Sunday, 19 May 2013

ΤΙ ΕΓΡΑΦΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΗ ΓΗ;

 
Ό δε Ιησούς κάτω κύφας τω δακτύλω έγραφεν εις την γήν.
 
(Ίωαν. η 6)
 
Κάποτε ό πανάγαθος Κύριος καθόταν μπροστά στο ναό της Ιερουσαλήμ. Μιλούσε σε κάποιους ανθρώπους και ή γλυκιά διδασκαλία Του έτρεφε τις πεινασμένες καρδιές. Γύρω Του σιγά σιγά μαζεύτηκε ένα μεγάλο πλήθος (βλ. Ίωάν. η” 2). Μιλούσε στους ανθρώπους ό Κύριος για την αιώνια μακαριότητα, για την ατελεύτητη χαρά πού περιμένει τούς δίκαιους στην αιώνια κατοικία, στους ουρανούς. Οι άνθρωποι χαίρονταν με τη διδασκαλία Του, με τα θεϊκά Του λόγια.
 
 
Ή πίκρα πολλών απογοητευμένων ψυχών κι ή έχθρα πολλών ανθρώπων πού τούς είχαν προσβάλει, έσβηναν όπως το χιόνι μόλις τ” αγγίξουν οι θερμές ακτίνες του ήλιου. Ποιος ξέρει πόσο θα κρατούσε ή υπέροχη αύτη σκηνή ειρήνης κι αγάπης πού έσμιγε τη γη με τον ουρανό, αν δεν την είχε διακόψει κάτι αναπάντεχο. Ό Μεσσίας αγαπά τους ανθρώπους και δεν κουράζεται ποτέ να τους διδάσκει. Και οι ευλαβείς πιστοί δεν κουράζονται ποτέ ν” ακούν την θαυμάσια θεραπευτική και σοφή διδασκαλία του.
Μα ξαφνικά έγινε κάτι φοβερό, μεσολάβησε μια ενέργεια εχθρική. Κι αιτία ήταν, ως συνήθως, οι γραμματείς κι οι φαρισαίοι.
 
 
Τί έκαναν εκείνοι; Μήπως είχαν συλλάβει τον αρχηγό κάποιας συμμορίας ληστών; Όχι, τίποτα τέτοιο. Έσερναν βίαια μια δυστυχισμένη αμαρτωλή γυναίκα πού είχε συλληφθεί να μοιχεύει. Την έφερναν θριαμβευτικά λοιπόν με άγριες κι εκκωφαντικές κραυγές. Μόλις την παρουσίασαν μπροστά στο Χριστό, φώναξαν:
- Διδάσκαλε, αυτή ή γυνή κατείληπται έπ’αυτοφώρω μοιχευομένη-και εν τω νόμω ημών Μωυσής ένετείλατο τάς τοιαύτας λιθάζειν. συ ουν τί λέγεις;
Δάσκαλε, τη γυναίκα αυτή την πιάσαμε «έπ” αυτοφώρω» να διαπράττει την αμαρτία της μοιχείας. Κι ό Μωυσής λέει στο νόμο του πώς τέτοιες γυναίκες πρέπει να τις λιθοβολούμε. Εσύ τί λες; (Ίωάν. η’4-6).
 
 
Την υπόθεση την παρουσίασαν μ” αυτόν τον τρόπο αμαρτωλοί άνθρωποι πού κατηγορούσαν τις αμαρτίες των άλλων, αλλά έκρυβαν με επιμέλεια τις δικές τους. Το πλήθος τρομοκρατήθηκε κι έκανε χώρο στους πρεσβύτερους. Μερικοί φοβήθηκαν πολύ κι έφυγαν. Ό Κύριος τούς μιλούσε για ζωή και μακαριότητα, ενώ αυτοί οι φωνακλάδες ούρλιαζαν για το θάνατο.
 
 
Θα “ταν σκόπιμο να ρωτούσα: Γιατί όλοι αυτοί οι πρεσβύτεροι κι οι φύλακες του νόμου δε λιθοβόλησαν μόνοι τους την αμαρτωλή γυναίκα; Γιατί την έφεραν μπροστά στον Ιησού; Ό νόμος του Μωυσή τούς έδινε το δικαίωμα να την λιθοβολήσουν. Κανένας δε θα βρισκόταν να προβάλει αντίρρηση, να τούς κατηγορήσει. Ποιος διαμαρτύρεται στις μέρες μας όταν απαγγέλλεται ή ποινή του θανάτου σε κάποιον εγκληματία; Γιατί οι Εβραίοι πρεσβύτεροι έφεραν την αμαρτωλή γυναίκα στον Κύριο;
 
 
Όχι, δεν περίμεναν οι πρεσβύτεροι να πετύχουν κάποια μετατροπή της ποινής ή ν” αποσπάσουν επιείκεια από μέρους Του. Κάθε άλλο μάλιστα. Την έφεραν μ” ένα προμελετημένο και μοχθηρό σχέδιο: να παγιδεύσουν τον Κύριο, να πει λόγια αντίθετα στο νόμο κι έπειτα να τον κατηγορήσουν.
 
Ήθελαν μ” ένα χτύπημα να τελειώνουν με δύο ζωές: μια της αμαρτωλής γυναίκας κι άλλη μια τού Χριστού.
«Συ ουν τί λέγεις;». Γιατί τον ρώτησαν αφού ό νόμος του Μωυσή ήταν σαφής; Ό ευαγγελιστής αποκαλύπτει το δόλο τους με τα έξης λόγια: «Τούτο δε ειπόν έκπειράζοντες αυτόν, ίνα σχώσι κατηγορίαν κατ αυτού» (Λουκ. η” 6). Το είπαν αυτό για να τον βάλουν σε πειρασμό και να βρουν έπειτα αιτία να τον κατηγορήσουν.
Είχαν ξανασηκώσει μια φορά τα χέρια τους για να τον λιθοβολήσουν, αλλά τους ξέφυγε. Τώρα όμως πίστευαν πώς βρήκαν μια ευκαιρία να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους. Και θα γινόταν αυτό εκεί μπροστά, στο ναό του Σολομώντα, όπου φυλάσσονταν ο πλάκες των εντολών στην Κιβωτό της Διαθήκης, μπροστά σ” ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων.
 
Θα γινόταν εκεί όπου Αυτός, ό Χριστός, θα “πρεπε να πει κάτι αντίθετο στην εντολή του Μωυσή. Κι έτσι θα πετύχαιναν το στόχο τους. Θα λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου τόσο το Χριστό όσο και την αμαρτωλή γυναίκα. Και βέβαια ήταν πολύ πιο πρόθυμοι να λιθοβολήσουν το Χριστό παρά την πόρνη, όπως αργότερα ζήτησαν με περισσό ζήλο από τον Πιλάτο να ελευθερώσει τον ληστή Βαραββά αντί για το Χριστό.
 
 
Όλοι όσοι παρευρίσκονταν στη σκηνή περίμεναν δύο πράγματα να γίνουν: είτε με την ευσπλαχνία Του ό Κύριος να ελευθερώσει την αμαρτωλή γυναίκα, παραβιάζοντας έτσι το νόμο, είτε να τηρήσει το νόμο και να τους πει: «Πράξετε όπως ορίζει ό νόμος». Έτσι όμως θα παρέβαινε τη δική Του εντολή για έλεος και καλοσύνη. Στην πρώτη περίπτωση θα τον καταδικάζανε σε θάνατο. Στη δεύτερη θα γινόταν ρεζίλι, άξιος χλευασμού και περιφρόνησης.
 
Με το πού του έκαναν την ερώτηση «σύ ουν τί λέγεις;» οι κατήγοροι, επικράτησε νεκρική σιγή. Σιγή ανάμεσα στο πλήθος πού είχε συγκεντρωθεί και σιγή ανάμεσα στους κριτές της αμαρτωλής γυναίκας. Ή σιγή είχε κόψει και την ανάσα στην ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας. Μεγάλη σιγή επικρατεί στα μεγάλα τσίρκα όταν οι θηριοδαμαστές περιφέρουν τα λιοντάρια και τις τίγρεις και τούς δίνουν εντολές να εκτελέσουν διάφορες κινήσεις, να λάβουν περίεργες για ζώα στάσεις και να παίζουν σύμφωνα με τις διαταγές τους.
 
Μπροστά μας όμως τώρα δεν έχουμε θηριοδαμαστές, αλλά τον δαμαστή των ανθρώπων. Κι αυτό είναι ένα καθήκον πολύ πιο δύσκολο από το προηγούμενο. Συχνά είναι πολύ πιο σκληρό να ημερέψεις εκείνους πού έχουν εξαγριωθεί λόγω της αμαρτίας, παρά να ημερέψεις εκείνους πού είναι άγριοι από τη φύση τους. «Σύ ουν τί λέγεις;», του είπαν πιεστικά γι” άλλη μια φορά με πρόσωπα πού τα φλόγιζε ή κακία.
 
 
Τότε ό νομοθέτης της αγάπης και της ευσέβειας έσκυψε κι άρχισε να γράφει ήρεμα με το χέρι Του στο έδαφος (βλ. Ίωάν. η” 6). Τί έγραφε ό Χριστός στο χώμα; Ό ευαγγελιστής κρατά σιγή εδώ, δε μας αναφέρει τί έγραφε ό Χριστός. Ήταν πολύ κακό κι αποτρόπαιο αυτό για να το γράψει στο βιβλίο της χαράς. Το αναφέρει ή παράδοση όμως κι είναι κάτι τρομερό. Ό Χριστός έγραψε κάτι αναπάντεχο πού θα ξάφνιαζε τούς πρεσβύτερους, τούς κατήγορους της αμαρτωλής γυναίκας. Με το δάχτυλο Του αποκάλυψε την κρυφή ανομία τους. Γιατί αυτοί οι διαπομπευτές των αμαρτιών των άλλων ήξεραν πολύ καλά να κρύβουν τα δικά τους κρίματα. Είναι όμως άσκοπο να προσπαθείς να κρύψεις κάτι από το μάτι πού τα βλέπει όλα.
 
Σύμφωνα με την παράδοση λοιπόν, έγραψε ό Κύριος στο έδαφος:
 
Ό Μ(εσουλάμ) έκλεψε θησαυρό από το ναό.
Ό Ά (σήρ) διέπραξε μοιχεία με τη γυναίκα του αδελφού του.
Ό Σ(αλούμ) έχει κάνει ψευδομαρτυρίες.
Ό Έ(λέντ) έχει δείρει τον πατέρα του.
Ό Ά(μαρίς) είναι σοδομίτης.
Ό Ί(ωήλ) έχει προσκυνήσει τα είδωλα.
 
Αυτά έγραψε, τη μια πρόταση μετά την άλλη, το δάχτυλο του δίκαιου κριτή. Κι εκείνοι στους οποίους αναφέρονταν τα λόγια αυτά έσκυψαν και τα διάβασαν με ανέκφραστο τρόμο. Έτρεμαν από φόβο, δεν τολμούσαν να κοιτάξουν ό ένας τον άλλον στα μάτια. Ξέχασαν πια τελείως την αμαρτωλή γυναίκα. Το μόνο πού σκέφτονταν ήταν ό εαυτός τους, ό δικός τους θάνατος πού είχε χαραχτεί στο χώμα. Ούτε μια γλώσσα δεν είχε τη δύναμη να κινηθεί, να ξανακάνει την ενοχλητική και πονηρή ερώτηση: «Σύ ουν τί λέγεις;»
 
Ό Κύριος δεν είπε τίποτα. Αυτό πού είναι τόσο βρώμικο, του πρέπει να γραφτεί στο βρώμικο χώμα. Ένας άλλος λόγος πού ό Κύριος έγραψε στο χώμα είναι ακόμα πιο δυνατός και πιο σπουδαίος. Αυτό πού γράφεται στο χώμα σβήνει εύκολα. Ό Χριστός δεν ήθελε να μάθει ό καθένας τις αμαρτίες τους. Αν το ήθελε αυτό, θα τις είχε διακηρύξει μπροστά σε όλους. Και τότε όλοι θα τούς κατηγορούσαν και θα τούς λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου, σύμφωνα με το νόμο.
 
 
Εκείνος όμως, ό άκακος αμνός του Θεού, δε ζήτησε εκδίκηση ή θάνατο για κείνους πού του είχαν προετοιμάσει χιλιάδες θανάτους, πού ήθελαν το δικό Του θάνατο περισσότερο απ” όσο ποθούσαν για τούς ίδιους την αιώνια ζωή. Ό Κύριος ήθελε μόνο να τούς διορθώσει, να τούς μάθει πώς πρέπει να σκέφτονται τον εαυτό τους, ν” ασχολούνται με τις δικές τους αμαρτίες. Ήθελε να τούς υπενθυμίσει πώς ενώ τούς βάραινε το φορτίο των δικών τους αμαρτιών, δεν έπρεπε να κρίνουν τις αμαρτίες των άλλων. Αυτό μόνο ήθελε ό Κύριος. Κι όταν αυτό έγινε, το χώμα Ισοπεδώθηκε πάλι κι όσα είχαν γραφτεί σβήστηκαν.
 
 
Μετά απ” αυτά ό Κύριος σηκώθηκε και τούς είπε ήρεμα: «Ό άναμάρτητος υμών πρώτος λίθον βαλέτω έπ” αυτήν» (Ίωάν. η’7). Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας της ρίξει την πρώτη πέτρα. Αυτό λειτούργησε σα να αφαίρεσε κάποιος τα όπλα των εχθρών κι υστέρα τούς είπε: «Και τώρα πυροβολήστε!»
Οι πρώην αγέρωχοι δικαστές της αμαρτωλής γυναίκας έστεκαν τώρα αφοπλισμένοι, ένιωθαν αυτοί τώρα σαν ένοχοι μπροστά στον κριτή, άφωνοι, ακίνητοι, λες κι ήταν καρφωμένοι στη γη. Ό πανεύσπλαχνος Κύριος όμως έσκυψε πάλι κι
έγραφε στη γη. Τί έγραψε αύτη τη φορά; Ίσως τις άλλες κρυφές αμαρτίες και ανομίες τους, ώστε για μακρό χρονικό διάστημα να μην ξανανοίξουν το στόμα τους.
 
«Ίσως και να “γραφε τι λογιών άνθρωποι πρέπει να “ναι οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες των λαών. Αυτό δεν μας ενδιαφέρει και τόσο πολύ εμάς τώρα. Εκείνο πού είναι σπουδαίο, είναι πώς με το γράψιμο στο χώμα πέτυχε τρεις στόχους: πρώτο, έδωσε τέλος και διάλυσε την καταιγίδα πού του είχαν ετοιμάσει οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων δεύτερο, ξύπνησε τη ναρκωμένη τους συνείδηση στις νεκρωμένες καρδιές τους, έστω και για λίγο- και τρίτο, γλίτωσε την αμαρτωλή γυναίκα από το θάνατο. Αυτό γίνεται φανερό από τα λόγια του ευαγγελίου: «οι δε άκούσαντες έξήρχοντο εις καθ εις, άρξάμενοι από των πρεσβυτέρων, και κατελείφθη ό Ιησούς και ή γυνή εν μέσω ουσα» (Ίωάν. η” 9).
 
Εκείνοι δε σαν άκουσαν τα λόγια Του άρχισαν να φεύγουν ό ένας μετά τον άλλον, με πρώτους τούς πρεσβύτερους στην ηλικία. Στο τέλος έμεινε μόνος ό Ιησούς και ή γυναίκα, πού έστεκε όρθια ανάμεσα σε όλους.
 
Το προαύλιο του ναού ξαφνικά άδειασε. Δεν έμεινε κανένας, έκτος από τούς δύο πού οι πρεσβύτεροι τούς είχαν καταδικάσει σε θάνατο, δηλαδή ή αμαρτωλή γυναίκα κι ό αναμάρτητος Χριστός. Ή γυναίκα έστεκε όρθια, ό Χριστός ήταν σκυφτός κι έγραφε στο έδαφος. Για λίγο επικράτησε απόλυτη σιγή. Μετά ό Κύριος ανασηκώθηκε, κοίταξε τριγύρω κι αφού δεν είδε κανέναν είπε στη γυναίκα: «Γύναι, που είσιν; ουδείς σε κατέκρινεν;». Που είναι οι κατήγοροι σου; Κανένας δεν σε κατέκρινε, δε ζητάει το λιθοβολισμό σου;
 
Ό Κύριος γνώριζε πώς κανένας δεν την καταδίκαζε τώρα. Αλλά θέλησε με την ερώτηση Του να της εμπνεύσει εμπιστοσύνη, ώστε να μπορέσει ν” ακούσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτά πού θα της έλεγε στη συνέχεια. Λειτούργησε όπως ένας επιδέξιος γιατρός, πού πρώτα δίνει κουράγιο στον άρρωστο κι ύστερα του χορηγεί τη θεραπεία. Ουδείς σε κατέκρινεν; Ή γυναίκα κατόρθωσε να ξαναβρεί τη λαλιά της κι απάντησε: «ουδείς, Κύριε». Κανένας δεν με κατακρίνει πια, Κύριε. Τα λόγια αυτά τα πρόφερε ένα αξιολύπητο πλάσμα, πού πριν από λίγο δεν έλπιζε να ξαναμιλήσει, ένα πλάσμα πού ένιωθε μια ανάσα πραγματικής χαράς Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της.
 
Τελικά ό αγαθός Κύριος είπε στη γυναίκα: «Ουδέ εγώ σε κατακρίνω πορεύου και από του νύν μηκέτι άμάρτανε» (Ίωάν. η’11). Ούτε εγώ σε κατακρίνω. Πήγαινε. Μόνο από τώρα και στο έξης μην αμαρτήσεις ξανά.
 
Όταν οι λύκοι χαρίζουν τη ζωή στα θύματα τους, τότε, όπως είναι φυσικό, ούτε ό βοσκός θέλει να πεθάνουν τα πρόβατα. Είναι σημαντικό όμως να βεβαιωθούμε πώς ή αθώωση πού πρόσφερε ό Χριστός σημαίνει πολύ περισσότερα από την αθώωση πού προσφέρουν οι άνθρωποι. Όταν οι άνθρωποι δεν σε κατακρίνουν για την αμαρτία σου, σημαίνει πώς δεν ορίζουν κάποια τιμωρία για την αμαρτία, μα αφήνουν την αμαρτία πάνω σου. Όταν όμως δεν κρίνει ό Θεός, σημαίνει πώς συγχωρεί την αμαρτία σου, σε απαλλάσσει απ” αυτήν, την απομακρύνει σαν πύον και καθαρίζει την πληγή της ψυχής σου.
 
Γι” αυτό και τα λόγια ουδέ εγώ σε κατακρίνω, είναι σα να λένε: «Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται, κόρη. Πήγαινε και μην ξαναμαρτήσεις».
 
 
Τί ανέκφραστη χαρά! Ή χαρά της αλήθειας! Ό Κύριος αποκάλυψε την αλήθεια σε κείνους πού λογαριάζονταν χαμένοι, άπολωλότα. Τί χαρά δικαιοσύνης! Ό Κύριος «έποίησε» δικαιοσύνη. Τί χαρά ελέους! Ό Κύριος έδειξε το έλεος Του. Τί χαρά της ζωής! Ό Κύριος διατήρησε τη ζωή. Αυτό είναι το ευαγγέλιο του Χριστού. Σημαίνει καλή αγγελία, ευχάριστη είδηση. Αυτά είναι τα καλά νέα, ή διδασκαλία της χαράς. Αυτή είναι μια σελίδα από το Βιβλίο της Χαράς.
 
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.
 
Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ


ΠΗΓΗ: pentapostagma

Saturday, 18 May 2013

Metropolitan Anthony of Sourozh-Sermon on Church and Holy Communion



In the Name of the Father, of the Son and of the Holy Ghost. 
How mysterious the Church is; one at the core, one at the root and yet so painfully, monstrously divided.

In the communion service, in the Liturgy, after the words "The Holy Things to Them that are Holy" the priest breaks the Holy Bread, already consecrated, which is the Body of Christ and says "The Lamb of God is broken and distributed, which being ever broken, never is divided but halloweth them that partake thereof".

Is that an image of the Church in history? If it is true that all those who believe in Christ, all those who through baptism have died with Christ and risen with Him, if it is true that all those are at one with Him, then it is true also that there is unity; but it is also so patently true that we are divided on all levels.

Dare we say that we are so one with each other that nothing can break the bonds of solidarity and of love? Can we say that the Churches which call themselves Christ's own are so one that there is no divergence of faith, no competition, suspicion, mutual dislike, all things that are unthinkable in one body possessed of one spirit which is called to be to the world a revelation of the fact that God came into the world, into a world divided, a world broken and, like the key of harmony in music, brought everything into oneness, is it thinkable? And yet so it is.

We may say that no one but the saints can experience that oneness of which we speak. But this is not enough. To say that only the saints experience it does not mean that we have a right to remain outsiders to it, and in our every day life it is dividedness and separation that we perceive so painful. Can we say that we love one another? Certainly not. We love a few, we ignore the many, we dislike or hate a number of people. Are we at one? Yes, at blessed moments, when prayer takes over, when God takes over and we forget ourselves and one another in a way, to see one another only in Christ; but otherwise, no.

It makes each of us question: have I a right to come to the Table of the Lord? Yes, I may be proclaiming to the extent to which I know and understand it, the wholeness and integrity of the Orthodox Faith, but it is not enough to proclaim things with our lips; one must identify with them in such a way that what we proclaim, profess with our lips, must be our life. We can be heretics, we can be apostates of the Church and of Christ through the way in which we live; and this is why the Apostle says to us "Beware! beware! be attentive to the way in which you live" lest when you come to Communion you be condemned, lest you come to Communion and cannot commune with the God to whom you have come. Saint Paul has some very frightening words about it when he says that we should be aware of how we receive the Body and Blood of Christ, because it is fire, we may be consumed in it.

Perhaps the most tragic thing is that we are not aware either of the fact that the Body and Blood of Christ are fire, or of the fact that by receiving them unworthily we are consumed, we are dried and gradually reduced to cinders. But there is also another saying, of Saint Symeon the New Theologian, as a warning; anyone who comes to communion without a living awareness of Christ Whom he is meeting in a mystery, receives neither the Body nor the Blood of Christ, because in His mercy Christ allows him to receive nothing but bread and wine. Is not that tragic?

And when we think of ourselves and ask ourselves, who of us can receive the Holy Gifts? Yes, we must profess the Orthodox faith, we must belong to the Church, but this is not enough. We must belong to it through life; all our life must be in accordance with Christ's life, our thoughts with His thoughts, our hearts attune to His heart, our will at one with His will; not perfectly because we are still incapable of this, but at least in longing, in determination, in a passionate, stern effort to overcome in us anything which is alien to this.

Who is entitled to come? Certainly no one who is not here for the beginning of the service, because the liturgy is not something done by the priest, it is something that takes place within the community, and every member of the community is active in its fulfilment; and so, if you do not care to be here from the very beginning of it, do not dare to come to communion. There is no place in it for you. If we discover hatred, rejection of anyone, refuse inwardly to make our peace, within our heart, within our will, within our life and action, with anyone, we cannot dare come to corn-come (?) to communion. Christ has said "If you bring your gift to the sanctuary and feel you have ought (?) against someone, leave your gift, go and make your peace", and only then come, because otherwise it is condemnation that we will receive, claiming a right to be at one with Christ while we reject someone for whom He became man, for whom He died upon the cross.

So let us be very, very careful. It is not greed that should bring us to communion, it is not the desire to receive something for ourselves, it is a desire to unite ourselves with Christ so as to be in conformity with Him in thought, in heart, in mind, in action, in everything which is us, and ask Him to make it possible by His power and grace. So again, again let us think of it. Is it possible that you have come simply in order to receive and not in order to share with Christ His own destiny. Can we say in the Lord's prayer "forgive us as we forgive" if there is no forgiveness in us, and in that case how can we come to receive communion?

Let us reflect a little lest the warning of Saint Symeon the New Theologian and the more terrifying warning of Saint Paul come upon us. Amen.

Οι Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης

Το ευαγγέλιο της Κυριακής τωμ Μυροφόρων αναφέρεται στη φροντίδα που έδειξαν για το θάνατο του Αθάνατου οι γυναίκες εκείνες που η διδασκαλία του Χριστού τους έδωσε ζωή.

Τότε «ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ως και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας είσηλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μάρκ. ιε΄ 43). Υπήρχε κι άλλος ένας μεγάλος άνδρας που είχε έρθει από την Αριμαθαία στο όρος Εφραίμ. Αυτός ήταν ο προφήτης Σαμουήλ. Ο Ιωσήφ αναφέρεται κι από τους τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως σε όσα σχετίζονται με την ταφή του Κυρίου Ιησού. Ο Ιωάννης τον αποκαλεί κρυφό μαθητή του Ιησού (ιθ’ 38). Ο Λουκάς τον ονομάζει άνδρα «αγαθό και δίκαιο» (κγ’ 50), ο Ματθαίος πλούσιο (κζ’ 57). Ο ευαγγελιστής δεν ονομάζει πλούσιο τον Ιωσήφ από ματαιότητα, για να δείξει πως ο Κύριος ανάμεσα στους μαθητές Του είχε και πλούσιους, αλλά για να καταλάβουμε πως μπορούσε εκείνος να πάρει το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο. Ένας φτωχός και άσημος άνθρωπος δε θα ήταν δυνατό να πλησιάσει τον Πιλάτο, εκπρόσωπο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ο Ιωσήφ ήταν πλούσιος ψυχικά. Είχε φόβο Θεού κι ανέμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Εκτός όμως από τα ιδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ο Ιωσήφ ήταν και πλούσιος, άνθρωπος επιρροής. Ο Μάρκος κι ο Λουκάς τον ονομάζουν βουλευτή. Ήταν κι αυτός, όπως κι ο Νικόδημος, ένας από τους πρεσβύτερους του λαού. Όπως κι ο Νικόδημος επίσης, ήταν κι αυτός θαυμαστής και κρυφός μαθητής του Χριστού. Μπορεί οι δύο αυτοί άνδρες να ήταν κρυφοί οπαδοί της διδασκαλίας του Χριστού, ήταν έτοιμοι όμως να εκτεθούν στον κίνδυνο και να σταθούν κοντά Του. Ο Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατά πρόσωπο τους πικρόχολους Ιουδαίους άρχοντες, όταν αναζητούσαν να σκοτώσουν τον Χριστό: «Μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τί ποιεί;» (Iωάν. ζ’ 51).
Ο από Αριμαθαίας Ιωσήφ μπήκε σε μεγαλύτερο κίνδυνο όταν αποφάσισε να πάρει το σώμα του Κυρίου, την ώρα που οι στενοί μαθητές Του είχαν διασκορπιστεί, γιατί οι Ιουδαίοι λύκοι που δολοφόνησαν τον ποιμένα, ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να επιπέσουν και στο ποίμνιο. Το ότι αυτό που έκανε ο Ιωσήφ ήταν επικίνδυνο, το επισημαίνει ο ευαγγελιστής με τη λέξη «τολ¬μήσας». Ήθελε τότε κάτι παραπάνω από θάρρος. Ήθελε τόλμη το να παρουσιαστεί στον αντιπρόσωπο του Καίσαρα και να ζητήσει το σώμα του σταυρωμένου «κακούργου». Ο Ιωσήφ όμως, με τη μεγαλοσύνη της ψυχής του, απέβαλε το φόβο του κι απόδειξε πως ήταν πραγματικός μαθητής του Ιησού Χριστού.
«Ο δε Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε, και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πά¬λαι απέθανε· και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ» (Μάρκ. ιε’ 44-45). Ο Πιλάτος ήταν καχύποπτος και επιφυλακτικός. Ήταν από τους κυβερνήτες που ασκούν την εξουσία τους με βία, όπως με βία την είχε αποσπάσει από άλλους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε λέξη ακόμα κι από ευγενείς ανθρώπους, όπως ο Ιωσήφ. Ίσως δυσκολευόταν πραγματικά να πιστέψει πως Εκείνος, που μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε καταδικάσει σε σταυρικό θάνατο, είχε ήδη παραδώσει την τελευταία του πνοή στο σταυρό. Ο Πιλάτος αποδείχτηκε πως ήταν ένας γνήσιος αντιπρόσωπος της ρωμαϊκής τυπολατρείας. Ήταν πολύ πιο πρόθυμος να πιστέψει τον κεντυρίωνα, που τον είχε επιφορτίσει με το καθήκον να φρουρήσει το Γολγοθά, παρά έναν εξέχοντα πρεσβύτερο του λαού. Μόνο όταν ο κεντυρίων επιβεβαίωσε «επίσημα» την αναφορά του Ιωσήφ, θέλησε ο Πιλάτος να ικανοποιήσει το αίτημά του.
«Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου» (Μάρκ. ιε’ 46-47). Άλλος ευαγγελιστής λέει πως αυτός ο τάφος ήταν του Ιωσήφ· «και εθηκεν αυτόν εν τω καινώ αυτού μνημείω» (Ματθ. κζ’ 60) – «εν ω ουδείς ανθρώπων ετέθη» (Ιωάν. ιθ’ 41). Όταν σταυρώνουμε το νου μας για τον κόσμο και τον ενταφιάζουμε σε μια αναγεννημένη καρδιά, σαν σε τάφο, τότε ο νους μας θα αναζωογονηθεί και θ’ αναγεννηθεί ολόκληρος ο εσωτερικός μας άνθρωπος.
Ένας νέος τάφος, σφραγισμένος. Μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του τάφου κι ένας φύλακας να φρουρεί μπροστά στον τάφο. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Όλα τους ήταν προληπτικά μέτρα, παρμένα με τη σοφία της πρόνοιας του Θεού. Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, θα σφραγίζονταν κι όλα τα στόματα εκείνων που θα τολμούσαν να ισχυριστούν πως ο Χριστός είτε δεν πέθανε είτε δεν αναστήθηκε είτε ότι έκλεψαν το σώμα Του. Αν ο Ιωσήφ δεν είχε ζητήσει το σώμα Του από τον Πιλάτο· αν ο κεντυρίων δεν είχε δώσει επίσημη διαβεβαίωση για το θάνατο του Χριστού· αν το σώμα δεν είχε ενταφιαστεί και σφραγιστεί με την παρουσία φίλων και εχθρών του Χριστού, ίσως να ισχυρίζονταν πολλοί πως ο Χριστός δεν είχε πεθάνει πραγματικά, αλλά είχε πέσει σε κώμα και μετά ανέκτησε τις αισθήσεις του. Κάτι τέτοιο υποστήριξαν τελευταία ο Σλαϊερμάχερ και κάποιοι προτεστάντες. Αν ο τάφος δεν είχε σφραγιστεί μ’ έναν ογκόλιθο κι αν δεν τον φύλαγαν φρουροί, ίσως παραδέχονταν πως ο Χριστός πέθανε κι ενταφιάστηκε, αλλά οι μαθητές του έκλεψαν το σώμα του από τον τάφο. Αν δεν ήταν καινούργιος ο τάφος, ίσως να υποστήριζαν πως δεν ήταν ο Χριστός αυτός που αναστήθηκε αλλά κάποιος άλλος νεκρός, που είχε ταφεί εκεί παλιότερα. Έτσι όλα τα προληπτικά μέτρα που πήραν οι Ιουδαίοι για να πνίξουν την αλήθεια, με την πρόνοια του Θεού βοήθησαν για να την καταδείξουν.
Ο Ιωσήφ πήρε το σώμα του Ιησού, «ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά» (Ματθ. κζ’ 59) και το απόθεσε στον τάφο. Αν θέλουμε ν’ αναστηθεί μέσα μας ο Κύριος, πρέπει να τον διατηρούμε μέσα στο καθαρό και αγνό σώμα μας. Το καθαρό σεντόνι υποδηλώνει το καθαρό σώμα. Το σώμα που έχουν μολύνει οι κακίες και τα πάθη δεν είναι κατάλληλος τόπος για ν’ αναστηθεί εκ νεκρών και να ζήσει ο Κύριος.
Ό ευαγγελιστής Ιωάννης συμπληρώνει την εικόνα που δίνουν οι άλλοι ευαγγελιστές, λέγοντας πως στην ταφή του Χριστού ήρθε και ο Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης ως λίτρας εκατόν, έλαβον ουν το σώμα του Ιησού και έδησαν αυτό εν οθονίοις μετά των αρωμάτων, καθώς έθος εστί τοις Ιουδαίοις ενταφιάζειν» (Ιωάν. ιθ’ 39-40).
Ευλογημένοι άνθρωποι! Πήραν το πανάγιο σώμα του Ιησού με τόλμη, στοργή και αγάπη και το απέθεσαν στο μνημείο. Τί υπέροχο παράδειγμα είναι αυτό σε όλους εκείνους που αγαπούν τον Κύριο! Και τί φοβερό κατηγορητήριο για τους ιερείς και τους λαϊκούς που ντρέπονται τον κόσμο και πλησιάζουν το άγιο ποτήριο απρόσεκτα, αδιάφορα και χωρίς αγάπη, για να κοινωνήσουν τα ζωοποιά τίμια δώρα, το πάντιμο σώμα και το αίμα του αναστημένου Κυρίου!
Ο Ιωσήφ κι ο Νικόδημος δεν ήταν μόνο φίλοι του Χριστού, που διαπίστωσαν με τα μάτια τους πως ο Ιησούς πέθανε κι ενταφιάστηκε. Η μέριμνα για το νεκρό Κύριο ήταν πράξη αγάπης για τον αγαπημένο τους Φίλο και Διδάσκαλο, αλλά και ανθρωπιστικό καθήκον προς Εκείνον που είχε υποφέρει για χάρη της δικαιοσύνης.
Με θέα τον τάφο όμως βρίσκονταν και δύο ακόμα ψυχές που αγαπούσαν τον Κύριο και παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τις ενέργειες του Ιωσήφ και του Νικόδημου. Προετοιμάζονταν κι αυτές από την πλευρά τους για μια πράξη αγάπης προς τον Κύριο. Ήταν οι δύο μυροφόρες γυναίκες: η Μαρία η Μαγδαληνή κι η Μαρία, η μητέρα του Ιωσή.
«Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται. Και διαγενομένου του σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν» (Μάρκ. ιε’47, ιστ’ 1).
Πρώτα αναφέρονται δύο γυναίκες κι έπειτα τρεις. Δύο ήταν οι, μάρτυρες για όλα όσα έγιναν στο Γολγοθά, που είδαν τους κρυφούς μαθητές του Χριστού να κατεβάζουν το νεκρό σώμα Του από το σταυρό. Μετά είδαν όλα όσα έκαναν στο νεκρό σώμα και, αυτό που τις ενδιέφερε περισσότερο, είδαν τον τάφο όπου τον τοποθέτησαν. Αλήθεια, πόση χαρά θα ένιωθαν αν μπορούσαν να τρέξουν και να βοηθήσουν τον Ιωσήφ και το Νικόδημο για να ξεπλύνουν το άγιο σώμα Του από τα αίματα, να καθαρίσουν τις πληγές Του, να ισιώσουν τα μαλλιά Του, να σταυρώσουν τα χέρια Του, να δέσουν το μαντήλι γύρω από το κεφάλι Του και να τυλίξουν όλο το σώμα Του με το σεντόνι! Όμως ούτε το έθιμο ούτε κι ο νόμος επέτρεπε να το κάνουν αυτό μαζί με άνδρες. Γι’ αυτό και θα πήγαιναν αργότερα να τα κάνουν όλα μόνες τους, και κυρίως για ν’ αλείψουν τον Κύριο με αρώματα. Μαζί τους αργότερα θα πήγαινε κι η τρίτη μυροφόρα, η φίλη τους. Το Πνεύμα του Χριστού τις έδεσε όλες με φιλία.
Ποιές ήταν οι γυναίκες αυτές; Τη Μαρία τη Μαγδαληνή την ξέρουμε. Ήταν η Μαρία εκείνη που ο Κύριος τη θεράπευσε, της έβγαλε επτά δαιμόνια από μέσα της. Η Μαρία του Ιωσή κι η Μαρία του Ιακώβου, όπως λένε οι πατέρες, ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο. Η Σαλώμη ήταν σύζυγος του Ζεβεδαίου, η μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη.
Τί μεγάλη διαφορά υπάρχει ανάμεσα στις γυναίκες αυτές και στην Εύα! Αυτές έτρεξαν από αγάπη για να υπακούσουν το νεκρό Κύριο, ενώ η Εύα δεν έκανε υπακοή στον Ζώντα Κύριο! Εκείνες φάνηκαν υπάκουες στο Γολγοθά, στον τόπο του εγκλήματος, της κακίας και της αιματοχυσίας, ενώ η Εύα έκανε παρακοή μέσα στον παράδεισο!
«Και λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου» (Μάρκ. ιστ’ 2). Σ’ αυτό, ότι δηλαδή ήταν η πρώτη μέρα τής εβδομάδας όταν αναστήθηκε ο Κύριος, η επόμενη μέρα του σαββά¬του, συμφωνούν όλοι οι ευαγγελιστές. Ο Μάρκος το ξεκαθαρίζει καλύτερα: «και διαγενομένου του σαββά-του…» (Μάρκ. ιστ’ 1), αφού είχε περάσει το σάββατο. Όλοι οι ευαγγελιστές συμφωνούν πως ο Κύριος αναστήθηκε πολύ πρωί την Κυριακή. Συμφωνούν επίσης πως οι γυναίκες πήγαν στον τάφο του Κυρίου πολύ νωρίς το πρωί. Ο Μάρκος στο ευαγγέλιό του φαίνεται πως το γεγονός αυτό το μεταφέρει λίγο αργότερα, γιατί λέει ανατείλαντος του ηλίου.
Είναι πολύ πιθανό οι γυναίκες να πήγαν στον τάφο αρκετές φορές, τόσο από αγάπη για το νεκρό Κύριο, όσο κι από φόβο, μήπως οι εχθροί Του έρθουν και βεβηλώσουν τον τάφο και το ίδιο Του το σώμα. Όπως λέει ο Ιερώνυμος στο σχόλιό του στο κατά Ματθαίον, «πηγαινοέρχονταν με ανυπομονησία, δεν ήθελαν ν’ απομακρυνθούν για πολύ από τον τάφο του Κυρίου». Ίσως εδώ ο Μάρκος να μη μιλάει για τον αισθητό ήλιο αλλά για τον ίδιο τον Κύριο, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη, «και ανατελεί υμίν… ήλιος δικαιοσύνης» (Μαλαχ. Δ΄ 2), αναφερόμενος στο Μεσσία. Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης είχε ήδη αναστηθεί εκ νεκρών την πρωινή ώρα που οι μυροφόρες πήγαν στον τάφο. Όπως ο Ήλιος αυτός έλαμψε πολύ προτού δημιουργηθεί ο αισθητός ήλιος, έτσι και τώρα, στη δεύτερη δημιουργία, στην αναγέννηση του κόσμου, έλαμψε στην ανθρώπινη ιστορία προτού ανατείλει στη γη ο αισθητός ήλιος.
«Καί ελεγον πρός εαυτάς· τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;» (Μάρκ. ιστ’ 3). Καθώς οι μυροφόρες γυναίκες ανέβαιναν προς το Γολγοθά, συζητούσαν μεταξύ τους το πρόβλημα αυτό. Ποιός θα κυλίσει τη βαριά πέτρα από τη θύρα του μνημείου; Όλα έδειχναν πως δεν περίμεναν κάτι αναπάντεχο. Τα γυναικεία χέρια δεν ήταν δυνατά για να σπρώξουν τη βαριά πέτρα και να ελευθερώσουν την είσοδο του μνημείου. Κι ο λίθος ήταν μέγας σφόδρα.
Καημένες γυναίκες! Δεν θυμήθηκαν πως το έργο που πήγαιναν με τόσο ζήλο και σπουδή να κάνουν στον τάφο, είχε ήδη συντελεστεί όσο ζούσε ο Κύριος. Στο δείπνο που παρέθεσε στον Κύριο στη Βηθανία ο Σίμων ο λεπρός, κάποια γυναίκα έχυσε στο κεφάλι του Χριστού ένα πολύτιμο μύρο. Ο παντογνώστης Κύριος είπε τότε για τη γυναίκα αυτή: «Βαλούσα γαρ αύτη το μύρον τούτο επί του σώματος μου, προς το ενταφιάσαι με εποίησεν» (Ματθ. κστ’ 12). Προγνώριζε με ακρίβεια ότι το σώμα Του δε θα δεχόταν κανένα άλλο άρωμα στο θάνατό Του. Ίσως διερωτηθείς: Γιατί τότε η πρόνοια του Θεού άφησε τις αφοσιωμένες αυτές γυναίκες ν’ απογοητευτούν τόσο πολύ; Πήγαν ν’ αγοράσουν το πολύτιμο μύρο, ήρθαν φοβισμένες μέσα στη νύχτα στο μνημείο και στο τέλος να μην εκτελέσουν το καθήκον αυτό, που με τόση αγάπη και θυσία είχαν προετοιμάσει; Μήπως όμως η θεία αυτή πρόνοια δεν αποζημίωσε τις προσπάθειές τους μ’ έναν ασύγκριτα πλουσιότερο τρόπο κι αντί να δουν νεκρό τον Κύριο τον είδαν ζωντανό;
«Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκυλισται ο λίθος· ην γαρ μέγας σφόδρα, και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν» (Μάρκ. ιστ’ 4-5). Όταν ο Μωυσής έφτασε με το λαό του στην Ερυθρά Θάλασσα, αντιμετώπισε μια δυσκολία, ένα μεγάλο πρόβλημα. Πώς θα άνοιγε δρόμο στη θάλασσα, εκεί που δεν υπήρχε; Μόλις όμως κραύγασε για βοήθεια στο Θεό η θάλασσα χώρισε στα δύο κι ο δρόμος άνοιξε. Το ίδιο έγινε τώρα με τις Μυροφόρες. Προβληματισμένες πολύ έντονα για το ποιός θα κυλίσει τη μεγάλη πέτρα, κοίταξαν και είδαν «ότι αποκεκύλισται ο λίθος». Η πέτρα είχε μετακινηθεί κι εκείνες μπήκαν αμέσως μέσα στο μνημείο. Μα πού πήγαν οι στρατιώτες που φρουρούσαν τον τάφο; Αυτοί δεν αποτελούσαν μεγαλύτερο εμπόδιο για να μπουν στο μνημείο, από τη βαριά πέτρα; Εκείνη την ώρα οι φρουροί είτε κείτονταν στη γη μισοπεθαμένοι από το φόβο, είτε είχαν δραπετεύσει προς την πόλη για να διηγηθούν με τρεμάμενη φωνή στους ανθρώπους αυτά που από την εποχή του Αδάμ ως τότε δεν είχαν ακούσει ανθρώπινα αυτιά. Δεν υπήρχε κανένας στο μνημείο για να τις εμποδίσει, κανένας και τίποτα στην είσοδο. Υπήρχε κάποιος όμως μέσα στο μνημείο. Κάποιος που το πρόσωπό του ήταν «ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών» (Ματθ. κη’ 3). Ήταν ένας νέος άνδρας. Ήταν πραγματικά άγγελος του Θεού. Οι γυναίκες φοβήθηκαν κι έπεσαν με το πρόσωπο στη γη. Είναι φοβερό να βλέπει κανείς τη μορφή ενός ουράνιου αγγελιαφόρου του Θεού, εκείνου που έφερε τις πιό υπερφυσικές και χαρμόσυνες ειδήσεις στη γη, από τότε που ο πεσμένος άνθρωπος άρχισε να περιπλανιέται μακριά από τον παράδεισο. Ο Ματθαίος λέει πως ο άγγελος καθόταν πάνω στην πέτρα που είχε κυλίσει από τη θύρα του μνημείου, ενώ ο Μάρκος πως ο άγγελος ήταν μέσα στο μνημείο. Το γεγονός αυτό όμως δεν έχει καμιά αντίθεση. Ίσως οι γυναίκες είδαν πρώτα τον άγγελο πάνω στην πέτρα κι έπειτα άκουσαν τη φωνή του μέσα στο μνημείο. Ο άγγελος δεν είναι κάτι υλικό και ακίνητο. Μπορεί να εμφανιστεί οποιαδήποτε στιγμή και οπουδήποτε. Το γεγονός ότι ο Λουκάς αναφέρει δύο αγγέλους, ενώ ο Ματθαίος κι ο Μάρκος έναν, δεν πρέπει να φέρει σε σύγχυση τους πιστούς. Όταν γεννήθηκε ο Κύριος στη Βηθλεέμ, ένας άγγελος εμφανίστηκε ξαφνικά στους ποιμένες κι εκείνοι «εφοβήθησαν φόβον μέγαν» (Λουκ. β’ 9), Πολύ σύντομα μετά, «εξαίφ¬νης εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων τον Θεόν» (Λουκ. β’ 13). Στην ανάσταση του Κυρίου στο Γολγοθά ίσως παρευρίσκονταν λεγεώνες αγγέλων του Θεού. Γιατί πρέπει να εκπλαγούμε αν οι Μυροφόρες είδαν τη μια φορά έναν άγγελο και την άλλη δύο;
«Ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμβείσθε· Ίησοϋν ζη¬τείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε· ίδε ο τόπος όπου ΄έθηκαν αυτόν, αλλ’ υπάγε¬τε, είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προ¬άγει υμάς εις την Γαλιλαίαν εκεί αυτόν οφεσθε, καθώς είπεν υμίν» (Μάρκ. ιστ’ 6-8).
Ο αστραπόμορφος άγγελος του Θεού φροντίζει πρώτα να ηρεμήσει τις γυναίκες από το φόβο και τον τρόμο τους. Ήθελε να τις προετοιμάσει για τα καταπληκτικά νέα της Ανάστασης του Κυρίου. Η πρώτη έκπληξη για τις γυναίκες ήταν όταν είδαν το μνημείο ανοιχτό. Μετά η έκπληξή τους μεταβλήθηκε σε τρόμο όταν, αντί για Εκείνον που γύρευαν, είδαν αυτόν που δεν περίμεναν.
Ο άγγελος είπε στις γυναίκες με σιγουριά: Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Γιατί μίλησε έτσι; Για να τις στερήσει από κάθε αμφιβολία και σύγχυση για Εκείνον που είχε αναστηθεί. Ο άγγελος μιλάει πολύ συγκεκριμένα τόσο για τις ίδιες τις γυναίκες όσο και για τις μελλούμενες γενιές. Με την ίδια πρόθεση ο άγγελος τους δείχνει το καινό μνημείο. «Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν». Αυτό που είπε ο άγγελος ήταν πλεονασμός. Οι γυναίκες είχαν δει οι ίδιες με τα μάτια τους αυτό που τους είπε ο άγγελος. Δε γινόταν το ίδιο όμως με τους λοιπούς ανθρώπους, γι’ αυτούς που επίσης ο Κύριος πέθανε κι αναστήθηκε. «Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Ο ουράνιος αγγελιαφόρος πρόφερε με τον πιό απλό τρόπο την συγκλονιστικότερη είδηση που ακούστηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. «Ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε». Για τις αθάνατες χορείες των αγγέλων η συγκλονιστικότερη είδηση ήταν ο θάνατος του Κυρίου, όχι η ανά¬στασή Του. Για τους ανθρώπους τα πράγματα ήταν αντίθετα.
Μετά απ’ αυτό ο άγγελος είπε στις γυναίκες να μεταφέρουν τη χαρμόσυνη είδηση «στους αποστόλους και τω Πέτρω». Γιατί και τω Πέτρω; Σίγουρα επειδή ο Πέτρος ένιωθε περισσότερο ταραγμένος από τους άλλους μαθητές. Η συνείδησή του πρέπει να τον ενοχλούσε επειδή πρόδωσε τρεις φορές τον Κύριο και στο τέλος έφυγε μακριά Του. Η αφοσίωση του ευαγγελιστή Ιωάννη, που μαζί με τον Πέτρο ήταν οι πιό στενοί μαθητές του Κυρίου, θα πρέπει να έκανε πιό ευαίσθητη τη συνείδηση του Πέτρου. Ο Ιωάννης δεν είχε φύγει. Παρέμεινε κάτω από το σταυρό του σταυρωμένου Κυρίου του. Κοντολογίς, ο Πέτρος πρέπει να ένιωθε προδότης του Κυρίου και θα αισθανόταν άβολα στη συντροφιά των αποστόλων, κυρίως μπροστά στην Παναγία Μητέρα Του. Η πίστη του Πέτρου δεν φάνηκε σταθερή σαν πέτρα. Η διστακτικότητα κι η δειλία του τον έκαναν να νιώθει περιφρονημένος στα ίδια του τα μάτια. Είχε ανάγκη να σταθεί ξανά στα πόδια του, ν’ ανακτήσει την υπόληψή του ως άνθρωπος και ως απόστολος. Ο Κύριος, που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ακριβώς αυτό έκανε τώρα. Αυτός είναι ο λόγος που ο άγγελος έκανε ειδική αναφορά στον Πέτρο.
Γιατί ο άγγελος μίλησε για την εμφάνιση του Κυρίου στη Γαλιλαία κι όχι για τις άλλες εμφανίσεις Του στην Ιερουσαλήμ και στα περίχωρα, που θα γίνονταν νωρίτερα; «Εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν». Γιατί η Γαλιλαία ήταν περισσότερο ειδωλολατρική κι όχι ισραηλιτική περιοχή. Η θέληση του Κυρίου λοιπόν ήταν να εμφανιστεί εκεί για να δείξει στους μαθητές το δρόμο του ευαγγελίου Του, το βασικό χώρο όπου έπρεπε να δραστηριοποιηθούν για να ιδρύσουν την Εκκλησία του Θεού. Κι άλλος ένας λόγος ήταν επειδή στη Γαλιλαία θα ένιωθαν ελεύθεροι, όχι όπως στην Ιερουσαλήμ που ζούσαν με φόβο. Όχι στο σκοτάδι ή στο μεσόφωτο, αλλά στο φως της ημέρας, για να μην πει κανείς πως ο φόβος έχει μεγάλα μάτια, πως οι μαθητές είδαν ζωντανό τον Κύριό τους στην Ιερουσαλήμ πάνω στον πανικό τους και με την πίεση του φόβου τους. Και τελικά ο άγγελος του Θεού μίλησε για την εμφάνιση του Κυρίου στη Γαλιλαία χωρίς ν’ αναφέρει τίποτα για τις εμφανίσεις Του στην Ιερουσαλήμ, για ν’ αφαιρέσει τα όπλα από τα χέρια των απίστων, που διαφορετικά θα ισχυρίζονταν πως οι απόστολοι είχαν δει κάποιο φάντασμα, επειδή περίμεναν με μεγάλη ψυχική αγωνία να τον δουν. Λέει ο Νικηφόρος: «Γιατί ο άγγελος μι¬λάει ειδικά για την εμφάνισή Του στη Γαλιλαία; Επειδή η εμφάνιση αυτή ήταν η πιό σπουδαία. Εκεί ο Κύριος δεν εμφανίστηκε σε κάποιο σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, άλλα σ’ ένα βουνό, ορατός από όλους. Οι μαθητές με το που τον είδαν εκεί τον προσκύνησαν. Εκεί παρουσιάστηκε δυναμικά μπροστά τους και τους αποκάλυψε για την εξουσία που του έδωσε ο Πατέρας Του. «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη’ 18). «Μετά το εγερθήναί με προάξω υμάς εις τήν Γαλιλαίαν» (Μάρκ. ιδ’ 28), είχε πει ο Κύριος. Ως νικητής, δηλαδή, θα προπορευτώ στον ειδωλολατρικό κόσμο και σεις θα με ακολουθήσετε. Οπουδήποτε κι αν σας οδηγήσει το Πνεύμα για να κηρύξετε, κοιτάξτε Με, θα βρίσκομαι μπροστά σας. Θα προπορεύομαι για να σας ανοίγω το δρόμο.
«Και εξελθούσαι εφυγον από του μνημείου· είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον εκφοβούντο γαρ» (Μάρκ. ιστ’ 8). Οι Μυροφόρες τα είχαν χάσει. Πού βρίσκονταν, στον ουρανό ή στη γη; Με ποιόν μιλούσαν; Τί άκουσαν; Τέτοια πράγματα ούτε στον ύπνο τους δεν τα βλέπουν οι άνθρωποι. Μα αυτό που βλέπουν και ακούν τώρα δεν είναι όνειρο, είναι αληθινό. Απ’ όλα όσα έγιναν, προκύπτει πως ζούσαν μια πραγματικότητα.
Τί ευλογημένος είναι ο φόβος κι ο τρόμος που νιώθει ο άνθρωπος όταν βλέπει ανοιγμένους τους ουρανούς, όταν ακούει μια χαρούμενη φωνή από την αληθινή, αθάνατη και ποθεινή πατρίδα του! Δεν είναι μικρό πράγμα να δεις έναν αθάνατο άγγελο του Θεού, ούτε ν’ ακούσεις μια φωνή που βγαίνει από αθάνατα χείλη. Πιό εύκολα αντέχεις να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τον ορυμαγδό ολόκληρου του φθαρτού σύμπαντος, παρά να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τη φωνή κάποιου αθάνατου όντος που δημιουργήθηκε πριν από το σύμπαν, που το κάλλος του είναι ασύγκριτα ανώτερο από την ανοιξιάτικη αυγή. Όταν ο προφήτης Δανιήλ, ο άνθρωπος του Θεού, άκουσε τη φωνή του αγγέλου, μονολόγησε: «Ουχ υπελείφθη εν εμοί ισχύς, και η δόξα μου μετεστράφη εις διαφθοράν, και ουχ εκράτησα ισχύος… ήμην κατανενυγμένος, και το πρόσωπόν μου επί την γην» (Δανιήλ, ι’ 8,9).
Πώς λοιπόν να μην τις πιάσει φόβος και τρόμος τις αδύναμες γυναίκες; Πώς να μη φύγουν γρήγορα από το μνημείο; Πώς θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να μιλήσουν; Με τί λόγια να πουν αυτά που είδαν; Κύριε, η δόξα Σου είναι ανέκφραστη! Εμείς οι θνητοί άνθρωποι ευκολότερα μπορούμε να την εκφράσουμε με τη σιωπή και τα δάκρυα μας παρά με λόγια.
«Και ουδενί ουδέν είπον εφοβούντο γαρ». Δεν είπαν τίποτα στο δρόμο, σε κανέναν. Δε μίλησαν σε κανέναν από τους εχθρούς του Χριστού, σ’ εκείνους που έχυσαν το αίμα Του, ούτε σ’ ολόκληρη την Ιερουσαλήμ που συμφώνησε μαζί τους. Μίλησαν όμως στους αποστόλους, ούτε τόλμησαν μα ούτε και μπορούσαν να μην τους πουν τα νέα, αφού έτσι τις πρόσταξε ο αθάνατος άγγελος. Πώς μπορούσαν να μην εκτελέσουν την εντολή του Θεού; Είναι σαφές λοιπόν, πως οι γυναίκες μίλησαν σ’ εκείνους που έπρεπε (βλ. Λουκ. κδ’ 10)· και πως δεν είπαν τίποτα σ’ αυτούς που δεν έπρεπε, τους οποίους φοβούνταν.
Έτσι τέλειωσε η επίσκεψη που έκαναν οι Μυροφόρες γυναίκες στο μνημείο του Χριστού το πρωί της Ανάστασης. Τα φτωχά τους μύρα, που σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν για να συντηρήσουν από τη φθορά Εκείνον που τηρεί τους ουρανούς από τον αφανισμό, να μυρώσουν Αυτόν που χαρίζει στους ουρανούς το άρωμά Του, έμειναν στα χέρια τους.
Κύριε, είσαι το μόνο άρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης στην ιστορία του. Πόσο πλούσια και θαυμαστά αποζημιώνεις τις αφοσιωμένες ψυχές που δεν σε ξέχασαν νεκρό μέσα στο μνήμα Σου!
Έκανες τις Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης και της δόξας Σου. Δεν έχρισαν το νεκρό Σου σώμα· Εσύ έχρισες τις ζωντανές ψυχές τους με το μύρο της χαράς. Εκείνες που θρηνούσαν το νεκρό Κύριο, έγιναν χελιδόνια της καινούργιας άνοιξης, άγιοι στην ουράνια βασιλεία Σου.
Αναστημένε Κύριε, με τις προσευχές τους ελέησέ μας, σώσε μας, ώστε να σε δοξάζουμε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα τώρα και πάντα και τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Αναστάσεως ημέρα», ομιλίες Γ΄, Αθήνα 2011, σ. 64-82)

π.Αλέξανδρος Σμέμαν-Οι Μυροφόρες..


Ακούγοντας τη διήγηση για τη σταύρωση και το θάνατο του Χριστού, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με εντυπωσιάζει συνεχώς μια λεπτομέρεια της ιστορίας: η μέχρι τέλους αφοσίωση μιας χούφτας ανθρώπων, κυρίως γυναικών, για τις οποίες το ευαγγέλιο δεν λέει σχεδόν τίποτε άλλο.Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι μαθητές του Χριστού, όλοι τους, έφυγαν και τον άφησαν μόνο. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Ο Ιούδας Τον πρόδωσε. Τα πλήθη ακολουθούσαν το Χριστό ενώ κήρυττε, και όλοι περίμεναν να πάρουν κάτι απ' Αυτόν: προσδοκούσαν βοήθεια, θαύματα και θεραπείες, περίμεναν την απελευθέρωσή τους από τη μισητή Ρωμαϊκή κατοχή, περίμεναν απ' Αυτόν να ασχοληθεί με τις επίγειες μέριμνές τους. [...]
Δεν είναι δε το οδυνηρότερο μέρος αυτών των τελευταίων ημερών η προδοσία των στενών φίλων και μαθητών, στους οποίους ο Χριστός είχε αληθινά και ολοκληρωτικά δοθεί; Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο. Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για το Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56).
Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε. Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης. Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν παρέμειναν στο Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «εισήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25). Αργότερα, μετά το θάνατο του Ιησού,
Οψίας δε γενομένης ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, τούνομα Ιωσήφ, ος και αυτός εμαθήτευσε τω Ιησού, ούτος προσελθών τω Πιλάτω ηττήσατο το σώμα του Ιησού, τότε ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα, και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. (Ματθ. 27, 57- 60).
Μια μέρα αργότερα, μετά το Σάββατο, την αυγή της τρίτης ημέρας, οι ίδιες γυναίκες ήρθαν στον τάφο, όπου σύμφωνα με το έθιμο της εποχής θα άλειβαν το νεκρό με μύρα. Ακριβώς σ' αυτές ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Ήταν οι πρώτες που άκουσαν απ' αυτόν το «Χαίρετε», το οποίο πλέον έγινε για πάντα η ουσία της Χριστιανικής δύναμης. Ο Χριστός δεν είχε αποκαλύψει σ' αυτές τις γυναίκες τα μυστήρια του μέλλοντος όπως τα είχε αποκαλύψει στους δώδεκα αποστόλους. Δε γνώριζαν ούτε το νόημα του θανάτου Του, ούτε το μυστήριο της προσεγγίζουσας νίκης Του με την ανάσταση. Γι' αυτές ο θάνατος του δασκάλου και φίλου τους ήταν ένας απλός θάνατος, ένα τέλος, ακόμη χειρότερα, ήταν ένας τρομακτικός και επαίσχυντος θάνατος, ένα τρομερό και παράλογο τέλος. Στάθηκαν στο Σταυρό μόνο επειδή αγαπούσαν το Χριστό, και λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του. Δεν άφησαν το φτωχό, βασανισμένο σώμα Του, αλλά έκαναν όλα όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελικό χωρισμό. [...]
Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων. Μάς υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μάς καλεί να εξασφαλίσουμε πώς σ' αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, το φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας. Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια. Ακριβώς εδώ όμως είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας.
Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση. Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ' αυτόν τον κόσμο. Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους. Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης. Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή. Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχθηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ' αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας. Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας. Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου. Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα, συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της που φροντίζει και αγαπά, και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ' ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ' ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ' αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει. «Και υστερήσαντος οίνου...» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, - η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη – υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα...

Από το βιβλίο
«Εορτολόγιο-
Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»
Αλέξανδρος Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας

Friday, 17 May 2013

Saint Gregory of Nyssa-The Soul as an Arrow..

 Saint Gregory of Nyssa

The soul as an Arrow" is a theme explored by St.Gregory of Nyssa in his Commentary on the Song of Songs.He states that the bride(who is a figure of the soul) is both struck by the arrow of God's love,and at the same time becomes herself an arrow propelled toward God:The bride praises the bowman for his good marksmanship because he hits her with his arrow.The bride says"I am wounded with love"(Song2.5)
These words indicate that the bridegroom's arrows have penetrated the depths of her heart.The Archer of these arrows is love(cf. Jn 4.8),who sends his own "chosen arrow'(cf Isa 49.2) the Only-begotten Son,to those who are saved,dipping the triple-pointed tip of the arrow in the Spirit of Life.The tip of the arrow is faith, and by it God introduces the archer into the heart along with the arrow.
As the Lord says"I and the Father are one,we will come and make our home with him"(Jn 14-23).
O beautiful wound and sweet blow by which life penetrates within!.The arrow's penetration opens up,as it were,a door and entrance for love.As soon as the bride receives the arrow of love,the imagery shifts from archery to nuptial delight...Earlier we said that the bride was the target;she now sees herself as the arrow in the bowman's hands....God treats the purified soul as a bride and as an arrow aimed at a good target.
(McCambley,103)

Saint Theophylact of Ochrid- The Myrrh-bearing Women

 

 Third Sunday of Pascha
The Myrrh-bearing Women

Mark 15:43-16:6

From The Explanation of the Gospel of St. Mark

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

42-47. Now when the evening was come, because it was the preparation, that is, the day before the sabbath, Joseph of Arimathea, a noble counsellor, who also waited for the kingdom of God, came, and went in boldly unto Pilate, and asked for the Body of Jesus. And Pilate wondered if He were already dead: and calling unto him the centurion, he asked him whether He had been any while dead. And when he knew it of the centurion, he gave the Body to Joseph. And he bought fine linen, and took Him down, and wrapped Him in the linen, and laid Him in a tomb which was hewn out of a rock, and rolled a stone unto the door of the tomb. And Mary Magdalene and Mary the mother of Joses beheld where He was laid.

While yet a servant of the law, the blessed Joseph recognized Christ as God, and this is why he dared to do such a praiseworthy deed of courage. He did not stop to think to himself, "I am a wealthy man, and I will lose my wealth if I ask for the body of one condemned by the rulers authority, and I will be slandered by the Jews." No such thoughts did he harbor, but placing all other considerations second, he begged to bury the Body of the One condemned. Pilate wondered if He were already dead, for Pilate thought that Jesus would endure on the cross for a long time, as did the thieves. So he asked the centurion if Jesus had already died some time before. Joseph then took the Body, having bought linen, and when he had taken It down from the cross he wrapped It in the linen, and buried reverently that which was worthy of all reverence. For Joseph too was a disciple of Christ, and he knew that it was necessary to honor the Master. He was noble, that is, devout, pious, and blameless. And he held the rank of counsellor, a title which conferred duties of public service and responsibility; the counsellors supervised the affairs of the marketplace, and danger often befell one holding this position because of the evildoings in the market. Let the wealthy, and those engaged in public business, heed that Josephs high rank in no way hindered him from living a virtuous life. Joseph means "increase," and Arimathea means "taking hold of that." Let us be like Joseph, always increasing in virtue, and taking hold of that which is truly good. Let us also take the Body of Jesus, through Holy Communion, and place It in a tomb hewn out of a rock, that is, place It within a soul which always remembers God and does not forget Him. (1)

And let that soul be hewn from a rock, that is, from Christ Who is the Rock on which we are established. Let us wrap the Body of Jesus in the linen, that is, let us receive It within a pure body. For the body is the linen and the garment of the soul. We must receive the divine Body of the Lord not only with a pure soul, but with a pure body as well. And we must wrap It and enfold It within ourselves, and not leave It exposed. For this Mystery is something veiled and hidden, not something to be exposed.

16:1-8. And when the sabbath was past, Mary Magdalene, and Mary the mother of James, and Salome, had bought sweet spices, that they might come and anoint Him. And very early in the morning the first day of the week, they came unto the tomb at the rising of the sun. And they said among themselves, Who shall roll away the stone for us from the door of the tomb? And when they looked, they saw that the stone was rolled away: for it was very great. And entering into the tomb, they saw a young man sitting on the right side, clothed in a long white garment; and they were affrighted. And he saith unto them, Be not affrighted: ye seek Jesus of Nazareth, Who was crucified: He is risen; He is not here: behold the place where they laid Him. But go your way, tell His disciples and Peter that He goeth before you into Galilee: there shall ye see Him, as He said unto you. And they went out quickly, and fled from the tomb; for they trembled and were amazed; neither said they any thing to any man; for they were afraid. 
The women had no understanding of Christs divinity while they sat by the tomb, and they bought myrrh with which to anoint His Body in accordance with the Jewish practice, so that It would remain fragrant and not begin to have the foul odor of decay. Myrrh also dries things out, and thus it absorbs the moisture of the body and preserves it from corruption. Thinking such thoughts as these, the women rose and came to the tomb very early in the morning, or, as Matthew says, after the sabbath, or, as Luke says, at early dawn." [Mt. 28:1; Lk. 24:1] All four Evangelists say, On the first of the sabbath [mias Sabbaton], meaning, on the first day of the week (for "sabbath" was also the name they gave to the seven days of the week considered together, so that the "first day of the sabbath" meant Sunday). As the women approached the tomb, they talked among themselves about who would roll away the stone. While they were thinking about this, the angel rolled away the stone without their noticing. Matthew says that the angel rolled away the stone after the women had come to the tomb [Mt. 28:2] On this point Mark is silent, because Matthew had already said who rolled away the stone. Do not be troubled that Matthew says that the angel was sitting on the stone, while Mark says that after they entered the tomb, the women saw the angel sitting on the right side. It is likely that they first saw the angel sitting on the stone outside the tomb, as Matthew says, and that he then went before them into the tomb, where they saw him again. Some say that the women mentioned by Matthew were not the same ones mentioned here by Mark. Mary Magdalene, however, was with all of them, as she was fervent and aflame with zeal. The angel who appeared to the women said, Be not affrighted. First he takes away their fear, and then he announces to them the good tidings of the Resurrection. He calls Jesus "the Crucified", for the angel was not ashamed of the Cross, which is the salvation of mankind and the beginning of good things. He is risen. How do we know this? Because He is not here. Do you want further assurance? Behold the place where they laid Him. This is why the angel had moved away the stone to show them the place. But go your way, tell His disciples and Peter. He names Peter separately from the other disciples, as Peter was the foremost of the apostles. Also, because Peter had denied the Lord, the angel singles him out by name so that, when the women came and said that the Lord had commanded them to tell the disciples, Peter could not say, "I denied the Lord, and therefore I am no longer His disciple. He has rejected me and abhors me." The angel added the words and Peter, so that Peter would not be tempted to think that Jesus found him unworthy of mention, and unworthy to be ranked among the Lords disciples, because of his denial. He sends them [out of Judea] into Galilee, delivering them from tumult and from their great fear of the Jews. Fear and amazement had taken hold of the women at the sight of the angel and at the awesome mystery of the Resurrection, and because of this neither said they any thing to any man; for they were afraid." Either they were afraid of the Jews, or they were so in awe of what they had seen that their minds were confounded. For this reason neither said they any thing to any man, and they even forgot the command the angel had given them.

1. The Greek word for "tomb," mnemeion, is derived from the word mneme, which means "memory."

Το χάρισμα του γάμου..

Τού Πρωτοπρ. Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21ο.
1. Η κοινωνία ανδρός και γυναικός
«Και εδημιούργησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ' εικόνα Θεού τον εδημιούργησε, τους έκαμε άνδρα και γυναίκα» (Γεν. 1,27).
Η εικών του Θεού, ο άνθρωπος, εδημιουργήθη από την αρχήν ως ζεύγος, ως άνδρας και γυναίκα. Όπως ο Τριαδικός Θεός δεν είναι μονάς, τοιουτοτρόπως και ο άνθρωπος δεν εδημιουργήθη ως μονάς. «Ο ποιήσας απ’ αρχής άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς», επαναλαμβάνει ο ευαγγελιστής (Ματθαίος 19,4. Παράβαλλε Γένεση 1,27).
Το δόγμα, δηλαδή, της Αγίας Τριάδος, το οποίον εκφράζεται με την ενότητα της ουσίας και την τριαδικότητα των υποστάσεων, αποτελεί βασικήν αλήθειαν η οποία εκφράζει και την πραγματικότητα του ανθρώπου. Αυτή η μεγάλη και μοναδική θεία πραγματικότης (Αγία Τριάς), αποτελεί την βάσιν της ζωής μας και το θεμέλιον της σωτηρίας μας.
Κατ' αυτόν τον τρόπον, δυνάμεθα, χωρίς κανένα δισταγμόν, να εξηγήσωμεν το χωρίον αυτό της Παλαιάς Διαθήκης και να υπογραμμίσωμεν ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ' εικόνα του Τριαδικού Θεού και ως προς την φύσιν του και ως προς το γεγονός της ενότητος με τους άλλους ανθρώπους. Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον εδημιουργήθη από την αρχήν ως ζευγάρι, ως άνδρας και ως γυναίκα.
Η Αγία Γραφή αναφέρεται πολλάς φοράς εις το μυστήριον του γάμου. Εις τας Παροιμίας διαβάζομεν ότι η «φρόνιμος γυνή παρά Κυρίου δίδεται» (Παροιμίες 19,14), ο δε προφήτης Μαλαχίας υπογραμμίζει ότι εγγυητής και μάρτυς του συζυγικού δεσμού είναι ο ίδιος ο Θεός (Μαλαχίας 2,14), ο κοινός Δημιουργός του ανδρός και της γυναικός.
Ο ίδιος προφήτης καταπολεμεί την αντίληψιν της εποχής, κατά την οποίαν μοναδικός σκοπός του γάμου είναι η απόκτησις τέκνων (Παράβαλλε Και Σοφ. Σολ. 4,1-6. Σοφ. Σειράχ 16,1-4) και ότι, συνεπώς επετρέπετο το διαζύγιον μετά την εκπλήρωσιν του σκοπού αυτού. Ο προφήτης υπονοεί ότι η ουσία του μυστηρίου ευρίσκεται εις την πραγμάτωσιν της κοινής ζωής, εις την διατήρησιν και την καλλιέργειαν του αδιάρρηκτου δεσμού των συζύγων, οι οποίοι καθίστανται εν πνεύμα και μία σαρξ (Μαλαχίας 2,15. Γένεση 2,24. Ματθαίος 19,5. Μάρκος 10,8). Γίνεται τοιουτοτρόπως φανερόν, διατί εις το εβραϊκόν κείμενον αναφέρεται ότι ο Θεός «μισεί την απόλυσιν», δηλαδή το διαζύγιον, το οποίον καταλύει τον πρωταρχικόν αυτόν σκοπόν του μυστηρίου (Μαλαχίας 2,16).
Το ίδιον νόημα πρέπει να δώσωμεν και εις τους λόγους της Αγίας Γραφής: «Όποιος χωρίση την σύζυγόν του έκτος ένεκα πορνείας, αυτός την αναγκάζει να διάπραξη μοιχείαν» (Ματθ, 5,32. 19,9. Λουκάς 16,18). «Πόρνους και μοιχούς θα κρίνη ο Θεός» (Εβραίους 13,4).
Με αυτήν την βάσιν ημπορούμε, επίσης, να είπωμεν ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι να ομοιάση εις τον Δημιουργόν του, να ζήση, δηλαδή, την ζωήν της πλήρους αγάπης μετά του συνανθρώπου του, σύμφωνος προς το θείον πρότυπον, σύμφωνος προς την αγάπην του Τριαδικού Θεού. Με άλλα λόγια, ο προορισμός αυτός δεν είναι άσχετος με την κοινωνίαν των δύο φύλον της μιας ανθρωπότητος.

2. Κοινωνία αγάπης

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...