Wednesday, 23 April 2014

Ο πιστός μέσα στην κοινωνία..


Ὁ Ἅγιος Βασίλειος σέ ἐπιστολή του πρός μία χήρα γυναίκα, ἔγραφε γιά τό πῶς θά πρέπει νά λειτουργοῦν οἱ πιστοί μέσα στήν κοινωνία: «Ὑπάρχει τό ἑξῆς θεωρητικόν τέχνασμα διά τάς περιστεράς· ὅταν οἱ ἀσχολούμενοι μέ τά τοιαῦτα συλλάβουν μίαν καί τήν ἐξημερώσουν μέχρι σημείου νά στέκεται εἰς τά χέρια των καί νά τρώγη μαζί των, τότε ἀλείφουν τάς πτέρυγάς της μέ μύρον καί τήν ἀφήνουν νά συναγελασθῆ μέ τάς περιστεράς πού εἶναι ἔξω. Αὐτή δέ ἡ εὐωδία τοῦ μύρου καθιστᾶ ὅλην ἐκείνην τήν ἀγρίαν ἀγέλην κτῆμα τοῦ κατόχου τῆς τιθασσευμένης περιστερᾶς· διότι ἀκολουθοῦν καί αἱ ἄλλαι τάς εὐωδιαζούσας πτερύγας τῆς περιστερᾶς καί εἰσέρχονται στό κλουβί» [1].

Ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, μιλώντας γιά τίς ἐπιβουλές, πού γίνονται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, γράφει: «Ἄς μή νομίσομε τίς ἐπιβουλές σάν κάποιο φοβερό πράγμα. Ἐφόσον δέν ἐπιβουλευόμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τόν ἑαυτό μας, κανένας δέν θά μπορέσει νά μᾶς ἐπιβουλευθεῖ, ἤ καλύτερα θά μᾶς ἐπιβουλεύονται βέβαια, ὅμως δέν θά μᾶς βλάπτουν καθόλου, ἀλλά καί θά μᾶς ὠφελοῦν πάρα πολύ· ὥστε ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται καί τό νά κακοπαθήσουμε καί τό νά μή κακοπαθήσουμε. Νά τό διακηρύσσω μέ μεγάλη παρρησία ὅτι τόν Χριστιανό κανένας ἀπό τούς ἀνθρώπους πού κατοικοῦν στήν γῆ δέν θά μπορέσει νά τόν βλάψει. Καί γιατί λέγω ἀπό τούς ἀνθρώπους; Οὔτε ὁ ἴδιος ὁ δαίμονας, ὁ τύραννος, ὁ διάβολος, ἐάν δέν ἀδικήσει ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του· καί ἄν ἀκόμη θελήσει κάποιος νά μᾶς κάνει ὁποιοδήποτε κακό, ἄδικα θά τό ἐπιχειρήσει. Διότι, ὅπως ἀκριβῶς κανένας δέν θά μπορέσει νά βλάψει ἄγγελο πού βρίσκεται στήν γῆ σάν ἄνθρωπος, ἔτσι οὔτε ἄνθρωπος ἄνθρωπο. Ἀλλ ̓ οὔτε ὁ ἴδιος εἶναι δυνατόν νά βλάψει ἄλλον, ἐν ὅσῳ θά εἶναι ἀγαθός» [2].
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος μᾶς λέγει γιά τόν χαρακτήρα καί τήν ἐπαγγελία τοῦ Χριστιανισμοῦ: «Ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι σύστημα φιλοσοφικό, οὔτε ἑδρεύει μόνο στό γνωστικό τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μᾶλλον στό βουλητικό καί συναισθητικό. Γιατί ὁ Χριστιανισμός δέν ἔχει σάν ἀρχή τήν μόρφωση ἁπλῶς τοῦ πνεύματος, ἀλλά τήν διάπλαση τῆς καρδιᾶς. Γι ̓ αὐτό καί δέν ἀπαιτεῖ ἀπό τούς ὀπαδούς του τήν γνώση μόνον τῶν θεωριῶν του, ἀλλά καί τήν ἐφαρμογή τους. Ἀπαιτεῖ καί τήν συνεργασία τοῦ βουλητικοῦ, ὥστε νά δεχθεῖ τίς ἀρχές καί τίς θεωρίες του σάν θεϊκές καί σωτήριες καί νά τίς ἐφαρμόσει στήν ζωή του. Ζητεῖ ὅμως καί τήν συνδρομή τοῦ συναισθητικοῦ ὥστε νά ἀναλάβει αὐτό τό ἔργο μέ πόθο καί ἀγάπη καί νά ἀφιερωθεῖ μέ ὅλη του τήν ψυχή καί τήν καρδιά στό ἔργο τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὁ Χριστιανισμός ἐπειδή εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ζητεῖ οἱ ὀπαδοί του νά εἶναι ἅγιοι καί τέλειοι, ὥστε ὅλοι μαζί νά ἀποτελοῦν ἕνα Σῶμα, τήν Ἐκκλησία, πού ἔχει κεφαλή της τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν Θεό πού μᾶς ἀποκαλύφθηκε» [3].
Ὁ Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, μιλώντας γιά τήν θυσιαστική ζωή σημειώνει: «Μοῦ ἔλεγε κάποιος γιατρός γιά τό Νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός» τήν ἐποχή, κατά τήν ὁποία ἦταν γεμάτο ἀπό ἀφιερωμένες ἀδελφές νοσοκόμες, οἱ ὁποῖες ἔλειωναν σάν λαμπάδες στήν διακονία τῶν πονεμένων. «Ὁ Εὐαγγελισμός ἔχει πολύ ὑψηλό ἐπίπεδο νοσηλείας, διότι ἔχει πολλές ἀδελφές ἀφιερωμένες, πού δέν ἔχουν ἄλλο ἐπάγγελμα, οὔτε οἰκογένεια καί εἶναι ἀφιερωμένες ἐξ ὁλοκλήρου στόν πόνο. Καί ξαγρυπνοῦν καί κουράζονται καί ταλαιπωροῦνται, γιά νά βοηθήσουν τούς ἀσθενεῖς». Τί σημαίνει νοσηλευτικό προσωπικό; Σημαίνει νά βλέπει στό πρόσωπο τοῦ ἀρρώστου τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Κύριό του, καί νά τόν διακονεῖ μέ τό αἴσθημα ὅτι διακονεῖ τόν Κύριό του» [4].
Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφοντας Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἔλεγε: «Τέτοια εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Ἔτσι ἀποκρύπτεται κι ἔτσι ἀποκαλύπτεται: μέ τό φῶς τῶν καλῶν ἔργων, πού εἶναι ἡ ἀγάπη. Γιατί στήν ἀγάπη βρίσκεται ἡ λαμπρότητα κάθε ἀρετῆς καί αὐτή συγκροτεῖ τήν ἐν Χριστῷ ζωή, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀνθρώπινη σπουδή. Δέν θά ἔσφαλε κανείς, ἄν τήν ὀνόμαζε ζωή. Γιατί εἶναι ἕνωση μέ τόν Θεό, καί αὐτό εἶναι ζωή, ὅπως ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεό γνωρίζουμε ὅτι εἶναι θάνατος... Τί ἄλλο ἀπό τήν ἀγάπη θά ὀνομαζόταν δικαιότερα ζωή; Ἀλλά καί πέρα ἀπό αὐτά , ὅταν ὅλα ἀφανισθοῦν, ἐκεῖνο πού ἀπομένει καί δέν ἀφήνει τούς ζωντανούς νά πεθάνουν, εἶναι ἡ ζωή. Τέτοια ὅμως εἶναι ἡ ἀγάπη» [5].

Σημειώσεις:
[1] Μ. Βασιλείου Ε.Π.Ε. τόμ. 2 σελ. 385.
[2] Ἰ. Χρυσοστόμου Ε.Π.Ε. τόμ. 16Β σελ. 177.
[3] Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως Ἅπαντα τόμ. Ε ́ σελ. 230.
[4] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου «Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», Ἔκδ. Ἱ. Ἡ. Κεχαριτωμένης σελ. 32.
[5] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς Ἐκδ. Ἱ. Ἡ. Εὐαγγελιστής Ἰωάννης Θεολόγος Σουρωτή σελ. 255

 Πηγή-xristianos.gr

Ἡ ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναστάσεως


Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ Μυστικὸς Κόσμος τῶν Βυζαντινῶν Εἰκόνων»
Χρήστου Γ. Γκότση (Ἔκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία)

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει δύο τύπους: Ὁ ἕνας εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὁ δεύτερος εἰκονογραφικὸς τύπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει ἄλλοτε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ κενὸ Μνημεῖο καὶ ἄλλοτε τὸν ἄγγελο ποὺ «ἐπὶ τὸν λίθο καθήμενος» ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες.
Ἀργότερα ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ τύπου αὐτοῦ πλουτίστηκε μὲ τὶς σκηνὲς τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ (τὸ «Μὴ μου ἅπτου») καὶ στὶς δύο Μαρίες (τὸ «Χαῖρε τῶν Μυροφόρων»).
Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκη γράφει σχετικά: «Οἱ δύο αὐτὲς συνθέσεις χρησιμοποιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως. Στὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπεικονίστηκε. Τόσο τὰ Εὐαγγέλια, ὅσο καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, σιγοῦν γιὰ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲ λένε πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν γιὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου. Οὔτε ἡ εἰκόνα δείχνει αὐτό. Ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐκφράζει καθαρὰ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο γεγονότων. Ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου ἦταν ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο μποροῦσαν ὅλοι νὰ κατανοήσουν, ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπρόσιτη σὲ ὁποιαδήποτε ἀντίληψη... Ὁ ἀνεξιχνίαστος χαρακτήρας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ἀδύνατο τῆς ἀπεικόνισής του εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν εἰκόνες αὐτῆς ταύτης τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ὑπάρχουν δύο εἰκόνες, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ποὺ συμπληρώνουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἡ μία εἶναι συμβολικὴ παράσταση. Ἀπεικονίζει τὴ στιγμὴ ποὺ προηγήθηκε τῆς θεόσωμης Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ – τὴν Κάθοδο στὸν Ἅδη, ἡ ἄλλη τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱστορικὴ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ».
Τὰ παραπάνω συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ὑπογραμμίζουν τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ παραλληλίζουν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς μαθητὲς μετὰ τὴν Ἀνάσταση («Προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθὼς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου». «Ὥσπερ ἐξῆλθες ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου»).
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω δύο τύπους τῆς Ἀναστάσεως, συναντᾶμε στοὺς ναούς μας κι ἄλλο τύπο: αὐτὸν ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ γυμνό, μ᾿ ἕνα μανδύα ριγμένο, πάνω του νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλὰ δυτική. Ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή, ὅταν ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς ρίζες της, τὴ βυζαντινὴ παράδοση, λόγω τῆς ἐπικράτησης τῆς ζωγραφικῆς τῆς Ἀναγέννησης. Ὑποστηρίχθηκε πὼς «ἡ μεγάλη προτίμηση γιὰ τὴν δυτικότροπη ἀπόδοση τῆς Ἀναστάσεως ὀφείλεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ στὴν ἐπίδραση τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού, ἀντιγραφόμενη στὰ διάφορα ἐνθύμια τῶν προσκυνητῶν, ἔγινε ὑπόδειγμα γιὰ πολλοὺς ζωγράφους. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, ὁ συγκεκριμένος εἰκονογραφικὸς τύπος, διαδόθηκε τόσο ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη, ὅσο καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἁγίους Τόπους» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 357).
Παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε καὶ θὰ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ λέγεται καὶ «Ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος, γιατὶ εἶναι ἡ γνήσια εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως, ἣν παρέδωσαν ἡμῖν οἱ παλαιοὶ ἁγιογράφοι, σύμφωνος μὲ τὴν ὑμνωδίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκφράζει δὲ διὰ τῆς ζωγραφικῆς ὅσα ἱερὰ καὶ συμβολικὰ νοήματα ἐκφράζει ἰδίᾳ τὸ πασίγνωστον καὶ ὑπὸ πάντων ψαλλόμενον, ἀπὸ παίδων ἕως γερόντων, τροπάριον, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας

Στὴ βάση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσα σὲ ἀπότομους βράχους, ἀνοίγεται μία σκοτεινὴ ἄβυσσος. Διακρίνουμε τίς μαρμάρινες σαρκοφάγους, τίς πύλες τῆς κολάσεως μὲ τίς σκόρπιες κλειδαριές, καρφιὰ καὶ κλεῖθρα, καθὼς καὶ τίς μορφὲς τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ Ἅδη μὲ τὰ φοβισμένα πρόσωπα καὶ τὰ γυάλινα μάτια. Εἶναι τὰ «κατώτατα τῆς γῆς», «τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου», ὅπου κατέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία «τοῖς ἀπ’ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι».
Πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, προβάλλει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Ὁ φωτοστέφανος τῆς κεφαλῆς του, τὰ χρυσοκόκκινα ἱμάτιά του ποὺ ἀκτινοβολοῦν, καὶ ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ προσώπου του ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὸ δίστιχο τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας:
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος,
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλά τῆς νίκης σκῦλα (=λάφυρα).
Ὁ Χριστὸς ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος ἀπὸ τὴ μάχη του μὲ τὸν ἅδη κρατώντας τὰ πρῶτα λάφυρα τῆς νίκης. Εἶναι ὁ Ἀδὰμ ποὺ τὸν κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνῶ ἐκεῖνος γονατιστὸς τὸν κοιτάζει εὐχαριστιακά. Πίσω του ἡ Εὔα μὲ κατακόκκινο μαφόριο καὶ κοντά της οἱ δίκαιοι, ποὺ περίμεναν μὲ πίστη τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἄβελ ποὺ πρῶτος γεύτηκε τὸν θάνατο. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ εἰκονίζονται οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσῆς, Πρόδρομος κ.ἄ. Ὅλοι αὐτοὶ ἀναγνώρισαν τὸ Λυτρωτὴ ὅταν κατέβηκε στὸν ἅδη καὶ προετοίμασαν τὸ κήρυγμά του, ὥστε νὰ βρεῖ ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων.
Σὲ μερικὲς εἰκόνες ἡ παράσταση τοῦ τροπαιούχου Κυρίου εἶναι πιὸ ἐκφραστική, γιατὶ σ᾿ αὐτὲς ὁ Κύριος κρατάει στὸ χέρι του τὸ ζωηφόρο Σταυρό, τῆς εὐσεβείας τὸ «ἀήττητον τρόπαιον», μὲ τὸν ὁποῖο καταργήθηκε ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου.
Ἀλλοῦ ἔχουμε στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας δύο ἀγγέλους ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους καὶ στὸ σπήλαιο τὸ θάνατο νὰ παριστάνεται μὲ γέροντα ἁλυσοδεμένο. Εἶναι δεμένος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὰ ἴδια δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε δέσμιο καὶ ὑποχείριο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
Τὴν παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι μὲ ἐπίπεδους ἐξῶστες καὶ οἱ ἐπιγραφές: «Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καὶ «ΙΣ ΧΣ
Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει δύο τύπους: Ὁ ἕνας εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὁ δεύτερος εἰκονογραφικὸς τύπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει ἄλλοτε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ κενὸ Μνημεῖο καὶ ἄλλοτε τὸν ἄγγελο ποὺ «ἐπὶ τὸν λίθο καθήμενος» ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες.
Ἀργότερα ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ τύπου αὐτοῦ πλουτίστηκε μὲ τὶς σκηνὲς τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ (τὸ «Μὴ μου ἅπτου») καὶ στὶς δύο Μαρίες (τὸ «Χαῖρε τῶν Μυροφόρων»).
Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκη γράφει σχετικά: «Οἱ δύο αὐτὲς συνθέσεις χρησιμοποιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως. Στὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπεικονίστηκε. Τόσο τὰ Εὐαγγέλια, ὅσο καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, σιγοῦν γιὰ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲ λένε πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν γιὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου. Οὔτε ἡ εἰκόνα δείχνει αὐτό. Ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐκφράζει καθαρὰ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο γεγονότων. Ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου ἦταν ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο μποροῦσαν ὅλοι νὰ κατανοήσουν, ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπρόσιτη σὲ ὁποιαδήποτε ἀντίληψη... Ὁ ἀνεξιχνίαστος χαρακτήρας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ἀδύνατο τῆς ἀπεικόνισής του εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν εἰκόνες αὐτῆς ταύτης τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ὑπάρχουν δύο εἰκόνες, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ποὺ συμπληρώνουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἡ μία εἶναι συμβολικὴ παράσταση. Ἀπεικονίζει τὴ στιγμὴ ποὺ προηγήθηκε τῆς θεόσωμης Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ – τὴν Κάθοδο στὸν Ἅδη, ἡ ἄλλη τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱστορικὴ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ».
Τὰ παραπάνω συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ὑπογραμμίζουν τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ παραλληλίζουν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς μαθητὲς μετὰ τὴν Ἀνάσταση («Προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθὼς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου». «Ὥσπερ ἐξῆλθες ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου»).
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω δύο τύπους τῆς Ἀναστάσεως, συναντᾶμε στοὺς ναούς μας κι ἄλλο τύπο: αὐτὸν ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ γυμνό, μ᾿ ἕνα μανδύα ριγμένο, πάνω του νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλὰ δυτική. Ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή, ὅταν ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς ρίζες της, τὴ βυζαντινὴ παράδοση, λόγω τῆς ἐπικράτησης τῆς ζωγραφικῆς τῆς Ἀναγέννησης. Ὑποστηρίχθηκε πὼς «ἡ μεγάλη προτίμηση γιὰ τὴν δυτικότροπη ἀπόδοση τῆς Ἀναστάσεως ὀφείλεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ στὴν ἐπίδραση τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού, ἀντιγραφόμενη στὰ διάφορα ἐνθύμια τῶν προσκυνητῶν, ἔγινε ὑπόδειγμα γιὰ πολλοὺς ζωγράφους. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, ὁ συγκεκριμένος εἰκονογραφικὸς τύπος, διαδόθηκε τόσο ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη, ὅσο καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἁγίους Τόπους» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 357).
Παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε καὶ θὰ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ λέγεται καὶ «Ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος, γιατὶ εἶναι ἡ γνήσια εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως, ἣν παρέδωσαν ἡμῖν οἱ παλαιοὶ ἁγιογράφοι, σύμφωνος μὲ τὴν ὑμνωδίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκφράζει δὲ διὰ τῆς ζωγραφικῆς ὅσα ἱερὰ καὶ συμβολικὰ νοήματα ἐκφράζει ἰδίᾳ τὸ πασίγνωστον καὶ ὑπὸ πάντων ψαλλόμενον, ἀπὸ παίδων ἕως γερόντων, τροπάριον, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας

Στὴ βάση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσα σὲ ἀπότομους βράχους, ἀνοίγεται μία σκοτεινὴ ἄβυσσος. Διακρίνουμε τίς μαρμάρινες σαρκοφάγους, τίς πύλες τῆς κολάσεως μὲ τίς σκόρπιες κλειδαριές, καρφιὰ καὶ κλεῖθρα, καθὼς καὶ τίς μορφὲς τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ Ἅδη μὲ τὰ φοβισμένα πρόσωπα καὶ τὰ γυάλινα μάτια. Εἶναι τὰ «κατώτατα τῆς γῆς», «τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου», ὅπου κατέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία «τοῖς ἀπ’ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι».
Πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, προβάλλει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Ὁ φωτοστέφανος τῆς κεφαλῆς του, τὰ χρυσοκόκκινα ἱμάτιά του ποὺ ἀκτινοβολοῦν, καὶ ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ προσώπου του ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὸ δίστιχο τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας:
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος,
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλά τῆς νίκης σκῦλα (=λάφυρα).
Ὁ Χριστὸς ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος ἀπὸ τὴ μάχη του μὲ τὸν ἅδη κρατώντας τὰ πρῶτα λάφυρα τῆς νίκης. Εἶναι ὁ Ἀδὰμ ποὺ τὸν κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνῶ ἐκεῖνος γονατιστὸς τὸν κοιτάζει εὐχαριστιακά. Πίσω του ἡ Εὔα μὲ κατακόκκινο μαφόριο καὶ κοντά της οἱ δίκαιοι, ποὺ περίμεναν μὲ πίστη τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἄβελ ποὺ πρῶτος γεύτηκε τὸν θάνατο. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ εἰκονίζονται οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσῆς, Πρόδρομος κ.ἄ. Ὅλοι αὐτοὶ ἀναγνώρισαν τὸ Λυτρωτὴ ὅταν κατέβηκε στὸν ἅδη καὶ προετοίμασαν τὸ κήρυγμά του, ὥστε νὰ βρεῖ ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων.
Σὲ μερικὲς εἰκόνες ἡ παράσταση τοῦ τροπαιούχου Κυρίου εἶναι πιὸ ἐκφραστική, γιατὶ σ᾿ αὐτὲς ὁ Κύριος κρατάει στὸ χέρι του τὸ ζωηφόρο Σταυρό, τῆς εὐσεβείας τὸ «ἀήττητον τρόπαιον», μὲ τὸν ὁποῖο καταργήθηκε ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου.
Ἀλλοῦ ἔχουμε στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας δύο ἀγγέλους ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους καὶ στὸ σπήλαιο τὸ θάνατο νὰ παριστάνεται μὲ γέροντα ἁλυσοδεμένο. Εἶναι δεμένος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὰ ἴδια δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε δέσμιο καὶ ὑποχείριο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
Τὴν παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι μὲ ἐπίπεδους ἐξῶστες καὶ οἱ ἐπιγραφές: «Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καὶ «ΙΣ ΧΣ».
Ὡραῖα παρατηρήθηκε, πὼς «ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἶναι βαθιὰ μελετημένη, ἀκόμα καὶ στὶς μικρότερες λεπτομέρειές της. Ὅλα, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῶν βράχων στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ὡς καὶ τὶς ἀναλογίες τῶν χρωμάτων, περιέχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καὶ ὑπακούουν σ’ ἕνα γενικὸ σχέδιο. Ἡ εἰκαστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀπόκρυφου κειμένου ἀποκτᾶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν χάνεται ἡ σχέση μὲ τὰ συγκεκριμένα ἐπεισόδια τοῦ κειμένου» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης..., σ. 327).
».
Ὡραῖα παρατηρήθηκε, πὼς «ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἶναι βαθιὰ μελετημένη, ἀκόμα καὶ στὶς μικρότερες λεπτομέρειές της. Ὅλα, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῶν βράχων στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ὡς καὶ τὶς ἀναλογίες τῶν χρωμάτων, περιέχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καὶ ὑπακούουν σ’ ἕνα γενικὸ σχέδιο. Ἡ εἰκαστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀπόκρυφου κειμένου ἀποκτᾶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν χάνεται ἡ σχέση μὲ τὰ συγκεκριμένα ἐπεισόδια τοῦ κειμένου» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης..., σ. 327).

Πηγή- anavaseis.blogspot.ca

Tuesday, 22 April 2014

Christ’s descent into the tenebrous realms of death

  
The service has already given us all the grace and joy, the perfection of the meaning of the Holy Days. We’ve been able to proceed liturgically, together with the Lord, from the garden at Gethsemane to the dread Golgotha and as far as the life-bearing and life-receiving Tomb, the alien tomb, in which He spent three days. I note this, the alien tomb, because the Lord came ‘to his home and his own kin did not receive him’, He came ‘to his own’ and ‘his own’ wouldn’t open the door to Him, so He remained, perforce, a stranger. A stranger to the world He’d created. Α stranger to his special, beloved people. A stranger till His death, when there wasn’t a single grave anywhere to receive Him, but that of the righteous Joseph of Arimathea, which welcomed Him.


Today the Lord has descended into the repositories of Hades. Saint Peter says he descended there ‘in order to preach to the spirits in prison’. He descended into the dour kingdom of death, the sombre reaches where there’s never a smile, to seek ‘all Adam’s kin’, the whole of humankind, from Adam and Eve down to those who had just died at that moment.
He descended into Hell and illumined it; and with His presence Hell became Paradise. The departed spirits of the righteous, who had been thirsting for His presence, with longing and with the desire for redemption, life, light and joy, leapt and rejoiced.
As much as the devil was embittered, together with his kingdom, at receiving within it the presence of the Victor of life, so much and more did the spirits of the departed Saints and Righteous rejoice, delight and exult, and they hastened to receive the life-giving embrace from Him Who descended into the depths of Hell to save the human race. And after Christ’s resurrection, ‘many bodies of the departed’ Saints arose and went into the holy city of Jerusalem and appeared to many. This means that God permitted a partial resurrection, not of all people but of some of the recently departed. In other words, people who had died a little while, a few years previously and who were still remembered by those who knew them. They may have died 20 years previously, but there still would have been people who remembered that Isaiah, that Jacob, that Zachariah, that Esther as a next-door neighbor, or as a friend, a grandfather, an uncle, a mother, father, or elder brother. They were easily recognized and God permitted this great miracle so as not to leave the slightest margin for doubt, not only regarding His own Resurrection, but of the general resurrection of all the dead.

«Με λένε Ραφαήλ... Θυμήσου, κάποια στιγμή θα με χρειαστείς!»


Με μεγάλη συγκίνηση αλλά και λαχτάρα, αξιώνομαι κι' εγώ, ύστερα από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, να μοιραστώ με όλους τους χριστιανούς αδελφούς μου, το Μέγα Θαύμα που έκανε και στη δική μου οικογένεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Από το γάμο μας έχουμε αποκτήσει τρεις γιούς. Ο τρίτος γιος μας, γεννήθηκε πρόωρα, τον Οκτώβριο του 1994, στις τριάντα εβδομάδες κύησης. Παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα σε θερμοκοιτίδα, παρόλ' αυτά, κατάφερε να ανταπεξέλθει και να μεγαλώσει σαν φυσιολογικό μωρό. Εμείς χαιρόμασταν την οικογένειά μας και τίποτε δεν φαινόταν να σκιάζει την ευτυχία μας.
Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και το καλοκαίρι του 1994 (πριν δεκαοχτώ χρόνια) περνούσαμε ξέγνοιαστα τις διακοπές μας στο σπίτι μας, στο νησί. Ένα μεσημέρι λοιπόν, αφού ξεφύλλισα ένα εβδομαδιαίο περιοδικό και έλυσα γρίφους και σταυρόλεξα, αποκοιμήθηκα. Τότε είδα ένα παράξενο όνειρο: Έναν καλόγερο με γκρι σκούρα ράσα, με μυτερή καλοσχηματισμένη γενειάδα, μετρίου αναστήματος, να στέκεται όρθιος ανάμεσα σε αραιή βλάστηση και χαμηλά δεντράκια. «Με λένε Ραφαήλ» μου είπε και δείχνοντάς μου με το χέρι του μια βραχώδη σπηλιά στο πλάι του, συνέχισε «Εδώ είναι το σπίτι μου. Θυμήσου, κάποια στιγμή θα με χρειαστείς. Να θυμάσαι το Όνομά μου!». Ξύπνησα! «Ραφαήλ;» αναρωτήθηκα. Δεν ξέρω κανέναν Άγιο ονόματι Ραφαήλ. Μη θέλοντας να ξεχάσω το όνομά του, το σημείωσα στο περιοδικό που διάβαζα πριν αποκοιμηθώ. Ύστερα συνέχισα τον μεσημεριανό μου ύπνο, μην ξέροντας πόσο σπουδαίο ρόλο θα έπαιζε αυτό το όνειρο λίγες μέρες αργότερα. Όταν λοιπόν ξύπνησα, ρώτησα τη μητέρα μου, αν ήξερε κάποιον Άγιο με αυτό το όνομα. «Όχι» ήταν η απάντηση.
Οι μέρες πέρασαν και οι διακοπές τελείωσαν. Επιστρέψαμε στο σπίτι μας, στη Ν. Μάκρη. Όλα πήραν τον καθημερινό τους ρυθμό. Ώσπου μια μέρα, ξαφνικά ο μικρός μας γιος (ήταν τότε 9 μηνών) παίζοντας στο πάρκο του, έπεσε στο πλάι ανάμεσα στα παιχνίδια του. Έμοιαζε να πεθαίνει. Μελανιασμένος, μούσκεμα από τον ιδρώτα, ανοιγόκλεινε το στοματάκι του σαν το πουλάκι που αφήνει την τελευταία του πνοή. Αμέσως, το μετέφερα στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διέγνωσαν απώλεια αισθήσεων. Πιθανόν, είπαν, έβαλε κάποιο παιχνιδάκι στο στόμα του που του έφραξε για λίγο την αναπνοή. Τίποτε σπουδαίο. Έτσι επιστρέψαμε σπίτι. Όμως την ίδια ημέρα το ξανάπαθε για δεύτερη και τρίτη και τέταρτη φορά. Οπότε νοσηλεύτηκε για αρκετό χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο Παίδων. Οι γιατροί μετά από πολλές εξετάσεις, διέγνωσαν κάποιο πρόβλημα στον εγκέφαλο. Πρόβλημα που θα το ακολουθούσε για την υπόλοιπη ζωή του.
Πάνω, όμως, από την ιατρική διάγνωση και πέρα από την φαρμακευτική θεραπεία, στέκεται ψηλότερα η θρησκεία μας με όλους τους Αγίους της. Έτσι, λοιπόν, μέσα στη στενοχώρια μου και τη θλίψη μου, εκεί που νόμισα πως η ζωή μου μαύρισε και πως η χαρά από την οικογένειά μου χάθηκε για πάντα, άνοιξε η πόρτα του θαλάμου και μπήκε μέσα μια ηλικιωμένη γυναίκα που πουλούσε εικονίσματα Αγίων, για να ζήσει. Μέσα από τη μεγάλη τσάντα με τα εικονίσματα, επέλεξε τυχαία και μου πρότεινε ένα εικόνισμα. Ήταν αυτό του Αγίου Ραφαήλ. «Πάρε, παιδάκι μου, αυτή την εικονίτσα» μου είπε, «κι' ο Άγιος Ραφαήλ θα κάνει καλά το παιδάκι σου». Τότε θυμήθηκα το όνειρο που είχα δει. Την ίδια ημέρα πήρα κι' ένα τηλεφώνημα από παιδίατρο, συγγενικό πρόσωπο, ο οποίος μου είπε: «Εκεί που εμείς οι γιατροί σταματάμε, συνεχίζουν οι Άγιοι. Αύριο θα φύγει η πεθερά μου, θα πάει για ένα δικό μας τάμα στον Άγιο Ραφαήλ, στη Μυτιλήνη και θα ανάψει μια λαμπάδα και για το μωρό». Τότε κατάλαβα πως δεν ήμουνα μόνη και αβοήθητη όπως νόμιζα. Και πως το θαύμα δεν θα αργούσε να γίνει, καθώς ο Άγιος Ραφαήλ με τα δύο αυτά περιστατικά μου υπενθύμιζε το όνειρό μου και με οδηγούσε σε Εκείνον. Μέρα νύχτα, λοιπόν, παρακαλούσα τον Άγιο Ραφαήλ να γιατρέψει το παιδάκι μου «Άγιε μου Ραφαήλ, προσευχόμουν, βοήθησέ μας, μη μας αφήνεις αβοήθητους να σηκώσουμε τέτοιο Σταυρό». Ύστερα σκεπτόμουν ότι τα βάσανα είναι για όλους τους ανθρώπους ... «Εσύ ξέρεις, Άγιε Ραφαήλ, εσύ θα μας οδηγήσεις. Αν νομίζεις πως αυτό είναι το θέλημα του Θεού μας, κάνε μας να νοιώσουμε ελαφρύτερο το Σταυρό μας».
Οι ημέρες περνούσαν. Οι γιατροί είχαν βγάλει το συμπέρασμά τους. Οι κρίσεις του παιδιού έμοιαζαν επιληπτικές. Η φαρμακευτική αγωγή που δόθηκε στο παιδί, ήταν αγωγή για επιληψία. Όμως, ο Άγιος Ραφαήλ είχε κάνει το θαύμα Του, διότι στο κέντρο επιληψίας οι νέες εξετάσεις που έγιναν στον εγκέφαλο του μωρού δεν έδειξαν καμία απολύτως βλάβη.
Τις επόμενες ημέρες επισκεφθήκαμε την Παναγία της Τήνου, προκειμένου να ανάψουμε μια λαμπάδα για την υγεία του παιδιού και να την ευχαριστήσουμε για το μεγάλο δώρο που μας είχε χαρίσει με τη Μεσιτεία Της. Στο δρόμο, λοιπόν, προς την Χάρη Της, μας πλησίασε ένα μικρό αγοράκι. «Κυρία» μου είπε, «ξέρετε πως με λένε;». «Πώς σε λένε αγοράκι μου;» αποκρίθηκα. «Ραφαήλ, κυρία» μου είπε και χάθηκε μέσα στον κόσμο. Χάθηκε ανάμεσα στον κόσμο; Ή εξαφανίστηκε σαν άγγελος;(!) Αυτό δεν μπόρεσα να το καταλάβω. Όμως, για μένα εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε σαν άγγελος Κυρίου που μου έλεγε «Ο Άγιος Ραφαήλ είναι που έσωσε το παιδί σου, Εκείνον πρέπει να ευχαριστήσεις». Και πράγματι, ο Άγιος Ραφαήλ μας έκανε μεγάλο θαύμα. Οι μήνες πέρασαν και όλες οι ιατρικές εξετάσεις απέκλιναν όλο και περισσότερο από τις πρώτες και τελικά το παιδί μεγάλωσε χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα υγείας.
Εμείς ευχαριστούσαμε τον Άγιο Ραφαήλ που μας το χάρισε γερό και σιδερένιο. Και όλα αυτά τα χρόνια επισκεπτόμαστε κάθε εκκλησία που φιλοξενούσε Ιερά Λείψανα του Αγίου για προσκύνημα. Πέρασαν έτσι δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Κάποια ημέρα προσέξαμε στο δρόμο μια αφίσα που καλούσε τους πιστούς για την Εορτή του Αγίου Ραφαήλ, στο Άνω Σούλι του Μαραθώνα. Που να φανταζόμασταν πως ο Άγιος που είχε φέρει ξανά τη χαρά στο σπίτι μας βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια τόσο κοντά μας. Η μεγαλύτερη όμως έκπληξή μου ήταν πως επισκεπτόμενη για πρώτη φορά τη Μονή του Αγίου Ραφαήλ στο Άνω Σούλι, ανακάλυψα ότι το σημείο που είναι χτισμένη είναι ακριβώς το ίδιο σημείο που μου είχε υποδείξει ο Άγιος Ραφαήλ στον ύπνο μου, πριν από δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, λέγοντάς μου ότι «εδώ είναι το σπίτι μου». Επισκεπτόμουν για πρώτη φορά τη Μονή, αλλά ήταν σαν να την ήξερα χρόνια.
Ας είναι δοξασμένο το Όνομά Του, που με αξίωσε ύστερα από τόσα χρόνια να βρω και να βρεθώ στο «σπίτι του», και να προσκυνώ την Χάρη Του! Ας έχει όλο τον κόσμο στη Σκέπη Του!

Monday, 21 April 2014

Ο Θεός άκουσε την προσευχή μιας αμαρτωλής...


Μια πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ένα νοσοκομείο με το δίχρονο παιδάκι της να χαροπαλεύει οπό λευχαιμία. Ὁ πόνος της είναι μεγάλος, διότι ήδη έχει χάσει άλλα δύο παιδιά, και τώρα έβλεπε να της φεύγει και το τελευταίο, τρίτο βλαστάρι της. Όσο περνούσαν οἱ ώρες, τόσο και πιο πολύ μεγάλωνε ἡ απελπισία της.
Ήταν ήδη 2:00 μετά τα μεσάνυκτα, όταν όλως εκτάκτως πέρασε οπό το θάλαμο ὁ διευθυντής του τμήματος, να δει ένα διπλανό κοριτσάκι «επί πληρωμή» και οπό παρόρμηση πρόσεξε και το δίχρονο παιδάκι της χαροκαμένης εκείνης μάνας. Το εξέτασε και της είπε: Λυπάμαι πολύ κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου και φύγε τώρα, για να πεθάνει τουλάχιστον στην αγκαλιά σου και στο σπίτι σου.
Σαν το άκουσε αυτό ἡ δύστυχη μάνα από το στόμα του γιατρού, με λυγμούς, τύλιξε το παιδάκι της με μία κουβερτούλα, το έσφιξε στην αγκαλιά της και έφυγε τρέχοντας. Βγήκε στο δρόμο… Παντού επικρατούσε ερημιά και ησυχία. Τίποτα δεν κυκλοφορούσε.
Σε μία στροφή του δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά της μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ετών. Μόλις είχε τελειώσει τη «δουλειά της» ήταν πόρνη.
Μόλις έφθασε ἡ μάνα μπροστά της, την σταμάτησε και της έβαλε με βία το παιδάκι της μέσα στην αγκαλιά της. Ταυτόχρονα, έπεσε στα πόδια της και φώναξε: Σώσε το παιδί μου! Σώσε το παιδί μου…..!!!
Τα έχασε αυτή! Πόρνη ήταν, αμαρτωλή ήταν, βυθισμένη στο βούρκο της ακολασίας! Τί να κάνει; Στα πόδια της μία μάνα, στα χέρια της ένα παιδί πού έσβηνε. Το είδε ότι έσβηνε. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και είπε με δυνατή φωνή: Τί προσευχή να κάνω τώρα Θεέ μου; Εγώ είμαι αμαρτωλή, εγώ είμαι πόρνη! Τώρα μόλις «τελείωσα» την δουλειά μου. Αν δεν μ’ ακούς εμένα και δεν θα με ακούσεις, βέβαια, γιατί είμαι αμαρτωλή άκουσε τουλάχιστον αυτή τη πονεμένη μάνα.
Εκείνη τη στιγμή έγινε το θαύμα!!! Κατέβηκε ένα φώς από τον ουρανό και το παιδί άνοιξε τα ματάκια του, φώναξε «μανούλα μου!» κι άπλωσε τά χεράκια του αγκαλιάζοντας τή πόρνη, γιατί νόμισε ότι αυτή ήταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ το της είπε. Ὁ Θεός έκανε το θαύμα Του!
Ὁ Θεός άκουσε τη προσευχή μίας αμαρτωλής, μίας πόρνης και όχι της μάνας! Αυτό συντάραξε τα λιμνάζοντα «νερά» στη ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας, ώστε με συντριβή και μετάνοια, και με εξομολόγηση, οριστικά πλέον άλλαξε το σκοτάδι της αμαρτίας με τη νέα εν Χριστώ ζωή. Δόξα στο Όνομα σου, Κύριε!

π. Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου, «Πνευματικές διαδρομές στους μακαρισμούς»

Sunday, 20 April 2014

Saint John Chrysostom- The Paschal Homily


The Catechetical Sermon of St. John Chrysostom is read during Matins of Pascha.

 If any man be devout and love God, let him enjoy this fair and radiant triumphal feast. If any man be a wise servant, let him rejoicing enter into the joy of his Lord. If any have labored long in fasting, let him now receive his recompense. If any have wrought from the first hour, let him today receive his just reward. If any have come at the third hour, let him with thankfulness keep the feast. If any have arrived at the sixth hour, let him have no misgivings; because he shall in nowise be deprived thereof. If any have delayed until the ninth hour, let him draw near, fearing nothing. If any have tarried even until the eleventh hour, let him, also, be not alarmed at his tardiness; for the Lord, who is jealous of his honor, will accept the last even as the first; he gives rest unto him who comes at the eleventh hour, even as unto him who has wrought from the first hour.

 And he shows mercy upon the last, and cares for the first; and to the one he gives, and upon the other he bestows gifts. And he both accepts the deeds, and welcomes the intention, and honors the acts and praises the offering. Wherefore, enter you all into the joy of your Lord; and receive your reward, both the first, and likewise the second. You rich and poor together, hold high festival. You sober and you heedless, honor the day. Rejoice today, both you who have fasted and you who have disregarded the fast. The table is full-laden; feast ye all sumptuously. The calf is fatted; let no one go hungry away.
Enjoy ye all the feast of faith: Receive ye all the riches of loving-kindness. let no one bewail his poverty, for the universal kingdom has been revealed. Let no one weep for his iniquities, for pardon has shown forth from the grave. Let no one fear death, for the Savior’s death has set us free. He that was held prisoner of it has annihilated it. By descending into Hell, He made Hell captive. He embittered it when it tasted of His flesh. And Isaiah, foretelling this, did cry: Hell, said he, was embittered, when it encountered Thee in the lower regions. It was embittered, for it was abolished. It was embittered, for it was mocked. It was embittered, for it was slain. It was embittered, for it was overthrown. It was embittered, for it was fettered in chains. It took a body, and met God face to face. It took earth, and encountered Heaven. It took that which was seen, and fell upon the unseen.
O Death, where is your sting? O Hell, where is your victory? Christ is risen, and you are overthrown. Christ is risen, and the demons are fallen. Christ is risen, and the angels rejoice. Christ is risen, and life reigns. Christ is risen, and not one dead remains in the grave. For Christ, being risen from the dead, is become the first fruits of those who have fallen asleep. To Him be glory and dominion unto ages of ages. Amen.

Saint Nikolai Velimirovich-On The Conqueror of Death!


Christ is risen! He has become the conqueror of death. But we ask ourselves now: whom has the risen Lord freed by His victory over sin and death? People of only one nation, or one race? People of one class or social position? Not at all! Such a freeing would, in essence, be the selfish victory of earthly conquerors.
The Lord is not called “Lover of the Jews,” or “Lover of the Greeks,” or “Lover of the poor,” or “Lover of the aristocrats,” but “Lover of mankind.” He intended His victory to be for all men, with no consideration of the differences that men set up among themselves. He won His victory for the good and the help of all created men, and has offered it to them all. To those who accept this victory and make it their own, He has promised eternal life and co-inheritance in the Heavenly Realm. He imposes this victory upon no one, even though it cost so dearly, but leaves men free to make it their own or not. As man in Paradise freely chose the fall, death and sin at the hands of Satan, so he is now free to choose life and salvation at the hands of God the Victor.
Christ’s victory is a balm, a life-giving balm, for all men, all having become leprous from sin and death.


This balm makes the sick well, and the well even healthier.
This balm raises the dead and gives fuller life to the living.
This balm makes a man wise, it ennobles him and makes him divine; it increases his strength a hundredfold, a thousandfold, and it raises his dignity far above all other nature, in its weakened state, even to the resplendence and beauty of God’s angels and archangels…
Come then, all of you, my brethren, who fear death. Come closer to Christ the Risen and the Raiser, and He will free you from death and the fear of death.
Come all of you who live under the shame of your open and secret sins. Draw nearer to the living Fount that washes and cleanses, and that can make the blackest vessel whiter than snow…
Bow down before Him in body and soul. Unite yourself with Him with all mind and thoughts. Embrace Him with all your heart. Do not worship the enslaver, but the Liberator; do not unite yourself to the destroyer, but to the Saviour; do not embrace the stranger, but rather your closest Kinsman and your dearest Friend.
The risen Lord is the wonder of wonders; but He is, while being the wonder of wonders, of the same nature as you are - of real human nature, the original nature that was Adam’s in Paradise. True human nature was not created to be enslaved to the irrational nature that surrounds it, but to govern nature by its power. Neither is man’s true nature manifested in worthlessness, sickness, mortality and sinfulness, but in glory and health, in immortality and sinlessness.
The risen Lord has torn down the curtain that divided true Godhead from true humanity, and has shown us in Himself the greatness and beauty of the one and the other. No man can know the true God except through the risen Lord Jesus; neither can any man know true man except through Him alone.
Christ is risen, my brethren!

Saint Nikolai Velimirovich, Bishop of Ochrid.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...