Wednesday, 19 September 2012

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος: Περί εγωισμού και ταπεινώσεως

 Προσέχετε τον εαυτό σας. Η πρόοδος στην πνευματική ζωή διακρίνεται με την ολοένα και περισσότερη συναίσθησι της μηδαμινότητός μας. Ενώ όσο αυξάνει η εκτίμησις του εαυτού μας σε κάτι, τόσο βαδίζουμε στην καταστροφή. Ο εχθρός θα το εκμεταλλευθή αυτό. Θα πλησιάση και θα επιχειρήση να πετάξη κανένα πετραδάκι στον δρόμο μας για να σκοντάψουμε. Μια ψυχή που δίνει στον εαυτό της αξία, μοιάζει με τον κόρακα του Αισώπου που ακούγοντας τις κολακείες της αλεπούς για την «ωραία» του φωνή, άνοιξε το στόμα και του έπεσε το τυρί…».


«Πόσο χρήσιμο θα ‘ταν να βρισκόταν κάποιος να σας κατηγορή. Να χαίρεσθε , αν ποτέ συμβή αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο να σας επαινούν όλοι και κανείς να μην σας λέει την αλήθεια. Είναι νομίζετε δύσκολο να πλανηθή ή να σκοντάψη κανείς; Απέχετε πολύ από το να θεωρήτε τον εαυτό σας άγιο και άξιο να συμβουλεύη τους άλλους;».

«Στο Κίεβο ασκήτευε κάποτε κάποιος με πολλή νηστεία και μόνωσι. Τον πολέμησε όμως ο εγωισμός και άλλα πάθη. Πήγε λοιπόν και εξωμολογήθηκε τους λογισμούς του στον μακαριστό στάρετς Παρθένιο. Εκείνος του έδωσε χρήματα και τον έστειλε στην αγορά λέγοντας: «Αγόρασε κρέας και φάγε το μπροστά στους άλλους». Ο ασκητής ακολούθησε την συμβουλή του στάρετς και όλοι οι πειρασμοί του φύγανε. Να πώς οι Πατέρες πολεμούσαν την υπερηφάνεια.
Συχνά να ελέγχετε και σεις τον εαυτό σας στο σημείο αυτό. Γιατί δεν είναι μικρή συμφορά… Λένε ότι η υπερηφάνεια είναι κλέφτης που βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Έρχεται συχνά σε συνεννόησι με τους εξωτερικούς κλέφτες , τους ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κι εκείνοι μπαίνουν και αρπάζουν κάθε θησαυρό».

«Αγωνισθήτε, ενώ συναναστρέφεσθε με άλλους και φροντίζετε για τις βιοτικές υποθέσεις, συγχρόνως να σκέπτεσθε τον Θεό και να έχετε την συναίσθησι ότι βρίσκεται κοντά σας και σας κατευθύνει σύμφωνα με το άγιό Του θέλημα. Έτσι δεν θα διασπάσθε στην εσωτερική σας εργασία. Η διάσπασις είναι η πρώτη επιτυχία του διαβόλου.
Η δεύτερη επιτυχία του είναι η προσκόλλησις της καρδιάς σε κάτι το γήινο και η αιχμαλωσία των αισθημάτων και των σκέψεων σ’ αυτό. Αυτή είναι χειρότερη επιτυχία του εχθρού.
Προσπαθήστε ν’ αποδεσμεύεσθε από κάθε αιχμαλωσία της καρδιάς και από κάθε διάσπασι της εσωτερικής σας εργασίας. Ο τρόπος είναι ένας: Να μην απομακρύνεται η προσοχή από τον Κύριο και την συναίσθησι της παρουσίας Του.
Οι υπερβολές δεν οδηγούν ποτέ σε καλό. Το πρώτο βήμα για την υπερηφάνεια είναι η κενοδοξία , η πεποίθησις δηλαδή ότι είμαι κάτι. Το δεύτερο είναι η οίησις, η συναίσθησις δηλαδή του ότι όχι απλώς είμαι κάτι, αλλά κάτι σπουδαίο ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Από την κενοδοξία και την οίησι γεννιέται πλήθος υπερήφανων λογισμών, βδελυκτών στον Θεό. Η αυτογνωσία και η βίωσι της μηδαμινότητός μας μπορεί εδώ να βοηθήση. Συχνά ας φέρνουμε στην μνήμη μας σφάλματα του παρελθόντος και ας κατακρίνουμε τον εαυτό μας γι΄ αυτά».

«Τιμιώτατε πρωτοπρεσβύτερε. Σας ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη διδασκαλία σας. Απλή και βαθειά, σύντομη και ολοκληρωμένη, μεστή και απέρριτη. Ας ευλογήση ο Κύριος τους ποιμαντικούς σας κόπους σ’ όλο το πλάτος τους. Σας δόθηκε η χάρις όχι μόνο να διδάσκετε, αλλά και να πράττετε. Ας σας ενισχύη ο Κύριος να υπηρετήτε καρποφόρα τους αδελφούς χριστιανούς.
Εσείς βρίσκεσθε δε δράσι. Για μένα ήλθε ο καιρός να παραδώσω τα όπλα. Εσείς είσθε ο ποιμένας ο καλός, εγώ ο αρχιποιμένας ο άχρηστος. Για τις αμαρτίες μου αδυνάτισα σωματικά και ακόμη περισσότερο πνευματικά. Πίσω μου τίποτε καλό δεν φαίνεται, μπροστά μου τίποτε αξιόλογο δεν ελπίζεται. Μένει μόνο: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είθε να ευδοκήση ο Κύριος, έστω κι αυτή η κραυγή να βγαίνη μέσ’ απ’ την καρδιά».

«Να καλλιεργήτε μέσα σας τον φόβο του Θεού και την ευλάβεια ενώπιον του απερίγραπτου μεγαλείου Του. Να έχετε καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμένη . Να θεωρήτε όλους ανώτερούς σας. Ν’ αγαπάτε την σιωπή, την μόνωσι, την συνομιλία με τον Κύριο, που θα γίνη χειραγωγός και διδάσκαλός σας.
Τα άγια δάκρυα αποτελούν εκδήλωση θείου ελέους και ασφάλεια στην πνευματική ξηρασία και στην σκλήρυνσι των αισθημάτων. Μην τα περιφρονήτε και μην τα διώχνετε.
Τα αμαρτωλά δάκρυα προκαλούν οίησι, αγαπούν την επίδειξι και παρέρχονται σύντομα.
Όταν σας πλησιάζη η υπερηφάνεια διώξτε την και τοποθετήστε στην θέσι της το ταπεινό φρόνημα και την συντριβή».

«Δεν υπάρχει λόγος να επαναλαμβάνω ότι το απόρθητο φρούριό μας είναι η ταπείνωσις. Δύσκολα την αποκτά κανείς. Μπορεί να θεωρή ταπεινό τον εαυτό του και να μην έχη ίχνος απ’ αυτή. Ο σωστότερος ή ο μοναδικός δρόμος για την ταπείνωσι είναι η υπακοή και η απάρνησις του ιδίου θελήματος. Χωρίς αυτά είναι δυνατόν ν’ αναπτύξη κανείς εσωτερικά εωσφορικό εγωισμό, παρά την εξωτερική ταπεινή συμπεριφορά και τις ταπεινολογίες.
Σταθήτε λοιπόν και αναρωτηθήτε, αν έχετε υποκοή και απάρνησι του ιδίου θελήματος».

«Αγωνισθήτε ν’ αποκτήσετε ταπείνωσι. Η ταπείνωσις είναι ευωδία Χριστού και ένδυμα Χριστού. Για χάρι της όλα θα τα συγχωρήση ο Θεός. Δεν θα εξετάση τις ελλείψεις που είχε ο αγώνας μας. Ενώ χωρίς ταπείνωσι καμιά άσκησι δεν μπορεί να μας βοηθήση.
Με το ταπεινό φρόνημα μπορεί ο άνθρωπος να σωθή. Χωρίς όμως αυτό το εισητήριο δεν θα του επιτρέψουν να μπη στον παράδεισο που είναι γεμάτος από ταπεινούς».

«Η ταπείνωσις πρέπει ν’ αποτελή το φόντο της ζωής σας, όπως και του καθενός που ζη ειλικρινά την εν Χριστώ ζωή».


«Αγωνισθήτε στον εαυτό σας με όλες σας τις δυνάμεις και ο Θεός θα σας βοηθήση. Έχετε σαν σκοπό ν’ αποκτήσετε «πνεύμα συντετριμμένον», «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» ( Ψαλμ. 50, 19 ) . Όταν υπάρχουν αυτά, σημαίνει ότι βρίσκεσθε σε καλή κατάστασι. Τότε έχετε την σκέπη και την βοήθεια του Θεού. Τότε η προσήλωσις στον Θεό είναι σταθερή και η ενθύμησίς Του αδιάλειπτη».

«Προσπαθήστε να παλέψετε με το ευέξαπτο του χαρακτήρος σας. Το πάθος αυτό εκδηλώνεται όταν κάποιος ενεργήση αντίθετα με την δική σας θέλησι, επιθυμία ή εντολή. Όσο όμως ζη μέσα σας η υπερηφάνεια τίποτε δεν θα κατορθώσετε. Αυτή όλα τα κυβερνά. Αν μπορήτε πετάξτε την πέρα από την εξώπορτα του σπιτιού σας και απαγορέψτε της να ξαναπαρουσιασθή.
Να σκέπτεσθε την πανταχού παρουσία του Θεού , καθώς και την ώρα του θανάτου. Η μνήμη του Θεού και του θανάτου είναι οι καλύτεροι διδάσκαλοι για την θεραπεία των παθών».

«Είθε να σας διατηρήση ο Κύριος το χάρισμα των δακρύων για πάντα. Αυτά μαλακώνουν την καρδιά και χαρίζουν την κατάνυξι . Πρέπει όμως να τα κρύβετε. Διότι η υπερηφάνεια ολόγυρά τους περιφέρεται , όπως ο σκύλος γύρω από την τροφή».

The effect of a small ,but persistent prayer rule


Saint Isaac the Syrian says:
A small but always persistent discipline is a great force,for a soft drop,falling persistently,hollows out hard rock. 

Φοβερός Πόλεμος μέ Δαιμόνια ¨Υπερηφανείας...

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2011 

  
Διηγήθηκε Γέρων:<<Κάποτε ήρθαν καί μέ προσκύνησαν τά δαιμόνια,ένω έψελνα τό Χερουβικό καί είχα φθάσει στό "καί τή ζωοποιώ Τριάδι".Έρχονται λοιπόν πέντε δαίμονες,ένας μεγάλος άξιωματικός μέ πηλίκιο καί κάτι σήματα δαιμονικά,γαλόνια καί κέρατα πού έβγαιναν δίπλα άπ΄τό πηλίκιο,καί τέσσερις μικροί μαλλιαροί,καί πέφτουν στά γόνατα μπροστά μου.Ό μεσαίος,ό άξιωματικός,,είχε τό ένα πόδι γονατιστό καί τό άλλο μισολυγισμένο όπως οί καθολικοί καί μού λέει:

¨Είσαι σπουδαίος ψάλτης!Είσαι θαυμάσιος!Είσαι άφθαστος!¨.
Είχε τό κεφάλι ψηλά,ένώ οί άλλοι τέσσερις είχαν τό κεφάλι κάτω.
Έγώ μονολόγησα;"Τά δαιμόνια θά μού πάρουν τό μυαλό.
Κύριε Ίησού Χριστέ,'ελέησόν με.Κύριον τόν Θεόν μας προσκυνήσωμεν καί Αύτώ μόνω λατρεύσωμεν".Αμέσως έγιναν άφαντοι.Αύτά έν ριπή όφθαλμού.Έγώ άγρίεψα μέσα μου.Σκέφθηκα¨Άύτός πού δέν δέχεται νά προσκυνήση τόν Θεό καί νά πή έλέησόν με ό Θεός,ήρθε νά προσκυνήση έμένα νά μέ κάνη συμμέτοχο στήν ύπερηφάνειά του; Άγρίεψα καί άρχισα νά λέω τό "Τριάδι" τού Παπανικολάου.Μόλις τελείωσα,μού λένε οί πατέρες;"Τί Τριάδι ήταν αύτό!Πανηγύρι μάς έφερες". " Έ,λέω,καμμία φορά μάς πιάνουν καί τά μεράκια".

>>Μετά τήν τράπεζα συναντώ στήν αύλή ένα μοναχό αγιορείτη,
όχι τού Μοναστηριού,πού ήταν παρών στήν Λειτουργία.Τόν χαιρέτησα καί μού λέει; 
-Βρέ,τί ήταν αύτό σήμερα! Τί ώραία ψαλμωδία!Μάς άνέβασες στόνούρανό.Νιώσαμε κατάνυξη.
-Όχι έγώ,ό πατήρ τάδε,τού είπα.
Ποιός πατήρ τάδε,Έσύ,ή δική σου φωνή,καί μού είπε καί διάφορα
έπαινετικά λόγια.
>> Τόν Βάζω μετάνοια καί πάω νά φύγω.Έρχεται ό σατανάς δίπλα μου τόν έβλεπα καί μού λέει;"Όταν σού λέω έγώ νά άκούς.Είσαι άφθαστος, έσύ έπρεπε νά πάς νά πάρης δίπλωμα έξω καί νά είσαι δάσκαλος".
>>"Πίσω μου δαίμονα",λέω.Τί ήθελα νά ΄ρθώ άπό δώ νά συναντήσω τόν μοναχό νά άκούσω όλα αύτά.
>>Βγήκα έξω καί κίνησα γιά τόν κήπο.Ό διάβολος άπό κοντά μου.
Ένώ έβλεπα,βάδιζα,δέν ξέρω πώς,πήρε τό πνεύμα μου ό σατανάς
καί μέ άνέβασε ψηλά,πολύ ψηλά καί έβλεπα τόν κόσμο σάν
μυρμήγκια κάτω.
-Έσύ δέν είσαι τυχαίος,μού έλεγε ό σατανάς,έσύ δέν ξέρεις τί κουβαλάς.
-Τί κουβαλάω,βρέ σατανά,ό,τι κουβαλάς καί σύ κουβαλώ καί έγώ.
Φύγε άπό κοντά μου."Θεέ μου,βοήθησέ με".Τί είνα αύτό σήμερα.
Θά μού πάρει τά μυαλά ό σατανάς."Κύριε Ίησού Χριστέ,έλεησόν με".
>>Άρχισα νά φουσκώνω άπό ύπερηφάνεια,άλλά είχα καί λίγο έπίγνωση καί είπα; Θεέ μου,δέν θέλω τέτοιες έπάρσεις".
>>Μπαίνω στόν κήπο,αύτός άπό κοντά.Αύτός τά δικά του,εγώ τά δικά μου.Δέν υπάρχει χειρότερο δαιμόνιο άπό τό δαιμόνιο τής ύπερηφανείας.
Προχώρησα πιό μέσα στόν κήπο, μήπως καί φύγη.
Τίποτα."Πάει",είπα,"θά δαιμονισθώ",Τότε έπεσα στά γόνατα μέ τό ράσο πού φορούσα στήν Έκκλησία,καί έκλαιγα,Δέν έδινα σημασία τί μού έλεγε ό σατανάς,έγώ τά δικά μου."Κύριε Ίησού Χριστέ,έλέησόν με",δύο-δυόμισι ώρες είχα μέσα στόν ήλιο.

"Δέν θέλω",έλεγα,"τετοιες έπάρσεις,τέτοιους λογισμούς.Έγώ θέλω,Χριστέ μου,να σέ προσκυνώ πάνω στόν Σταυρό.Έγώ είμαι ένας άμαρτωλός καί τίποτα παραπάνω".Αύτός έλεγε τά δικά του.Μούσκεψε τό χώμα άπό τά δάκρυα,σάν νά είχε τρέξει βρύση.Κάποια στιγμή έφυγε έκείνο τό νέφος καί ό σατανάς μαζί.Κατάλαβα ότι προσγειώθηκα.¨Ένιωσα τήν άνάγκη νά
προσκυνήσω τά πόδια τού Έσταυρωμένου.Σηκώθηκα,εύχαρίστησα τόν Κύριό μας καί τήν Παναγία,έβαλα λίγες μετάνοιες καί έφυγα κλαίγοντας.
>>Έπειτα σκέφθηκα ότι γιά νά έρθουν νά μέ πειράζουν τά δαιμόνια τόσες φορές,κάτι βρήκαν μέσα μου.Φαίνεται ότι λάγκευα'' πρός τόν έγωίσμό. Γι΄αύτό χρειάζεται προσοχή καί ταπείνωση>>.

Tuesday, 18 September 2012

Π. Ανδρέας Κονάνος: Οι νέοι και η Εκκλησία

http://www.youtube.com/watch?v=AMxXRoEimqs

Saint Isaac The Syrian-On True Humility

(Excerpt from Homily 6)

A man who is truly humble is not troubled when he is wronged,
and he says nothing to justify himself against the injustice,but he
accepts slander as truth;he does not attempt to persuade men that
he is calumniated,but he begs forgiveness.
Some have voluntarily drawn upon themselves the repute of being
licentious,while they are not such;others have endured the charge
of adultery ,being far from it,and proclaimed by their tears that they bear the fruit of the sin they had not committed,and have wept,
asking their offenders forgiveness for the iniquity they had not done,their souls all the while being crowned with all purity and chastity;others,lest they be glorified because of the virtuous state which they have hidden within them,have pretended to be lunatics,while in truth they were permeated with divine salt and securely fixed in serenity,so that,because of their uttermost perfection,they had holy angels as heralds of their deeds of valor.


You think that you possess humility.Other men accuse themselves;
but while you cannot even bear to be accused by others,you reckon
yourself humble.

If you are truly humble,by these things try yourself;
whether or not you are troubled when you suffer injustice.

Spiritual Counsels From Elder Cleopas Ilie of Sihastria Monastery


—What kind of words are the most potent to benefit others?
The most powerful word for edifying others is practical—the example of our lives. St. Isaac the Syrian says the same: “The speech of works is one thing; beautiful words without deeds, another.” Afterwards he adds: “Many words without works are like an artist who paints pictures of water on the wall but is not able to quench his thirst.’’

 —Another man asked Fr. Cleopas: “Father Cleopas, can a virtuous Christian save his family and his village by the holiness of his life?”
How can he not? The more virtuous Christians there are in the world, in a country, in a community, the more that country or community will be preserved from dangers, wars, disturbances, famines, and all kinds of evil. On the other hand, the fewer elect of God there are, the more severe will be God’s chastising blow. Someone asked a certain Saint: ‘’Can one man save a city?’’ ‘’He can,’’ the Saint answered. ‘’The Prophet King David is an example. Listen to what God said: For the sake of David My servant, I will not abandon the city of Jerusalem.’’
—A visiting layman asked him: “Father Cleopas, I quarrelled with someone and have asked his forgiveness many times, but he doesn’t want to forgive me. What can I do to be reconciled with him?”
Do not say anything more to him, nor speak evil of him to others, but pray to God for him and forgive him from your heart. In time the anger will be extinguished, like a fire that is starved of wood.


—How should Christians stand in church during services, how should they pray, and what duties do they have when they go to church?
Christians should stand in church with faith, fear of God, and attention. They should force themselves as much as possible to pray without distraction and with feeling of heart. Also, Christians have the following duties: to go regularly to church, for whoever often misses the services, except for the sick, are barred from the Holy Mysteries; to be reconciled with all men and to ask forgiveness of anyone they have hurt; to preserve their purity at least two days before going to church and at least one day after; to come early to the divine services in order to have time to venerate in peace and hear Matins. Every Christian should offer some gift to the Lord according to his ability, even if it is very small, as a sacrifice from the work of his hands. They should give names for commemoration, and ask the priest to take out parts [from the prosphora] for the living and dead members of their families. Christians should stand in church modestly and in good order, the men on the right and the women on the left. They should wear clean and modest clothes, and women should have scarves on their heads. It is forbidden to talk during services without great need. After Divine Liturgy starts, everyone should remain in his place and not move about to venerate the icons. They should follow the Liturgy with pious attention, and listen to the prayers and singing of the choir, the Epistle and Gospel readings, and the sermon. No one should leave the church before the end of the Liturgy without great need. Those who have confessed and prepared for Holy Communion should read the appropriate prayers before Communion in advance, and before they approach the Holy Gifts they should ask forgiveness of all the faithful. After the Liturgy, those who received Communion should read the prayers of thanksgiving, spending that day in spiritual joy and guarding themselves from all temptations. Parents should bring their children to church regularly, taking care that they receive communion of the Body and Blood of Christ. After the end of the divine services, Christians should reverently return to their homes, spending the rest of the day thinking of holy things, reading spiritual books, and visiting the sick. They are also obligated to tell those at home who didn’t come to church about what they heard and learned in church from the troparia, readings, and the sermon. These are the most important duties of Christians when they go to church on Sundays and feast days.


—What is prayer, and what kinds of prayer exist, according to the Holy Fathers?
Evagrius of Pontus says: ‘’Prayer is the converse of the mind with God. Prayer is an offshoot of meekness and angerlessness.” “Prayer is a fruit of joy and gratitude. It is the banishing of sadness and despair,’’ according to Evagrius of Pontus. And the Fathers say it is the union and joining of man with God, the strength of the world, reconciliation with God, the mother and daughter of tears. Prayer is the key of the kingdom of heaven, and according to Theophan the Recluse, it is the ascent of the mind and thoughts to God. Prayer has three degrees: first, spoken or read prayer, performed by the body; second, prayer of the thoughts, or mental prayer; and third, prayer of the feelings, or of the heart.
—Generally our people pray little, but with much humility. Can they hope for salvation through their small quantity of prayer? And how should the sick or those who can’t read pray?
Our Savior Jesus Christ said: When you pray, do not use vain repetition like the gentiles, for they think they will be heard for their much speaking. Do not be like them; for your Father knows what you need before you ask Him (Matt. 6:7-8). Then He taught us the ‘’Our Father.’’ Therefore, our Savior Himself taught us brief prayer. Anyone who says short prayers, but with humility and tender feeling, will be saved. Let us remember the holy elder who prayed for forty years with the same prayer: “Lord, I as a man have sinned; do Thou as God forgive me.”
—How can people fulfill the Apostle Paul’s command, “Pray without ceasing?”
Anyone can pray without ceasing if he always walks before God with his mind and heart. He can work with his hands while his mind and heart are raised to God. The only thing I have to add is that the most important thing in spiritual prayer is that our mind and heart are inseparable from God, regardless of what time and place we are in. We must always be aware of the presence of God. “This work applies to all kinds of prayer, and is considered an uninterrupted prayer,” says St. Theophan the Recluse. This is the feeling and spiritual contemplation of God that the blessed Prophet David had when he said: “I beheld the Lord always before me, for He is at my right hand, that I might not be shaken...” (Ps. 15:8). So we must understand that a faithful man’s life is a ceaseless prayer if his mind is always with God.
—When we do good works, is that also a kind of prayer to God?
Yes, it is. The Apostle Paul tells us this when he says: Whatsoever ye do in word or deed, do all in the name of the Lord Jesus, giving thanks to God and the Father by Him (Col. 3:17). Whenever one does a good deed for the glory of God, or speaks for the benefit of others for the glory of God, he has the prayer of works. Therefore St. Theodore the Studite, counselling his disciples, said to them: “He who does good deeds and obeys with humility and without protest, performs liturgy and priesthood”

Taken from Spiritual Conversations with Romanian Elders by Fr. Ioanichie Balan.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ-ΟΙ ΕΛΑΦΡΙΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ

      ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

 Ἄς σκεφτοῦμε τ’ ἁμαρτήματα ἐκεῖνα πού ὀνομάζουν μερικοί “ἐλαφριά”, καί πού δέν εἶναι βέβαια θανάσιμα, ἔχουν ὅμως κάποιο βάρος ἐνοχῆς. Σ’ αὐτά πέφτουμε ἄλλοτε ἀπό ἀπροσεξία καί ἄγνοια, ἄλλοτε ἀπό χαυνότητα καί ἀσθενική θέληση καί ἄλλοτε συνειδητά, μέ ἀπόλυτη γνώση καί θέληση. Στήν τελευταία περίπτωση ὑπάρχει τό μεγαλύτερο βάρος ἐνοχῆς.

Ἕνα ἁμάρτημα θεωρεῖται ἐλαφρό, ὅταν συγκριθεῖ μέ μιά θανάσινη ἁμαρτία. Δέν εἶναι ὅμως ἐλαφρό, ὅταν τό δοῦμε μεμονωμένο καί καθεαυτό. Π.χ. Μιά λίμνη λέγεται μικρή, ὅταν συγκριθεῖ μέ μιά μεγάλη θάλασσα. Ἀλλ’ αὐτή καθεαυτή δέν εἶναι μικρή, γιατί περιέχει πολύ νερό. Ἔτσι καί ἡ ἐλαφριά ἁμαρτία μπροστά σέ μιά θανάσιμη ἁμαρτία φαίνεται μικρή.
Ἀλλά καί αὐτή μόνη της εἶναι ἕνα μεγάλο κακό. Ἐπειδή καί ἡ μικρή ἁμαρτία καί ἡ μεγάλη εἶναι ἐξίσου παράβαση τοῦ θείου νόμου, ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν καί τήν ἀνομίαν ποιεῖ, καί ἡ ἁμαρτία ἐστίν ἀνομία» (Α΄ Ἰω. 3, 4). Καί ἐπειδή, κατά τόν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο, ὅποιος τηρήσει ὅλο τό νόμο, σφάλλει ὅμως σ’ ἕνα μόνο, γίνεται παραβάτης ὅλου τοῦ νόμου: «Ὅστις ὅλον τόν νόμον τηρήσῃ πταίσῃ δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος» (Ἰακ. 2, 10).
Λοιπόν, ἀγαπητοί μου, πῶς μποροῦμε νά θεωροῦμε μικρά τά συνηθισμένα ἁμαρτήματά μας, ὅπως εἶναι τά <ἀθῶα> ψέματα, ὁ θυμός, ἡ ἀνευλάβεια στήν ἐκκλησία, ἡ λύπη καί ἡ μικροζήλεια γιά τά καλά τοῦ διπλανοῦ μας, ἡ ἀργολογία, τά πολλά ἀστεῖα καί γέλια καί πειράγματα, ὁ χορτασμός τῆς κοιλιᾶς, ὁ στολισμός τοῦ σώματος καί τόσα ἄλλα; Πῶς εἶναι δυνατό νά λογαριάζουμε σάν μικρά αὐτά τά ἁμαρτήματα, πού θά τρομάζαμε ἄν γνωρίζαμε ὅλο τό βάρος τους; Ἄς μή νομίζουμε ὅτι μ’ αὐτά δέν ἐναντιωνόμαστε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί δέν χάνουμε τή θεία δόξα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Βρισκόμαστε σέ πλάνη ἄν πιστεύουμε, π.χ., ὅτι τό συγγνωστό ἁμάρτημα τῆς ἀργολογίας δέν κακοφαίνεται στό Θεό, τή στιγμή πού εἶναι σαφής ὁ λόγος Του: «Λέγω δέ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργόν ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρα κρίσεως· ἐκ γάρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καί ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ>> (Ματθ. 12, 36).
Πῶς μποροῦμε ἀκόμα νά ποῦμε, ὅτι δέν ἐναντιωνόμαστε στό θεῖο θέλημα μέ τά ἄτακτα γέλια μας, τή στιγμή πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὄχι μόνο δέν γέλασε ποτέ σάν ἄνθρωπος, ἄλλα καί τέσσερις φορές ἔκλαψε καί μέ τό στόμα Του μᾶς προειδοποίησε «οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καί κλαύσετε;» (Λουκ. 6, 25). Ὁ Μέγας Βασίλειος μάλιστα ὅρισε καί κανόνα ἀφορισμοῦ μιᾶς ἑβδομάδας γιά τό μοναχό ἤ τή μοναχή πού θά γελάσει ἤ θά πεῖ ἄπρεπα καί ἀστεῖα λόγια: «Εἰ τις εὐτράπελα φθέγγεται ἤ γέλωτα ἀπρεπῆ, ἀφοριζέσθω ἑβδομάδα μίαν» (Ἐν τοῖς Ἐπιτιμ. τῶν κανονικῶν).
Πῶς μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι δέν εἶναι ἀντίθετα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ τά ψέματα καί τά φαγοπότια, τή στιγμή πού ὁ Κύριος προειδοποιεῖ ὅτι θ ἀφανίσει ὅλους τους ψεῦτες – «ἀπολεῖς πάντας τούς λαλούντας τό ψεῦδος» (Ψαλμ. 5, 7) – καί καταριέται τούς χορτασμένους – «οὐαί ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε;» (Λουκ. 6, 25).
Καί γιά νά μιλήσουμε γενικά, πῶς μποροῦμε νά ἰσχυριστοῦμε πώς τά μικρά ἁμαρτήματα δέν μᾶς ἀφαιροῦν τήν ἀρετή καί τή Θεία Χάρη, ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα λέει ἀλληγορικά μέ τό στόμα τοῦ Ἐκκλησιαστῆ «μυῖαι θανατοῦσαι σαπριοῦσι σκευασίαν ἐλαίου ἡδύσματος;» (10, 1). Κι αὐτό οἱ Πατέρες τό ἑρμηνεύουν ἔτσι: Οἱ μῦγες, ὅταν πετᾶνε πάνω ἀπό ἕνα ἀρωματικό μῦρο χωρίς νά σταματᾶνε πάνω του, δέν τό ἀλλοιώνουν. Ὅταν ὅμως σταθοῦν καί πέσουν μέσα καί ψοφήσουν, τό βρωμίζουν καί χαλᾶνε τήν εὐωδία του. Ἔτσι καί οἱ μικρές ἁμαρτίες, ὅταν δέν σταματᾶνε πολύ σέ μιά εὐλαβική κι ἐνάρετη ψυχή, δέν τῆς προξενοῦν τόσο μεγάλη ζημιά. Ὅταν ὅμως σταθοῦν πολύ, τότε ἡ ψυχή ἀρχίζει νά κλίνει μέ τή θέλησή της σ’ αὐτές, ὁπότε τῆς ἀφαιροῦν τήν καθαρότητα τῆς ἀρετῆς καί τήν εὐωδία τῆς Θείας Χάριτος, καί τήν ἐμποδίζουν νά φτάσει στήν τελειότητα. Τά ἁμαρτήματα αὐτά κάνουν βδελυκτή τήν ψυχή στό Θεό. Γιατί ἄν μόνο μιά σκέψη ἀδικίας εἶναι βδελυκτή καί μισητή στό Θεό – «βδέλυγμα Κυρίῳ λογισμός ἄδικος» (Παρ. 15, 26) – κι ἄν μόνο οἱ κακοί λογισμοί χωρίζουν τήν ψυχή ἀπό τό Θεό – «σκολιοί λογισμοί χωρίζουσιν ἀπό Θεοῦ» (Σοφ. Σπολ. 1, 3) – πόσο μᾶλλον χωρίζεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἡ ταλαίπωρη ψυχή πού ἁμαρτάνει;
Πρέπει λοιπόν ν ἀποφεύγουμε καί τίς ἁμαρτίες πού θεωροῦνται μικρές. Γιατί θέλοντας ἀπό τή μιά μεριά νά εὐαρεστήσουμε τό Θεό, καί πέφτοντας ἀπό τήν ἄλλη στά «ἐλαφρά» αὐτά ἁμαρτήματα, πού εἶναι τόσο μισητά στό Θεό, εἶναι σάν νά θέλουμε νά ἑνώσουμε τόν οὐρανό μέ τόν ἅδη, τό σκοτάδι μέ τό φῶς, τή φωτιά μέ τό νερό καί τήν ἁγιότητα μέ τήν κακία. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, ὅσο μικρές κι ἄν φαίνονται, ἔχουν σοβαρή βαρύτητα, ἀφοῦ προσβάλλουν τόν ἅγιο Θεό. Γιατί καί τό μεγαλύτερο κακό πού ἀναφέρεται στά κτίσματα, εἶναι ἀσύγκριτα μικρότερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται στόν Κτίστη.
Ἄς ντραποῦμε λοιπόν, πού δεχθήκαμε στήν καρδιά μας χωρίς ἀντίρρηση ὅσα δέν θέλει ὁ Θεός. Ἄς ἀποστραφοῦμε χίλιες φορές τήν ὀλιγωρία πού δείξαμε ὡς τώρα στήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν Του, καί ἄς ἀποφασίσουμε ὄχι μόνο νά μήν κάνουμε τέτοια μικρά ἁμαρτήματα, ἀλλά νά βγάλουμε τελείως ἀπό τήν καρδιά μας κάθε κλίση σ’ αὐτά. Κι ἄν πέσουμε καμιά φορά, ἀπό ἀσθένεια τῆς φύσεως καί τῆς θελήσεώς μας, νά μήν ἀφήσουμε τήν καρδιά μας νά τ’ ἀγαπήσει, ἀλλά γρήγορα νά τά μισήσουμε, νά μετανοήσουμε, νά ἐξομολογηθοῦμε καί νά παρακαλέσουμε τό Θεό νά μᾶς δυναμώσει μέ τή χάρη Του γιά νά μήν ξαναπέσουμε.
Ἄς σκεφτοῦμε τώρα τό πλῆθος τῶν κακῶν πού προξενοῦν στήν ψυχή μας οἱ «ἐλαφριές» ἁμαρτίες. Ὅπως μιά ἀρρώστια, ἔστω καί ἀσήμαντη, ἐξασθενίζει τό σῶμα, ἔτσι καί οἱ μικρές ἁμαρτίες ἐξασθενίζουν τήν ψυχή καί τῆς ἀφαιροῦν κάτι ἀπό τήν προθυμία της γιά τό καλό. Κάθε ἁμαρτία, ὅσο μικρή κι ἄν φαίνεται, μᾶς χωρίζει ἀπό τό Χριστό, ὅπως ἀναφέρει καί ὁ προφήτης: «Τά ἁμαρτήματα ὑμῶν διιστῶσιν ἀναμέσον ὑμῶν καί ἀναμέσον τοῦ Θεοῦ» (Ἠσ. 59, 2). Ἀκόμα καί τό μικρό, τό συγγνωστό ἁμάρτημα ψυχραίνει τήν ἀγάπη, νεκρώνει τήν εὐλάβεια, ξηραίνει τήν κατάνυξη, στεγνώνει τά δάκρυα, μαραίνει τή μετάνοια καί δέν ἀφήνει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Τό μεγαλύτερο ὅμως κακό εἶναι, ὅτι ἀπό τά μικρά αὐτά ἁμαρτήματα θά προχωρήσουμε γρήγορα καί στά μεγάλα, στά θανάσιμα, πού καταστρέφουν τελείως τόν ταλαίπωρο ἄνθρωπο. Πρῶτο, γιατί ἀδυνατίζουν τίς καλές ἕξεις τῆς ψυχῆς· δεύτερο, γιατί ἐμποδίζουν τήν ἐνίσχυση καί ἐνδυνάμωσή μας ἀπό τό Θεό· καί τρίτο, γιατί συνηθίζουν τή θέλησή μας νά κλίνει εὔκολα στό κακό.
Ἄς δοῦμε τώρα, πῶς ἀπό τά μικρά ἁμαρτήματα περνάει κανείς στά μεγάλα.
Μικρό μᾶς φαίνεται, π.χ., νά κοιτάξουμε ἀπρόσεκτα ἕνα ὄμορφο πρόσωπο. Ἄς μετρήσουμε ὅμως τίς ἁμαρτίες, πού γεννιοῦνται ἀπ’ αὐτό. Ἡ παρατήρηση τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ προσώπου ἐκείνου γέννησε τήν προσβολή· ἡ προσβολή τόν ἡδονικό συνδυασμό· ὁ συνδυασμός τή συγκατάθεση· ἡ συγκατάθεση τήν πτώση· ἡ πτώση τή συνήθεια· ἡ συνήθεια τήν ἕξη· ἡ ἕξη τήν ἀνάγκη· ἡ ἀνάγκη τήν ἀπελπισία· ἡ ἀπελπισία τήν κόλαση! Βλέπεις, ἀπ’ αὐτό μονάχα τό παράδειγμα, τί μακριά ἁλυσίδα ἁμαρτιῶν γεννοῦν ἐκεῖνα, πού ἐσύ ὀνομάζεις ἐλαφρά ἁμαρτήματα; Γιατί ὅποιος δέν ὑπολογίζει τά μικρά, πέφτει καί στά μεγάλα, ὅπως λέει τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Σοφία Σειράχ: «Ὁ ἐξουθενῶν τά ὀλίγα κατά μικρόν πεσεῖται» (19, 1).

                                                  Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου
ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα”
τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ἀπό τό βιβλίο «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...