Sunday, 28 June 2020

Saint Gregory Palamas-Homily on Saints Peter and Paul


By St. Gregory Palamas

1. The commemoration of each of the saints on the appointed feast day is an occasion for town and country, citizens and their rulers to share in rejoicing, and brings great benefit to all who celebrate. "The memory of the just is praised", says the wise Solomon (Prov. 10:7 Lxx), "When the righteous is praised the people will rejoice" (cf. Prov. 29:2 Lxx). If a lamp is lit at night, its light shines for the service and enjoyment of everyone present. Similarly, through such commemorations, each saint's God-pleasing course, his blessed end, and the grace bestowed on him by God, because of the purity of his life, bring spiritual joy and benefit to the whole congregation, like a bright flaming torch set in our midst. When the land bears a good harvest everyone rejoices, not just the farmers (for we all benefit from the earth's produce); so the fruits which the saints bring forth for God through their virtue delight not only the Husbandman of souls, but all of us, being set before us for the common good and pleasure of our souls. During their earthly lives, all the saints are an incentive to virtue for those who hear and see them with understanding, for they are human icons of excellence, animated pillars of goodness, and living books, which teach us the way to better things. Afterwards, when they depart this life, the benefit we gain from them is kept alive for ever through the remembrance of their virtues. By commemorating their noble deeds, we offer them that praise which, on the one hand, we owe them for the good they did our ancestors, but which, on the other, is also fitting for us at the present time, on account of the help they give us now.

ΑΓΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗ-Τό κουτσομπολιό τυφλώνει τόν ἄνθρωπο


Η καταλαλιά είναι πολύ βαρύ και ολέθριο αμάρτημα. Ωστόσο μερικοί άνθρωποι την έχουν σαν τροφή και ξεκούραση. Εσύ όμως, πιστή στον Κύριο αδελφή, να μη δεχθείς μέσα σου τα ξένα κακά, αλλά να διατηρείς την ψυχή σου αμόλυντη. Γιατί, αν δεχθείς τα βρωμερά λόγια εκείνου που καταλαλεί, θα προξενήσεις στην προσευχή σου, με τους λογισμούς, κηλίδες ακαθαρσίας και θα μισήσεις αδικαιολόγητα αυτούς που σε συναναστρέφονται. Γιατί, όταν τ’ αφτιά σου θα γεμίσουν από την απανθρωπιά αυτών που καταλαλούν, τότε όλους θα τους υποτιμάς και όλους θα τους θεωρείς το ίδιο ακάθαρτους·όπως ακριβώς και το μάτι, όταν θαμπωθεί από δυνατό έγχρωμο φως, δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά το σχήμα των αντικειμένων που βλέπει.
Πρέπει λοιπόν να φυλάμε τη γλώσσα μας και τ’ αφτιά μας, ώστε μήτε να λέμε τίποτα κακό για τον πλησίον μας, μήτε ν’ ανεχόμαστε καν ν’ ακούμε κάτι τέτοιο. Γιατί έχει γραφτεί: «Ου παραδέξη ακοήν ματαίαν» (Εξ. 23:1). Και αλλού: «Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον» (Ψαλμ. 100:5). Και σ’ άλλο σημείο πάλι: «Όπως αν μη λαλήση το στόμα μου τα έργα των ανθρώπων…» (Ψαλμ. 16:4). Εμείς όμως μιλάμε ακόμα και για έργα που δεν έκαναν οι άνθρωποι! Γι’ αυτό πρέπει όχι μόνο να μην πιστεύουμε όσα μας λένε και να μην τα παραδεχόμαστε καθόλου, αλλά και να ενεργούμε και να μιλάμε σύμφωνα με το παράδειγμα του προφήτη: «Εγώ δε… εγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς” (Ψαλμ. 37:15).
Από το βίο της αμμάς Συγκλητικής

Thursday, 14 March 2019

Εὐχάριστο πάθος;


τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου
᾽Από τά πανάρχαια χρόνια οἱ ἄνθρωποι πίστευαν ὅτι ρίζα καί αἰτία πολλῶν ἀσθενειῶν πού τυραννοῦν τούς ἀνθρώπους εἶναι ἡ πολυφαγία ἤ ἡ γαστριμαργία, ὅπως ἀλλοιῶς λέγεται.
῾Η ᾽Εκκλησία μας θεωρεῖ τήν γαστριμαργία αἰτία πολλῶν κακῶν καί μητέρα πολλῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων, διότι αὐτή ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν παράδεισο.
῾Η γαστριμαργία εἶναι ἕνα ἐλάττωμα, ἕνα πάθος, πού μᾶς παρακινεῖ νά τρῶμε καί νά πίνουμε περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο χρειάζεται τό σῶμα μας γιά νά συντηρηθεῖ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, καί μάλιστα ὁ ἱερός ᾽Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, λένε ὅτι πρόκειται γιά βαρειά ἁμαρτία, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους: «Αὐτή ἐξόρισε τόν ᾽Αδάμ ἀπό τόν παράδεισο, αὐτή προκάλεσε τόν μεγάλο κατακλυσμό, αὐτή ἔκανε τούς ᾽Ισραηλίτες εἰδωλολάτρες, αὐτή ἔριξε τούς ἀνθρώπους σέ πολλά ἄλλα κακά».
῾Η γαστριμαργία καταβάλλει σχεδόν ὅλους μας, ἐπειδή εἶναι εὐχάριστο πάθος. Εἶναι ἀμφίβολο καί ἐπίφοβο ἄν πρό τοῦ θανάτου ἐγκαταλείπει τόν ἄνθρωπο˙ εἰδικά σήμερα, ἐποχή ἀφθονίας καί καλοζωίας, ἔχει δημιουργηθεῖ τό πλέον κατάλληλο κλίμα, αὐτό τή βοηθεῖ να γιγαντώνεται καί νά διαφεντεύει σ᾽ ὅλη σχεδόν τήν ἀνθρωπότητα.

Τί λέμε γαστριμαργία;
 
῾Η γαστριμαργία εἶναι ἕνα ἐλάττωμα, ἕνα πάθος, πού κυριεύει πολλούς ἀνθρώπους. ῾Η λέξη γαστριμαργία εἶναι σύνθετη καί παράγεται ἀπό τό οὐσιαστικό γαστήρ (κοιλιά) καί τό ρῆμα μαργαίνω (κατέχομαι ὑπό μανίας καί μάργος λέγεται ὁ μανιώδης), ἔτσι ὅταν καταλαμβάνει κάποιον ἡ μανία νά γεμίσει τήν γαστέρα (κοιλιά) του, αὐτό λέγεται γαστριμαργία˙ ἄρα γαστριμαργία εἶναι τό πάθος πού μᾶς παρακινεῖ νά τρῶμε καί νά πίνουμε περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο χρειάζεται τό σῶμα μας γιά νά συντηρηθεῖ.
Τόν ἀκριβή ὁρισμό τῆς γαστριμαργίας δίνει ὁ ῾Αγ. ᾽Ιωάννης ὁ Σιναΐτης στό βιβλίο του "Κλίμαξ„: «Γαστριμαργία εἶναι ἡ ὑποκριτική συμπεριφορά τῆς κοιλίας, ἡ ὁποία ἐνῶ εἶναι χορτασμένη, φωνάζει πώς εἶναι ἐνδεής (φτωχή) καί ἐνῶ εἶναι παραφορτωμένη μέχρι διαρρήξεως ἀνακράζει ὅτι πεινᾶ. Γαστριμαργία εἶναι ἡ δημιουργός τῶν καρυκευμάτων, ἡ πηγή τῶν τέρψεων τοῦ λάρυγγα. Γαστριμαργία εἶναι μία ἀπάτη τῶν ὀφθαλμῶν. Καθ' ἧν στιγμήν κάποιος τρώγει τό μέτριο σέ ποσότητα φαγητό του, ἡ γαστριμαργία τόν κάνει νά σκέπτεται πώς νά ἦτο δυνατόν νά καταβροχθίσει διά μιᾶς τά σύμπαντα». (Κλίμαξ, ἔκδ. Παρακλήτου 1985).
῾Ο Εὐάγριος καί ὁ Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητής τήν ὀνομάζουν «ἐμπαθή λογισμό», μ᾽ ἄλλα λόγια «τό σῶμα παρεμβαίνει μόνο ὡς ὄργανο πραγμάτωσης τῆς ἐπιθυμίας τῆς ψυχῆς» (Συμεών Νέος Θεολόγος).
Γαστριμαργία, κατ᾽ ἄλλον Πατέρα, εἶναι ἡ κατανάλωση ποσότητας φαγητοῦ μεγαλύτερης ἀπ' ὅση εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ἐπιβίωσή μας, ἐνῶ λαιμαργία ἡ τάση πρός φαγητά πού ἔχουν ἀπολαυστική γεύση ἤ ἡ κατανάλωση φαγητοῦ ἀποκλειστικά γιά εὐχαρίστηση.
Συμπερασματικά ἡ γαστριμαργία, κατά τούς Πατέρες, εἶναι «ἀναζήτηση τῆς ἡδονῆς τοῦ ἐσθίειν», «ἐπιθυμία τοῦ ἐσθίειν γιά τήν ἠδονή», ἀκόμα ἡ «ἀκράτεια τοῦ στόματος καί τῆς κοιλίας».
 
Θυγατέρες της
 
Σύμφωνα μέ τούς Πατέρας τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἡ γαστριμαργία δέν βλάπτει μόνο τήν ψυχή καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά γεννᾶ καί ἄλλα πάθη καί ἁμαρτήματα.
Τό πρῶτο πάθος πού τήν ἀκολουθεῖ εἶναι «ἡ πορνεία καί κάθε σαρκική ἀκαθαρσία». Κατά τό ὅσιο Μάρκο τό ἀσκητή τήν γαστριμαργία «ἀκολουθοῦν ἡ λήθη καί ἡ ραθυμία». ῎Αλλοι Πατέρες τονίζουν ὅτι τήν ἡδονή πού προκαλεῖ τό φαγητό ἤ τό πιοτό διαδέχεται ἡ ὀδύνη. Τήν εὐχαρίστηση τοῦ λάρυγγα διαδέχεται καταρχήν ὁ πόνος καί τό βάρος τοῦ στομάχου, καί στή συνέχεια ἡ παχυσαρκία και τά ἄλλα ἀναρίθμητα δεινά πού προέρχονται ἀπό αὐτή. Κυρίως ὅμως, ἡ γαστριμαργία προκαλεῖ ζάλη στό κεφάλι, βάρος καί ἀτονία στό σῶμα. ῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείπει τό πνευματικό του ἔργο, ἐπειδή ἔρχεται σ᾽ αὐτόν ἡ ὀκνηρία. ᾽Ακολουθεῖ ἡ σκότιση τοῦ νοῦ καί τῶν λογισμῶν καί ἡ ταραχή τήν ὥρα τῆς προσευχῆς. ῾Ο νοῦς γίνεται ἀδιάκριτος καί οἱ πονηροί λογισμοί βρίσκονται στό ἀποκορύφωμα τους˙ ὅταν κανείς δέν ἔχει καθαρό νοῦ δέν μπορεῖ νά ασχοληθεῖ μέ πνευματικά πράγματα.

Οἱ Πατέρες γιά τή γαστριμαργία
 
Στά πατερικά κείμενα διαβάζουμε ὅτι τά πάθη δέν ἀνήκουν στή φύση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς. ῞Οταν ὅμως χρονίζουν στόν ἄνθρωπο, γίνονται δεύτερη φύση του καί δέν ἀπομακρύνονται. ᾽Ακόμα κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ καί δέχεται τή χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν ἀπαλλάσσεται μέ μιᾶς ἀπ᾽ αὐτά, ἀλλά χρειάζεται νά προσπαθήσει καί νά ἀγωνισθεῖ γιά πολύ καιρό ἄν θέλει νά τά καταπολεμήσει.
Γιά τή γαστριμαργία λέγουν ὅτι εἶναι ἀτομικό ὀλίσθημα. Γίνεται, ὅμως, θανάσιμο ἁμάρτημα γιά τόν ἄνθρωπο, ὅταν προξενεῖ βλάβη καί σκάνδαλο στόν πλησίον, ὅταν γνωρίζει ὅτι θά πάθει κάποια σοβαρή ἀσθένεια καί δέν ἐγκρατεύεται, ὅταν ξοδεύει πάρα πολλά χρήματα γιά νά τρώει πλούσια τή στιγμή πού ὁ πλησίον του στερεῖται τά ἀναγκαία καί δέν τόν ἐλεεῖ κι ὅταν δέν τηρεῖ τίς καθιερωμένες ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας νηστείες ἐφόσον δέν ἐμποδίζεται ἀπό κάποια ἀρρώστια.

Πῶς θεραπεύεται
 
῞Οπως γιά ὅλες τίς ἀσθένειες τοῦ σώματος ὑπάρχουν φάρμακα πού τίς καταπολεμοῦν καί τίς θεραπεύουν ἔτσι καί γιά τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς, τά πάθη, ὑπάρχουν τά κατάλληλα φάρμακα πού ὄχι μόνο τίς θεραπεύουν ἀλλά ἀπελευθερώνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν τυραννικό ζυγό τους.
᾽Ισχυρό ὄπλο γιά τήν καταπολέμηση τῆς γαστριμαργίας εἶναι ἡ νηστεία. Αὐτή δόθηκε σάν ἐντολή στόν παράδεισο˙ διαβάζουμε στή Γένεση: «Καί ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεός τῷ ᾽Αδάμ λέγων˙ ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσω βρώσει φαγῇ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γιγνώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾽ αὐτοῦ˙ ᾗ δ᾽ ἄν ἡμέρα φάγητε ἀπ᾽ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γένεση β´ 16).
῾Η ἁγία μας ᾽Εκκλησία προκειμένου νά βοηθήσει τούς πιστούς ὄχι μόνον νά ἀπαλαχθοῦν ἀπό τό πάθος τῆς γαστριμαργίας, ἀλλά καί νά ἀνεβοῦν πνευματικά θέσπισε περιόδους νηστείας˙ ἔτσι οἱ ᾽Ορθόδοξοι νηστεύουμε κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή˙ σαράντα ἡμέρες πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων (ἀπό 15 Νοεμβρίου μέχρι καί 24 Δεκεμβρίου)˙ τήν ῾Αγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή (ἀπό τήν Καθαρά Δευτέρα μέχρι καί τό Μεγάλο Σάββατο, εἶναι πολύ αὐστηρή νηστεία)˙ τή νηστεία τῶν ῾Αγίων ᾽Αποστόλων (ἀρχίζει τή Δευτέρα μετά τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων καί τελειώνει στίς 28 ᾽Ιουνίου)˙ τέλος ἔχουμε καί τή νηστεία πρός τιμήν τῆς Παναγίας (ἀρχίζει ἀπό τήν 1η Αὐγούστου καί τελειώνει τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).
Οἰ Πατέρες λέγουν ὅτι οἱ πιστοί πρέπει νά δείνουν προσοχή διότι ἡ νηστεία χρειάζεται διάκριση, δέν πρέπει νά νηστεύουμε πάνω ἀπό τίς δυνάμεις μας, ὅταν ἡ ὑγεία μας δέν τό ἐπιτρέπει˙ δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι οἱ ἔρευνες πού ἔκαναν οἱ εἰδικοί ἔδειξαν ὅτι ὅταν κάνουμε νηστεία σύμφωνα μέ τίς ὑποδείξεις τῶν Πατέρων ὄχι μόνον δέν κινδυνεύει ἡ ὑγεία μας ἀλλά ἀπεναντίας ὁ ὀργανισμός ἀποτοξινώνεται καί δέν προσβάλεται εὔκολα ἀπό διάφορες ἀσθένειες. Χριστιανική νηστεία καί ὑγιεινή διατροφή εἶναι γιά τήν ᾽Ιατρική σχεδόν ταυτόσημες ἔννοιες.
Μαζί μέ τή νηστεία οἱ Πατέρες, σάν ἀντίδοτό της συνιστοῦν καί τή μνήμη τοῦ θανάτου, καθῶς καί τῆς μέλλουσας κρίσεως• «῞Οταν λάβεις θέση σέ πλούσιο τραπέζι - συμβουλεύει ὁ ῞Αγ. ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος - φέρε ἐμπρός σου τή μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς κρίσεως˙ ἴσως ἔτσι νά συγκρατήσεις λίγο τό πάθος. ᾽Αλλά κι ἄν ἀκόμη δέν ἐγκρατευθεῖς, τουλάχιστον θά ταπεινωθεῖς καί θά ἀναστενάξεις, συγκρίνοντας τήν πολυφαγία σου μέ τό πάθος τοῦ Χριστοῦ» (Κλίμαξ σελ. 191).
Δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ὅτι στή γαστριμαργία συνήθως πέφτουμε ὅταν τρῶμε συχνότερα ἀπ᾽ ὅσο πρέπει ἡ νωρίτερα ἀπό τήν κατάλληλη ὥρα, ὅταν τρῶμε καί πίνουμε περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο μᾶς χρειάζεται, ὅταν ἐπιζητοῦμε πλούσια, ἀκριβά καί ἐξεζητημένα φαγητά, ὅταν τρῶμε μέ βουλιμία κι ὅταν σπαταλᾶμε μεγάλο μέρος τοῦ πολύτιμου χρόνου τῆς ζωῆς μας σέ γαστρονομικές ἀσχολίες καί φροντίδες.
῾Ο χρυσός κανόνας εἶναι «νά δίνουμε στό σῶμα ὅσα ἡ ἀνάγκη θέλει καί ὄχι ὅσα ἡ ἠδονή ἀπαιτεῖ».

Οἱ Πατέρες γιά τήν τροφή
 
῎Ισως κάποιος νά πεῖ ὅτι οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας εἶναι ἐναντίον τῆς τροφῆς˙ αὐτό δέν εἶναι σωστό, διότι κανένας ἐκ τῶν Πατέρων δέν πέθανε ἀπό ἀσιτία διότι ἔτρωγαν τό ἀναγκαῖο φαγητό πού χρειαζόντουσαν γιά νά διατηρηθοῦν στή ζωή. ᾽Ακόμη οἱ Πατέρες δέν θεωροῦν ὅτι ἡ τροφή εἶναι ἀκάθαρτη καί κακή ὥστε νά κάνει τήν γαστριμαργία πάθος, αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τή Γραφή: «οὐ τό εἰσερχόμενον εἰς τό στόμα κοινοῖ τόν ἄνθρωπον» (Ματθ. ιε΄ 11). ῾Ο ᾽Απόστολος Παῦλος γράφει στό μαθητή του Τιμόθεο: «πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καί οὐδέν ἀπόβλητον μετά εὐχαριστίας λαμβανόμενον» (Α' Τιμ. δ΄4). ῎Αρα τό πάθος τῆς γαστριμαργίας δέν εἶναι ἐπακόλουθο τῆς τροφῆς πού παίρνουμε, ἀλλά στό σκοπό καί στό στόχο πού βάζουμε ὅταν καθόμαστε νά φᾶμε.
῾Ο ἅγιος Δωρόθεος Γάζης ἔλεγε: «῎Αλλο πρᾶγμα εἶναι τό νά φάγει κάποιος διά νά ἱκανοποιήσει τήν φυσικήν ἀνάγκην λήψεως τροφῆς καί ἄλλο νά φάγει διά νά δοκιμάσει τήν ἐκ τοῦ φαγητοῦ ἡδονήν. ῾Ο σκοπός διά τόν ὁποῖον τρώγει τις εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ τήν ἁμαρτίαν. Τό νά τρώγει δέ κανείς ὅσον ἐπιβάλλουν αἱ σωματικαί του ἀνάγκαι σημαίνει ὅτι οὖτος ὁρίζει εἰς τόν ἑαυτόν του πόσον πρέπει νά φάγει καθ᾽ ὅλην τήν ἡμέραν».

Τέλος
 
Πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι τό φοβερό πάθος τῆς γαστριμαργίας εἶναι ἀνελέητο καί ὁ ἀγώνας γιά τήν καταπολέμησή του δέν εἶναι εὔκολος. Εἶναι σκληρός καί κουραστικός. Συνεχής καί ἰσόβιος. Πρέπει νά παλέψουμε μ᾽ ἕναν πολύ δυνατό ἐχθρό, πού μᾶς βλάπτει σωματικά, ἀλλά κυρίως ψυχικά. ῎Ας πάρουμε τήν ἀπόφαση κι ἄς τήν τηρήσουμε «μακριά ἀπό τήν πολυφαγία καί τήν πολυποσία». ῎Ας ἔχουμε πάντα στό μυαλό μας αὐτά πού ἔλεγε ὁ Μέγας ᾽Αντώνιος: «᾽Εγκράτεια, εὐδαιμονία ἐστί καί ἐλπίς ἀγαθή ταῖς ψυχαῖς τῶν ἀνθρώπων» καί νά μή ξεχνοῦμε ὅτι «ἡ νηστεία, τό ἀντίδοτο τῆς γαστριμαργίας, εἶναι βία φύσεως καί περιτομή τῳν ἡδονῶν τοῦ λάρυγγα, ἐκτομή τῆς σαρκικῆς πυρώσεως, ἐκκοπή τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ἀπελευθέρωσης ἀπό λογισμούς ὀνείρων, καθαρότητα προσευχῆς, φωτισμός τῆς ψυχῆς, διαφύλαξης τοῦ νοῦ, διάλυσης τῆς πωρώσεως, θύρα τῆς κατανύξεως.. ἐλαφρότης τοῦ ὕπνου, ὑγεία τοῦ σώματος, πρόξενος τῆς ἀπαθείας, ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων, θύρα καί ἀπόλαυσης τοῦ Παραδείσου» (Κλίμαξ, σελ. 191).

Tuesday, 9 January 2018

Understanding the Soul..


I remember many years ago a spiritual teacher asking me this simple question, "Can you describe your soul?"  This question haunted me for several years.  So, what is the nature of our soul? How do we get to know it? Knowing soul is something that requires stillness in the mind. Our mind is continually in motion distracting us from a deep inner knowledge.  Saint Theophan suggests that we divide the soul into different parts to know it –– intellectual, desiring and sensual.


Intellectual Aspect
: You intellect stands about your memory and imagination; this intellect, among with intellectual labor, obtains for you definite concepts or cognitions about things.... This leads to thoughts, opinions and suppositions. Its business is to reason, think things over, and reach necessary conclusions.
But, normally our mind is filled with thoughts of all kinds.  It is not still so we can make reasoned choices. We become driven by our passions.



Desirous Aspect
:  The faculty that operates here is the will... At its foundation lies zeal, or ardor––the thirst for something.... In a person who has lived for some time almost everything is done by habit.
Normally instead of using the will to do God's will we instead override it with our habits to meet the demands of our passions.  So, not only do we have the confusion with the scattering of our thoughts but we also have a distorted inconsistent use of our desiring aspect seeking selfish desires.



Sensual Aspect: the Heart.
Everything which enters the soul from the outside, and which is shaped by the intellectual and desirous aspects , falls to the heart; everything which the soul observes on the outside also passes through the heart, That is why its called the center of life... It constantly and persistently senses the condition of the soul and body, and along with this the various impressions from the individual actions of the soul and body... compelling and forcing man to furnish everything which is pleasant to its.
But it is most commonly tormented by the passions and it does not operate in peace.  It then leads us to emotions and attachments that may not lead us to unity with God.



We can now begin to understand the nature of our spiritual life which is for our soul to regain its proper place so we can center our life on the will of God instead of the passions of our body.  Of course it still needs to care for the body but as a secondary effort.  The soul longs to be reunited with God, a unity broken by Adam and Eve, and a brokenness that Christ showed us how to heal, establishing His Church to help us in this effort.



Source: The Spiritual Life, pp 48 - 60

Wednesday, 28 June 2017

Πώς είναι ο Θεός;

Ένας νέος πήγε σ ‘ έναν σοφό γέροντα και τον παρακάλεσε θερμά:
-Με απασχολεί το ερώτημα: Υπάρχει Θεός; Ειπέ μου, σε παρακαλώ! Εσύ το πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός;
-Και βέβαια το πιστεύω, του απάντησε ο γέροντας.
-Και ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, το πιστεύεις κι αυτό;
-Και βέβαια, το πιστεύω.


-Και τον Θεό ποιος τον έφτιαξε;
-Εσύ, του απάντησε σοβαρά και ξερά ο γέροντας.
Ο νεαρός σοκαρίστηκε με την απάντηση του γέροντα.
Τον ρώτησε και πάλι λοιπόν:
-Γέροντα, εγώ σε ρωτάω σοβαρά, του είπε. Κι εσύ μου λες πως εγώ έφτιαξα το Θεό.
 
-Μα κι εγώ σοβαρά σου μιλάω, του απάντησε ο γέροντας. Πολύ σοβαρά. Και πρόσεξε γιατί. Εσύ μ’ όλ’ αυτά που με ρωτάς, δείχνεις πως δεν ψάχνεις να βρεις το Θεό όπως είναι. Εσύ ψάχνεις να βρεις έναν Θεό όπως τον θέλεις εσύ, όπως τον φαντάζεσαι εσύ, κομμένον στα μέτρα σου. Αυτόν τον Θεό λοιπόν θα τον έχεις φτιάξει εσύ. Δεν θα είναι ο αληθινός Θεός. Και πρόσθεσε ο άγιος αυτός γέροντας:
 
-Ψάξε να βρεις τον αληθινό Θεό, παιδί μου. Να Τον δεχτείς όπως είναι. Μην Τον θέλεις όπως εσύ τον φαντάζεσαι. Προσπάθησε να γίνεις εσύ όπως σε θέλει ο Θεός. Προσπάθησε να Τον καταλάβεις όπως είναι. Και ν’ αγαπήσεις το θέλημά Του, όπως είναι.

Wednesday, 3 May 2017

Saint Nektarios On The Inviolability of Free Will

             
             Βy Saint Nektarios of Pentapolis

 “If anyone would come after me, let them deny themselves, take up their cross and follow me”  (Matth. 16, 24).

            “Human free will is sacrosanct”. This saying demonstrates the profundity of our moral freedom. The Saviour invites people to follow Him and then leaves us free to decide this most important question for ourselves: to follow Him or turn against the way of God. He came for our salvation but does not encroach on our free will. He invites us to take an active part in our salvation, but does not violate our free will in the slightest. If people were not free and self-determining beings, we would never have deserved such great respect, we’d never have been accorded such great honour, that is to work with Christ the Saviour for our own salvation; nor, of course, would it have been left to our personal inclination, but rather we’d have been led to salvation as passive and inert creatures and would have simply accepted the effect of divine grace, which would have worked exclusively for our redemption. Truly, this is how respected and inviolate God desires our moral freedom to be; how imperious He wants our free will to be.

A study of the history of the redemption of humankind reveals the Son of God, Who became a person in order to save all of us, treading the path to His voluntary passion, bearing the sin of the world, healing our wounds, fulfilling the great mystery of divine dispensation, reconciling us with God and yet in no way infringing our free will. There you are! The gate of Paradise, which had been shut, was opened; the fiery sword which guarded the entrance was removed and the voice of the Lord invited excluded humanity to enter thereby into a place of peace and quiet. But we were left free to enter or not, as we choose.

This freedom, that is to act by choice and to follow His laws, not influenced even by God Himself, demonstrates  the absolute nature  of our free will, which derives from our moral freedom, our great value, and the high position we occupy in the creation. What great honour is rendered to us by the fact that our free will is inviolate. At the same time, with what clarity are we taught our responsibilities: that we should respect our free will; have fervent zeal; and not allow, under any circumstances, our free will to be enslaved and our moral freedom to become dependent on humiliating passions and desires.

            Our moral freedom obliges us to make provision for our salvation, because otherwise we’ll be lost. The formal recognition of our moral freedom by the Saviour Himself teaches us that our salvation is not going to be achieved solely by the absolute action of God’s grace, but also by our own consent and simultaneous action. Concerning this necessity, let’s see what the wise Fathers of the Church have to say. Chrysostom  says: Even though grace is grace, it saves only those who desire to be” (Discourse 18 on Romans). Gregory the Theologian stresses that: “Our consent is necessary; but we’ll be saved by God” (Discourse 31). Clement the Alexandrian adds: “God inspires the souls that desire; but if their readiness abandons them, then the very grace which has been given them by God will be denied them”. And Justin concludes: “God did, indeed, make people without their consent, but is unable to save them against their will”. So we are expressly and clearly taught that there are two factors in our salvation: a) the free desire of the human will and b) the grace of God.

            The prime agent in the work of our salvation is indeed the grace of God, because Christ the Saviour came as Light to those who were in the dark and shed the light of His Grace on those “dwelling in darkness and the shadow of death”. He sought the lost sheep, called back those who had strayed, spoke secretly to people’s hearts and showed us the way to salvation. It’s the grace of God which perfects and saves, yet our own will should not be accounted of any less importance. We should regard it as the outstanding gem in the crown of our salvation, since it’s the main lever that shifts our outlook that has been rendered inert by sin.

This is what urges our footsteps to follow the Saviour, this is what strengthens our hearts to show self-denial, this is what bears the cross on the shoulder. Because, although grace invites us, dispels the gloom and illumines the dark places, it’s possible  nevertheless, due to the carelessness and slothfulness, the contamination and spiritual idleness of the carnal view of life, for our free will to feign deafness, to close its eyes, to remain in darkness and to proceed in exactly the opposite direction: the one to perdition. In other words, our free will can act in total contradiction to what it actually wants. So it’s necessary for us truly to want our salvation, to seek it.

We have to want to hear, in order to hearken to the voice of  Him Who is calling us. We need to want to see in order to open our eyes to the brilliant, abundant light. We have to want to move, to follow the Saviour, to refuse to be the people we once were, with our passions and desires, in order to take the cross upon our shoulders. We must follow the “strait and circumscribed road” so that we may pass through the narrow gate of Paradise

Our own will has to come first, because this is required by the terms with which the Saviour calls those who are of a mind to follow Him. Without this disposition, it would be impossible to fulfill the terms offered, and thus salvation itself would be beyond us. On  the one hand, grace is granted, but our will and concurrence are necessary if we are to receive it. Even more so, what is required is self-denial, self-sacrifice, a stable outlook which will not allow for any deviation from the path of constantly following the voice of the Saviour, Who calls and is the voice of grace and of truth. If the grace of God which comes to us saved people by itself, the call would be entirely superfluous, as would be the terms and conditions. But though the grace of God is infinite, it doesn’t save by itself, because it doesn’t want to violate our free will.

Were it not that our consent is a vital factor in our salvation, God, in His infinite love for humankind, would, of course, save everyone, but without their consent. And yet, with very precise  terms, He did indeed call us who are enslaved to our sentiments and who tend towards sin. He offered salvation, but demanded that we conform, because this was required by a great and important provision: the stipulation that we be reborn and renewed in Jesus Christ our Saviour. Because in our former state, we could not enter the Kingdom of God, since we’d been corrupted by sin. So we had to cast off this person, with its desires and passions and put on a new person, who had been reborn, in the awareness that they were made by God in His “image”.

But in order to cast off the old person, we first have to want to do so. So our cooperation in the task of our perfection is exceptionally important. Our Saviour has told us that in His Father’s house, “there are many rooms”. The people who dwell therein are those who have lived their lives on earth in an appropriate manner. Our life-style here, therefore, defines our position in Paradise. Saint Gregory Nazianzinos has this to say on the matter: “Just as there are various, separate ways of living, so there are “many  rooms with God”, which are allocated depending on each person’s worth. One of us might have one virtue, another have them all. Given this, let each of us, from now on, cease from wandering off wherever the mood takes us and instead follow Him Who guides us well and directs us along the narrow path, in order to bring us to the broad highway of blessedness”.

             So we have to work for our salvation, otherwise we run the ultimate risk of perdition, since there’s nothing in common between light and darkness, any more than there is between good and evil. Sin, which has corrupted us, is darkness and the great evil, because it conflicts with the will of God. Since we have the privilege of moral freedom, any misconduct on our part is counted as a sin that sets us apart from God. The greater the good of moral freedom, the greater also are the responsibilities this entails. People who are morally free should become holy. This is why, in the Old and New Testaments God gives commands saying: “Become holy as I am holy” (Levit. 20, 7, 26 and I Peter, 1, 16).

Because how can people who are loathsome, people who are worthy of aversion have any sort of communion with God? And the Saviour also gives us a similar commandment when He says: “You, too, should be perfect, as our Father in heaven is perfect” (Matth. 5, 28), because His children should be like the Father Who has called them. God, then, wants us to be holy and perfect, because only those who are holy and perfect are really the children of our Father in heaven and they alone have the right to invoke His gifts, taking courage precisely from the love of a child for its Father.

They alone will inherit the kingdom of heaven. Saint Paint wrote about all of this in his epistle to the Corinthians: “Don’t you know that the unrighteous won’t inherit the kingdom of God? Don’t be deceived: no fornicators, idolaters, adulterers, effeminates, sodomites, thieves, drunkards, nor those given to cursing, avarice and peculation will inherit the kingdom of God” (I Cor. 6, 10).  This is why the Saviour calls upon us to deny ourselves, to take up the cross on our shoulders and follow Him. “If anyone would come after me, let them deny themselves, take up their cross and follow me”  (Matth. 16, 24). He recognizes our moral freedom and our free will, and leaves our salvation in their care. So that people who seek their salvation will have to work to acquire it, otherwise they’ll be deprived of it. Otherwise, through their carelessness and lack of concern, they’ll be preparing themselves for the loss of eternal life and will inherit eternal hell, from which I pray that God will spare us all. Amen.

Saint Nektarios of Pentapolis, Περί επιμελείας ψυχής, Athos editions, pp. 25-32

Source-Pemptousia.con

Monday, 2 January 2017

Saint Tikhon of Zadonsk - "REMEMBER YOUR BAPTISMAL VOWS"!


Holy Baptism is like a door by which those that are baptized enter into the holy Church and become fellow citizens with the saints, and of the household of God (Eph. 2:19). And not just so, but before Baptism there are renunciations and vows: 


1. We then renounced Satan and all his evil works. Satan is a wicked and evil spirit. He was created good by God, but he and those of like mind with him apostasized from Him, and so from light they became dark, and from good they became evil and wicked. His works are idolatry, pride, adultery, prodigality, all uncleanliness, slander, blasphemy and every sin; for he is the inventor of sin, and he beguiled our ancestors in paradise and led them into sin and apostasy from God. We renounce this wicked spirit and all his evil works before Baptism.

2. We renounce every vanity, pride and pomp of this world, as ones called to and renewed for everlasting life.

3. We promise to serve Christ the Son of God in faith and in truth together with the Father and the Holy Spirit, and to follow in His footsteps. 

Monday, 19 December 2016

Θα έλθεις στη γιορτή μου;


Όπως θα ξέρεις, φτάσαμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων μου. Κάθε χρόνο γίνεται γιορτή προς τιμήν μου, έτσι κι εφέτος. 
Αυτές τις μέρες ο κόσμος κάνει πολλά ψώνια, γίνονται διαφημίσεις στο ράδιο, την τηλεόραση, το Διαδίκτυο και παντού κανείς δεν μιλά για κάτι άλλο εκτός από το τι λείπει μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα... 
Είναι ευχάριστο να ξέρω ότι τουλάχιστον μία μέρα τον χρόνο κάποιοι με σκέφτονται!


Όπως θα γνωρίζεις πριν από πολλά χρόνια ξεκίνησαν να γιορτάζουν τα γενέθλιά μου. Στην αρχή φαίνονταν να καταλαβαίνουν και με ευχαριστούσαν γι’ αυτό που έκανα για εκείνους. Όμως σήμερα κανείς δεν γνωρίζει πια τι ακριβώς γιορτάζουν.
Οι άνθρωποι συναντώνται και περνούν πολύ καλά, όμως κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται....
Θυμάμαι πέρυσι, την ημέρα των γενεθλίων που έκαναν μια μεγάλη γιορτή προς τιμή μου. Στο τραπέζι υπήρχαν τα πάντα, όλα ήταν διακοσμημένα όμορφα και υπήρχαν πολλά δώρα, αλλά… 
Ξέρεις κάτι;...                                           
Ούτε που με κάλεσαν! Ενώ ήμουν ο επίτιμος καλεσμένος κανείς δεν θυμήθηκε να με καλέσει.  Και η γιορτή, τάχα, γινόταν για μένα...
Και όταν έφτασε η μεγάλη μέρα...  με άφησαν απ’ έξω, μου έκλεισαν την πόρτα...
Παρ΄ όλο που εγώ ήθελα τόσο πολύ να βρεθώ στο τραπέζι μαζί τους...
Η αλήθεια είναι ότι δεν εξεπλάγην, γιατί τα τελευταία χρόνια όλοι μου κλείνουν την πόρτα. Μιας και δεν με κάλεσαν λοιπόν, σκέφτηκα να παραβρεθώ χωρίς να κάνω θόρυβο κι έτσι μπήκα και στάθηκα σε μια γωνίτσα.
Διασκέδαζαν όλοι, κάποιοι έλεγαν ιστορίες, γελούσαν, πέρναγαν πολύ καλά, μέχρι που έφτασε ένας....
Γέρος χοντρός, ντυμένος στα κόκκινα με άσπρα γένια... Και φώναζε...  χο, χο, χο!,  λες και είχε πιει λίγο παραπάνω... κάθισε βαριά βαριά σε μια πολυθρόνα και... Όλοι έτρεξαν καταπάνω του λέγοντας... Άγιε Βασίλη! …λες και η γιορτή ήταν γι’ αυτόν... Και ούτε που ήταν ο Άγιος Βασίλειος!
Ήρθαν τα μεσάνυχτα και όλοι άρχισαν να αγκαλιάζονται, άπλωσα κι εγώ τα χέρια μου ελπίζοντας πως κάποιος θα με αγκαλιάσει... Και ξέρεις; Κανείς δεν με αγκάλιασε!
Ξαφνικά άρχισαν όλοι να ανταλλάσσουν δώρα, ένας ένας τα άνοιγαν μέχρι που τελείωσαν όλα...                                                            
Πλησίασα να δω μήπως παρ’ ελπίδα υπήρχε κάποιο δώρο για μένα, αλλά μάταια, δεν υπήρχε τίποτα... 
Πώς θα αισθανόσουν αν την ημέρα των γενεθλίων σου αντάλλασσαν δώρα όλοι μεταξύ τους κι εσένα δεν σου δώριζαν τίποτα;
Τότε κατάλαβα ότι εγώ περίσσευα σ΄ εκείνη τη γιορτή, βγήκα χωρίς να κάνω θόρυβο, έκλεισα την πόρτα κι αποσύρθηκα...
Κάθε χρόνος που περνάει είναι χειρότερα, ο κόσμος θυμάται μόνο το δείπνο, τα δώρα και τις γιορτές. Κανείς δεν θυμάται εμένα... 
Θα ήθελα αυτά τα Χριστούγεννα να μου επιτρέψεις να έρθω στη ζωή σου, να αναγνωρίσεις ότι πριν από δύο χιλιάδες χρόνια ήρθα σε αυτόν τον κόσμο για να δώσω τη ζωή μου για σένα, για να φέρω τη σωτηρία στους ανθρώπους, για να τους φανερώσω την αλήθεια, να τους κάνω πραγματικά ευτυχισμένους.
Το μόνο που θέλω σήμερα είναι να το πιστέψεις αυτό με όλη σου την καρδιά ...
Θα σου πω κάτι: σκέφτηκα, μιας και πολλοί δεν με προσκαλούν στη γιορτή που κάνουν, θα κάνω τη δική μου γιορτή και θα είναι σπουδαία, όπως κανένας δεν την έχει φανταστεί, μια γιορτή πολύ μεγάλη. Ακόμη κάνω τις τελευταίες προετοιμασίες, στέλνω πολλές προσκλήσεις και σήμερα υπάρχει μία ειδικά για εσένα. 
Θέλω μόνο να μου πεις αν θέλεις να βοηθήσεις, θα σου κρατήσω μια θέση και θα γράψω το όνομά σου, στη μεγάλη λίστα μου με τους καλεσμένους ... Ετοιμάσου γιατί όταν όλα θα είναι έτοιμα, μια μέρα που δεν θα το περιμένει κανείς, θα κάνω μια μεγάλη γιορτή...

Στους καιρούς της κρίσης...
ετέχθη ημιν σήμερον Σωτήρ.
Η Πίστη, η Ελπίδα κι η Αγάπη
ας φωλιάσουν στις ψυχές μας.
Ευλογημένα Χριστούγενα.

Thursday, 3 November 2016

Education in God,By Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos


Lecture to Athens University students in the Hall of the Holy Synod of the Church of Greece on the 2nd Sunday of the Lent 1989 (9th of April 1989).

Education is a widely discussed issue in our days. The problem is that we have very much distorted views on this important subject. We hear various things that are at least unorthodox. By this we do not mean humanists, that is, those who have a humanist education based mostly on the intellect and rationality, but rather we mean those Christians who identify man-centered education with Christian education. The identification and equality of these two wisdoms, these two types of knowledge is a heretical position and has been denounced by all holy Fathers.

The subject is very serious. In this speech we intend to elaborate on the great subject of education in God. Before proceeding to a precise analysis of education in God, I think it is worthwhile to see the differences between the two educations, in accordance to the teaching of a great Father of the Church, St. Gregory Palamas. St. Gregory lived in the 14th century when there was a strong humanist trend out of which humanist renaissance was born. The 14th century has many common features with our own era, so the reference to the debate between St. Gregory and Barlaam is very constructive.

1. The two types of education

Friday, 30 September 2016

The Theology of Christian Marriage



Marriage: an Orthodox view
The Orthodox Church understands marriage as a holy mystery (sacrament); the union of two human persons, one male and the other female, as a sign of the love of Christ for the Church, fulfilled in the Kingdom of God. There can be no such thing as a homosexual marriage.[1] 


1 Introduction

Christian theologians do not seem to have paid very much attention to marriage in the past. There have not been such clearly worked out dogmatic definitions for marriages as there have been, for example, in Christology.


Saturday, 13 August 2016

Οἱ τελευταῖες στιγμές τῆς Παναγίας



Ἰωάννης ὁ Γεωμέτρης
 

Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ λοιπόν ἔδειξε στούς Ἀποστόλους, πού ἤδη τό γνώριζαν, τό σύμβολο τῆς ἀναχωρήσεώς της, τό φοίνικα, τούς μετέδωσε ἐπίσης εὐλογία καί ἀνάλογη παρηγοριά καί ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τήν ἔξοδό της καί τούς προθυμοποίησε γιά τό κήρυγμα, τούς εἶπε μέ λίγα λόγια ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς ἀποστολῆς τους. Ἔπειτα ἀσπάσθηκε τόν Πέτρο καί τούς ἄλλους Ἀποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα καί φίλοι καί μαθηταί τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ μου καί νά αἰσθάνεστε εὐτυχεῖς, πού ἀξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο καί Δεσπότη καί νά ὑπηρετεῖτε τέτοια μυστήρια καί νά μετέχετε τῶν διωγμῶν καί τῶν παθημάτων του, γιά νά γίνετε κοινωνοί τῆς δόξας καί τῆς Βασιλείας Του”.


Ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τά τελευταία γεγονότα, τούς ζήτησε νά ψάλλουν τούς ἐπιτάφιους ὕμνους, ἐνῶ Ἐκείνη ἄρχισε τίς πρός τόν Θεό εὐχαριστίες της. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ «Σέ εὐλογῶ”, ἔλεγε, “Δέσποτα καί Θεέ καί Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ προανάρχου σου Πατρός καί δικέ μου υἱέ, τῆς δούλης σου, γιά τήν φιλανθρωπία σου. Σέ εὐλογῶ, πού μᾶς λύτρωσες ἀπό τήν κατάρα καί μᾶς ἔδωσες τήν εὐλογία. Σέ εὐλογῶ τόν αἴτιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν μας, τῆς ζωῆς, τοῦ φωτός, τῆς εἰρήνης, τῆς δυνατότητας νά γνωρίσουμε τόν Πατέρα σου καί τό συνάναρχό σου καί ζωοποιό Πνεῦμα. 

Σέ εὐλογῶ Λόγε, πού εὐλόγησες τήν κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αὐτὴ μέ ἀνέκφραστο τρόπο. Σέ εὐλογῶ, πού μέ τέτοιο τρόπο μᾶς ἀγάπησες ὥστε καί γιά μᾶς νά σταυρωθεῖς καί νά πεθάνεις. Σέ εὐλογῶ, πού κατέστησες μακαρία τήν κοιλιά μου καί πιστεύω ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα μοῦ ἔχεις μιλήσει». Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Μετά ἀπό αὐτά τά λόγια ἀκολούθησε ἀμέσως ἡ παράδοξη κάθοδος τοῦ Υἱοῦ της πού συνοδευόταν ἀπό τούς Προφῆτες, τούς Πατριάρχες καί ὅλους τοὺς Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οἱ Ἄγγελοι καί Ἀρχάγγελοι καί ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ἀγγελικές δυνάμεις. 

Τότε ὁ ἀέρας καί ὁλόκληρο τό σπίτι γέμισε. Ὅλα ἐκεῖνα πού ἡ Παρθένος προγνώριζε, τότε τά ἔβλεπε μπροστά της, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἔβλεπαν μέρος ἀπό αὐτά τά θαυμάσια, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἁγιότητά του. Ἔτσι ἡ δεύτερη κατάβαση ἔγινε ἐνδοξότερη καί φρικωδέστερη τῆς πρώτης, καί προφανεστέρα γιά ὅσους εἶχαν ὅραση πνευματική. Δέν ἦσαν μόνον παρόντα τά κατώτερα ἀγγελικά τάγματα καί δυνάμεις, ἀλλά καί αὐτά ἀκόμη τά Σεραφείμ καί τά Χερουβείμ καί οἱ Θρόνοι παρευρίσκονταν μέ φόβο, ἱεραρχικά σύμφωνα μέ τήν τάξη τους. 

Ἔβλεπαν μέ φόβο ὄχι μικρότερο (ἴσως μεγαλύτερο θά ἔλεγα, ἄν ἐπιτρεπόταν), γεμάτοι ἔκπληξη γιά τήν δεύτερη κένωση καί συγκατάβασή του. Ὅ,τι ἔγινε ἄλλοτε γιά χάρη ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τώρα γιά μιὰ μόνο ψυχή, γιά μιὰ μόνον γυναίκα γινόταν ἕνα τέτοιο θαῦμα. Ἡ συνοδεία ἦταν λαμπρή καί πολυάριθμη, ὅπως ἅρμοζε γιά τήν ἄφιξη τοῦ Δεσπότη καί τήν ἀναχώρηση τῆς Δέσποινας, ἀλλά ἡ θέαση αὐτῶν πού γίνονταν, ὅπως ἤδη εἶπα, γινόταν μόνον ἀπό τούς καθαρούς, ἄν καί ἡ παρουσία τοῦ Δεσπότη ἦταν ἀκατανόητη καί σ’ αὐτούς τούς Μαθητές καί Ἀποστόλους πού ἦσαν γεμάτοι ἀπό τή δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικοῦσε μέσα τους. 

Παρευρισκόταν ἐκεῖ ὁ Χριστός μέ σῶμα καί μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη τῆς ἀστραπῆς καί τῆς λάμψεώς της, ἀπό ὅ,τι στό Θαβώρ, ἀλλά μικρότερη τῆς φυσικῆς της λαμπρότητας ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν σάν νεκροί. Ὁ Κύριος ἀμέσως τούς λέγει, “εἰρήνη ὑμῖν”, ὅπως ἄλλοτε ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στό ἴδιο σπίτι πού μαζεύτηκαν καί τότε καί τώρα, τό σπίτι τοῦ Ἰωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Σήμερα τούς συγκέντρωσε αὐτή πού γέννησε τόν Κύριο, ἡ ὁποία καί κατοικοῦσε σ’ αὐτό μέ τόν ἀγαπημένο καί παρθένο μαθητή του, τό δεύτερο καί θετό υἱό της. Ἀκούοντας οἱ Μαθητές αὐτήν τή γλυκειά, τήν ἤρεμη καί γνώριμη φωνή, πῆραν θάρρος στό σῶμα καί στή ψυχή καί, ὅσο τούς ἦταν δυνατό, ὕψωσαν τά μάτια τους πρός τόν ἥλιο, τήν ὥρα πού Ἐκεῖνος χαμήλωνε λίγο τή λαμπρότητα τῆς ἀνατολῆς του καί τούς περιέλαμπε μέ μικρότερο φωτισμό. Ἀλλά ἄς σταθοῦμε λίγο στά ἐπιθανάτια τῆς Παρθένου. 

Ἡ ψυχή της βρίσκεται σέ μία μεγάλη συγκίνηση καί σχεδόν σκιρτᾶ καί προφθάνει ἀσυγκράτητη καί τρέχει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό σῶμα ὥστε τό γρηγορότερο νά βρεθεῖ μέ τόν Υἱό της καί νά προσπέσει στά χέρια του καί νά ἀναχώρησει μαζί του. Πῶς ἦταν δυνατό νά ὑπομείνει αὐτή τή χαρά, ὅπως τή λύπη τόν καιρό τοῦ Πάθους, καί πῶς ἐμεῖς νά μήν ἐπιθυμοῦμε νά ποῦμε πώς αὐτή δέν πέθανε, ἄν καί δέν τό λέμε αὐτό, γιά νά μήν ποῦμε πρωτάκουστα διδάγματα. Δάκρυσε, καί πάλι ἔγινε ἀνώτερη τῶν δακρύων ἀπό τή μεγάλη εὐτυχία καί τό παράδοξο θέαμα, ὅταν εἶδε μέ σῶμα ἐκεῖνον, πού λίγο παλιότερα τόν εἶδε νά σύρεται, νά καθυβρίζεται καί νά κτυπιέται, ἐνῶ περιβαλλόταν ἀπό τόσες μυριάδες Ἀγγέλων, ἀπό τόση λαμπρότητα καί τόση δόξα. Ἔβλεπε τό πρόσωπο καί τή μορφή ἐκείνου, πού ἄλλοτε τόν κορόιδευαν καί τόν ἔφτυναν, πού ἦταν ντυμένος τήν κόκκινη χλαίνα τῆς ντροπῆς, νά περιβάλλεται τώρα μέ τόση ἀξία καί λαμπρότητα. Αὐτόν πού δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε ὀμορφιά, τώρα νά ἀστράφτει ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς θεότητάς του. 

Ἔβλεπε τόν ἄλλοτε νεκρό πού καταδικάστηκε σάν ἀντίθεος, Θεό καί Βασιλέα καί Κριτή τῶν πάντων, ἀθάνατο καί ἀνίκητο. Ὤ, πῶς ζοῦσε καί πάλι μέσα στίς ἀντιθέσεις, ὅπως τόν καιρό τῆς Σταυρώσεως. Τό ὅραμα τή γέμιζε εὐφροσύνη, χαιρόταν ὑπερβολικά ἡ ψυχή της, ἀλλά συστελλόταν ἐπειδή ἀναχωροῦσε πρός ἐκείνη τή δόξα καί λαμπρότητα. Τώρα πλέον δοξολογοῦσε περισσότερο ἀπό πρίν ἐκεῖνον πού τήν δόξασε. Προσευχόταν γιά τούς Ἀποστόλους καί γιά ὅλους τοὺς παρόντες, ἱκέτευε γιά τούς πιστούς ὅλης τῆς γῆς ἤ μᾶλλον γιά ὅλο τόν κόσμο καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐχθρῶν καί τῶν σταυρωτῶν. Ζητοῦσε νά λάβει ἀπό τό Δεσπότη κάποιο λόγο ἤ κάποιο σημεῖο ὡς ἐγγύηση τῆς σωτηρίας τους, ἁπλώνοντας ἱκετευτικά τά χέρια ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα τόν ἀγκαλίαζε, κινώντας τή γλώσσα καί τά χείλη μέ τά ὁποῖα τόν ἀσπαζόταν, θυμίζοντας τόν θηλασμό του, καί κλαίοντας ἀπό εὐτυχία, ἔκαμε τό πᾶν, λέγοντας ἀποχαιρετιστήριους λόγους καί προσευχές. 

Τότε ἀρχίζουν τήν ὑμνωδία οἱ Ἄγγελοι καί ὅλοι μένουν ἀκίνητοι καί ἐκστατικοί, ὄχι ἀπό φόβο ἀλλά ἀπό χαρά. Οἱ Ἀπόστολοι ἀντιφωνοῦν μέ τή δική τους ψαλμωδία, καί ἔτσι, περνώντας ἀπό τό πανάγιο στόμα ἡ ὑπεραγία ψυχή της, σάν σέ ὕπνο, παραδίδεται στόν Υἱόν της, ξεφεύγοντας τούς πόνους τοῦ θανάτου, ὅπως τούς διέφυγε καί κατά τήν γέννηση ἤ μᾶλλον μέ τήν ἴδια καί μεγαλύτερη χαρά καί ὅπως τότε, ὅταν ἀνέκφραστα γεννιόταν ἀπ’ αὐτή ὁ Υἱός καί Θεός της, καί τώρα πού αὐτή πήγαινε πρός τόν Θεό, ὁ ὁποῖος βρισκόταν μπροστά της ὄχι μόνο νοερά ἀλλά καί αἰσθητά.

Ἀμέσως ὅλοι οἱ Ἄγγελοι ἄρχισαν νά ψάλλουν, καί μετά τοῦ πνεύματος μέν ἔβγαινε κάποια ἄφθονη καί ἀνεξήγητη εὐωδία, ἐνῶ τό σῶμα περιβαλλόταν ἀπό πλούσιο καί ἀπλησίαστο φῶς, ὥστε καί ὁ ἀέρας γέμισε ἀπό ἤχους καί ἄσματα, περισσότερο ὅμως ἀπό τήν εὐχάριστη εὐωδία, τό δέ σῶμα ἀκτινοβολοῦσε ἀπό παντοῦ, ὥστε νά γίνεται κάπως ἀθέατο. Ἔτσι λοιπόν διαμοιράζονται τήν Παρθένο, οἱ μαθητές καί ὁ Διδάσκαλος, τά ἐπίγεια καί τά οὐράνια, ὅπως καί μετά ἀπό λίγο ὁ οὐρανός καί ὁ παράδεισος. Ὁ Κύριος καί τά γύρω ἀπό αὐτόν λειτουργικά πνεύματα πῆραν τή ψυχή, ἐνῶ οἱ μαθητές τό σῶμα.


Πηγή:Αγία Ζώνη

Monday, 13 June 2016

Τις δικές μας αμαρτίες πρέπει να προσέχουμε και όχι του πλησίον μας!

 Άγιος Λουκάς ο Ιατρός

Μεγάλη και φοβερή είναι αυτή η εντολή του Χριστού.  Όλοι μας, αρχίζοντας από μένα, συνεχώς κρίνουμε και κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον και γι’ αυτό θα δώσουμε λόγο στη Φοβερά Κρίση του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού. Θα μας κρίνει Αυτός διότι και εμείς κρίνουμε τους άλλους, ψάχνουμε να βρούμε στον πλησίον μας το παραμικρό σφάλμα ενώ τις δικές μας αμαρτίες δεν τις βλέπουμε και ούτε θέλουμε να τις σκεφτόμαστε.

Ο άγιος απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του λέει το εξής: «Διό αναπολόγητος ει, ω άνθρωπε πας ο κρίνων εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις· τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων, οίδαμεν δε ότι το κρίμα του Θεού έστι κατά αλήθειαν επί τους τα τοιαύτα πράσσοντας. Λογίζη δε τούτο, ω άνθρωπε ο κρίνων τους τα τοιαύτα πράσσοντας και ποιών αυτά, ότι συ εκφεύξη το κρίμα του Θεού» (Ρωμ. 2, 1-3).

Μεγάλη αλήθεια βρίσκεται σ’ αυτά τα λόγια του αποστόλου Παύλου. Δεν προσέχουμε τα δικά μας ελαττώματα και τις αμαρτίες, ενώ στους άλλους βρίσκουμε πολλά σφάλματα. Ψάχνουμε να τα βρούμε και όταν τα βρίσκουμε, πάμε και τα διαλαλούμε σε όλον τον κόσμο. Έγινε πλέον κακή συνήθεια, μόλις μαθαίνουμε κάτι για τον πλησίον μας, να πηγαίνουμε και να το διαλαλούμε παντού. Η γλώσσα μας καίει και σπεύδουμε να πούμε στους άλλους αυτό που είδαμε και ακούσαμε.
Ξεχνάμε ότι αν εμείς κρίνουμε τους άλλους θα μας κρίνει και εμάς ο Θεός. Ξεχνάμε ότι δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κρίνουμε τον πλησίον διότι αυτό δεν είναι δική μας υπόθεση αλλά του Θεού, ο οποίος είναι Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος μόνος γνωρίζει την καρδιά του ανθρώπου και μπορεί να αποδώσει δικαία κρίση. Εμείς όμως κατακρίνουμε τον πλησίον και πολλές φορές με πολύ βαριά λόγια. Δεν σκεφτόμαστε ότι ο αδελφός μας μπορεί να μετανόησε ήδη και να του αφέθηκε η αμαρτία του, επειδή μετανόησε βαθιά.
«Ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος, ος και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος γενήσεται εκάστω από του Θεού» (Α’ Κορ. 4, 5). Εμείς, όμως, πάντοτε βιαζόμαστε να κρίνουμε τους άλλους και δεν περιμένουμε την κρίση του Χριστού. Είμαστε κριτές του πλησίον και όχι του εαυτού μας.
Ένας σοφός του Ισραήλ, ο υιός του Σειράχ είπε: «ακήκοας λόγον; συναποθανέτω σου θάρσει, ου μη σε ρήξει» (Σειρ. 19, 10). Πολύ σπουδαία είναι αυτά τα λόγια του. Εμείς ξεχνάμε ποτέ τα σφάλματα του αδελφού μας; Πεθαίνει μαζί μας ο κακός λόγος; Όχι, ποτέ. Εμείς τον διαδίδουμε και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόμαστε σαν τις μύγες οι οποίες κυκλοφορούν παντού και παντού μεταδίδουν την μόλυνση. Πρέπει να είμαστε όχι σαν τις μύγες αλλά σαν τις μέλισσες οι οποίες πετάνε από το ένα λουλούδι στο άλλο μαζεύοντας το μέλι. Και εμείς πρέπει να μαζεύουμε το μέλι δίνοντας σημασία μόνο στο καλό που υπάρχει στον αδελφό μας.
Γι’ αυτούς που κακολογούν και κατακρίνουν τον αδελφό τους ο ψαλμωδός και προφήτης Δαβίδ είπε: «τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών» (Ψαλ. 5, 10). Ανοίξτε έναν τάφο και θα δείτε τι ακαθαρσίες υπάρχουν μέσα του και τι δυσοσμία. Η ίδια δυσοσμία, πνευματική δυσοσμία, βγαίνει από το στόμα μας όταν κατακρίνουμε τον πλησίον. Στον ίδιο ψαλμό που διαβάζεται στην πρώτη Ώρα ο προφήτης λέει: «απολείς πάντας τους λαλούντας το ψευδός» (Ψαλ. 5, 7). Εμείς όμως διώχνουμε αυτούς που κακολογούν μπροστά μας τον πλησίον; Όχι, δεν τους διώχνουμε αν και έπρεπε να το κάνουμε.



Αυτό που πρέπει εμείς να κάνουμε είναι να δαμάσουμε τη γλώσσα μας. Όλοι είμαστε ένοχοι ενώπιον του Θεού και όλοι έχουμε πολλές αμαρτίες. Τις δικές μας αμαρτίες πρέπει να προσέχουμε και όχι του πλησίον μας. Είπε ο ψαλμωδός: «ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων» (Ψαλ. 142, 3). Κανείς δεν είναι δίκαιος ενώπιον του Θεού, όλοι είμαστε ένοχοι. Αυτοί που κατακρίνουν τους άλλους, πολλές φορές, γίνονται και συκοφάντες επειδή τους κατηγορούν για κάτι αβάσιμο.




Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, για να διδάξει αυτούς, που τους άρεσε να κατακρίνουν τους άλλους, διηγήθηκε μια φορά την εξής ιστορία. Σε μία πολύ μεγάλη πόλη, στην Τύρο, ζούσε κάποτε ένας μοναχός, ζούσε εκεί και μία πόρνη ονόματι Πορφυρία. Μια μέρα όταν ο μοναχός αυτός περπατούσε στο δρόμο τον πλησίασε η Πορφυρία και του είπε: «πάτερ άγιε, σώσε με όπως και ο Χριστός έσωσε κάποτε μία πόρνη». Ο άγιος εκείνος μοναχός την πήρε από το χέρι και την πήγε έξω από την πόλη. Την οδήγησε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι για να καθαρθεί εκεί η ψυχή της με τα δάκρυα της μετανοίας. Στο δρόμο βρήκαν ένα μωρό που οι γονείς του το είχαν αφήσει και η Πορφυρία το πήρε για να το μεγαλώσει.




Όταν αυτό έγινε γνωστό μερικοί άνθρωποι που τους άρεσε πολύ να κατακρίνουν τον πλησίον τους άρχισαν να κακολογούν την Πορφυρία, λέγοντάς της: «Μπράβο, Πορφυρία, ωραίο παιδάκι κάνατε με τον μοναχό». Και τον μοναχό τον περιφρονούσαν και τον κακολογούσαν. Ο μοναχός όμως προσευχόταν αδιαλείπτως και για την Πορφυρία και για τον εαυτό του. Ήρθε η ώρα του να πάει σε άλλο κόσμο και όταν βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη παρακάλεσε να του φέρουν ένα θυμιατό με αναμμένα κάρβουνα. Πήρε τα κάρβουνα και τα έβαλε πάνω στο στήθος του. Η φωτιά δεν άγγιξε ούτε το σώμα του αλλά ούτε ακόμα και τα ρούχα. Τότε είπε ο μοναχός: «Να ξέρετε εσείς που κατακρίνατε την Πορφυρία και εμένα ότι είμαι αθώος. Η σαρκική αμαρτία δεν με έχει αγγίξει όπως δεν με άγγιξε τώρα η φωτιά αυτή».
Δεν αρκεί αυτό το παράδειγμα σ’ εκείνους που τους αρέσει να κατακρίνουν τους άλλους. Δε σταματάνε τις κακολογίες τους. Αλλοίμονό τους, όπως κρίνουν αυτοί τον πλησίον τους έτσι θα κριθούν από τον Θεό. Ο δικός μας μεγάλος άγιος, ο άγιος Δημήτριος, μητροπολίτης Ροστόβ, λέει το εξής, όταν αναφέρεται στην κατάκριση: «Μη κοιτάς τις αμαρτίες των άλλων αλλά πρόσεχε τη δική σου κακία. Διότι δεν θα δώσεις λόγο για τους άλλους αλλά μόνο για τον εαυτό σου. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσέχεις τους άλλους, πως ζει ο καθένας και ποιές αμαρτίες κάνει. Εσύ πρόσεχε τον εαυτό σου, Ευαρεστείς τον Θεό; Μοιάζει η ζωή σου με την ζωή των αγίων; Ακολουθείς και εσύ την οδό που ακολούθησαν αυτοί στη ζωή τους; Είναι ευχάριστο μπροστά στον Θεό το έργο σου; Ο άνθρωπος που κατακρίνει τους άλλους μοιάζει με έναν πονηρό καθρέφτη, ο οποίος ενώ αντανακλά τους άλλους, τον εαυτό του δεν τον βλέπει. Μοιάζει επίσης και με ένα ακάθαρτο λουτρό το οποίο τους άλλους τους πλένει ενώ το ίδιο μένει άπλυτο.
Το ίδιο και αυτός που κρίνει τους άλλους. Βλέπει τι τρώει, τι πίνει και ποιές αμαρτίες κάνει ο καθένας, τον εαυτό του όμως δεν τον βλέπει. Στον πλησίον του βλέπει ακόμα και την παραμικρή αμαρτία. Η δική του όμως η αμαρτία, όσο μεγάλη και να είναι, γι’ αυτόν είναι σαν να μην υπάρχει. Θέλει να μην ξέρει κανείς την αμαρτία του και να μην λέει τίποτα γι’ αυτή. Ενώ ο ίδιος τους άλλους τους συκοφαντεί, τους κρίνει και τους κατακρίνει». Δεν είναι δική μας η εικόνα που δίνει ο άγιος Δημήτριος; Ασφαλώς για μας μιλάει εδώ ο άγιος και ιδιαίτερα γι’ αυτούς που η κατάκριση και η συκοφαντία έγινε πλέον η ζωή τους και που βρίσκονται πολύ μακριά απ’ αυτό που λέει ο Ιησούς. Είναι οι άνθρωποι που θέλουν να βγάλουν το σκουπιδάκι από το μάτι του αδελφού τους ενώ οι ίδιοι έχουν στο δικό τους το μάτι ολόκληρο δοκάρι. Να μην τους μοιάζουμε. Να προσέχουμε τον εαυτό μας και να ζητάμε τη βοήθεια του Θεού σ’ αυτό τον δύσκολο αγώνα κατά του πάθους της κατακρίσεως. Να μην κρίνουμε για να μην κριθούμε και εμείς από τον Έναν Μοναδικό και Αιώνιο Κριτή, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, του οποίου η τιμή και το κράτος μετά του Ανάρχου Αυτού Πατρός και του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος. Αμήν.
 Άγιος Λουκάς ο Ιατρός

Tuesday, 24 May 2016

Το εξιτήριο το υπογράφει όχι γιατρός αλλά ένας Άγιος! Αγιος Ιωάννης ο Ρώσσος



Δύο ώρες περίπου προσευχόταν κλαίγοντας ο κ. Κωνσταντίνος Πολυχρονίου, ανώτερος κρατικός υπάλληλος μπροστά στη Λάρνακα του Οσίου Ρώσου.
 
Φορούσε πιζάμες και ένα ταξί τον περίμενε στην Βορεινή πύλη της Εκκλησίας. Όταν τελείωσε τη μυστική του συνομιλία με τον Όσιο, ξεκίνησε με αργά βήματα, σέρνοντας τις παντόφλες στο δάπεδο και προχωρούσε προς την έξοδο.
Τον σταμάτησε ένας ιερέας της μονής και τον ρώτησε γιατί έκλαιγε τόση ώρα, γιατί δεν ήταν ντυμένος κανονικά και ήρθε στην εκκλησία με πιζάμες και αν...
επιθυμούσε νατου έδινε δωμάτιο στον ξενώνα να αναπαυθεί για λίγο αν το είχε ανάγκη.
- Όχι πάτερ, απάντησε και συνέχισε, με ξεκούρασε για πολλά χρόνια ο Άγιος, αυτός, ο μεγάλος και θαυματουργός γιατρός που υπηρετείτε. Σήμερα το πρωί στον «Ευαγγελισμό», στο Νοσοκομείο, ήρθε η γυναίκα μου να με δει.
Έχει περάσει δεκαετία και πλέον να σταθώ όρθιος όπως με βλέπετε τώρα. Μία χρόνια πάθηση του νευρικού συστήματος και μία αρρώστια που είχα περάσει μου έφεραν αναπηρία τόση που έχασα τη θέση μου, πήρα πρόωρα σύνταξη και οδηγήθηκα στα Νοσοκομεία γιατί μετά το δεύτερο χρόνο είχα πάνω από 80% παράλυση των κάτω άκρων.
Ή παράλυση, η κακή ψυχολογική κατάσταση, η πρόωρη έξοδος μου από τη δραστηριότητα της ζωής με οδηγούσαν σε μαρασμό, σχεδόν στο θάνατο.
Σήμερα, λοιπόν, το πρωί η γυναίκα μου ήρθε στο Νοσοκομείο, με βρήκε να κοιμάμαι, δεν με ξύπνησε, παρά κάθισε δίπλα στο κρεβάτι μου σε μια καρέκλα. Για λίγα δευτερόλεπτα την πήρε ο ύπνος.
Βλέπει στο όνειρο της ότι, στο διπλανό θάλαμο γινόταν επισκεπτήριο γιατρών. Ανάμεσα τους ήταν ένας άγνωστος ξένος γιατρός.
Τον πλησιάζει η γυναίκα μου και του λέει: Γιατρέ μου, είστε ξένος; Σας βλέπω για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο. Σας παρακαλώ στο διπλανό θάλαμο έχω τον άνδρα μου πάνω από δέκα χρόνια παράλυτο. Οι γιατροί μου έχουν πει την αλήθεια, ότι χάνω το σύντροφο μου. Χάνω το στήριγμα μου. Θα πεθάνει ο σύζυγος μου. Ελάτε, γιατρέ μου, να τον δείτε, να του δώσετε κουράγιο, να μας πείτε κάτι και σεις
- Πήγαινε, κυρία μου, περίμενε και θα δω και το σύζυγο σου.
Ναι, γιατρέ μου, πέστε μου το όνομα σας, να σας περιμένω ...
- Ιωάννης Ρώσος, της απαντά.
Ξυπνάει, πετιέται από το κάθισμα της.
Με βλέπει που προσπαθώ μόνος μου, στηριγμένος στους αγκώνες μου, να σηκωθώ.
Βοήθησε με, γυναίκα, της λέγω, κάποιος με κρατάει άπ' τις μασχάλες και με σηκώνει, βοήθησε και συ ...
Σηκώθηκα, πάτησα στο έδαφος, όταν τα κλάματα της γυναίκας μου είχαν φέρει γύρω μας γιατρούς και βοηθητικό προσωπικό.
Ό υπεύθυνος γιατρός του τμήματος, ένας πιστός χριστιανός, συγκλονίζεται από τη διήγηση της συζύγου μου και προτρέπει: Κύριε Πολυχρονίου όπως είσαι, μη ζητάς, να αλλάξεις τις πιζάμες σου, φύγετε, πάρτε ταξί στην είσοδο του Νοσοκομείου και πηγαίνετε στο Πνευματικό θεραπευτήριο, στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, που είναι στην καταπράσινη κοιλάδα του Προκοπίου της Ευβοίας, όπου και ολόκληρο το ιερό του Λείψανο. Πηγαίνετε, πέστε το μεγάλο σας ευχαριστώ και γυρίστε για το εξιτήριο που αυτή τη φορά -σπάνια βέβαια- το υπογράφει όχι γιατρός αλλά ένας "Άγιος!
Και σαν χριστιανός και σαν επιστήμονας ό,τι είπα το πιστεύω. Πάνω από την επιστήμη μας είναι η παντοδυναμία του Θεού και των Αγίων του.
Αυτά μας είπε, Πάτερ. Αυτά ... Δώστε μας και σεις την ευλογία σας.
Αυτά είπε, αυτά είδαμε από τον ευλογημένο αυτό άνθρωπο που με τα κλάματα του (οι άνδρες για να κλάψουν πρέπει κάτι το πολύ σοβαρό να συμβαίνει) έλεγε στον Άγιο εκείνο το «ευχαριστώ» που είναι πρόθυμοι να το πουν όσοι άρρωστοι στα Νοσοκομεία, στα παντός είδους Νοσηλευτικά Ιδρύματα και Άσυλα ανιάτων περιμένουν κάποιον Άγγελο, κάποιον Άγιο, τον Ίδιο τον Κύριο να ταράξει τα νερά για να μπουν σ' αυτό το μυστήριο που λέγεται θαυματουργική θεραπεία, που όντως γίνεται κατά καιρούς σε ασθενείς που ο Θεός επιλέγει με τα δικά του κριτήρια, σχεδόν άγνωστα σε μάς.

Sunday, 24 April 2016

Οἱ ἑπτὰ λόγοι τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ



Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ λατρευτοῦ μας Χριστοῦ ξαπλώθηκε πάνω στὸ Σταυρό, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ σταυρωμένη ἀγάπη παρέδωσε τὸ πνεῦμα, ἑπτὰ λόγοι βγῆκαν ἀπὸ τὸ γλυκὸ καὶ ἄκακο ἐκεῖνο στόμα του. Καὶ εἶναι δικό μας καθῆκον νὰ ἀκούσουμε καὶ σήμερα μὲ ἱερὸ δέος αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὄχι μόνο γιατί εἶναι τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Κυρίου μας, ποὺ πρέπει νὰ τὰ θυμόμαστε συχνά, ἀλλὰ καὶ γιατί ἀποτελοῦν, θὰ ἔλεγε κανείς, τὴν διαθήκη Του, τὴν ἔκφρασι τῆς μεγίστης Του δωρεᾶς πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀνακεφαλαίωσι ὅλης της διδασκαλίας Του.
*
Ὁ πρῶτος λόγος ἀκούσθηκε τὶς πρῶτες κιόλας στιγμὲς τῆς σταυρώσεως. Κι ἐνῶ πάνω σὲ κεῖνον τὸν λόφο ἀποκορυφώνεται ἡ ἔσχατη κραιπάλη καὶ μανία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ καρφώνουν, βρίζουν καὶ βλασφημοῦν τὸν Ἀναμάρτητο, Ἐκεῖνος ἐκδηλώνει ἀνάμεσα ἀπ᾿ τοὺς φρικτοὺς πόνους τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς Τοῦ τὴν ὑπέρτατη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς παραστρατημένους.

 «ΠΑΤΕΡ, ΑΦΕΣ ΑΥΤΟΙΣ, ΟΥ ΓΑΡ ΟΙΔΑΣΙ ΤΙ ΠΟΙΟΥΣΙ». 

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησί Του στὴν ἀνθρώπινη κακία. Στὴν ἄβυσσο τῆς ψυχικῆς πυρώσεως, ἀντιπαρατάσσεται τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας συγγνώμης, ποὺ βρίσκει, στὶς τραγικὲς τοῦτες ὧρες, λόγους ἀφέσεως καὶ μεσιτείας γιὰ κείνους πού, ἐκτροχιασμένοι ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ἔκδικησεως καὶ τοῦ φθόνου, εἶχαν αὐτοκαταδικασθῆ στὴν ἴδια τὴν ταλαίπωρη συνείδησί τους, τὴν βάναυσα κακοποιημένη. Ὁ πρῶτος λόγος τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ καὶ ἐπικύρωσις τοῦ μοναδικοῦ στὸν κόσμον ὅλο κηρύγματος ποὺ ἀκούσθηκε ποτὲ στὸν πλανήτη μας. Τοῦ κηρύγματος τῆς ἀφειδώλευτης καὶ γνήσιας ἀγάπης πρὸς ὅλους, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐχθρούς μας. Ἦταν μία δέησι καὶ ἱκεσία, μὲ ἐπίκλησι σὰν ἐλαφρυντικοῦ της ἀγνοίας, ὑπὲρ τῶν διωκτῶν καὶ δημίων Του, ἔτσι γιὰ νὰ ἀντηχεῖ ἔκτοτε σὲ ὅλα τὰ πλάτη καὶ μήκη τῆς γῆς ὁ ἀπόηχός της, ἐμπνέοντος τὶς μυριάδες τῶν χριστιανῶν, ποὺ θὰ ἤθελαν, μιμούμενοι τὸν ἀρχηγό Τους, νὰ δείξουν πὼς μποροῦν νὰ νικοῦν τὸ κακὸ μὲ τὸ καλό, τὴ μοχθηρία μὲ τὴν ἀγάπη, τὸ συμφέρον μὲ τὴν ἀνιδιοτέλεια.
***

Ὁ δεύτερος λόγος τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἀπάντησις σὲ μία φωνὴ μετανοίας καὶ πίστεως. Στὴ φωνὴ τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ, ποὺ ἀνοίγει τὰ μάτια τοῦ μπροστὰ στὴν ὑπέρτατη κένωσι τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς πραγματικές της διαστάσεις τὴν αἰωνιότητα τῆς Βασιλείας Του. 

«ΑΜΗΝ, ΛΕΓΩ ΣΟΙ, ΣΗΜΕΡΟΝ MET᾿ ΕΜΟΥ ΕΣΗ ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΑΔΕΙΣΩ». 

Ποιά, ἄραγε, πιὸ αὐθεντικὴ μαρτυρία περιμένουν ν᾿ ἀκούσουν ἢ νὰ βροῦν ποτέ, ὅσοι μὲ δυσπιστία στέκονται μπροστὰ στὴ μεταθανάτια ὀντολογικὴ πραγματικότητα; Καὶ πόσους, ἀλήθεια, θὰ καταδικάση καὶ ἡ μετάνοια ἡ ἔστω ὄψιμος καὶ ἡ πίστις τοῦ ληστοῦ αὐτοῦ, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παρὰ τὶς κατακτήσεις τοῦ Ἰησοῦ μένουν ἀκόμη ἄπιστοι. Ὢ ναί. Ὅταν τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου διασκελίζει πρῶτος ἕνας μέγιστος ἁμαρτωλὸς ἀνανήψας ἐγκαίρως, ποιὸς ἀπὸ μᾶς τοὺς ταλαίπωρους ἁμαρτωλούς της ζωῆς θὰ βρεῖ ποτὲ δικαίωσι γιὰ τὴν ἐμμονή του στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πτώσεως; Γιατί τὸ παράδειγμα τοῦ ληστοῦ ὄχι μόνο βεβαιώνει τὴν ὕπαρξι τῆς οὐράνιας Βασιλείας, ἀλλὰ καὶ πείθει πὼς ὅλοι, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, ἔχουν δικαίωμα συμμετοχῆς στὴν αἰωνιότητα ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσουν καὶ ἀνάλογα νὰ πράξουν ὅσο εἶναι καιρός.
***

Καθὼς τώρα γιὰ τρίτη φορὰ ἀνοίγει τὸ στόμα Του ὁ Ἐσταυρωμένος ἀφήνει νὰ ξεπηδήσουν λόγοι στοργῆς καὶ προνοίας γιὰ τὴ μητέρα Του. «Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα, ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ:

ΓΥΝΑΙ, ΙΔΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΣΟΥ. Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ ΙΔΟΥ Η ΜΗΤΗΡ ΣΟΥ». 

 Καμιὰ μητέρα στὸν κόσμο δὲν ἔδειξε τόση στοργὴ γιὰ τὸ παιδί της, καὶ καμιὰ μητέρα δὲν δέχθηκε τόση στοργὴ ἀπὸ τὸ παιδί της, ὅσο ἡ Παναγία. Κι ἔπρεπε στὶς τραγικὲς τοῦτες ὧρες τῆς μεγάλης Του ὀδύνης νὰ μιλήσει τόσο εὔγλωττα ὁ Ἰησοῦς, γιὰ ν᾿ ἀφήση σὰν παρακαταθήκη σὲ ὅλους μας τὴν ἀνάγκη γιὰ ἰσόβιο σέβας καὶ φροντίδα γιὰ κείνους, ποὺ μᾶς χάρισαν τὴ ζωή.
***

Ὁ τέταρτος λόγος τοῦ Χριστοῦ ἀπ᾿ τὸν Σταυρὸ ἔχει μίαν ἀνείπωτη τραγικότητα καὶ δυσθεώρητο βάθος καὶ πλάτος. 

«ΘΕΕ ΜΟΥ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΙΝΑ ΤΙ ΜΕ ΕΓΚΑΤΕΛΙΠΕΣ;»

 Αὐτὸς εἶναι ὁ δυσκολότερος λόγος, ποὺ κρύβει μέσα του ὠκεανὸ θεολογίας. Πολλοὶ τὸν ἐξήγησαν σὰν ξέσπασμα ἀπελπισμοῦ. Ἄλλοι σὰν γογγυσμὸ καὶ ἄλλοι σὰν ἀπογνώσεως φωνή. Ὄχι. Ὁ Κύριος δὲν ἐγόγγυσε ὅταν τὸν ἐγκατέλειψαν οἱ φίλοι, οὔτε ὅταν τὸν κατεδίκασαν ἀδίκως, οὔτε ὅταν τὸν ἐμαστίγωσαν. Παραπονεῖται τώρα γιὰ κάτι ποὺ τοῦ κοστίζει ἀκριβά. Κ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...