Tuesday, 20 May 2014

The Aroma of Reverence....


Once a reclusive ascetic, who had heard a lot about Elder Paisios, came to visit him. They talked for a while, and he ascertained that Elder Paisios was an exceptionally reverent man. Indeed, the elder had a rare reverence, which he had learned from his parents, and mainly his mother.

While at the monastery, he benefited from many of the fathers, and especially from a particular hieromonk. He would say, “We cant reach the reverence he had—impossible. He would celebrate liturgy every day, and he struggled greatly. Once, for half a year, he ate nothing but half of a small prosphoron and a few tomatoes dried in the sun.”

When he would serve out in the chapels, this reverent priest, like other priests of the monastery, preferred to have as a chanter the young Father Averkios (as the elder was then called).

The elder had an innate reverence, but he also cultivated it a great deal. He placed such emphasis on it that he once said that “reverence is the greatest virtue, because it attracts the grace of God.” To the elder, reverence was the fear of God and spiritual sensitivity. Reverent people behave carefully and modestly, because they intensely feel the presence of God.

The elder wanted reverence to be unaffected and internal. He turned away from mere external forms. Regarding a group of monks who had great order and discipline in their liturgical life, he commented, “I respect that, if it’s something that comes from within.” The elder’s conduct was reverent, but with a freedom that was alien to dry forms. If he didn’t feel something, he wouldn’t do it. He distinguished reverence from piety — a word he even avoided saying. He would say that reverence is like incense, while piety is just perfume.56

The elder’s reverence encompassed not only small and seemingly unimportant matters, but also spiritual and essential issues. “If someone neglects the little things,” he taught, “the danger is that he’ll start neglecting greater, holier things. And then, without realizing it, rationalizing it all to himself— ‘This is nothing, that doesn’t matter’ — he can end up, God forbid, totally neglecting the things of God and becoming irreverent, arrogant, and atheistic.”

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ!


Κάποτε, ένας άρχοντας της τσαρικής αυλής, πήγε να συμβουλευτεί έναν περίφημο τότε για την αρετή του, ιερέα της Πετρούπολης.
-Πάτερ, πες μου, τι να κάμω; Έχω πολλούς εχθρούς. Με μισούν «ματαίως»• χωρίς κανένα λόγο. Με συκοφαντούν στον Τσάρο. Κινδυνεύω να χάσω την δουλειά μου. Αν ο Τσάρος πεισθή και με απολύσει, που θα σταθώ; Πως θα ζήσω; Σας παρακαλώ, συμβουλέψετέ με. Τι να κάμω;
-Να προσεύχεσαι. Για όλους. Και περισσότερο για αυτούς που ξεσηκώθηκαν εναντίον σου. Και στο σπίτι. Αλλά και στην Εκκλησία, στην θεία λειτουργία. Έχει μεγάλη σημασία αυτό.
-Και τι θα βγει με αυτό, πάτερ; είπε πικραμένος.
-Θα το ιδείς. Τα «ψίχουλα», οι μαργαρίτες -οι μερίδες που βγάζει ο ιερέας στην προσκομιδή, όταν διαβάζει ονόματα- συμβολίζουν τις ψυχές των ανθρώπων• ζώντων και κεκοιμημένων. Και κάποια στιγμή, αυτές τις μερίδες ο παπάς τις ρίχνει μέσα στο άγιο ποτήριο, με τα λόγια: «Απόπλυνε, Κυριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τω Αίματί Σου τω Αγίω». Δηλαδή παρακαλεί τον Χριστό να ξεπλύνει με το Αίμα Του τις ψυχές των ανθρώπων που μνημόνευσε.
Και πρόσθεσε:
- Γι αὐτό, αν θέλεις, άκουσέ με. Γράψε τα ονόματα εκείνων που σε επιβουλεύονται σε ένα χαρτί και δώσε τα στον ιερέα, να τα μνημονεύει στη λειτουργία• και θα το ιδείς!
Από τότε πέρασαν μια, δυό, τρεις εβδομάδες. Μετά από ένα μήνα, νάτος, πάλι στον παπά. Και πέφτοντας μπροστά στα πόδια του, εξομολογήθηκε:
- Θαύμα, πάτερ! Θαύμα! Θαύμα! Δεν θα το πιστέψετε! Έκανα αυτό που μου είπατε. Και, να! Αυτοί που μέχρι τώρα με μισούσαν, και ήθελαν το κακό μου, τώρα μου συμπεριφέρονται με τέτοιο σεβασμό, μου δείχνουν τέτοια αγάπη που δεν ξέρω, πως να το εξηγήσω. Το στόμα τους, που πρώτα ήταν όλο χολή, τώρα στάζει μέλι. Όπου και να σταθούν, μόνο καλές κουβέντες λένε για μένα!
* * *
Και ο σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:
-Είδες, λοιπόν! Σου το έλεγα. Άφησε το θέμα σου στο Θεό και θα το ιδείς. Τώρα το βλέπεις, ολοκάθαρα, πόσο ο Θεός φροντίζει για μας.
Παντοτε λοιπόν, και συ «εν ψαλτηρίω» να το ανοίγεις το κάθε σου πρόβλημα. Να προσεύχεσαι. Ιδιαίτερα για «τους εχθραίνοντάς σοι ματαίως» (Ψαλμ. 3,8)• δηλαδή για εκείνους που, χωρίς κανένα λόγο, σε επιβουλεύονται. Και ο Θεός, θα τους κάνει φίλους σου.

Monday, 19 May 2014

Saint Justin Popovich-ON THE ATTRIBUTES OF THE CHURCH

 Saint Justin Popovich
The attributes of the Church are innumerable because her attributes are actually the attributes of the Lord Christ, the God-man, and, through Him, those of the Triune Godhead. However, the holy and divinely wise fathers of the Second Ecumenical Council, guided and instructed by the Holy Spirit, reduced them in the ninth article of the Symbol of Faith to four—I believe in  one, holy, catholic, and apostolic Church. These attributes of the Church—unity, holiness, catholicity (sobornost), and apostolicity—are derived from the very nature of the Church and of her purpose. They clearly and accurately define the character of the Orthodox Church of Christ whereby, as a theanthropic institution and community, she is distinguishable from any institution or community of the human sort.


I. The Unity and Uniqueness of the Church


Just as the Person of Christ the God-man is one and unique, so is the Church founded by Him, in Him, and upon Him. The unity of the Church follows necessarily from the unity of the Person of the Lord Christ, the God-man. Being an organically integral and theanthropic organism unique in all the worlds, the Church, according to all the laws of Heaven and earth, is indivisible. Any division would signify her death. Immersed in the God-man, she is first and foremost a theanthropic organism, and only then a theanthropic organization. In her, everything is theanthropic: nature, faith, love, baptism, the Eucharist, all the holy mysteries and all the holy virtues, her teaching, her entire life, her immortality, her eternity, and her structure. Yes, yes, yes; in her, everything is theanthropically integral and indivisible Christification, sanctification, deification, Trinitarianism, salvation. In her everything is fused organically and by grace into a single theanthropic body, under a single Head—the God-man, the Lord Christ. All her members, though as persons always whole and inviolate, yet united by the same grace of the Holy Spirit through the holy mysteries and the holy virtues into an organic unity, comprise one body and confess the one faith, which unites them to each other and to the Lord Christ.
The Christ-bearing apostles are divinely inspired as they announce the unity and the uniqueness of the Church, based upon the unity and uniqueness of her Founder—the God-man, the Lord Christ, and His theanthropic personality: "For other foundation can no man lay than that is laid, which is Jesus Christ" (I Cor. 3:11).

Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης-Ποια είναι η γνήσια αγάπη;



Αγάπη προς τον Θεό

Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια, η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη!
Να έχετε το νου σας συνέχεια στο Θεό. Να λέτε την ευχή, να μιλάτε με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτήν την εργασία, κατ’ αρχάς νιώθει λίγο την αγάπη του Θεού και αργότερα, όσο προχωράει, την νιώθει όλο και πιο πολύ. Ο νους του βρίσκεται μόνιμα πλέον στον Θεό, και δεν τον συγκινεί τίποτα πλέον το γήινο και το μάταιο. Στην καρδιά του φουντώνει η αγάπη προς το Θεό, γεμίζει και δε θέλει πια να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από τον Θεό. Αδιαφορεί για όλα τα του κόσμου και σκέφτεται συνέχεια τον Ουράνιο Πατέρα. Βλέπεις, όσοι ασχολούνται με εφευρέσεις, απορροφούνται από την επιστήμη. Πού είναι όμως η δική μας απορρόφηση από τον Χριστό;
Όταν ανάψει η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από τη μεγάλη γλυκιά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική. Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει τη δύναμη να καίει κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό καθώς και κάθε κακή επιθυμία και άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμιά άλλη ηδονή!
Τι μεγάλο κακό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να μη θέλουμε να δώσουμε την αγάπη μας στον Χριστό, αλλά να την χαραμίζουμε σε γήινα, φθηνά και μάταια πράγματα! Μια ζωή ακόμη και χιλίων ετών, και χιλιάδες καρδιές να έχει κανείς, δεν φθάνουν για να τις δώσει στον Χριστό για την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε και που μας δείχνει συνέχεια: μας συγχωρεί, μας ανέχεται και καθαρίζει τις βρώμικες ψυχές μας με το θεϊκό του αίμα.
Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει πόσο αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο! Η αγάπη Του δεν συγκρίνεται με τίποτε! Δεν έχει όρια! Είναι τόσο μεγάλη που, κάτι ελάχιστο αν αισθανθεί ο άνθρωπος από την αγάπη αυτήν, η πήλινη καρδιά του δεν μπορεί να την αντέξει∙ διαλύεται, γιατί είναι πηλός.
Όταν δώσει κανείς την καδιά του στον Θεό, όλα τα αγαπάει∙ όχι μόνο όλους τους ανθρώπους. Αλλά και τα πουλιά και τα δένδρα, ακόμη και τα φίδια.
Αν μεθύσει ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στη γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα θεωρεί «σκύβαλα». Η ουράνια μέθη είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρείτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί!
Αγάπη προς τον πλησίον

«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική. Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.
Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει, και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’ αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!
Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο!
Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει: «Έλα, να σου δείξω την κόλαση». Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν… Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο». Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου.

Πηγή:orthmad

Sunday, 18 May 2014

Μαθήματα Πίστης, Αγώνα και Ζωής από μια 88χρονη


Γράφει ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος
Απρίλιος και η φύση σιγά - σιγά ξυπνά από το χειμερινό λήθαργο. Το βλέπεις γύρω σου, το μυρίζεσαι εισπνέοντας τον καθαρό αέρα ανακατεμένο με τη γύρη των λουλουδιών, τα μεθυστικά αρώματα των κήπων και την διαρκή κινητικότητα των ζώων, που συναισθάνονται την αλλαγή του καιρού.
Όλα δείχνουν να αναγεννώνται. Όλα; Όχι! Η δύσμοιρη Πατρίδα μας, συνεχίζει να υποφέρει στο ζυγό της οικονομικής - και όχι μόνο - κρίσης: Σε όσες «αγορές» και να βγουν, όσα «πλεονάσματα» και να μοιράσουν οι απατεώνες του κόσμου τούτου, δεν καταφέρνουν να πείσουν τον πολύπαθο λαό αυτής της ευλογημένης χώρας πως ναι, έφυγε η βαρυχειμωνιά και έφτασε η γλυκιά Άνοιξη!
Μ' αυτές τις σκέψεις ανηφορίζω σε ιστορικό Μοναστήρι της Στερεάς Ελλάδας, που βρίσκεται λίγο έξω από τη Λαμία. Το υψόμετρο, η πυκνή βλάστηση και το γενικότερο κλίμα εδώ, μακριά από την πολύβουη Αθήνα, ξυπνούν μέσα σου την ελπίδα. Την ανθρωπιά, μαζί με άλλες τέτοιες χαμένες έννοιες, που ξεχάσαμε ηθελημένα ονομάζοντας αργότερα αυτή την ολέθρια λήθη ως «κρίση».
Έξω από τη Μονή, συναντώ μια γιαγιούλα μαυροφορεμένη, από αυτές που θά' λεγες πως δεν υπάρχουν πια, πως χάθηκαν μαζί με μια άλλη Ελλάδα που εξαφανίστηκε. Κι όμως! Κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, η γριά αυτή προσπαθεί να βγάλει τα προς το ζην πουλώντας χόρτα που μάζεψε η ίδια, στους προσκυνητές. Πιάνω ψιλή κουβέντα μαζί της.
«Πόσο χρονών είσαι, γιαγιά;»
«Ογδόντα οχτώ γιε μου», απαντά.
«Και μαζεύεις τα χόρτα αυτά μονάχη σου; Δεν φοβάσαι; Δεν κουράζεσαι;», επιμένω αδιάκριτα.
«Πώς να ζήσω, παιδί μου, έτσι που μας έκαναν; Κάπως πρέπει να δουλέψω κι εγώ», απαντά με απόλυτη φυσικότητα. Ποιος ξέρει τι πενιχρή σύνταξη θα παίρνει.
«Εσείς οι νέοι», συνεχίζει ακάθεκτη, «να δουλέψετε κι εσείς όπως πρέπει». Αυτό μοιάζει όχι τόσο με παράκληση, όσο με προσταγή μιας μάνας που ενδιαφέρεται για τα παιδιά της.
Συνεχίζει την κουβέντα με τον πατέρα μου. Τη ρωτάω αν μπορώ να την φωτογραφήσω. Δέχεται με κάποια συστολή.
Ο φακός καταγράφει παραπάνω από χίλιες λέξεις: Ένα πρόσωπο κουρασμένο, αλλά καθαρό. Πονεμένο ίσως, μα φωτεινό. Με τις ζάρες των 88...Μαΐων, αλλά με βλέμμα μικρού παιδιού. Με όρεξη για ζωή και δημιουργία που ίσως δεν έχουμε εμείς οι νέοι.
Έχουμε αργήσει και πρέπει να φύγουμε. Η γιαγιούλα μας αποχαιρετά με χίλιες δυο ευχές. «Ο Θεός να σας ξαναφέρει εδώ πάνω», επαναλαμβάνει. Της κάνουμε μια τελευταία ερώτηση:
«Πώς θα πας στο σπίτι σου, γιαγιά; Μένεις εδώ κοντά;»
«Ναι, σ' 'ενα χωριό παρακάτω. Με τα πόδια θα πάω...»
Πράγματι, το χωριουδάκι ήταν 2-3 χιλιόμετρα κατηφόρα. Την ανηφόρα όμως πως την ανέβηκε;
Πώς άνθρωποι αυτής της ηλικίας παλεύουν και αγωνίζονται, έστω για τα καθημερινά τους πράγματα; Και πώς οι νεότεροι, δείχνουμε να έχουμε συμβιβαστεί με την υπάρχουσα κατάσταση και δεν σηκωνόμαστε από τις καρέκλες μας όχι...χόρτα να πάμε να μαζέψουμε, αλλά ούτε δυο βήματα να κάνουμε προς τα εμπρός;
Μ' αυτές τις σκέψεις κατηφορίζουμε προς την Λαμία. Μέσα μου, μια πρόταση επαναλαμβάνεται μονότονα:
«Σ' ευχαριστούμε γιαγιά, γι' αυτό το καλό μάθημα που μας έδωσες».
Ένα μάθημα Πίστης, Ελπίδας και Αγώνα...!

Saturday, 17 May 2014

Sunday of the Samaritan Woman


When we stand in church or at home before the holy icons, make the sign of the cross, bow our heads or prostrate ourselves, say the words of prayer, make charitable contributions to the church, abstain from non-Lenten food, i.e. keep the fast, etc., – then we are externally serving and worshipping God. However, such worship is not yet the worship “in spirit and in truth” that was mentioned in today’s Gospel, it is not yet genuine prayer, but only its outward manifestation.

Today’s Gospel reading tells us of how Jesus Christ in His conversation with the Samaritan woman teaches us, too, how to pray and how to worship God.

We have just celebrated the great feast of Christ’s Resurrection, the celebration of which continues until the end of the paschal period. And throughout this period of time, every Sunday the Church brings to our attention Gospel readings from St. John the Theologian, whose Gospel is distinguished from the others by its lofty spiritual style, and which most frequently deals with dogmatic teaching and speaks of Jesus Christ as the Son of God, as the Messiah.

The Holy Church, preparing us throughout the entire year for the feast of Pascha, now offers us supreme truths in these Gospel readings.

Often in prayer our soul is distracted by various earthly thoughts, even against our will. Often we ourselves do not know what we are saying, since our lips say one thing, while the heart deals with another. How can we expect God to hear our prayer when we ourselves often do not hear it? Rarely are we able to pray sincerely, sometimes not at all, and there is little benefit from automatic prayer. What should we do? Should we stop praying?

No, dear brethren! The Lord answers us through the Samaritan woman.
The Lord met this woman at the well, and during His conversation with her He made her aware of her sinful life. This revelation set her on the path to salvation – she was the first among the Samaritans to acknowledge Christ as Messiah. Without even having had time to do any penance, she asks this Stranger about spiritual life, and He explains it to her. He does not reject her, though she is a sinner, but discourses with her on the same level as with His listeners in the synagogues.


The Lord knows what is in everyone’s heart, He knew what was in the Samaritan woman’s heart, and He also knows our own hearts and our weaknesses. He knows us well and can help us, only we must not fall prey to despondency. Tradition holds it that the Samaritan woman, who was called Photinia, was persecuted during Nero’s reign in approximately 66 A.D. for spreading Christianity, and died a martyric death by being thrown into a well.
Despite leading a sinful life, the Samaritan Photinia had a sincere desire to know the true faith, and the Lord did not overlook her desire. In other words, she was not lukewarm in faith as is, unfortunately, the overwhelming majority of contem-porary mankind. The Lord accepted the sinful Samaritan woman, but did not approve of the scribes and the Pharisees, despite the fact that outwardly their life may have appeared more righteous.


Thus external actions alone, without internal coordination, are of lesser value to us than making sure our inner spiritual state is better and purer. At this point we come upon the most important aspect of our life: the inner life.

Today’s Gospel reading teaches us to approach all spiritual issues in our life from within: to pay scant attention to externals, for the internal has more value than the external. And whenever we are faced with the question of whether we are acting correctly in such-and-such a case, we should look upon it from within the heart: if the answer is “yes” – then thanks be to God, and if the answer is “no” – then we must try to change ourselves.

Thus for a long time now, for almost two thousand years, the time has been ripe to worship the Father in spirit and in truth, for God seeks such worshippers; and may He grant that we be among them. Amen.


Father Igor Hrebinka

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Περί της Σαμαρείτιδος και ότι πρέπει να καταφρονούμε τα παρόντα


Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
 
Ὅλη αὐτή τήν περίοδο πού διανύομε τώρα, ἐπεκτεινομένη σέ πενήντα ἡμέρες, ἑορτάζομε τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μέ αὐτή τήν παράτασι τήν ὑπεροχή της ἀπέναντι στίς ἄλλες ἑορτές. ῎Αν καί βέβαια αὐτή ἡ περίοδος τῶν ἡμερῶν περιλαμβάνει καί τήν ἐπέτειο μνήμη τῆς ἐπανόδου στούς οὐρανούς, ἀλλά καί αὐτή δεικνύει τή διαφορά τοῦ ἀναστάντος Δεσπότου πρός τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού κατά καιρούς ἔχουν ἀναβιώσει.

Πραγματικά ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπό τούς νεκρούς ἀναστήθηκαν ἀπό ἄλλους καί, ἀφοῦ ἀπέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στή γῆ. Ὁ δέ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δέν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπό τόν θάνατο. Διότι μόνο αὐτός, ἀφοῦ ἀνέστησε τόν ἑαυτό του τήν τρίτη ἡμέρα, δέν ἐπέστρεψε πάλι στή γῆ, ἀλλά ἀνέβηκε στόν οὐρανό, καθιστώντας τό φύραμά μας πού εἶχε λάβει ὁμόθρονο μέ τόν Πατέρα ὡς ὁμόθεο.

Γι᾿ αὐτό εἶναι ὁ μόνος πού ἔγινε ἀρχή τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καί ὁ μόνος πού κατέστη ἀπαρχή τῶν νεκρῶν καί πρωτότοκος ἀπό τούς νεκρούς καί πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί ὅπως ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀποθαίνουν στόν ᾿Αδάμ, ἔτσι στόν Χριστό θά ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀλλ᾿ ὁ καθένας στήν τάξι του. Ἀπαρχή εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα οἱ ὀπαδοί τοῦ Χριστοῦ κατά τήν παρουσία του, ἔπειτα οἱ τελευταῖοι, ὅταν καταργήση κάθε ἀρχή καί ἐξουσία καί δύναμι καί θέση ὅλους τούς ἐχθρούς του κάτω ἀπό τά πόδια του.

Τελευταῖος ἐχθρός πού θά καταργηθῆ εἶναι ὁ θάνατος (Α´ Κορ. 15,22 ἑἑ), κατά τήν κοινή ἀνάστασι, μέ τήν ἐσχάτη σάλπιγγα. Διότι πρέπει τό φθαρτό τοῦτο στοιχεῖο νά ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καί τό θνητό τοῦτο νά ἐνδυθῆ ἀθανασία (Α´ Κορ. 15,53).

Τέτοια δωρεά μᾶς προσφέρει ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, καί γι᾿ αὐτό μόνο αὐτήν ἑορτάζομε μέ τόση διάρκεια σάν ἀθάνατη καί ἀνώλεθρη καί ἀΐδια, προεικονίζοντας μέ αὐτά καί τήν μέλλουσα μακαριότητα τῶν ἁγίων, ἀπό τήν ὁποία ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός. Ὑπάρχει δέ σ᾿ αὐτήν εὐφροσύνη καί πανήγυρις ἐνθουσιώδης καί ἀναλλοίωτη. Διότι ἐκεῖ εἶναι πραγματικά ἡ κατοικία τῶν εὐφραινομένων.

Γι᾿ αὐτό ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος ἐνομοθέτησε πρίν ἀπό τίς ἡμέρες αὐτές νά τελοῦμε τήν ἱερά τεσσαρακοστή μέ νηστεία καί ἀγρυπνία καί μέ προσευχή καί κάθε εἶδος ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν. Μέ τήν τεσσαρακοντάδα τῶν ἡμερῶν δεικνύει ὅτι σ᾿ αὐτόν τόν αἰῶνα ἡ ζωή τῶν σωζομένων δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μετάνοια καί θεοφιλής βίος. Μέ τήν πεντηκοστή δέ αὐτή, πού διανύομε τώρα, ἐπιδεικνύει τήν ἄνεσι καί ἀπόλαυσι πού θά ὑποδεχθῆ αὐτούς πού ἔζησαν ἐδῶ ἐναγωνίως γιά τόν Θεό.

Γι᾿ αὐτό ἐκείνη μέν εἶναι τεσσαρακοστή, ἔχει συνακόλουθη τήν μνήμη τῶν σωτηρίων παθῶν καί μετά τήν ἑβδόμη ἑβδομάδα λαμβάνει τήν λύσι τῆς νηστείας.αὐτή δέ σάν πεντηκοστή συμπεριλαμβάνει καί τήν ἀπό τή γῆ μετάθεσι στόν οὐρανό καί τήν κατάβασι καί διάδοσι τοῦ θείου Πνεύματος. Διότι αὐτός ἐδῶ ὁ αἰών εἶναι ἑβδοματικός καί συνίσταται ἀπό τέσσερις ἐποχές καί μέρη καί στοιχεῖα καί γι᾿ αὐτούς πού σ᾿ αὐτόν καθιστοῦν τούς ἑαυτούς των κοινωνούς τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, πού ἀρχίζει ἀπό τήν ὀγδόη καί καταλήγει στήν ὀγδόη καί ἀφοῦ ξεπεράση τήν ἑβδομάδα καί τήν τετρακτύ, διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί τῆς ἔπειτα ἀπό αὐτήν ἀναλήψεως παριστάνει τήν μέλλουσα ἀνάστασι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τήν κατ᾿ αὐτήν ἀνύψωσι τῶν ἀξίων στά σύννεφα πρός τήν θεία συνάντησι καί στήν συνέχεια τήν συνύπαρξι καί ἀνάπαυσι μέ τόν Θεό στούς αἰῶνες.

Αὐτή λοιπόν θά ἔλθη στόν καιρό της. ῾Ο δέ Κύριος κηρύττοντας τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρίν ἀπό τό πάθος καί δεικνύοντας στούς μαθητάς ὅτι δέν θά γίνη μόνο ἀνάμεσα στούς ᾿Ιουδαίους ἡ ἐκλογή τῶν ἀξίων τῆς πίστεως καί τῆς ἀπό αὐτόν προτεινομένης ἀΐδιας κληρονομίας ἀλλά καί ἀνάμεσα στούς ᾿Εθνικούς, κατά τήν σήμερα ἀναγινωσκομένη στήν ἐκκλησία περικοπή τοῦ εὐαγγελίου (᾿Ιω. 4,5-30) “ἔρχεται σέ μιά πόλι τῆς Σαμαρείας, πού λέγεται Σιχάρ, πλησίον τοῦ τόπου πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν υἱό του ᾿Ιωσήφ.

᾿Εκεῖ ἦταν ἡ πηγή τοῦ ᾿Ιακώβ”. Πηγή φυσικά ὀνομάζει τό φρέαρ, διότι εἶχε ὕδωρ πηγαῖο, ὅπως θά φανῆ ἀπό τήν συνέχεια τοῦ λόγου.ἦταν δέ τοῦ ᾿Ιακώβ, ἐπειδή ἐκεῖνος τό εἶχε ἀνοίξει. ῾Ο δέ τόπος πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν ᾿Ιωσήφ εἶναι τά Σίκημα. Διότι εἶπε πρός αὐτόν, ὅταν ἔπνεε τά ἔσχατα στήν Αἴγυπτο καί ἔκαμε διαθήκη. “᾿Ιδού ἐγώ πεθαίνω, ἐνῶ ἐσᾶς θά σᾶς ἐπαναφέρη ὁ Θεός ἀπό αὐτή τή γῆ στή γῆ τῶν πατέρων μας. ᾿Εγώ δίδω τά Σίκημα κατ᾿ ἐξαίρεσι ἀπό τούς ἀδελφούς σου σέ σένα, τά ὁποῖα ἔλαβα ἀπό τούς ᾿Αμορραίους μέ τό ξίφος καί τό τόξο μου”. Γι᾿ αὐτό τά μέν Σίκημα κατοικοῦνταν ὕστερα ἀπό τήν φυλή τοῦ ᾿Εφραίμ, ὁ ὁποῖος ἦταν πρωτότοκος υἱός τοῦ ᾿Ιωσήφ, τόν δέ τόπο γύρω ἀπό αὐτά κατοικοῦσαν οἱ δέκα φυλές τοῦ ᾿Ισραήλ, τίς ὁποῖες ἐκυβέρνησε ὁ ἀποστάτης ῾Ιερουβοάμ.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...