Friday, 23 May 2014

Elder Paisios the Athonite-ON THE PARENTS

                 Elder Paisios With His Parents


Children should be very attentive in the matter of respecting their parents. When children do not respect their parents and are impertinent towards them, then, first of all, they are deprived of grace and secondly, they become the receptors of demonic influences and energy.

A certain layman said to the elder: “Father, my parents are constantly whining and I can barely tolerate it. What should I do?”

- Well, my blessed one, when you were in your crib, you whined day and night. At that time they took you in their arms and caressed you with great tenderness and love. Would you have liked it, if they had decided to send you to some educational institution so that they could have some rest? God’s truth is now giving you a chance - to some degree - to repay your debt to your parents by treating them in a way similar to the way they had once treated you, - replied the elder.

Many people cannot tolerate trials, but complain constantly. Some even include their parents in this intolerance. And in what way are the parents to blame? People give to their descendants that which they can give as human beings. They give them flesh. And the soul is given by God. And thus let us assume that God creates man through man. So how are the parents guilty when a child is born handicapped?

Do as much good as possible for your grandparents! Most helpful of all, in my opinion, is our spiritual flourishing. When we flourish spiritually, then we help our family members extraordinarily. First of all, because they then receive the right to divine aid. When a person truly shows himself to be virtuous, - then the grandfathers and the great-grandfathers become justified. Secondly, the prayers of a true Christian have great power: our ancestors are helped in this respect, too. But even simply the joy which our ancestors feel as they take pride in us, - this joy is not insignificant! And, conversely, when we live badly, when we turn away from God and do not keep His commandments, then they, our poor ancestors, struggle and suffer… “It would be better for them not to be born!”

Let each one put himself in the place of another. Unfortunately, the prevailing spirit that reigns among us today demands that we seize our place by force, and not have any sympathy towards others. When we put ourselves in the place of others, then everything goes well. For example: if a young woman were to put herself in the place of her old mother-in-law, and were to think that quite soon she herself would become a mother-in-law, and that if her own daughter-in-law would not want to help her and would speak harshly with her, - would she not treat her old mother-in-law with all manner of politeness? You should know that if we do not behave in a spiritual manner, then spiritual laws will go into action. And the following will happen: God will take away His love from the heartless person, in order to make him pay in his life what he owes.

A certain layman complained to the elder about the difficulties he experienced with his family due to his parents’ grumbling, his wife’s oddities and his children’s horrendous behavior.

The elder saw things in a different light: “God allows us to experience difficulties as payment for our own ugly behavior in childhood. We are upset with grandfather and grandmother (our father and mother), but we have forgotten how upset they used to be with us when we were little. We no longer remember how because of us they had no time to sleep or to rest, because they lived in constant worries and concern over us. Now it is our turn to put up with their elderly grumbling and to take care of our parents with the same affection with which they surrounded us in our infancy. God finally gives us the opportunity to ‘cancel out’ our infantile whining. And this is just. If we do not agree to this, we will remain forever in debt. By the way, we suffer from our wives and children in order to pay for our own sins.”

Do not be upset if you have inherited defects, but also do not pride yourself upon inherited virtues, because God will judge the effort each individual has applied towards correcting his inherited nature.


Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ


«Τα δάκρυα είναι ένας τρόπος γνώσης του εαυτού μας. Κλαίμε επειδή έχουμε χάσει την παραδεισιακή μας ταυτότητα, ή επειδή νοσταλγούμε έναν «χαμένο παράδεισο».

Υπάρχει ένα έντονο στοιχείο νοσταλγίας σε αυτό τον όρο: «Ω, πόσο θα θυμούνται αυτοί στη φυλακή τις προηγούμενες επιτυχίες τους!» αναφωνεί ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας, και αναφέρει τους ψαλμούς «εμνήσθημεν ημερών αρχαίων». Τα δάκρυα είναι ο τρόπος με τον οποίο το σώμα μας συμμετέχει στη μετάνοια, όπως ακριβώς συμμετέχει σε ολόκληρη την ανάβαση της πνευματικής ζωής, και όπως πράγματι είχε συμμετάσχει στην κάθοδο και στην πτώση μας.

Οι μοναχοί στη Συρία ονομάζονταν «πενθούντες» ή «πενθικοί». Για τον Ιωάννη της Κλίμακος, μια μέρα που περνά χωρίς δάκρυα είναι μια σπαταλημένη μέρα, μια μέρα δίχως μετάνοια, αν και ο Ιωάννης δεν θολώνει τη διάκριση ανάμεσα στα δάκρυα ή το πένθος και στη μετάνοια.

Αυτός που δεν κλαίει τον εαυτό του εδώ, θα τον κλαίει εκεί αιωνίως. Είναι αδύνατο να μην κλαύσει είτε εδώ εκουσίως, είτε εκεί με βάσανα».

Τι σημαίνουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία τα Άγια Λείψανα;


Τι είναι τα Άγια Λείψανα;
Πιστεύουμε πως το σώμα του ανθρώπου, που προσλαμβάνεται στην Εκκλησία, γίνεται δοχείο της άκτιστης θείας ενέργειας, χριστοφόρο και πνευματοφόρο: «Ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστίν;.... η ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού, και ουκ έστε εαυτών;... δοξάσατε τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινα εστι του Θεού» (Α' Κορ. στ' 15-20), «Αυτός δε ο Θεός της ειρήνης αγιάσαι υμάς ολοτελείς, και ολόκληρον υμών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη. Πιστός ο κάλων υμάς, ος και ποιήσει» (Α' Θεσ. ε' 23-24).
Το ανθρώπινο σώμα εξυψώνεται μέσα στην Εκκλησία και έχει αιώνιο προορισμό. Ο Χριστός θα «μετασχηματίσει», δηλαδή θα μεταμορφώσει το ταπεινό μας σώμα, ώστε να γίνει «σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού», να λάβει την ίδια μορφή προς το ένδοξο σώμα του Κυρίου και αυτό θα γίνει κατά τη Δευτέρα Παρουσία, «με την ενέργειαν, με την οποία δύναται και να υποτάξει τα πάντα εις τον εαυτόν Του» (Φιλιπ. γ' 21).
Η δόξα των αγίων λειψάνων αποτελεί προεικόνιση αυτής της νέας, της δοξασμένης κατάστασης του σώματος. Η τιμή που αποδίδεται σ' αυτά στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί ακόμη μαρτυρία της πίστης μας στην καθολική δόξα τού ανθρώπου (Α' Θεσ. ε' 23-24).
Η αγιαστική χάρη εκφράζεται στα ιερά λείψανα με ευωδία, για την οποία κάνει λόγο η Αγία Γραφή (Β' Κορ. β' 15. Πρβλ. Ήσ. ξστ' 14) και επιτελεί θαύματα (Δ/Β' Βασιλ. ιγ' 20-21). Η ίδια χάρη μεταδίδεται στα αντικείμενα, τα οποία έρχονται σε επαφή με το σώμα των αγίων, με αποτέλεσμα τη θαυματουργία (Δ/Β' Βασιλ. β' 8-14. Ματθ. θ' 20-22. Μάρκ. στ' 13. Πράξ. ιθ' 12).
Με βάση την καταγωγή μας από τον Αδάμ βρισκόμαστε σε διάσταση με τη δημιουργία του Θεού (Γέν. γ' 17-19)-όμως ο άνθρωπος της χάριτος του Θεού ακτινοβολεί ειρήνη και μεταδίδει ευλογία, ακόμη και με τη σκιά του (Πράξ. ε' 15-16).
Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν τιμά τα λείψανα των αγίων ανθρώπων και τα εμποτίζει με την άκτιστη θεία Του χάρη. Γι' αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδει τιμή σ' αυτά και τα θέτει κάτω από το ιερό θυσιαστήριο (Εβρ. ιγ' 10), μιμούμενη στο θέμα αυτό το ουράνιο, το αχειροποίητο θυσιαστήριο (Αποκ. Στ' 9), γιατί τα δικά μας θυσιαστήρια, είναι «αντίτυπα των αληθινών», δηλαδή εκείνου του ουράνιου θυσιαστηρίου (Εβρ. θ' 24).

Η πρώτη Εκκλησία τιμούσε τα ιερά λείψανα. Το Μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (†156) μας πληροφορεί πως θεωρούνταν «τιμιώτερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον» (Μαρτ. Πολυκ.18).

Οι πιστοί συναθροίζονταν στους Τάφους των μαρτύρων, για να τελέσουν τη θεία ευχαριστία και να γιορτάσουν τη μνήμη των αγίων. Αυτό μεταδόθηκε στη μετέπειτα εποχή, δεν υπάρχει μαρτυρία που να μας πληροφορεί πως η τιμή των αγίων λειψάνων δεν ήταν καθολικά αποδεκτή.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390) υπογραμμίζει τα πολλά θαύματα που γίνονταν με τα τίμια λείψανα του αγίου Κυπριανού, «όταν υπάρχη η πίστις», λέγει και προσθέτει πως αυτό το γνωρίζουν «όσοι έλαβαν πείραν και έχουν μεταδώσει το θαύμα και εις ημάς και θα το παραδώσουν και εις το μέλλον» (Λόγος κδ' 18, εις τον άγιον Κυπρ.).
Στον πρώτο στηλιτευτικό του λόγο κατά του Ιουλιανού ο Γρηγόριος αναφέρει για τους αγίους: «αυτών είναι αι μεγάλοι τιμαί και πανηγύρεις. Από αυτούς οι δαίμονες φυγαδεύονται και αι νόσοι θεραπεύονται... αυτών τα σώματα μόνα έχουν την ιδίαν δύναμιν με τας αγίας ψυχάς των, είτε εφαπτόμενα είτε τιμώμενα. Αυτών και αι ρανίδες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους των ενεργούν όσα και τα σώματα» (Γρηγ. Θεολ., Λόγος δ' 69).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι ακόμη και ο αυτοκράτορας, «ο την αλουργίδα περικείμενος» σπεύδει να προσκυνήσει τους τάφους των αγίων και «έστηκε δεόμενος των αγίων», δηλαδή προσεύχεται στους αγίους «ώστε αυτού προστήναι παρά τω Θεώ», για να σταθούν υπέρ αυτού ενώπιον του Θεού (Χρυσ, Ύπόμν. εις Β' Κορ., Λόγ. κστ' 5).
Ο ίδιος άγιος, εκφράζοντας την πίστη της Εκκλησίας προτρέπει: «επιχωρίαζε σηκοίς μαρτύρων, όπου σώματος υγεία και ψυχής ωφέλεια», δηλαδή να επισκέπτεσαι τους ναούς των μαρτύρων, όπου θα βρεις την υγεία του σώματος και την ωφέλεια της ψυχής (Χρυσ, Υπόμν. Εις Ματθ., Λόγ. λζ' 7). Σε άλλη ομιλία προτρέπει τους χριστιανούς να πηγαίνουν «εις ευκτήριους οίκους, και προς Τας των άγιων μαρτύρων θήκας», δηλαδή στους οίκους της προσευχής και στις λειψανοθήκες των αγίων, «ώστε αφού λάβωμε την ευλογία των, να καταστήσωμε τους εαυτούς μας ακαταβλητους εις τας παγίδας του διαβόλου» (Εις Γεν., Όμιλ. ιε' 6). «τα οστά των αγίων υποτάσσουν δαίμονας και βασανίζουν, και ελευθερώνουν όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά» (Χρυσ. Υπόμν. Εις Β' Κορ.. Λόγ. κστ' 5).
Σύμφωνα με την πίστη της πρώτης Εκκλησίας η θεία χάρη μεταδίδεται σε καθετί που βρίσκεται σε επαφή με τους αγίους. «Ακόμη και τα ενδύματσ των αγίων είναι σεβαστά σε όλη την κτίση», αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μνημονεύει τη μηλωτή του Ηλία (Δ/Β' Βασιλ. β' 8-14), τα υποδήματα των τριών παίδων, που κατανίκησαν τη φωτιά (Δαν. γ' 27-28), τη ράβδο του Μωϋση που έκανε τόσα θαύματα, τα ενδύματα του Παύλου (Πράξ. ιθ' 11-12), τη σκιά του Πέτρου (Πράξ. ε 12-J6) κ.ά (Χρυσ., Πρός τους ανδριάντας όμιλ. η' 2).
Ο άγιος Βασίλειος μας πληροφορεί πως το τίμιο λείψανο της αγίας Ιουλίττας αγιάζει την Πόλη και όσους προσέρχονται στον ναό, «η δε γη, η οποία με την εκδημία της μακάριας εδέχθη τας ευλογίας, ανέβλυσεν από τα σπλάγχνα της άγιασμα» που είναι «εις τους υγιείς φυλακτήριον και χορηγία τέρψεως» και στους άρρωστους «παρηγοριά» (Μ. Βασ., όμιλ. 2 είς την μάρτ. Ίουλ. 2).

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η οποία, όπως αναφέραμε και στην περίπτωση των αγίων, δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση ή λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».

Από το βιβλίο «Εγχειρίδιον Αιρέσεων και Παραχριστιανικών ομάδων»
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος

Thursday, 22 May 2014

The Lord Has Risen up in Judgment By St. Nikolai Velimirovich.



From 15 September 1944 to 8 May 1945, the great Serbian Orthodox theologian and contemporary Church Father, Bishop Nicholas (Velimirovich) of Zhicha, was imprisoned by the Nazis in the notorious concentration camp of Dachau. There he kept a diary of seventy-six chapters, “Through a Prison Window,” in which he addressed himself to the Serbian people.

In it St. Nicholas the Serb, as many now call him, never mentioned his own sufferings, but rather expressed his profound grief at the spiritual and moral decadence of contemporary mankind, which he called, “Life without aim and death without hope.” According to the Saint, it was this aimlessness and hopelessness which explained the European catastrophe of the twentieth century and its World Wars. Here follows the translation of one of those chapters within which the saint is still calling Europe to repentance.

What could the Old Testament be called in contemporary language? It could be called the court records of the judgment of God and His people, at that time, the chosen people. The prophets literally say that God enters into judgment with His people (Isaiah 3, 13-14; Micah 6,2; Malachi 3,5).

In our own times the we hear of so-called secret records and documents, some of which have been exposed and have even been published. These records are supposed to describe various schemes to subjugate the world. In them there is no God, no prophetic word, no testament, no heavenly holiness in its words, no heavenly imprint. This is because they are vain journalism. These contemporary secret records contain about one hundred pages. But the records of the judgment of God with the Jewish people over thousands of years constitute about a thousand pages. Reading these ancient court records—the Old Testament—each of us has two sincere feelings. The first is amazement at Divine faithfulness and longsuffering; the second—shame at the perfidiousness of the chosen people in their relation to God their Benefactor, at their resistance to Him, that can only be explained as satanic malice, disobedience to Him, a disobedience which even a mule or some other beast does not show to its master and the one who feeds it.

But we, who live in the twentieth century, no longer belong to the Old Testament but to the New Testament. What is the difference? The difference is great. In the Old Testament God spoke to people through the mouths of prophets and angels, but in the New Testament, where He appeared as a man in the flesh, He speaks personally and directly. What can be said of those who flee the light of the Gospel for the darkness of Egypt and seek to enter into judgment with God with the same Jewish obstinacy of Old Testament times? We can only say that Christians who enter into judgment with God, who renounce Christ, show malice and disobedience to God Who is made manifest; such people are foolish and sinful, worse than the Old Testament Jews, who did not wish to hear the angels of God, the prophets and the righteous, for they were insolent to the servants of the Master, but the former are insolent to the Master Himself.

If the history of the last three centuries—the 18th, 19th and 20th—were to be given its true name, then there could not be found a more fitting name than “The Records of the Judgment between Europe and Christ;” for all the significant events in Europe of the last three centuries are connected to our Lord Jesus Christ.

In reality, at the judgment between Europe and Christ the following is happening.

Christ reminds Europe that it is baptized in His Name and must be faithful to Him and His Gospel. The defendant Europe replies:

- All denominations are equal. The French Encyclopedists told us this and it is wrong to force anyone to believe in any one of them. Europe shows tolerance to all denominations as national customs, as it wishes to keep its imperialistic interests, but Europe itself is not attached to any of them. But when it has achieved its political goals, then it will swiftly settle accounts with these vain folk beliefs.

Then Christ asks with sorrow:

Πώς συγχωρούμε τους άλλους;


Ποίος είναι ό «χρυσούς κανών» Μορφωμένος άνθρωπος ό κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου και ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε με αυστηρότητα. Ήταν σχολαστικά ηθικιστής. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχώρηση εύκολα τους άλλους. Παντού έβλεπε αμαρτίες και αμαρτωλούς. Αυτό κάνουν όλοι οι ηθικιστές. Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ίάκωβον, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτήσεις πολλές. Αντιρρήσεις περισσότερες. “Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.
Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρώτερον;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων, πού δυσκολεύονταν να το κατανόηση:  
Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλον να άμαρτάνη, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκαιο;
Όλους μας βλέπει ό Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;
Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;
Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ό π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το ξεχώρισμα μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.
Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα; —Έχεις δει τοις σιδεράδες, πού μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ό Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, πού πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.
Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά και χωρίς καμία δικαιολογία. Εγώ θέλω να μάθω τι πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.
Το «χωρίς καμιά δικαιολογία» πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, είπε ό π. Ιάκωβος. Μόνον ό Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Μόνον Εκείνος ξέρει τι συμβαίνει. Εμείς βλέπουμε άπ” έξω. Εκείνος βλέπει το από μέσα. «Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα ποτήρια, όταν μιλούσε για την υποκρισία των Γραμματέων κοιτών Φαρισαίων. “Απ” έξω φαίνονται καθαρά. Μέσα, όμως, είναι γεμάτα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο γιατρό να μας θεραπεύσει, δεν του λέμε εμείς τι να κάνη. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέμε ότι πονάμε και σε ποιο μέρος υποφέρουμε. Τη στιγμή, πού λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε την διαδικασία της γνώσεως, για το θέμα, πού πρέπει να μάθουμε. Ή αλήθεια μας δίδεται όταν τη ζητήσουμε ταπεινά, όπως ζητούμε την υγεία μας από τον γιατρό. Δεν μπορούμε να διατάξουμε την αλήθεια, άλλα να την παρακαλέσουμε να μας δοθεί, να μας αποκαλυφθεί. Γιατί ή αλήθεια είναι ό Θεός, πού δεν μπορούμε να τον διατάξουμε, άλλα μόνον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.
Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τι γίνεται; Αν δεν πω στο γιατρό εγώ τι θέλω πώς θα με εξέταση και πώς θα με θεραπεύσει;
Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ό Γέροντας. Ό γιατρός ξέρει τι θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, πού μπορείς να πεις είναι ότι πονάς και σε ποιο σημείο νοιώθεις τον πόνο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι” αυτό και οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να προσευχόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, πού κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.
Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πάτερ μου, το νόημα των λόγων, πού μου λέτε, απάντησε ό κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τι στάση, να κρατήσω σε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω ή όχι;
Συγχώρηση πρέπει να τη δίνουμε σε όλους, όπως κάνει και ό ίδιος ό Θεός. «Βρέχει επί δικαίους και αδίκους», λέγει το Εύαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικασθούμε, για τις αμαρτίες μας, λίγες ή πολλές. Για αυτό πρέπει να συγχωρούμε και να ευχόμαστε στον Θεό να συγχώρηση και τον αμαρτωλό και εμάς, πού αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε ή τι δεν κάνουμε. Αν, όμως, είμαστε αδύναμοι πνευματικός και ή συμπεριφορά του αλλού μας επηρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορούμε, αλλά να τον αποφεύγουμε και να μη έχουμε μαζί του συναναστροφές και συνέπειες. Και αν είναι αιρετικός τότε να τον αποφεύγουμε τελείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί ή συντροφιά με τους αιρετικούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηρίαση και να μας θανάτωση πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί».
Δηλαδή ή συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρει και τους καλούς χαρακτήρες. Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ό κ. Σταύρος, πού επέμενε στην γνώμη του. Αυτό, πού δεν ξέρω είναι το πώς και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων.
Το πώς μας το είπε ό Χριστός: « Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. ιε” 5). Χρειάζεται ή δική του βοήθεια, είπε ό Γέροντας. Για αυτό και πρέπει να ζητούμε συνεχώς την βοήθεια του. Αν εκείνος δεν βοηθήσει, τίποτε καλό δεν μπορούμε να κάνουμε. Όσον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγγέλιο: «Εάν γαρ άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος• εάν δε μη άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ό πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ” 14 -15). Να γιατί πρέπει να συγχωρούμε τους άλλους, όσον και αν αμάρτησαν. Από την συγχώρηση, αγαπητέ μου, αρχίζει ή αγάπη. Διάβασε το ιγ” Κεφάλαιο της Α” Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους και τότε θα καταλάβετε το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.
Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυνατώ να κατανοήσω τι θέλετε να πείτε με το πώς και το γιατί…
Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παράδειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ό π. Ιάκωβος. Άνοιξε την δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.
Ό κ. Σταύρος τέντωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και περίμενε. Τότε ό Γέροντας πήρε το ποτήρι με το νερό, πού βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έριξε λίγο πάνω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέρι και χύθηκε κάτω και δεν έμεινε στην ανοιχτή παλάμη ούτε σταγόνα.
Τώρα κάνε κούρμπα την παλάμη σου, είπε ό Γέροντας. Τι θα πει κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέξη…
Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγησε ό π. Ιάκωβος. Κάνε, λοιπόν, την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρνεις το νερό, για να πλυθείς.
Υπάκουσε ό κ. Σταύρος και ό Γέροντας έριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έμεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.
Αυτό είναι, πού πρέπει να κάνουμε όταν θέλουμε να μάθουμε μιαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ό π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, πού νομίζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβει, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε ό Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να καταλάβουμε και για να ενεργήσουμε σωστά. Αυτό κάνουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε και να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, πού συγχωρεί και βοήθα όσους ζητούν ταπεινά την βοήθεια του. Χωρίς ταπείνωση, ούτε τον εαυτόν μας μπορούμε να συγχωρήσουμε και να τον αγαπήσουμε πραγματικά. Αυτό μας δίδαξε ό Χριστός και με την ζωήν και με τον λόγον του. Και αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δούμε «Θεού πρόσωπον». Να ταπεινωθούμε πρώτα μπροστά στον Θεόν, ως αμαρτωλοί, πού είμαστε και Εκείνος θα μας βοηθήσει να ταπεινωθούμε και μπροστά στους ανθρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβουμε ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.
Ό κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατάλαβε αυτήν τη φορά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για την διανοητική του έπαρση και την ψυχική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλαζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ό π. Ιάκωβος, πού είδε διακριτικά την μεταστροφή του επισκέπτη του, θέλησε να βάλει, ωσάν περισπωμένη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:
Ό Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε “ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ούτος γαρ εστίν ό νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ” 12). Δηλαδή, αν θέλεις να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ

Πόσο ζυγίζει η αμαρτία;


«Κορόιδευε ένας άθεος έναν ἱεροκήρυκα μιά μέρα, λέγοντάς του:

—Μας μιλᾶτε κάθε τόσο γιά φορτίο ἁμαρτιῶν καί τά παρόμοια. Πιστέψτε με, ὅμως, ὅτι προσωπικά δέν νοιώθω κανένα τέτοιο βάρος. Ἀλήθεια, πόσο ζυγίζει ἡ ἁμαρτία;

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πολύ ψύχραιμα, ἀπάντησε τότε:

—Δέν μου λέτε, ἄν βάλετε πάνω σ’ ἕνα νεκρό μιά πέτρα ἑκατό κιλῶν, θά τή νοιώση;

—Ὄχι, ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ ἄθεος, γιατί εἶναι νεκρός.

—Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ σᾶς, κατέληξε ὁ ἱεροκήρυκας. Ἔξω ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι “νεκρός στίς παραβάσεις καί τά παραπτώματα”(Ἐφ 2, 1). Γι’ αὐτό δέν νοιώθετε τό βάρος τῆς ἁμαρτίας».

Wednesday, 21 May 2014

THIS IS AN ICON OF A DISBELIEVER AS DESCRIBED by Saint Nektarios of Pentapoleos


The unbeliever is the most unfortunate person among men because he is denied the single most precious thing in this world, faith, which is the only true guide toward truth and good fortune.  The unbeliever is so unfortunate because he has been denied hope, the only constant support on the long road of life.  The unbeliever is very unfortunate because he is missing the true love of people which surround his troubled heart.  The unbeliever is most unfortunate since he is being denied divine beauty and the divine likeness of the Creator.  This is the beauty that the Divine Artist has engraved in our hearts and which our faith has revealed to us.

            The eye of an unbeliever does not see anything else in creation but the forces of nature.  The brilliant icon of the Holy Creator and its marvelous beauty for him remain hidden and unknown to him.  His vision is out of focus in the immensity of creation.  He does not see the beauty of creation anywhere. He does not find the beauty of God’s wisdom.  He does not marvel at the great power of God.  He does not discover the goodness of God; divine providence, justice and the love of the Creator toward creation.  His mind cannot go beyond the physical world.  Neither can he go beyond the realm of his senses.  His heart remains insensitive before the image of divine wisdom and power.  Being like this does not give birth to any feelings of worship. His lips remain sealed. His mouth is motionless. His tongue is wearisome. Wearisome is his turmoil. His turmoil is pain and his pain is despair. All things until now that attracted his attention have lost their grace.  This is so because all the joys of life that he experienced are unable to make him happy. 

            As long as the heart of man has been created so that God can dwell in it, the ultimate joy of man revels and rejoices in this goodness because this is found only in God.  But from the heart of an unbeliever, God has departed.  The human heart has limitless yearnings since it was created to contain and seek out the unlimited. As long as the heart of the unbeliever is no longer filled with the infinite God, everything around him groans with despair. He seeks and desires after things but nothing satisfies him.  And this is so because all the pleasures of life are powerless to fulfill the emptiness of the human heart.

            When the true pleasures and activities of the world are turned off, the heart is left with a feeling of bitterness.  The vain glories of the world are turned into grief.  The unbeliever ignores that the happiness of man is not found by indulging in worldly pleasures but are found in the love of God, which is infinite and eternal good.  It is here where we find the misfortune of those who ignore God.  He who denies God is like that person who denies his happiness and its unending blessedness.  The unfortunate one struggles with the toilsome battles of life without the presence of God.


            And so, in despair and fear nestled in his heart, the unbeliever walks to his already opened grave.  The miraculous work that unfolds before his eyes is played out on the world stage and is directed by divine wisdom, grace and power. All these things pass by him  completely unnoticed. These things play a principal role in ones’ life with the assistance of harmony and divine goodness. Although the sweet water of the river of joy and happiness flows by his feet, he is unable in his disbelief to quench the dryness of his tongue. It is a thirst that burns him because the running water from the gurgling well is unshaken because his voice cannot be heard coming out of his chest, singing praises; glorifying and thanking God. 

            The joy that is unfurled in the universe has forsaken the heart of the unbeliever because God has distanced Himself from it.  The emptiness has been filled with sorrow. It remains obstinate because of the absence of a desire to seek the spiritual has overwhelmed his soul.  He is misled in this dark night without any light, a night where no beam of light enlightens his darkened avenues.  There is no one to direct and guide his steps. In the race of life he is alone.  He navigates life without the hope of a better life.  He walks among many traps and there is no one to free him from them. He falls into these traps and is burdened by the weight of them.  There is no one to relieve him of his sorrow.

            The peace of the soul and the quietness of the heart have been banished by disbelief. Grief has bound up the depths of his heart.  The joy which a believer finds in fulfilling the holy commandments and the joy that comes from a moral life is for the unbeliever unknown.  Joy that comes from faith has never visited the heart of the unbeliever.  The conviction which flows from faith in divine providence and which lighten the struggles of life is an unknown power to the unbeliever. 

            The feeling of thanksgiving and favor that comes from love is a great mystery to the unbeliever.  The disbeliever who places material things first has limited true happiness for himself in a very limited circle of fleeting enjoyment.  This is so because he is always attempting to satisfy himself with material things.  The desire for virtue is for him completely foreign.  He has not tasted the sweetness of this grace. The disbeliever has overlooked that which is the source of true joy and he is rushing without realizing it, toward the source of bitterness.  Indulgence filled his worldly desires and in fulfilling them has only brought him nothing but emptiness.  This emptiness brought faith but then slipped away and fell from  his lips.

            Oh, unfortunate slave of a difficult tyrant!  How did they steal the joy of life from you?  How did they rip away from you this profound treasure?  You lost your faith. You denied your God. You denied His revelation to you and then you threw away the bountiful gift of divine grace.  How unfortunate is the life of such a person!  This life is filled with a whole host of troubles for the unbeliever because the delight of life has lost its flavor before his very eyes.  Nature around him appears sterile and infertile because it does not fill him with any sense of joy and delight. He does not rejoice in any of the creations of God.  A veil of grief envelopes all of nature and it no longer attracts a sense of fascination for him. His life has become an impossible burden and with the passing of time appears to him to be an unbearable hardship. 

            This is why despair appears before him like an executioner and terrible torturer.  It terrorizes the unfortunate man.  His courage has already abandoned him. His resistance is weakened and his moral moorings have since been corrupted by lack of faith.  He appears like a man who is motivated completely by something else, that is disbelief.  He has surrendered his life to the fearful shackles of despair which are devoid of mercy and sympathy.  The thread of his life is forcefully and cruelly cut off from the gifts of God and is hurled to the depths of perdition, to the darkness of hell from where he can only be saved when he is called by the voice of his Divine Creator.  This is the Creator that he has denied all his life and now he must give account for his disbelief.  Then he will be judged and will be sent to the eternal fire.

TRANSLATED         by:

+Fr. Constantine J. Simones from the Greek on June 3, 2012, the Feast of the Holy Spirit in the Orthodox Christian Church calendar. 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...