Tuesday, 16 July 2013

St.Makarios of Egypt-Christ alone is able to heal the soul


HOMILY 12: Christ alone is able to heal the soul, and to adorn her with the robe of grace.


1. IF any one is naked for want of the heavenly clothing, which is the power of the Spirit, (as it is said, " Now if any man have not the Spirit of CHRIST, he is none of his,") let him weep, and entreat the Lord that he may receive the spiritual clothing which is from heaven; that he may have a covering for his soul, disrobed of the Divine power.. For he is clothed with vile affections, that is not clad with the garment of the Spirit.

2. For as in the things that are seen, if any one is naked, he is in much confusion and disgrace,-and even friends turn away from their friends that are naked, thus does GOD turn away from the souls that are not clothed with the garment of the Spirit, in the full assurance of faith, as not "having put on the Lord JESUS CHRIST" in power and in truth.

3. The very first man, when he beheld himself naked, was ashamed. So great is the dishonor that attends nakedness! If therefore, in relation only to the body, the being naked exposes us to so much shame; how much rather is the soul that is unclothed of the Divine power, that is not clad with the raiment not to be described-immortal and spiritual, the Lord JESUS CHRIST, himself,-covered over with shame and dishonorable affections! Every one that is unclothed of that Divine glory, ought to be ashamed of himself, and to acknowledge the disgrace he is under; as Adam was ashamed with respect to his body being naked, though he made himself a covering of fig-leaves. Let therefore such a soul ask of CHRIST, who clothes it with glory which surpasses all expression, without making to itself any covering of vain thoughts, or being deluded with an opinion of its own righteousness.

4. For if any one stands only upon his own righteousness, (not looking for the righteousness of GOD, which is the Lord, who, as the apostle speaks, is made to us righteousness and redemption,) the pains he takes are vain and fruitless. For such an opinion of his own righteousness is at the last day plainly laid open as a filthy rag, as says the prophet, "All our righteousness is as filthy rags." Let us therefore beg of GOD, and entreat him that we may put on the garment of salvation, our Lord JESUS CHRIST.

Πως μπαίνουμε στον Ιερό Ναό;



Του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου. Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου, μετόχιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους.  Συμβολή στη λογική λατρεία του Θεού, για ενεργό συμμετοχή των πιστών, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 97-106
Όταν αποφασίζουμε να πάμε στον ιερό Ναό[1] πρέπει προκαταβολικά να πιστεύουμε ότι μπαίνουμε σε χώρο ιερό, σε τόπο προσευχής και κατανύξεως, όπου ευρίσκεται και κατοικεί αόρατα ο Θεός, ο Βασιλεύς των Βασιλευό­ντων και ότι κάθε είσοδος μας σε Ναό μας προσθέτει αγια­σμό και Θεία ευλογία.
Αυτό επιβάλλει να μπαίνουμε σιωπηλοί, το βάδισμα μας να γίνεται σεμνά και αθόρυβα, οι κινήσεις μας γενικά πρέπει να δεικνύουν ευλάβεια και ή διάθεση μας να μαρτυρεί διάθεση για λήψη ευλογίας και θείας Χάριτος.

α. Άναμμα του κερι

Εισερχόμενοι στο Ναό κάνουμε το σταυρό μας με μικρή υπόκλιση λέγοντας μυστικώς: «Εισελεύσομαι εις τον οίκον Σου, προσκυ­νήσω προς Ναόν "Αγιόν Σου εν φόβω Σου» (Ψαλ. Έ, 8). Κατευθυνόμαστε, (εάν θέ­λουμε), στο παγκάρι και παίρνουμε 1 ή 2 κεριά (η συνήθεια να ανάβουμε πολ­λά κεριά είναι λανθασμένη νοοτροπία και δημιουργεί προ­βλήματα). Ένα προς τιμή τού Χρίστου, της Παναγίας και των Αγίων Του και ένα για τη σωτηρία των ψυχών των δικών μας ζώντων και τεθνεώτων (ή ένα για όλα). 
Έτσι θα χωρεί το μανουάλι τα κεριά όλων, θα καίο­νται περισσότερη ώρα και δεν θα μπαίνει σε πειρασμό ο Νεωκόρος να τα μαζεύει γρήγορα (για... απόκερα!) πριν καούν. Και όταν το ανάβουμε με πολλή ευλάβεια, προσευχόμενοι μπορούμε να λέμε: «Χριστέ μου, Συ είσαι το Φως τού κόσμου. Βοήθησέ με ώστε και η ζωή μου να λιώνει από αγάπη προς τον πλησίον μου και να φωτίζει σαν το τα­πεινό φως αυτού του κεριού»[2].

β. Προσκύνηση των Αγίων Εικόνων

Στη συνέχεια κατευθυνόμαστε στα προσκυνητάρια, κάνουμε μία η τρεις μικρές μετάνοιες με σταυρό, (εάν έχει κόσμο τις μετάνοιες τις κάνουμε ενωρίτερα πριν έρθει η σειρά μας για να μην καθυστερούμε τους άλλους) και ασπαζόμαστε τις Άγιες εικόνες (ή τα Άγια λείψανα). Συγχρόνως λέμε την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», ή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», ή «Άγιε τού Θεού (τάδε), πρέσβευε υπέρ ημών» ή και ό,τι άλλο επιθυμεί ο καθένας. Ακολούθως οπισθοχωρούμε από τα πλάγια, χωρίς να στρέφουμε τα νώτα μας προς τα Άγια και χωρίς να δημιουργούμε πρόβλημα στους επόμενους που και αυτοί θα προσκυνήσουν.
 
γ.  Η αμφίεση

Δεν εισερχόμεθα στους Ναούς με οποιαδήποτε αμφίεση, ή με την αμφίεση της ώρας εκείνης που βρεθήκαμε μπροστά στο Ναό[3]. Η ακατάλληλη αμφίεση δεν δείχνει σεβασμό ούτε εκτίμηση, αλλά μάλλον περιφρόνηση. Εάν κάνεις δεν το νιώθει αυτό και έχει αντίθετη άποψη, πρέπει να γνωρίζει ότι την ενδυμασία δεν την καθορίζουν οι επι­σκέπτες, αλλά ο Οικοδεσπότης. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην Εκκλησία, αλλά και στην καθημερινή ζωή και πράξη. Εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, τι όφελος θ' αποκο­μίσουμε από τις προσευχές μας, εάν με ακατάλληλη ενδυ­μασία εισέλθουμε στο Ναό;
Ο Θεός βέβαια δεν έχει ανάγκη από τον τρόπο της αμφίεσης μας, διότι ενδιαφέρεται για την εσωτερική κατά­σταση της ψυχής μας, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη και πρέ­πει να παρουσιαστούμε με τρόπο που δείχνει το σεβασμό που κατά βάθος έχουμε: και προς τον ιερό χώρο και προς τον Θεό. Μπαίνουμε με οποιαδήποτε αμφίεση, (π.χ. Με κο­ντό παντελονάκι), στο γραφείο τού Υπουργού η τού Στρα­τηγού για να ζητήσουμε μετάθεση τού παιδιού μας;[4]
Μερικές μάλιστα γυναίκες εισέρχονται στους  Να­ούς με παντελόνια, με εξώπλατα, αμάνικα φορέματα η σούπερ μίνι φούστες και έχουν σκοπό να κοινωνήσουν ή να εξομολογηθούν. Εφ' όσον η Εκκλησία, βάσει της Αγίας Γραφής (Δευτερονόμιον κβ', 5), δεν δέχεται αυτή την αμ­φίεση, γιατί εσύ επιμένεις στην άποψη σου και θέλεις ο Θεός να αλλάξει το Νόμο Του; Γιατί θέλεις να σκανδαλί­ζεις με την αμφίεση σου τον κόσμο; Δεν έχεις τόσες και τό­σες ενδυμασίες για τις διάφορες ώρες και εποχές του έτους; Κάνε και μία η δυο ενδυμασίες για τον Χριστό και την Παναγία! Αξίζει τον κόπο και θα έχεις και ευλογίες!
Εάν πάντως θελήσεις από εσωτερική ανάγκη να μπεις στο Ναό να προσευχηθείς με ακατάλληλη ενδυμασία, μην εισέρχεσαι μέσα στον κυρίως Ναό. Σταμάτα στον πρόναο η Νάρθηκα. Άναψε το κερί σου κάνε εκεί την προσευχή σου και ο Θεός, που βλέπει την εσωτερική σου διάθεση, το σεβασμό σου αυτό, αλλά και την ανάγκη σου, θα σε ακούσει και θ' ανταποκριθεί περισσότερο στα αιτήματά σου. 

δ. Οι θόρυβοι κατά την είσοδο

Μερικές φορές τα τακούνια των υποδημάτων δημι­ουργούν θόρυβο κατά τη μετακίνηση, ιδίως σε σκληρό δά­πεδο.
Χρειάζεται λοιπόν προσοχή. Διότι εισερχόμενοι στο Ναό, μερικές φορές με κάποια αμηχανία η απρόσεκτα και συνηθισμένοι εμείς στο θόρυβο αυτό, που δεν μας κάνει εντύπωση, δημιουργούμε σοβαρό πρόβλημα στους υπόλοι­πους εκκλησιαζομένους. Εάν μάλιστα η στιγμή της εισό­δου μας συμπέσει με κάποια στιγμή που δεν ακούγονται ψαλμωδίες, (οι όποιες καλύπτουν συνήθως τους άλλους θορύβους), η είσοδος μας δεν γίνεται μόνο αισθητή, αλλά και πολύ ενοχλητική. Ομοιάζει σαν να κάνουμε επίδειξη, (προσέξτε με, μπαίνω!), ή σαν να παρελαύνουμε σε εθνική εορτή, (αλλά μέσα στην Εκκλησία!). Μη γένοιτο! Καλό είναι λοιπόν μαζί με την ενδυμασία να έχουμε και ιδιαίτε­ρα υποδήματα, αθόρυβα για τον Εκκλησιασμό μας, ή να περπατάμε προσεκτικά, αθόρυβα.
Εάν κάνει ζέστη, δεν χρησιμοποιούμε «βεντάλια»· είναι ασεβές, ενοχλητικό και δείχνει πρόσωπα με έλλειψη υπομονής και θυσίας. Δεν αναστενάζουμε, ούτε βγάζουμε άναρθρες κραυγές. Δεν σιγοψάλλουμε, (εκτός εάν αυτό έχει επιτραπεί, σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια, η οποία όμως σήμερα δυστυχώς δεν είναι εφικτή), διότι είναι ενοχλητικό για τους διπλανούς μας. Δεν επαναλαμβάνουμε (μερικές μάλιστα φορές προτρέχοντας), τα λόγια τού ιερέα, (είναι επίδειξη ή λανθάνων εγωισμός...). Δεν κάνουμε κάθε τόσο μετάνοιες, ούτε συνεχή σταυροκοπήματα (αυτά είναι προτιμότερο να τα κάνουμε στο σπίτι μας, όπου κα­νείς δεν μας παρεξηγεί και κανένα δεν ενοχλούμε).
Όταν φέρνουμε στο Ναό τις προσφορές μας (πρό­σφορα, λάδι κλπ.) δεν κάνουμε θόρυβο, ιδιαίτερα με τις πλαστικές σακουλές, οι οποίες αναδιπλούμενες είναι (για τους άλλους) πολύ ενοχλητικές. Εάν φθάσουμε στο Ναό καθυστερημένα, είναι προτιμότερο να τα παραδίνου­με στους υπεύθυνους μετά την Ακολουθία από την αριστερή θύρα (τη βόρεια) του αγίου Βήματος, χωρίς να μπαίνουμε μέσα, είτε άνδρες, είτε γυναίκες.

ε. Η προσωπική περιποίηση

Όταν κανείς πρόκειται να μεταβεί στην Εκκλησία, προετοιμάζεται ψυχικώς αλλά και σωματικώς από πλευ­ράς εμφανίσεως. Η σπουδαιότερη προετοιμασία, φυσικά είναι η πρώτη, η ψυχική. Ακριβώς όμως γι' αυτό το λόγο πρέπει κανείς πολύ να προσέξει τη δεύτερη. Επειδή ο Χριστός θέλει να Τον αγαπούμε με όλη μας την καρδιά και την ψυχή και τη διάνοια, πρέπει αυτό να το επιδιώκουμε και να το ζούμε. Εάν μια νέα η μια κυρία το πρωί της Κυ­ριακής κάθεται στον καθρέπτη «ώρες ολόκληρες» περιποιούμενη το πρόσωπο και τα μαλλιά της και στη συνέ­χεια αλλάξει και ψάχνει να βρει την καταλληλότερη φορε­σιά της, αυτό δείχνει ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς θα εμφανιστεί στον κόσμο και για το τι θα πει ο κό­σμος γι' αυτήν, παρά για τον Χριστό! Αυτή η περιποίηση αποδεικνύει ακόμη χειρότερη εσωτερική κατάσταση, εάν η Χριστιανή αυτή πρόκειται και να κοινωνήσει!
Εάν πάλι μια γυναίκα, πηγαίνοντας στην Εκκλησία την Κυριακή το πρωί, βάφεται (στα μάτια, χείλη, νύχια, πρόσωπο κλπ.), πρέπει να καταλάβει ότι όλα αυτά δεν έ­χουν σχέση με ό,τι ζητά ο Κύριος. Δεν πάει κανείς να προ­σκυνήσει ή να κοινωνήσει με βαμμένα χείλη. Πρέπει να σκεφτεί ότι με την πράξη της αυτή δεν γνωρίζει τι ζητά και τι κάνει, ενώ συγχρόνως λερώνει με τα βαψίματά της τις εικόνες, τη λαβίδα και το μάκτρο.

στ. Η θέση που θα σταθούμε 

Μετά την προσκύνηση των Αγίων εικόνων, αθόρυβα, χωρίς να ομιλούμε, χωρίς να χαιρετούμε η πολύ χειρότερα, χωρίς ν' ασπαζόμαστε τους γνωστούς που βλέπουμε μέσα στο Ναό, πηγαίνουμε και καταλαμβάνουμε μία θέση.
Εάν έχουμε ορθό εκκλησιαστικό φρόνημα, που είναι φρόνημα ταπεινό, με συναίσθηση της αναξιότητας και αμαρτωλότητας μας, δεν ψάχνουμε να βρούμε μια θέση στην πρωτοκαθεδρία. Το ταπεινό φρόνημα μας κάνει να θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από τους άλλους και όχι να πιάσουμε μία θέση μπροστά, από τις πρώτες. Εάν την ώρα αυτή που μπαίνουμε στο Ναό συμπέσει να διαβάζεται ο Εξάψαλμος του Όρθρου ή το ευαγγέλιο, σταματάμε την κίνησή μας στην είσοδο του κυρίως Ναού. Από τη θέση αυτή παρακολουθούμε την ανάγνωση και μετά το πέρας συνεχίζουμε την κίνησή μας. Έτσι πρέπει, από σεβασμό προς τις ιερές αυτές αναγνώσεις. Αργότερα στη Μεγάλη Είσοδο, δεν γονατίζουμε, διότι τα Τίμια Δώρα δεν έχουν ακόμη καθαγιαστεί γονατίζουμε μόνο στα προηγιασμένα. Στη Θ. Κοινωνία από το «Μετά φόβου...» μέχρι το «Πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν», επειδή ο Χριστός ευρίσκεται μπροστά μας, στην Ωραία Πύλη και κοινωνούν οι πιστοί, δεν είναι σωστό να καθόμαστε. Στεκό­μαστε όρθιοι, όσοι και αν είναι οι μεταλαμβάνοντες. Ας κουραστούμε λίγο. Για το σεβασμό μας αυτό, ο Θεός θα μας ευλογήσει περισσότερο.

ξ. Προσκύνηση των αγίων εικόνων του τέμπλου

Όταν οι ιερείς πρόκειται να λειτουργήσουν παίρ­νουν «Καιρό». Δηλ. Τελούν μυστικά μία σύντομη Ακολουθία έξω από το Άγιο Βήμα, ασπαζόμενοι τις Άγιες εικό­νες του τέμπλου και κατακλείνοντας με μία ευχή ζητώντας κατά κάποιο τρόπο άδεια και ευλογία από τον Θεό, ώστε «ακατακρίτως να εκτελέσουν την αναίμακτον ιερουργίαν». Γι' αυτό μερικοί λένε ότι οι λαϊκοί δεν προσκυνούν τις εικόνες τού τέμπλου. Αυτό μπορεί να γίνει πριν την έναρξη της Ακολουθίας ή μετά το πέρας αυτής. Πρώτα ασπαζόμαστε (στα χέρια ή στα πόδια και όχι στο πρόσωπο) την αγία εικόνα τού Χριστού, (λατρευτική προσκύνηση), μετά την εικόνα της Παναγίας, (τιμητική προσκύνηση). Ασπαζόμαστε πρώτα τον Χριστό Βρέφος και μετά την Παναγία. Ακολουθεί η τιμητική προσκύνηση των αγίων, του Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου δεξιά, του αγίου του Ναού αριστερά. Μετά συνεχίζουμε τις υπόλοιπες εικόνες τού τέ­μπλου, (εάν υπάρχουν). Δεν τις προσκυνούμε όμως κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, διότι μοιάζει σαν να γίνεται επίδειξη ευλάβειας και την ώρα της Λατρείας είναι ενοχλητικό και διασπαστικό της προσοχής των πιστών.
 
η. Αναχώρηση από το Ναό

Όταν πάμε να εκκλησιαστούμε, παραμένουμε στο Ναό μέχρι το τέλος της Θ. Λειτουργίας και παίρνουμε αντίδωρο από το χέρι του ιερέα (ο οποίος προ ολίγου είχε πιάσει ολόκληρο το Σώμα τού Χριστού) και συγχρόνως με αυτή την ενέργειά μας λαμβάνουμε και την ευλογία τού Θεού και της Εκκλησίας. Δεν φεύγουμε από την Θ. Λει­τουργία ενωρίτερα από το «Δι' ευχών...» διότι είναι προσβο­λή! Ο Χριστός να θυσιάζεται προσφέροντάς μας το Σώμα και το Αίμα Του και εμείς, φεύγοντας ενωρίτερα, να στρέ­φουμε τα νώτα μας, αδιαφορώντας. Μοιάζουμε σ' αυτή την περίπτωση με τον Ιούδα, που έφυγε από το Μυστικό Δείπνο (την πρώτη Θ. Λειτουργία) ενωρίτερα, για την προ­δοσία! Εάν πάντως είναι απόλυτη ανάγκη, ας αναχωρή­σουμε, όχι την τελευταία ώρα, αλλά ενωρίτερα, τότε που κατ' οικονομία επιτρέπεται: πριν αρχίσει το Μυστήριο, δηλαδή Μετά το «Πιστεύω». Μετά το «Δι' εύχων..» και τη λήψη του αντίδωρου, σιωπηλοί εξερχόμαστε του Ί. Ναού, χωρίς να αρχίζουμε μέσα στο Ναό τους χαιρετισμούς, ασπασμούς και συζητήσεις με τους γνωστούς και συγγενείς μας. Είναι πολύ κακή συνήθεια και πρέπει να διορθώσουμε και αυτή την αταξία. Μέσα στο Ναό προ και μετά την Ακολουθία δεν συμπεριφερόμαστε όπως στα κοσμικά σαλόνια. Ο Ιε­ρός Ναός συνεχίζει να είναι οίκος Θεού και μετά τις Ακολουθίες. Εμείς είμαστε οι καλεσμένοι και έχουμε υποχρέ­ωση να σεβαστούμε τον οίκο του Οικοδεσπότη, παρ' ότι δεν ξεχνούμε ότι είναι ο οίκος τού Πατέρα μας· ο μεγαλύτε­ρος σεβασμός δε βλάπτει.

θ. Συνάντηση με Ιερέα

Όταν εισερχόμενοι στον ιερό Ναό συναντηθούμε με τον ιερέα, τον χαιρετούμε εκκλησιαστικά, (όχι κοσμικά). Κάνουμε μικρή μετάνοια (υπόκλιση) χωρίς να κάνουμε το σταυρό μας, λέγοντας «Ευλόγησον Πάτερ» η «την ευχή σας Πάτερ» (η Δέσποτα, εάν είναι επίσκοπος) η «Ευλογείτε» και φιλούμε το χέρι του. (Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτω­ση που συναντήσουμε γνωστό μας Ιερέα στο δρόμο). Και αυτός απαντά ευλογώντας μας: «Ευλογία Κυρίου» ή «του Κυρίου» ή «ο Κύριος». Μετά το διάλογο, υποχωρώντας (οπισθοβάτως) πράττουμε και λέγουμε ό,τι και κατά την αρχική συνάντηση.
 
ι. Είσοδος στο Ιερό Βήμα 

Κατ' αρχήν απαγορεύεται η είσοδος στο ιερό Βήμα, βάσει του 69ου κανόνα της Στ' Οικουμενικής Συνόδου για τις γυναίκες παντελώς και για τους άνδρες, εφόσον δεν έχουν άδεια η κάποια απόλυτη ανάγκη. Κατ' οικονομία γί­νεται εξαίρεση στις γυναίκες που υπηρετούν στους Ναούς, ως νεωκόροι, στις οποίες διαβάζεται ειδική ευχή.
Το ιερό Βήμα είναι τα Άγια των Αγίων, στο οποίο εισέρχονται μόνο οι ιερείς για να τελούν την αναίμακτη θυσία και τις ιερές Ακολουθίες. Στο Βυζάντιο τη διάταξη αυτή σέβονταν ακόμη και οι χρισμένοι Αυτοκράτορες και δεν εισέρχονταν στο ιερό Βήμα.
Όσοι λαϊκοί έχουν την ευλογία να διακονούν τον ιερέα, επίτροποι η μικρά παιδιά πρέπει να αναλογιστούν τη σοβαρότητα και ιερότητα του χώρου και να λάβουν υπόψη τους τις απορρέουσες από το διακόνημά τους αυτό υπο­χρεώσεις. Οι πνευματικοί νόμοι παρ' ότι δεν έχουν εντε­ταλμένους αστυνομικούς για την επίβλεψη και τήρησή τους δεν καταργούνται χωρίς συνέπειες... Δεν είναι δικαιο­λογία αυτό που λένε ή αισθάνονται πολλοί (λαϊκοί αλλά και Κληρικοί): δεν μας βλέπουν, δεν μας ακούνε. Μας βλέ­πει και μας ακούει ο Θεός! Άλλωστε η ιεροπρέπειά μας δεν πρέπει να εξαρτάται από τους άλλους, αλλά από τον τόπο στον οποίο βρισκόμαστε και από τη στάση μας προς αυτόν.
Το ότι οι εισερχόμενοι στο Ιερό Βήμα δεν φαίνονται από το Εκκλησίασμα δεν τους απαλλάσσει από τις υποχρε­ώσεις:
-    της μεγαλύτερης ευλάβειας
-    της σεμνότερης στάσεως
-    της αποφυγής των ομιλιών
-    της αποφυγής των άσκοπων κινήσεων εντός αυτού και προ πάντων και ιδίως
-    τού σεβασμού της μόνιμης παρουσίας του Κυρίου μέσα στο Αρτοφόριο αλλά και ως Αμνού στην αγία Τρά­πεζα μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.
Όσοι δεν είναι σε θέση και δυσκολεύονται να τηρή­σουν τ' ανωτέρω, είναι προτιμότερο να παραμένουν εκτός του ιερού, στον κυρίως Ναό, για να μην κολάζονται. Διότι είναι τελείως απαράδεκτο ο Κύριος να βρίσκεται δίπλα μας και εμείς να καθόμαστε («σαν να μη συμβαίνει τίποτε»)! Ή να αδιαφορούμε για την ιερότητα της στιγμής του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, της υψώσεως του Αμνού στα «Άγια τοις αγίοις», της ώρας της Μεταλήψεως των ιερέων κλπ.


[1] Εάν μπαίνοντας σε κάποιο Ί. Ναό θέλουμε να μάθουμε ποια ιεροπραξία γίνεται εκείνη την ώρα, ρωτάμε: - Ποια ακολουθία τελείται; Και η απάντηση είναι: -Ή ακολουθία του Εσπερινού ή η ακολουθία του Όρθρου  ή η  Θεία Λειτουργία.

[2] Το μαλακό και, μαλασσόμενο του αγνού κεριού συμβολίζει το εύπλαστο της ψυχής μας πού πρέπει να την διακρίνει, για την ανα­μόρφωση της, η μετάνοια και η υπακοή στο Νόμο του Θεού. Και όπως το κερί λιώνει και φωτίζει συγχρόνως, έτσι και εμείς μέσα στο Ναό και ιδίως έξω από αυτόν πρέπει να «λιώνουμε», θυσιαζόμενοι υπέρ του πλησίον και να τον φωτίζουμε με το παράδειγμα μας χάρη της αγάπης του Χριστού.
[3]  Όταν πρόκειται να κάνουμε κάποιο ταξίδι, σκεπτόμαστε τί θα συναντήσουμε κατά τη διάρκεια του και ανάλογα προετοιμαζό­μαστε. Όταν πρόκειται να πάμε στα βουνά, λέμε: Μπορεί να βρούμε χιόνια, ας πάρουμε αλυσίδες για το αυτοκίνητο, ή και τα σκι μας. Για τη θάλασσα παίρνουμε μαγιό για μπάνιο, ομπρέλα για πιθανή βροχή κλπ. Έτσι ακριβώς ας λέμε: Μπορεί να πάμε σε κάποια Εκκλησία ή μοναστήρι, ας πάρουμε μαζί μας και ανάλογη ενδυμασία! Έτσι δε θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση, εάν μεταβούμε για προσκύνημα! Συγχρό­νως, η πρόνοια μας αυτή για σεβασμό των Ιερών αυτών χώρων μας προσθέτει ευλογία και οπωσδήποτε προστασία από ατυχήματα ή άλλες ποικίλες κακοτοπιές. Προσοχή λοιπόν...
[4]  Στα τουριστικά νησιά μας, το καλοκαίρι μεταβαίνουν στους Ιερούς Ναούς ή στις Ιερές Μονές (όπου υπάρχουν) «προσκυνητές» με τελείως ακατάλληλες ενδυμασίες, ακόμη και με «ενδυμασία»... μπάνιου!

Monday, 15 July 2013

Elder Ephraim of Arizona-On Confession and Spiritual Accounting


 Chapter Three

1. This confession of yours gave my soul much joy, because God and the angels, who were awaiting it, rejoiced. You succeeded in putting the devil to shame, who greatly rejoices when someone hides his thoughts from his spiritual father. When a snake leaves its lair, it rushes to hide somewhere because it feels as if it will be struck—the same thing happens with a diabolical thought, which is like a poisonous snake. When such a thought leaves a person’s mouth, it disperses and disappears, because confession is humility, and since Satan cannot even bear the smell of humility, how could he possibly remain after a humble, sincere confession? My child, I wish you a good beginning and cautious progress. Don’t be ashamed before me. Don’t see me as a man, but as a representative of God. Tell me everything, even if you have a bad thought about me, because I am experienced with demonic influences, and I know how the devil fights man. I know that spiritual children have simple hearts and that if evil thoughts come to them, it is due to the devil’s malice and the spiritual child’s ego, who is permitted to fall and have such thoughts against his Elder, so that the spiritual child may be humbled more. Therefore, don’t worry. I will always rejoice when you speak freely and sincerely to me, for without frank confession, there will be no spiritual progress.

 2. My child, have no worries. I have taken up your burden. I only beg you to be at peace. Your words may be just on paper, but I feel the power, the meaning, and the essence of what you write; I enter into the spirit of your words. I entreat you to be at peace from now on. You are forgiven everything with the confession you made. Satan perceived your character and torments you, but without anything serious having occurred. Everything you write (that is, the thoughts that torture you ) is a trick of the evil one to make you despair, be distressed, and so forth. Throw everything that happened to you into the depths of the sea. Map out a new course in your life. If you keep thinking the same way, know that you will become the laughing-stock of the demons. I beg you, just be obedient to me. After your confession, everything has been forgiven, so let bygones be bygones. Don’t scratch a wound that made you suffer so much. Don’t be deceived by the thought that it is your fault. If you hadn’t taken him to the doctors, etc., then such thoughts would rightfully fight you. Whereas, as things are now, you have fulfilled your duty. God wanted to take him, for a reason that only His infinite wisdom knows, while you are thinking you killed him! Be careful with this thought, or else it might lurk in your heart. It is a ruse of the devil to harm you, as he knows how. This skilled trickster has drowned in the depths of hell countless multitudes with despair. When something happens and the devil sees that a person is upset by it, his trick is to pile on a multitude of supposedly legitimate thoughts in order to lead the poor person to a great storm and drown him. (As the saying goes, a fox loves a scuffle ). And when the storm passes, he sees that he was in danger of drowning in just a spoonful of water.

 3. Humble yourself, and from now on confess, for confession contains most holy humility, without which no one is saved.
The devil greatly rejoices when he manages to persuade a person to hide diabolical thoughts.
This is because he will achieve his premeditated, soul-destroying goal.

4. I have written to you about the conscience, that we must be careful not to do something that will make it reproach and condemn us. Bear in mind that God sees everything and that nothing is hidden from His eyes. So how could I tell lies before God? Don’t you know that lies are from the devil, and that by not being careful, it becomes a practice, then a habit, and then a passion, and don’t you know that liars will not inherit the Kingdom of God? (cf. Rev. 21:8 ). Fear God. God is not pleased with material offerings when we neglect attending to our inner heart. But it is necessary to do these also without leaving the others undone. (cf. Mt 23:23 ). Attend to your conscience, for we do not know the hour of our death. And if we do not repay our creditor (our conscience, that is ) everything we owe him, he will accuse us vehemently, without holding back. Then—alas!—our mouth will be silenced, not having any answer to give.

 5. Every night, review how you passed the day, and in the morning review how the night passed, so that you know how your soul’s accounts are doing. If you see a loss, try to regain it through caution and forcefulness. If you see a profit, glorify God, your invisible helper. Do not let your conscience prick you for long, but quickly give it whatever it wants, lest it take you to the judge and the prison (cf. Mt. 5:25 ). Does your conscience want you to attend to your prayer rule* and regain prayer? Give it these things, and behold, you are delivered from going to the judge. Do not weaken the saving voice of your conscience by disregarding it, because later you will regret it to no avail.

*Prayer rule (κανών )
Α prayer rule consists of the prayers and metanoias** which one does daily, under the guidance of one’s spiritual father.
** Metanoia (μετάνοια )
Ιn its primary sense, «μετάνοια» (pronounced «meh-tah΄-nee-ah» ) means repentance, literally, “a change of mind”. However, it can also mean the specific act of making the sign of the cross, followed by a bow either down to the ground or to the waist. It is a gesture of reverence, worship, respect, or repentance. A typical prayer rule includes a number of metanoias done while saying the Jesus prayer. Some translators use the word “prostration” for this term.

6. See to it that you are sincere in your deeds as well as in your words, and especially in confession. For God searches out the hearts and reins (Ps. 7:9 ), and nothing remains obscure in the sight of His sleepless eye. Fear God; God is not mocked (Gal. 6:7 ); He is not fooled. He chastises severely when He does not see sincerity; so be careful. When you are disobedient and commit a secret sin, counteract it by openly revealing it in confession. Do not let your ego overcome you and make you hide the truth and remain uncorrected and passionate. Correct everything now if you want to see good days of dispassion* and peace.

*Dispassion (απάθεια )
Dispassion is achieved when all three aspects of the soul (i.e., the intelligent, appetitive, and incensive aspects ) are directed towards God. It is the transfiguration of the passionate aspect of the soul (i.e., the aspect of the soul which is more vulnerable to passion, namely, the appetitive and incensive aspects ), rather than its mortification. Thus dispassion in this context does not signify a stoic indifference, but rather, a transfiguration and sanctification of the powers of the soul and eventually of the body also.

Taken from "Counsels from The Holy Mountain"by Elder Ephraim of Arizona(Philotheou Mt.Athos)

Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ-«Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται»

 
Θυμάστε ασφαλώς αυτό που λέει ο Απ. Παύλος στη δεύτερη επιστολή του στους Κορινθίους (12:9): «η δύναμίς μου εν ασθένεια τελειούται». Η ασθένεια «εδώ δεν είναι η αδυναμία που δείχνουμε όταν αμαρτάνουμε και ξεχνάμε το Θεό. Αλλά είναι η συναίσθηση της αδυ­ναμίας μας που μας κάνει να παραδίνουμε τον εαυτό μας ολοκληρωτικά και ειλικρινά στα χέρια του Θεού. Ε­μείς όμως προσπαθούμε να είμαστε δυνατοί και εμποδί­ζουμε το Θεό να φανερώσει τη δύναμη Του.
Σίγουρα θα θυμάστε πως διδαχτήκατε να γράφετε ό­ταν είσαστε μικροί. Η μητέρα σας πήρε ένα μολύβι και το έβαλε ανάμεσα στα δάχτυλα σας. Πήρε έπειτα το χέρι σας μέσα στο δικό της και άρχισε να το μετακινεί πάνω στο χαρτί. Επειδή δεν ξέρατε καθόλου τι επρόκειτο να κάνει, αφήνατε το χέρι σας εντελώς ελεύθερο μέσα στο δικό της. Ακριβώς αυτό εννοώ όταν λέω πως η δύναμη του Θεού φανερώνεται μέσα στην αδυναμία μας.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη βάρκα με πανιά. Τα πανιά είναι ευαίσθητα στον αέρα και τα χρησιμο­ποιούν για να κινήσουν τη βάρκα, ακριβώς γιατί είναι ευαίσθητα και παρασύρονται εύκολα. Αν, αντί για πανιά, εσείς βάλετε μια γερή σανίδα, δεν θα κάνετε τίποτε, η βάρκα δεν πρόκειται να κινηθεί. Είναι το λεπτό και ευαί­σθητο πανί που δέχεται τον αέρα και κινεί τη βάρκα.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με ένα σιδερένιο και ένα χειρουργικό γάντι.
Πόσο γερό και δυνατό είναι το σιδερένιο γάντι! Και πόσο λεπτό και μαλακό είναι ένα χειρουργικό, που όμως σε επιδέξια χέρια μπορεί να κάνει θαύματα ακριβώς ε­πειδή είναι τόσο λεπτό καί ευαίσθητο!
Έτσι, λοιπόν, ε­κείνο που ο Θεός συνέχεια προσπαθεί να μας διδάξει είναι να αντικαταστήσουμε την υποτυπώδη ή ελάχιστη δύ­ναμη, που νομίζουμε πως έχουμε και μας δημιουργεί πνευματική σύγχυση, με την πλήρη παράδοση, την εγκα­τάλειψη στα χέρια του Θεού.
Θα σας πω ένα παράδειγμα πάνω σ” αυτό.
Πριν από είκοσι πέντε χρόνια ένας φίλος μου σκοτώ­θηκε στις μάχες για την απελευθέρωση του Παρισιού. Είχε δυο παιδιά, τα όποια δεν με πολυαγαπούσαν. Ζή­λευαν επειδή με συνέδεε τόση φιλία με τον πατέρα τους.
Όταν όμως εκείνος πέθανε στράφηκαν και οι δύο προς έμενα, ακριβώς γιατί ήμουνα ο φίλος του πατέρα τους.
Μια μέρα, το ένα από τα παιδιά, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, ήρθε να με δει στο ιατρείο μου, (ήμουνα γιατρός πριν γίνω ιερέας).
Πρόσεξε ότι πάνω στο γρα­φείο μου, εκτός από τα ιατρικά εργαλεία, είχα και ένα Ευαγγέλιο.
Με όλη τη σιγουριά της νεαρής ηλικίας της μου είπε:
«Δεν μπορώ να καταλάβω, πώς ένας άνθρωπος, που υποτίθεται ότι είναι μορφωμένος, μπορεί να πιστεύ­ει σε τέτοια ανόητα πράγματα».
Τότε τη ρώτησα: «Εσύ το διάβασες αυτό το βιβλίο;»
«Όχι» μου απάντησε.
«Μην ξεχνάς», της είπα «πως μόνο οι ανόητοι άνθρωποι κρίνουν πράγματα που δεν τα ξέρουν».
Ύστερα από αυ­τή την κουβέντα μας διάβασε το Ευαγγέλιο και ενδια­φέρθηκε τόσο πολύ ώστε άλλαξε όλη της η ζωή. Άρχισε να προσεύχεται και ο Θεός της χάρισε την εμπειρία της Παρουσίας Του, και μ” αυτή έζησε για αρκετό καιρό. Αργότερα αρρώστησε από μια αθεράπευτη αρρώστια και μου έγραψε ένα γράμμα, όταν είχα γίνει πια ιερέας και βρισκόμουνα στην Αγγλία. Έγραφε λοιπόν:
«από τότε που το σώμα μου άρχισε να αδυνατίζει και νά εξασθενί­ζει μέχρι θανάτου, το πνεύμα μου ζωντάνεψε, έγινε ζω­ηρότερο απ” ό,τι ήταν πριν και νιώθω τη θεία Παρουσία πολύ εύκολα και πολύ χαρούμενα».
Της απάντησα: «Μην περιμένεις αυτό να διαρκέσει πάρα πολύ. Όταν οι δυνά­μεις σου σε εγκαταλείψουν ακόμα περισσότερο, δεν θά μπορείς εύκολα να στραφείς προς το Θεό και θα νομί­σεις πως δεν μπορείς πια να Τον προσεγγίσεις».
Ύστε­ρα από λίγο καιρό μου ξανάγραψε: «Ναι, τώρα έχω αδυ­νατίσει τόσο, ώστε δεν μπορώ να κάνω την προσπάθεια να κινηθώ προς το Θεό. Δεν μπορώ ακόμη και να Τον α­ναζητήσω ενεργά και ο Θεός, νομίζω, έχει απομακρυν­θεί».
Της απάντησα: «Τώρα κάνε κάτι άλλο. Προσπάθησε να μάθεις την ταπείνωση. Την ταπείνωση με τη βαθιά, πραγματική έννοια της λέξης».
Η λέξη ταπείνωση (humility) στην Αγγλική γλώσσα προέρχεται από τη Λατινική λέξη «humus» που θα πει εύ­φορη γή.
Για μένα, ταπείνωση δεν είναι αυτό που, συνή­θως, εννοούμε σήμερα: δηλαδή ο αφελής τρόπος με τον οποίο φανταζόμαστε ότι είμαστε οι χειρότεροι όλων και προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους ότι, αυτοί οι α­φύσικοι τρόποι συμπεριφοράς μας, μαρτυρούν πως ξέ­ρουμε τον εαυτό μας και αυτό που είμαστε.
Για μένα, ταπείνωση είναι να είμαστε όπως η γή, το χώμα που πατά­με.
Η γή βρίσκεται πάντα, στη θέση της και είμαστε σί­γουροι γι’ αυτό, το παίρνουμε σαν δεδομένο. Δεν την υ­πολογίζουμε, την πατάμε όλοι μας, ρίχνουμε πάνω της ό­λα τα άχρηστα, τα σκουπίδια. Η γή βρίσκεται πάντα εκεί, σιωπηλή, δέχεται αδιαμαρτύρητα κάθε τι που πετάμε. Και κατά κάποιο θαυμαστό τρόπο, αναδημιουργεί τα σκουπί­δια και κάνει από τα άχρηστα ένα καινούργιο πλούτο πα­ρά την αποσύνθεση τους.
Μεταμορφώνει την ίδια την α­ποσύνθεση σε δύναμη ζωής, δίνει νέες δυνατότητες δημιουργίας. Είναι εκτεθειμένη στο λαμπρό ήλιο και στη βροχή· έτοιμη να δεχτεί κάθε σπόρο που θα σπείρουμε και ικανή να ανταποδώσει τριακονταπλάσια, εξηκονταπλάσια ή και εκατονταπλάσια από κάθε σπόρο που δέχεται. Είπα, λοιπόν, στην κοπέλλα αυτή: «Μάθε να είσαι έτσι μπροστά στο Θεό: εγκαταλειμμένη, παραδομένη, έτοιμη να δεχτείς το καθετί από τους ανθρώπους, το καθετί από το Θεό». Και στ” αλήθεια αυτή η κοπέλλα, υπέφερε πά­ρα πολλά, από τους ανθρώπους. Μέσα σε έξι μήνες ο σύ­ζυγος της κουράστηκε να έχει μια σύζυγο που να αργο­πεθαίνει και την εγκατέλειψε. Έτσι το άχρηστο πετά­χτηκε χωρίς τύψεις…. Αλλά τότε ο Θεός ανέτειλε τον ή­λιο Του και χάρισε τη βροχή Του, γιατί μετά από λίγο καιρό μου έγραψε: «Πλησιάζω στο τέλος. Δεν μπορώ πια νά κινηθώ προς το Θεό, αλλά τώρα είναι Έκείνος που έρχεται σε μένα».
Αυτή δεν είναι μόνο μια ιστορία για να διευκρινίσω ό­σα έχω πει, αλλά είναι αυτό ακριβώς το θέμα μας: αυτή είναι η αδυναμία στην όποια ο Θεός φανερώνει τη δύνα­μη Του. Αυτή είναι η κατάσταση μέσα στην οποία η α­πουσία του Θεού μπορεί να μετατραπεί σε Παρουσία Του.
Δεν μπορούμε να αιχμαλωτίσουμε το Θεό. Αλλά όταν σταθούμε σαν τον Τελώνη ή σαν την κοπέλλα αυτή, πέρα από την περιοχή του «δικαίου» στην πραγματικότητα της ευσπλαχνίας και του ελέους, θα μπορέσουμε να συναντήσουμε το Θεό….
 
 
1.Αρχιεπίσκοπος Anthony Bloom, «Μάθε να προσεύχεσαι», εκδ. «Η Έλαφος» σ.38-42

Sunday, 14 July 2013

ΠΟΣΟ ΔΥΝΑΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ ΣΤΟ ΘΕΟ;;;


Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, που θέλησε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο βουνό.
Η νύχτα έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα, όλα ήταν μαύρα.
Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα.
Καθώς ο άνδρας ανέβαινε, γλίστρησε λίγο πριν την κορυφή του βουνού και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα.

Ο ορειβάτης πού το μόνο που έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά.

Συνέχισε να πέφτει και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου, ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του, σκεφτόταν τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά.

Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα, μόνο το σχοινί τον κρατούσε ζωντανό.

Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησέ με....

Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
*Τί θέλεις να κάνω..;
-Σώσε με, Θεέ μου.
*Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε Σώσω..;
-Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς..!*Τότε, κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου...

Στο σημείο αυτό σκέφτηκα:
Θεέ μου, τι Ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του Ζητάς να κόψει το σχοινί, το μόνο πράγμα που τον κρατάει ζωντανό..;

Εγκατέλειψα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη.
Αλήθεια, εγω τί θα έκανα;;;

Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σχοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σχοινί ''μόνο 3 μέτρα'' πάνω από το έδαφος.... Εσύ και εγώ, πόσο κολλημένοι είμαστε στο σχοινί μας....;

Συμβουλη από ένα φίλο σε σενα που το διαβασες:
''Η πίστη είναι εσωτερική δύναμη, το ισχυρό αντίδοτο στ' αρνητικά συναισθήματα που παραλύουν τη ζωή μας κι εμποδίζουν την ανάπτυξή μας''

Η ζωή φέρνει πάντα δυσκολίες...

Εάν ήταν μια συνεχόμενη λιακάδα θα μετατραπόταν σε έρημο... Έτσι είναι η ζωή...

Όταν ζητάς δυνάμεις, σου Δίνει δυσκολίες για να γίνεις πιο δυνατός...

Όταν ζητάς σοφία, σε Γεμίζει με προβλήματα για να τα λύσεις...

Η ζωή μπορεί να μην σου δίνει όλα αυτά που θα ήθελες, αλλά σου δίνει όλα τα απαραίτητα για να αποκτήσεις αυτά που χρειάζεσαι...

Η ΤΡΙΧΑ...


Ένας άνθρωπος είχε ωραία και πλούσια μαλλιά. Κάθε πρωί τα χτένιζε με προσοχή και τα καμάρωνε! Όμως, κάποια στιγμή τα μαλλιά του άρχισαν να πέφτουν! Όχι βέβαια όλα μαζί! Λίγες τρίχες κάθε φορά.


Με αποτέλεσμα: Όλο και λιγόστευαν. Έτσι μετά από λίγο καιρό, άρχισε να φαίνεται η φαλάκρα του. Και τέλος τα μαλλιά του έπεσαν όλα! Και ο άνθρωπός μας έμεινε με μία μόνο τρίχα στο κεφάλι του. Και για
να παρηγορείται, αυτήν την μία τρίχα, κάθε πρωί την «χτένιζε» με θρησκευτική ευλάβεια!

Μια ημέρα όμως... έγινε το κακό! Μόλις έβγαλε το καπέλο του, τι να δει! Η μοναδική τρίχα της κεφαλής του είχε μείνει μέσα. Κολλημένη στο καπέλο! Κούνησε το κεφάλι του πικραμένος. 
Και είπε:Τι έπαθα! Έμεινα φαλακρός!

Θα απορείτε. Μα δεν έβλεπε την φαλάκρα του τόσον καιρό;
Την έβλεπε. Αλλά του άρεσε να έχει μαλλιά. Και έτσι καλλιεργούσε μέσα του την ψευδαίσθηση ότι έχει μαλλιά. Έστω και αν αυτά τα μαλλιά ήσαν μία μόνο τρίχα!

Ίσως γελάμε εις βάρος του. Αλλά γιατί; Μήπως το ίδιο δεν κάνουν και οι σημερινοί άνθρωποι; 

Αδιαφορούν οι γονείς για την Χριστιανική ανατροφή των παιδιών τους. Και λοιπόν; Όταν οι νεαροί βλαστοί τους στα δεκαοκτώ τους χρόνια γίνουν ναρκομανείς, υψώνουν οι γονείς φωνή απογνώσεως:

-Γιατί Θεέ μου; Όλα πήγαιναν καλά. Το παιδί μεγάλωνε φυσιολογικά! Πήγαινε όπου ήθελε. Διασκέδαζε όπως ήθελε.

Αλήθεια όμως. «Πήγαιναν όλα καλά»; Η απλώς αυτοί αγαπώντας το παιδί τους έμοιαζαν με τον γέρο, που καλό χτένιζε τις λίγες τρίχες πρώτα και την μία και μοναδική στο τέλος, δίνοντας κουράγιο
και παρηγοριά στον εαυτό του, ότι είχε μαλλιά;

Δυστυχώς, τα μάτια μας ανοίγουν μόνο όταν το κακό προχωρεί τόσο που δεν μας επιτρέπει πια, να τα κλείνουμε και να βλέπουμε νοερά ψεύτικους κόσμους όμορφους!

Και λοιπόν;

Λοιπόν χρειαζόμαστε κατεπειγόντως «επέμβαση» στο μυαλό! Για διόρθωση. Και θεραπεία. Πως θα γίνει;

Να, ο άνθρωπος προχωράει πάντοτε σιγά-σιγά. Από τα μικρά πάει στα μεγάλα. 
Αυτό το είχε καταλάβει πολύ καλά ένα δεκαπεντάχρονο παλληκάρι ο Ιωάννης από την Μονεμβασία. Βρέθηκε με τη μάνα του αιχμάλωτος σ’ ένα Τούρκο. Και βάλθηκε ο αγάς να τον τουρκέψει. Και όταν έφθασε
η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, ο Τούρκος δεν του έδινε νηστίσιμα φαγητά, για να χαλάσει ο νέος την νηστεία της Παναγίας. Και να αρχίσει να γίνεται πλαδαρή η συνείδησή του. Αλλά ο Ιωάννης δεν
υποχώρησε δεν κάμφθηκε. Έμεινε δύο και τρεις μέρες νηστικός. Η μητέρα του έλεγε:

-Φάγε, παιδάκι μου! Να μην πεθάνεις. Ο Θεός συγχωρεί! Αφού δεν το κάνεις με την θέλησή σου. Άφησε προσωρινά την νηστεία. Είναι μικρό πράγμα. Την πίστη να μην χάσουμε. Αυτή είναι το μεγάλο!

-Τι λες μάνα! Αν δεν κρατούμε τα μικρά, πως θα κρατήσουμε τα μεγάλα;

Μπορείς να μην θαυμάσεις την σοφία του μικρού Ιωάννη;

Μπορείς να μην λυπηθείς, για εκείνους που έχουν τετραπλάσια τα χρόνια του, αλλά ούτε το μισό μυαλό του;

Μετά από λίγο ο αγάς θανάτωσε τον Ιωάννη (21 Οκτωβρίου 1773). Και έτσι έγινε νεομάρτυρας της Εκκλησίας του Χριστού. Μεγάλος ενώπιον Θεού και ανθρώπων.

Saturday, 13 July 2013

St.Theophylact of Ochrid-Third Sunday after Pentecost The Eye is the Lamp of the Body


Matthew 6:22-33

From The Explanation of the Gospel of St. Matthew

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

22-23. The eye is the lamp of the body: if therefore thine eye be sound, thy whole body shall be full of light. But if thine eye be evil, thy whole body shall be full of darkness. If therefore the light that is in thee be darkness, how great is that darkness. This means, if you fill your mind with worries over money, you have extinguished the lamp and darkened your soul. Just as the eye that is sound, or "healthy" brings light to the body, and the eye that is evil, or "diseased" brings darkness, so also does the state of the mind affect the soul. If the mind is blinded by these worries, it is cast into darkness; then the soul becomes dark, and how much more so the body as well?
24. No man can serve two lords. What He means is this: no man can serve two lords who command things that are opposed to each other. Such lords are God and mammon. We make the devil our lord when we make the belly our god. But by nature and in truth God is the Lord, and mammon is unrighteousness. For either he will hate the one, and love the other; or else he will hold to the one, and despise the other. Ye cannot serve God and mammon. Do you see that it is not possible for a rich man and unrighteous man to serve God? His love of money drives him away from God.
25. For this reason I say unto you, Take no thought for your life, what ye shall eat, or what ye shall drink; nor yet for your body, what ye shall put on. For this reason: for what reason? Because concern over money drives a man away from God. The soul does not eat, for it is bodiless, but Jesus said this according to the common use of the word (1) For it is obvious that the soul does not consent to remain in a body if the flesh is not fed. Jesus does not forbid us to work, but rather He forbids us to give ourselves over entirely to our cares and to neglect God. Hence we must work for our livelihood while not neglecting the soul. Is not life more than food, and the body more than raiment? This means: He gave us much greater things, life itself, and formed our bodies. Will He not give us food and clothing?
26. Behold the birds of the air: for they sow not, neither do they reap, nor gather into barns; yet your heavenly Father feedeth them. Are ye not much more than they? Although He could have given the example of Elijah and John the Baptist, instead He mentions the birds in order to shame us, for we are even more witless than these creatures. God feeds them by having given them the instinctive knowledge for finding food.
27. Which of you by taking thought can add one cubit unto his stature? This means: Even if you take the utmost care, you can do nothing if God does not will it. Why then do you drive yourself to exhaustion with futile worries?
28-29. And why take ye thought for raiment? Consider the lilies of the field, how they grow; they toil not, neither do they spin: and yet I say unto you, That even Solomon in all his glory was not arrayed like one of these. He shames us not only by the birds, which lack reason, but also by the lilies, that wither. If God adorned the lilies in such a manner, without any necessity to do so, how much more will He fulfill our own need for clothing? He shows that though you go to great lengths, you are not able to be adorned as beautifully as the lilies. Even Solomon the most wise and splendid, with all his kingdom at his disposal, could not array himself in such a manner.
30. Wherefore, if God so clothe the grass of the field, which today is, and tomorrow is cast into the oven, shall He not much more clothe you, O ye of little faith? We learn from this that we ought not to be concerned with beautifying ourselves, for our adornments wither like the fading flowers. Therefore one who beautifies himself is like grass. But you, He says, are creatures endowed with reason, whom God fashioned with both soul and body. Those "of little faith" are all those who concern themselves with such thoughts. If they had perfect faith in God, they would not give such anxious thoughts to these things.
31-32. Therefore take no thought, saying, What shall we eat? or, What shall we drink? or, Wherewithal shall we be clothed? For after all these things do the Gentiles seek. He does not forbid us to eat, but to say, What shall we eat? The rich say in the evening, "What shall we eat tomorrow?" Luxury and excess are what He forbids.
32-33. For your heavenly Father knoweth that ye have need of all these things. But seek ye first the kingdom of God, and His righteousness; and all these things shall be added unto you. The kingdom of God is the enjoyment of all that is good. This comes through righteousness. To him who seeks after spiritual things God in His generosity adds what is needed for physical life.

1. Take no thought for your life [psyche] Psyche can also mean "soul": here Blessed Theophylact has both meanings in mind.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...