερόμενος στο θέμα της νοεράς ησυχίας και διαγράφοντας την ιερά της ατμόσφαιρα, λέγει: «Ησυχία εστί νοός κατάστασις ανενόχλητος, γαλήνη ελευθέρας και αγαλλιωμένης ψυχής, καρδίας ατάραχος και ακύμαντος βάσις, θεωρία φωτός, γνώσις Θεού μυστηρίων, λόγος σοφίας, άβυσσος νοημάτων Θεού, αρπαγή νοός, ομιλία καθαρά προς Θεόν, ακοίμητος οφθαλμός, προσευχή νοερά, ένωσις μετά Θεού και συνάφεια και τέλος θέωσις και άπονος ανάπαυσις εν μεγάλοις πόνοις ασκήσεως»[13].


Και άλλοι Πατέρες μιλούν γι’ αυτήν την ιερά κατάσταση της ψυχής, αφού άλλωστε η εν Χριστώ ζωή είναι κοινή εμπειρία όλων των αγίων. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη «ησυχία γαρ εστιν απόθεσις νοημάτων των ουκ εκ του πνεύματος θειοτέρων, έως καιρού, ίνα μη προσέχων τούτοις ως καλοίς το μείζον απολέσης»[14].


Αυτή η απόθεση των νοημάτων εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια να καθαρίση ο άνθρωπος το λογιστικό μέρος της ψυχής. Αγωνίζεται ο αθλητής της πνευματικής ζωής να αποδιώκη τους λογισμούς, οι οποίοι ενσπείρονται από τον πονηρό, με μοναδικό σκοπό να διαλύση την εσωτερική ενότητα των δυνάμεων της ψυχής και να αρρωστήση την καρδιά του ανθρώπου. Είναι γεγονός ότι η Ορθοδοξία είναι μια θεραπευτική επιστήμη. Διαβάζοντας τα έργα των αγίων Πατέρων που αναφέρονται στα θέματα αυτά, βλέπουμε καθαρά ότι ο Χριστιανισμός θεραπεύει την ασθενούσα ψυχή και μέσα στους τρόπους θεραπείας πρωταρχική θέση κατέχει η φυλακή του νοός, η απώθηση των λογισμών και η προσπάθεια να τους φονεύσουμε πριν εισέλθουν στην πύλη της καρδίας.


«Η ησυχία τι εστιν; αλλ’ ή το συστείλαι τινά την καρδίαν αυτού από δόσεως και λήψεως και ανθρωπαρεσκείας, και των λοιπών ενεργειών. Και ότε δε ο Κύριος ήλεξγε τον γραμματέα δια τον εμπεσόντα εις τους ληστάς, και επηρώτησεν αυτόν τις εγένετο πλησίον; λέγει∙ «ο ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού». Πάλιν είρηκεν∙ «έλεον θέλω και ου θυσίαν» ∙ ει ουν έχεις άπαξ ότι το έλεος πλείον εστί της θυσίας, εις το έλεος κλίνον την καρδίαν σου∙ και γαρ η πρόφασις της ησυχίας φέρει εις υψηλοφροσύνην, πριν ή ο άνθρωπος κερδάνη εαυτόν, τουτέστιν άμωμος γένηται∙ τότε γαρ ησυχία εστίν∙ ότι εβάστασε τον  σταυρόν. Εάν ουν συμπαθήσης, ευρίσκεις βοήθειαν∙ εάν δε κρατήσης σεαυτόν, ως δήθεν υπεραναβήναι το μέτρον, τούτο μάθε, ότι και ο έχεις απωλέσας∙ μήτε ουν έσω, μήτε έξω∙ αλλά αμέσως πορεύθητι, συνιών τι το θέλημα του Κυρίου, ότι αι ημέραι πονηραί εισίν;»[15].


Το ότι η ησυχία είναι κυρίως και προ παντός φυλακή του νου, φυλακή των λογισμών, φαίνεται και από τον όσιο Θαλάσσιο με την παραγγελία που δίδει: «Ασφάλισαι τας αισθήσεις τω τρόπω της ησυχίας και δίκασον τους λογισμούς εφεστώτας τη καρδία»[16].


Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι κυρίως ο υπέρμαχος της ησυχίας, όπως θα μας δοθή η ευκαιρία να πούμε πιο κάτω. Αυτός έκανε, με την Χάρη του Χριστού, αγώνες για την κατοχύρωση αυτής της μεθόδου καθάρσεως της καρδιάς και των λογισμών, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση γνώσεως και κοινωνίας με τον Θεό. Σε λόγο του στα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου ομιλεί για την ησυχαστική ζωή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αγιορείτης άγιος, μιλώντας από την πείρα του, παρουσιάζει την Παναγία τύπο της νοεράς ησυχίας, αφού μέσα στα άγια των αγίων έφθασε στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, δια της ησυχίας. Γράφει ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε στον Θεό και κοινωνήσουμε μαζί Του, αν δεν καθαρθούμε και αν δεν καταλείψουμε τα αισθητά και τις αισθήσεις και αν δεν ανεβούμε πάνω από τους λογισμούς και τους συλλογισμούς και την ανθρώπινη γνώση και από όλη την διάνοια. Αυτό ακριβώς έκανε και η Παρθένος. Ζητούσα η Παρθένος αυτήν την κοινωνία με τον Θεό, «την ιεράν ησυχίαν ευρίσκει χειραγωγόν∙ ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύστιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν∙ αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας, ειπείν οικειότερον ή μόνη δείγμα της ως αληθώς ευεκτούσης ψυχής». Στην συνέχεια περιγράφει ο άγιος ότι οι αρετές είναι φάρμακα για τις ασθένειες της ψυχής για τα πάθη, αλλά η θεωρία είναι «της υγιαινούσης ο καρπός, οίόν τι τέλος ούσα και είδος θεουργόν». Η ψυχή, με άλλα λόγια, θεραπεύεται δια των αρετών, αλλά θεραπευομένη ενώνεται με τον Θεό δια της θεωρίας, στην οποία οδηγεί η αγωγή της ησυχίας. «Δι’ αυτής (της θεωρίας) θεοποιείται άνθρωπος, ου της από των λόγων ή της των ορωμένων στοχαστικής αναλογίας, αλλά της από της καθ’ ησυχίαν αγωγής»[17].


Με την μέθοδο αυτή της ορθοδόξου ησυχίας και αγωγής θεραπευόμαστε, «απολυόμεθα των κάτω και συννεύομεν προς τον Θεόν» και με διαρκείς δεήσεις και προσευχές «θίγομέν πως της αθίκτου και μακαρίας φύσεως εκείνης. Και ούτως αυτοίς ανακραθέντος απορρήτως υπέρ αίσθησιν και νουν φωτός, εν εαυτοίς ως εν εσόπτρω θεωρούσι τον Θεόν οι την καρδίαν δι’ ιεράς ησυχίας καθαρθέντες»[18].


Τα κύρια χαρακτηριστικά σημεία του λόγου αυτού του αγιορείτου αγίου είναι ότι με την μέθοδο της ορθοδόξου αγωγής, που είναι ουσιαστικά μέθοδος της νοεράς ησυχίας, καθαρίζουμε την καρδιά και τον νου μας και δι’ αυτού του τρόπου ενωνόμαστε με τον Θεό. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος προσψαύσεως του Θεού και κοινωνίας μαζί Του.


Οι άγιοι Πατέρες σε μελέτες τους ονομάζουν αυτήν την κατάσταση της ψυχής και Σαββατισμό. Ο νους του ανθρώπου, καθαρθείς με την μέθοδο και αγωγή της ιεράς ησυχίας, σαββατίζει , αναπαύεται εν Θεώ. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μιλώντας για την θεία κατάπαυση, για την κατάπαυση του Θεού, ο Οποίος «κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού», και για την κατάπαυση του Χριστού με την κάθοδο της ψυχής μαζί με την Θεότητα στον Άδη και με την παραμονή του Σώματός Του μετά της Θεότητος στον τάφο, γράφει ότι και εμείς πρέπει να επιδιώκουμε αυτήν την θεία κατάπαυση, να συγκεντρώνουμε δηλαδή τον νου μας με την επίπονη προσοχή και αδιάλειπτη προσευχή. Αυτή η θεία κατάπαυση, ο θείος Σαββατισμός, είναι η νοερά ησυχία. «Αν δε και παντός συλλογισμού, καν αγαθός η, τον σον απαναστήσης νουν και προς εαυτόν επιστρέψης όλον δι’ επιμόνου προσοχής και αδιαλείπτου προσευχής, όντως εισήλθες και αυτός εις την θείαν κατάπαυσιν και της κατά την εβδόμην ευλογίας επέτυχες, αυτός σεαυτόν ορών και δια σαυτού προς θεοπτίαν αναφερόμενος»[19]. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτά τα λέγει ο άγιος σε ομιλία στο ποίμνιο της Επισκοπής του, δηλαδή της Θεσσαλονίκης. Αυτό σημαίνει ότι όλοι, κατά διαφόρους όμως βαθμούς, μπορούν να αποκτήσουν εμπειρίες της θείας καταπαύσεως. Και πιστεύω ότι αυτή είναι η διδασκαλία που χάθηκε στην σημερινή εποχή.


Με όσα αναφέραμε για την νοερά ησυχία γίνεται φανερό ότι εκείνος που ασχολείται με αυτήν λέγεται ησυχαστής. Ησυχαστής είναι ο άνθρωπος εκείνος που ακολουθεί την αγωγή της ησυχίας, που στην πραγματικότητα είναι η αγωγή της Ορθοδόξου Παραδόσεως, η οποία έχει σκοπό να οδηγήση τον άνθρωπο προς τον Θεό και να τον ενώση μαζί Του. Για να θυμηθούμε τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος «ησυχαστής εστιν, ο το ασώματον εν σωματικώ οίκω περιορίζειν φιλονεικών, το παραδοξότατον... Ησυχαστής εστι τύπος Αγγέλου επίγειος, χάρτη πόθου, και σπουδής γράμμασι, την εαυτού προσευχήν ολιγωρίας, και ραθυμίας ελευθερώσας... Ησυχαστής εστιν, ο βοήσας εναργώς∙ «ετοίμη η καρδία μου ο Θεός». Ησυχαστής εστιν, εκείνος ο ειπών∙ «εγώ καθεύδω, και η καρδία μου γρηγορεί»[20].


Βεβαία, όπως έχει προηγουμένως σημειωθή, η ησυχία είναι η πιο κατάλληλη μέθοδος αυτοσυγκεντρώσεως και ανόδου της ψυχής προς τον Θεό και κοινωνίας μαζί Του. Και μάλιστα είναι αναγκαιοτάτη για την κοινωνία με τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αφού αναπτύσσει δια μακρών ότι μέσα στην καρδιά πρέπει να στραφή ο νους του ανθρώπου (η ενέργεια) και ότι μέσα στην καρδιά, που είναι το «του λογιστικού ταμείον και πρώτον σαρκικόν όργανον λογιστικόν». «το των λογισμών ταμείον», ευρίσκεται η Χάρη του Θεού, γράφει: «Οράς πως αναγκαιότατον τοις προειρημένοις εν ησυχία προσέχειν  εαυτοίς επανάγειν και εμπερικλείειν τω σώματι τον νουν και μάλιστα τω εν τω σώματι ενδοτάτω σώματι, ο καρδίαν ονομάζομεν;»[21].


Πρέπει όμως να τονίσουμε  και να υπογραμμίσουμε δεόντως ότι η αγωγή της ησυχίας δεν είναι απλώς μια ανθρώπινη προσπάθεια επαναφοράς του νου προς τον εαυτό του και η ένωσή Του με την καρδιά, δεν είναι μόνον μια τεχνική μέθοδος, αλλά είναι μια αγιοπνευματική κατάσταση. Αυτή η αγωγή της ησυχίας εμπνέεται και καθοδηγείται από το Πανάγιο Πνεύμα και εκφράζεται με την μετάνοια και το πένθος. Δεν είναι απλώς μια τεχνητή μέθοδος, που μπορεί κατά κάποιο βαθμό να βρεθή και σε άλλα συστήματα ανθρωποκεντρικά. «Η νοερά ησυχία του ορθοδόξου μοναχού γεννάται οργανικώς εκ της βαθείας μετανοίας και εκζητήσεως της φυλάξεως των εντολών του Χριστού. Ουδόλως είναι τεχνητή τις εφαρμογήν εν τη πνευματική ζωή της αρεοπαγιτικής θεολογίας. Αι θεολογικαί θέσεις των «αρεοπαγιτικών» δεν αντιφάσκουν προς τα αποτελέσματα της ησυχίας, και υπ’ αυτήν την έννοιαν συνορεύουν και συμπίπτουν μετ’ αυτής∙ αλλά θεωρούμεν αναγκαίον να υπογραμμίσωμεν ως εν τα μάλλα ουσιώδες σημείον, ότι αφετηρία και βάσις της ησυχίας δεν είναι η αφηρημένη φιλοσοφία της αποφατικής θεολογίας, αλλ’ η μετάνοια και ο αγών κατά του ενεργούντος εν ημίν «νόμου της αμαρτίας» (Ρωμ. ζ’, 23)»[22].


Αυτήν ακριβώς την σύνδεση της νοεράς ησυχίας με την μετάνοια κάνουν όλοι οι άγιοι Πατέρες. Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης γράφει ότι «άνευ πενθικής εργασίας και πολιτείας αδύνατον τον της ησυχίας καύσωνα υπομείναι». Εκείνος που πενθεί για τα προ του θανάτου και τα μετά τον θάνατο, θα αποκτήση υπομονή και ταπείνωση, που είναι τα δυο θεμέλια της ησυχίας. Χωρίς την μετάνοια και τα δυο αυτά θεμέλια, ο ησυχαστής έχει «της ολιγωρίας την οίησιν»[23].


Επομένως η μέθοδος της αγωγής της ησυχίας, και αυτό πρέπει να τονισθή υπερβαλλόντως, συνδέεται με την μετάνοια, τα δάκρυα, το πένθος, την κατάνυξη. Χωρίς αυτά είναι νόθος, και άρα όχι βοηθητική. Γιατί σκοπός της ησυχίας είναι ο καθαρός της καρδιάς και του νου. Αυτό όμως δεν νοείται χωρίς τα δάκρυα και το πένθος. Γι’ αυτό για τον αθλητή της νοεράς ησυχίας τα δάκρυα είναι τρόπος ζωής. Η συγκέντρωση του νου μέσα στην καρδιά τον καθιστά ικανό να δη την αθλιότητά του και αμέσως οι οφθαλμοί και αυτή η καρδιά χύνουν δάκρυα μετανοίας. Και όσο αυξάνεται η μετάνοια, τόσο καθαρίζεται ο άνθρωπος και αποκτά γνώση Θεού.


Αλλά η ησυχία συνδέεται στενώτατα και με την τήρηση των εντολών του Χριστού. Τα μεγάλα όπλα αυτού που ησυχάζει με υπομονή  είναι «εγκράτεια και αγάπη και προσοχή και ανάγνωσις»[24]. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη οφείλει ο ησυχάζων να έχη σαν θεμέλιο τις αρετές «σιωπήν, εγκράτειαν, αγρυπνίαν, ταπείνωσιν, και υπομονήν». Επίσης πρέπει να έχη τρεις θεάρεστες εργασίες «ψαλμωδίαν, προσευχήν και ανάγνωσιν και εργόχειρον»[25]. Σε άλλη συνάφεια ο ίδιος άγιος τονίζει ότι «η ησυχία προ πάντων πίστεως δείται και υπομονής και της εξ όλης καρδίας και ισχύος και δυνάμεως αγάπης και ελπίδος»[26]. Αλλού πάλι ο ίδιος τονίζει άλλες αρετές, όπως την εγκράτεια, την σιωπή και την αυτομεμψία, «τουτέστιν την ταπείνωσιν. Περιεκτικαί γαρ εισί και αλλήλων φυλακτικαί, εξ ων η προσευχή τίκτεται και αυξάνει διαπαντός»[27]. Ασφαλώς πρέπει να προσέχη και την τροφή, να είναι κατά πάντα εγκρατής, ώστε να μη θολώνεται ο νους του από τις τροφές: «ο ησυχάζων πάντοτε ενδεής οφείλει να είναι, μη κορεννύμενος. Βαρυνομένου γαρ του στομάχου και του νοός θολωθέντος δια τούτου, ουδέ προσευχήν δύναται λέγειν κραταιώς ή καθαρώς». Από τα πολλά βρώματα έρχεται ο ύπνος και πέφτουν στον νου αναρίθμητες φαντασίες[28].


Αυτά δείχνουν ότι η ησυχαστική αγωγή προϋποθέτει την τήρηση των εντολών του Χριστού, αφού δι’ αυτών των εντολών γεννώνται οι αρετές. Έτσι και οι αρετές δεν είναι ανεξάρτητες από την ησυχία αλλά ούτε και η ησυχία είναι ανεξάρτητη από την φυλακή των εντολών του Θεού, την φυλακή των «δικαιωμάτων» του Θεού.


Αντίθετα, η μη τήρηση των εντολών και η ύπαρξη των παθών δεν συνιστούν ορθόδοξη ησυχία. Και αν αρχίση να εμφανίζεται, αμέσως κατατρώγεται, εξαφανίζεται. «Το λυμαίνον την κατάστασιν της ησυχίας και την θείαν εξ αυτής περιαιρούν δύναμιν» είναι τα έξι πάθη, δηλαδή η παρρησία, η γαστριμαργία, η πολυλογία και ο περισπασμός, η φυσίωση και η κυρία των παθών οίηση[29].


Από όλα αυτά φαίνεται καθαρά ότι η ιερά νοερά ησυχία είναι αναγκαιότατη για την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη και την κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι μια πολυτέλεια στην ζωή του ανθρώπου, δεν είναι μια αγωγή για μερικούς μόνον ανθρώπους ή καλύτερα δεν είναι μέθοδος την οποία πρέπει να εφαρμόσουν μόνον οι μοναχοί, αλλά αναφέρεται σε όλους. Είναι μια απαραίτητη εργασία για να φθάσουμε στην θεωρία του Θεού, στην θέωση, που είναι ο σκοπός του ανθρώπου. Όμως διαφορετικός είναι ο βαθμός της νοεράς ησυχίας.


Στα Ευαγγέλια πολλές φορές παρουσιάζεται ο Κύριος να διδάσκη για την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, την εσωτερική προσευχή, την απαλλαγή από την δύναμη των λογισμών κ.λ.π. Ο Ίδιος έδειξε στους Μαθητές Του την αξία της ερήμου. Αυτή βοηθά τον άνθρωπο να νικήση τον εχθρό. Έτσι οι άγιοι Απόστολοι στην διδασκαλία τους έχουν αναπτύξει πολλές λεγόμενες νηπτικές θέσεις.


Ο χώρος αυτός δεν είναι κατάλληλος για την ανάπτυξη όλων αυτών των θεμάτων. Απλώς θα θέλαμε να υπομνήσουμε μερικά.


Είναι γνωστό ότι ο Κύριος μετά την Βάπτισή Του «ανήχθη εις την έρημον υπό του Πνεύματος πειρασθήναι υπό του διαβόλου» (Ματθ. δ’, 1). Εκεί στην έρημο κατενίκησε τον διάβολο, ο οποίος του υπέβαλε τους τρεις γνωστούς πειρασμούς. Πολλές φορές συναντούμε τον Κύριο να αποσύρεται στην έρημο για να ξεκουρασθή, αλλά και να διδάξη δι’ αυτού του τρόπου στους Μαθητάς Του την αξία της ερήμου. «Ανεχώρησεν εκείθεν εν πλοίω εις έρημον τόπον κατ’ ιδίαν» (Ματθ. ιδ’, 13). Και μετά το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων πάλι ανέρχεται μόνος Του στο όρος για να προσευχηθή: «και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι, οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί» (Ματθ. ιδ’, 23).


Είναι πολύ σημαντικό ότι, όταν οι Μαθηταί συνήχθησαν «και απήγγειλαν αυτώ πάντα, και όσα εποίησαν και όσα εδίδαξαν», ο Κύριος τους είπεν: «δεύτε υμείς αυτοί κατ’ ιδίαν εις έρημον τόπον και αναπαύεσθε ολίγον» (Μάρκ. Στ’, 30-31).


Ολόκληρες νύκτες ο Κύριος τις διερχόταν προσευχόμενος. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει την πληροφορία: «εξήλθεν εις το όρος προσεύξασθαι και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού» (Λουκ. στ’, 12).


Και στην διδασκαλία Του ο Χριστός υπογράμμιζε την αξία της νοεράς ησυχίας και της αποδεσμεύσεως από τα πάθη που βρίσκονται μέσα μας.


Διδάσκοντας τον τρόπο της αληθινής προσευχής έλεγε: «συ δε όταν προσεύχη είσελθε εις το ταμείόν σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ...» (Ματθ. στ’, 6). Ερμηνεύοντας την προτροπή αυτή του Κυρίου ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γράφει: «... ταμείον της ψυχής είναι το κορμί∙ θύραις του εαυτού μας είναι η πέντε αίσθησες∙ η ψυχή εμβαίνει μέσα εις το ταμείόν της, όταν δε περιπατή ο νους εδώ και εκεί εις τα πράγματα του κόσμου, αλλά ευρίσκεται μέσα εις την καρδίαν μας∙ και η αίσθησές μας κλείουν και μένουν σφαλισμέναις, όταν δε ταις αφίνομεν να προσηλώνωνται εις τα αισθητά και φαινόμενα πράγματα∙ και με τούτον  τον τρόπον μένει ο νους μας ελεύθερος από κάθε προσπάθειαν κοσμικήν και με την κρυπτήν και νοεράν προσευχήν ενώνεσαι με τον  Θεόν τον Πατέρα σου∙ και τότε, λέγει, ο Πατήρ σου, ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ∙ βλέπει ο κρυφιογνώστης Θεός την νοεράν σου προσευχήν και την ανταμείβει με φανερά και μεγάλα χαρίσματα∙ επειδή και αυτή είναι η αληθινή και τελεία προσευχή και αυτή γεμίζει την ψυχήν από την θείαν χάριν και τα πνευματικά χαρίσματα, ωσάν και το μύρον, όπού, όσον περισσότερον το κλείεις μέσα εις το αγγείον, τόσον περισσότερον ευωδιάζει το αγγείον∙ έτζι και την προσευχήν, όσον περισσότερον την σφαλίζεις μέσα εις την καρδίαν σου, τόσον περισσότερον την γεμίζει από την θείαν χάριν»[30].


Ο Κύριος προς τους μαθητάς Του, που τους βρήκε να κοιμούνται στον κήπο της Γεθσημανή, είπε: «γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν» (Ματθ. κστ’, 41).


Μας συνέστησε ακόμη να κρατούμε τον νου, και κυρίως την καρδιά καθαρή από πάθη και διαφόρους λογισμούς: «επιγνούς δε ο Ιησούς τους διαλογισμούς αυτών αποκριθείς είπε προς αυτούς∙ τι διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;» (Λουκ. ε’, 22). Κατηγορώντας δε τους Γραμματείς και Φαρισαίους έλεγε: «Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου και της παροψίδος, ίνα γένηται και το εκτός αυτών καθαρόν» (Ματθ. κγ’, 26).


Την μεγάλη αξία της ερήμου, της νοεράς ησυχίας, της καθάρσεως της εσωτερικής και της νήψεως συναντούμε και στις επιστολές των αγίων Αποστόλων. Και εδώ θα ήθελα να υπομνήσω μερικά κατάλληλα χωρία.


Ο Απόστολος Παύλος μετά την επιστροφή του στον Χριστό επορεύθη στην έρημο της Αραβίας και εκεί μετανόησε για την προηγούμενη διαγωγή του (Γαλ. α’, 17).


Γνώστης δε ο Απόστολος αυτής της εσωτερικής νοεράς ησυχίας, δίδει πολλές συμβουλές προς τους μαθητάς του. Έχοντας την αίσθηση ότι οι Χριστιανοί ενούμενοι με τον Χριστό αποκτούν τον νου του Χριστού έγραφε: «ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α’ Κορ. β’, 16). Αλλού προτρέπει: «νεκρώσατε ουν τα μέλη ημών τα επί της γης» (Κολ. γ’, 5). Με την Χάρη του Θεού, ο Απόστολος βλέπει τον έτερο νόμο εν τοις μέλεσί του, που αντιστρατεύεται τον νόμο του νοός (Ρωμ. ζ’, 23).


Στην διδασκαλία του Αποστόλου σημαντική θέση κατέχει και η νήψη, δηλαδή η εγρήγορση η πνευματική για να μη αιχμαλωτισθή ο νους του ανθρώπου από εξωτερική πονηρά δύναμη: «Άρα ουν μη καθεύδωμεν ως και οι λοιποί, αλλά γρηγορώμεν και νήφωμεν... ημείς δε ημέρας όντες νήφωμεν...» (Α’ Θεσ. Ε’, 6-8). Τον Απόστολο Τιμόθεο προτρέπει: «συ δε νήφε εν πάσι» (Β’ Τιμ. δ’, 5).


Και στο θέμα της προσευχής είναι σαφής. Η προσευχή πρέπει να γίνεται αδιάλειπτα στην καρδιά των Χριστιανών. «Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία» (Κολ. δ’, 2). «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. Ε’, 17).


Και ο Απόστολος Πέτρος δίδει τις ίδιες παραγγελίες, αποδεικνύοντας έτσι ότι κοινή είναι η ζωή των πιστών μελών της Εκκλησίας. «Νήψατε γρηγορήσατε∙  ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α’ Πέτρ. ε’, 8).


Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι όλοι οι Χριστιανοί, τηρουμένων των αναλογιών, μπορούμε να φθάσουμε στην ησυχία και δι’ αυτής στην θεωρία του Θεού. Και στο σημείο αυτό οι άγιοι Πατέρες είναι απόλυτοι και εκφραστικοί.


Ο Πέτρος ο Δαμασκηνός γράφει: «Πάντες οι άνθρωποι χρήζομεν της τοιαύτης σχολής, είτε εκ μέρους, είτε ολοκλήρως, και εκτός ταύτης αδύνατον εις γνώσιν πνευματικήν και ταπεινοφροσύνην ελθείν τινα»[31].


Σ’ αυτή την διδασκαλία του Πέτρου του Δαμασκηνού είναι ανάγκη να επισημάνουμε το «πάντες οι άνθρωποι χρήζομεν της τοιαύτης σχολής». Αν αυτό πρέπη να συμβαίνη με όλους τους ανθρώπους, πολύ περισσότερο με τους μοναχούς. Δεν νοείται μοναχός ο οποίος δεν σχολάζει κατά Θεόν και δεν μετέρχεται αυτήν την αγωγή της ησυχίας. Το λέμε αυτό, γιατί πάντοτε υπήρχαν διαφορετικές ιδέες σε μερικούς κύκλους, και μάλιστα αν συναντήσουν μοναχούς να αγωνίζωνται για να επιτύχουν αυτήν την «σχολήν» κατά Θεόν, τους ονομάζουν πλανεμένους. Αλλά γι’ αυτό θα μας δοθή ευκαιρία να πούμε και μερικά άλλα σε επόμενη ενότητα. Το άλλο σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή είναι ότι «εκτός ταύτης αδύνατον εις γνώσιν πνευματικήν και ταπεινοφροσύνην ελθείν τινα». Είναι η μόνη μέθοδος και ο μόνος τρόπος γνώσεως του Θεού, όπως αναφέραμε προηγουμένως, σύμφωνα με την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.


Μερικοί ισχυρίζονται ότι η ησυχία και ο τρόπος που διαγράφεται από τους αγίους Πατέρας συνιστά μια αδράνεια, δεν είναι δράση. Όμως στην πραγματικότητα το αντίθετο συμβαίνει. Η ησυχία είναι η μεγαλύτερη δράση μέσα στην αφάνεια και σιωπή. Ο άνθρωπος σχολάζει και σιωπά για να μιλήση με τον Θεό, για  να αφήση τον εαυτό του ελεύθερο και να δεχθή τον Ίδιο τον Θεό. Και αν σκεφθούμε ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα που μας μαστίζουν είναι τα ψυχικά και εσωτερικά, κι αν σκεφθούμε ότι οι περισσότερες ασθένειες (ψυχολογικές και σωματικές) προέρχονται από την επεξεργασία των λογισμών, δηλαδή από την ακαθαρσία του νου και της καρδιάς, τότε μπορούμε να καταλάβουμε την μεγάλη αξία της νοεράς ησυχίας. Είναι επομένως δράση και ζωή. Η ησυχία δίδει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αγαπήση ο άνθρωπος απαθώς τους αδελφούς του, να  αποκτήση ανιδιοτελή και απαθή αγάπη. «Αγαπά ησυχίαν ο μη πάσχων προς τα του κόσμου∙ και αγαπά ανθρώπους, ο μηδέν αγαπών ανθρώπινον» (άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)[32]. Πως μπορεί κανείς να έχη ανιδιοτελή αγάπη, που είναι ένας από τους σκοπούς της πνευματικής ζωής, όταν διακατέχεται από τα πάθη;


Έτσι η ησυχαστική ζωή είναι ζωή εντόνου δράσεως, δράσεως όμως πραγματικής και αγαθής. «... η ησυχία των αγίων δεν πρέπει να θεωρήται ως αδράνεια, αλλ’ ως μορφή εντόνου δράσεως. Κατά παρόμοιον άλλωστε τρόπον αποκαλύπτεται και ο Θεός εις τας σχέσεις του μετά των ανθρώπων. Η κίνησις του Θεού προς τον άνθρωπον δεν είναι μόνον κίνησις φανερώσεως, αλλά και κίνησις αποκρύψεως∙ δεν είναι μόνον αποκάλυψις λόγου, αλλά και έκφρασις ησυχίας. Δια τούτο και ο άνθρωπος προκειμένου να πλησιάση τον Θεόν, δεν αρκεί να δεχθή μόνον τας αποκαλυφθείσας ενεργείας του, αλλά πρέπει να προσχωρήση και εις την εν σιωπή αποδοχήν του μυστηρίου της αγνωσίας του∙ δεν αρκεί να ακούση τον λόγον του, αλλά πρέπει να προχωρήση και εις το άκουσμα της ησυχίας του. Το δεύτερον τούτο σκέλος οδηγεί εις την τελείωσιν, δια τούτο δε και προϋποθέτει το πρώτον. Πράγματι, ως παρατηρεί Ιγνάτιος ο και Θεοφόρος, μόνον «ο λόγον Ιησού κεκτημένος αληθώς δύναται και της ησυχίας αυτού ακούειν, ίνα τέλειος η». Κατά συνέπειαν λοιπόν η κίνησις του ανθρώπου προς τον Θεόν δεν πρέπει να είναι μόνον κίνησις δράσεως, αλλά και κίνησις περιστολής∙ δεν πρέπει να είναι μόνον μαρτυρία ομολογίας, αλλά και μαρτυρία σιωπής και ησυχίας»[33].


Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες μιλούν για την «έγκαρπον ησυχίαν». Όταν εξασκήται ορθά, τότε προσφέρει πολλή βοήθεια στον άνθρωπο, αναπλάττει την προσωπικότητά του, ανακαινίζει την ύπαρξή του, την ενώνει με τον Θεό και τότε διορθώνει και την κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος αποκτήση την φιλοθεΐα, τότε οπωσδήποτε αποκτά και την φιλανθρωπία.
 Από το βιβλίο: Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...