Thursday, 18 April 2013

Γέρων Εφραίμ Φιλοθείτης: Ο πόνος εξαγνίζει την ψυχή…



Ο πόνος εξαγνίζει την ψυχή, την κάνει ταπεινή, πονετική, αγαθή, και έτσι καταστρώνεται το έδαφος για την θεία επίσκεψι. Όλα τα λυπηρά μας αποστέλλονται, χωρίς κάθε αμφιβολία, για την θεραπεία της νοσούσης ψυχής μας, όπως διά των θλίψεων εμέση το φαρμάκι της ηδυπαθείας και κάθε πάθους.
Οι ασθένειες, οι θλίψεις και τα βάσανα των χριστιανών διευκολύνουν την κάθαρσι της ψυχής και την συγχώρησι των αμαρτιών.
* Καθώς η γη γίνεται γονιμώτερη, όταν το αλέτρι βαθειά την οργώση, έτσι και η ψυχή τότε γίνεται καρποφόρος στην αρετή, όταν ο πόνος, η ασθένεια βαθειά και συχνά την επισκέπτεται!
* Εάν έλειπαν οι πειρασμοί, η υπερηφάνεια θα μας είχε κάνει άλλους εωσφόρους, αλλά ο Ουράνιος Πατέρας μας, ο Θεός, μας αφήνει τις θλίψεις, για να ταπεινωνώμαστε.
* Στους πειρασμούς ωριμάζει ο άνθρωπος και γίνεται πνευματικός· ενώ χωρίς πειρασμούς είναι άσοφος, άμορφος, άχρηστος, κούτσουρο!
 Με την υπακοή ο άνθρωπος αποβάλλει κυρίως τον κακό δαίμονα της υπερηφανείας, που φέρνει όλα τα κακά και εισάγει την ταπείνωση.
* Να ταπεινώνεσαι και να εξομολογείσαι, διότι η εξομολόγησις εμπερικλείει την αγιωτάτη ταπείνωση, χωρίς την οποία δεν σώζεται κανείς.
Η αγαθή συνείδησι έχει σαν αρχή και θεμέλιο την ταπεινοφροσύνη· η δε πονηρά συνείδησι έχει σαν αρχή της την υπερηφάνεια και την ανυπακοή.
* Πρόσεχε την συνείδησι σου· τα έργα σου να είναι γνήσια· όχι άλλο εις το στόμα και άλλο εις την καρδιά σου· αγάπησε την αλήθεια· φοβήσου τον έλεγχο της συνειδήσεως σου· διόρθωνε τον εσωτερικό σου άνθρωπο, για να μη μετανοήσης κατόπιν ματαίως.
Η μετάνοια αναδημιουργεί τον άνθρωπο. Αυτή εδόθη για να θεραπεύη την ψυχή μετά το βάπτισμα και, εάν αυτή έλειπε, σπανίως θα εσώζετο άνθρωπος. Δι” αυτό η αρετή της μετανοίας δεν έχει τέλος εφ” ό¬σον υπάρχει πνοή ζωής εις τον άνθρωπο, διότι συμ¬βαίνει και οι τέλειοι να σφάλλουν.
* Η μετάνοια είναι ατέλεστος· όλες οι αρετές δύνανται, με την χάρι του Θεοϋ, να τελειοποιηθούν από τον άνθρωπο· την μετάνοια ουδείς δύναται να την τελειοποιήση, διότι μέχρι της τελευταίας μας αναπνοής έχομε ανάγκη της μετανοίας, επειδή σφάλλομε εν ριπή οφθαλμού, οπότε η μετάνοια είναι ακατάκτητος.
Με την μετάνοια όλα διορθώνονται. Ουδέν υπάρχει, το όποιο να νικά την ευσπλαγχνία του Θεού.
Ο Θεός παιδεύει σαν πατέρας, για να μας απαλλάξη από υπερβολές και ελλείψεις.
Μας παιδεύει όχι για να έλθουμε σε απόγνωσι, αλλά για να μετανοήσουμε και διορθωθούμε.
* Όταν υγειώς κρατήσουμε την έννοια της παι¬δείας των θλίψεων, ακολοθεί πολλή θεϊκή παρηγοριά. Με την υπομονή στα παθήματα κάμνουμε το θέλημα του Θεού. Όποιος υπομένει πειρασμό, σε οποιαδήποτε μορφή, επιθέτει φάρμακο στην ψυχή του.
Ας ακουμπάμε πάντοτε στους ώμους της Πανα¬γίας μας το φορτίον μας και χωρίς άλλο θα βρίσκουμε παρηγοριά στον πόνο και την θλίψι μας.
* Οι άνθρωποι, παιδί μου, χωρίζονται εις αυτό τον κόσμο εις καλούς και κακούς, εις πλουσίους και πτωχούς, εις μορφωμένους και αμορφώτους, εις ευγενείς και αγενείς, εις εξύπνους και ανοήτους. Ενώνονται όμως όλοι εις ένα σημείο. Εις τον πόνο! Διότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως εις την ζωή τους θα πονέσουν. Καθώς λέγει και ο Ιώβ· «Τέρας, ει τις ευτύχησεν διά βίου». Άρα λοιπόν όλοι οι άνθρωποι ζούμε εις το βασίλειο του πόνου!
Γνωρίζομε ότι ο πόνος είναι κάτι το προσωπικό, που θα χρειασθή κανείς να τον αντιμετωπίση μόνος του. Είναι ο σταυρός του, που οφείλει να τον σηκώση, όπως και ο Σωτήρ του κόσμου, ο Ιησούς, εσήκωσε τον Σταυρό Του, χάριν ημών.
Αναπαύου λοιπόν, παιδί μου, εις το πατρικό χέρι, που αυτό τον καιρό σε χειρουργεί με τον πόνο και ηρέμησε. Δέξου ότι ο Θεός σου τον στέλνει και συμφιλιώσου μαζί του, με τον πόνο, για να μπόρεσης να τον αντιμετώπισης.
Γνωρίζω πόσο δύσκολο είναι αυτό, αλλά σωτήριο· οι άγιοι έχαιραν εις την θλίψι τους, εμείς τουλάχιστο να δεχώμεθα αυτήν με υπομονή, και ο Θεός δεν θα ξεχάση, έστω και αυτή την ελαχίστη προαιρετική υπομονή μας εις το θέλημα του, που εκπροσωπεί ο πόνος. Συγκέντρωσε, τις ψυχικές δυνάμεις, όταν πονάς, και προσπάθησε να εννοήσης τον σκοπό του πόνου, που δι” αυτού ο Θεός σου ανοίγει τον ουρανό.
Θαρρείς πως Εκείνος που αριθμεί τις τρίχες της κεφαλής δεν γνωρίζει το μέτρο του πόνου σου; ναι, τον γνωρίζει· λοιπόν αναπαύου εμπιστευτικά εις τον ουράνιο Πατέρα μας. Μην αποκάμης· μαζί με τον Χριστό μας θα τα πέρασης όλα, καθώς θα γίνης και κληρονόμος Του εις την άπειρη περιουσία του κοινού Πατρός ημών Θεού.

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΜΕ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ »ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Πηγή:impantokratoros

Wednesday, 17 April 2013

π. Αλέξανδρος Σμέμαν-Χάνουμε το νόημα της Σαρακοστής;

Είναι φανερό, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μάς μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής. Και εφ' όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («...και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.

Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό. Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή «τηρείται» ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετάνοιας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας; Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα – θα έλεγα και μοναδικά – από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτά δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια. [...]
Σε σχέση με τη Μεγ. Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις – «τι είναι νηστεία;» ή «τι είναι Σαρακοστή;» - εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα». Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μάς δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.
Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτα το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τη θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο. Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση και προσπάθεια.
Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστήσιμα φαγητά ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στην πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.
Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Και ακριβώς για το λόγο αυτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η μελέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και Φαρισαίος), επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν' ακουστούν στην Εκκλησία, σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μάλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πως μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει την καθημερινή ζωή. Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας, είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας, δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές», ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή. Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μάς το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά. Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας –έστω και για λίγο – τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή. Μη αποστρέψεις το πρόσωπόν σου Από του παιδός σου, ότι θλίβομαι...

Από το Βιβλίο
«Μεγάλη Σαρακοστή»
Αλέξανδρου Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας

Άγ.Μάξιμος ο Ομολογητής -Γιατί παραχωρεί ο Θεός στο διάβολο να μας πολεμά;

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής απαριθμεί πέντε αιτίες για τις οποίες παραχωρεί ο Θεός τη δυνατότητα στον διάβολο να πολεμά τους ανθρώπους:
Πρώτη αιτία, είναι για να μάθουμε να διακρίνουμε την αρετήν από την κακίαν μέσα από την εμπειρία αυτού του πολέμου.
Δεύτερη αιτία, είναι για να «εξαναγκαστούμε» τρόπον τινά, να προσκολληθούμε με βεβαιότητα και ακλόνητα στην αρετή.
Τρίτη αιτία, για να μην υπερηφανευόμαστε όταν προκόπτουμε στην αρετή, αλλά να συνειδητοποιήσουμε εκ της εμπειρίας του πνευματικού αυτού αγώνα ότι κάθε προκοπή είναι δωρεά του Θεού.
Τέταρτη αιτία, για να ταπεινωθούμε και για να συνειδητοποιήσουμε και μισήσουμε και ομολογήσουμε (εξομολόγησις) και εγκαταλείψουμε τις αμαρτίες μας, που γίνονται αιτία πειρασμών.
Πέμπτη αιτία, για να μην ξεχάσουμε την ιδική μας ασθένεια και την του Θεού δύναμη, όταν προοδεύοντας στον πνευματικό αγώνα αξιωθούμε και φθάσουμε σε κάποιαν αρετή.
Μέσα στις πιο πάνω αιτίες διαφαίνεται η Αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον. Ας μην ξεχνούμε ότι και οι θλίψεις και οι πειρασμοί είναι δώρα της φιλανθρωπίας του Θεού γιατί μέσα στις δοκιμασίες αυτές μπορούμε -αν το θελήσουμε- να συναντήσουμε τον πάσχοντα και σταυρωμένο Χριστό μας, και Αυτός θα μας αναστήση στην αιώνια ζωή.
Σε τελευταία ανάλυση, ο διάβολος με όλα τα τεχνάσματά του και παρ’ όλες τις μηχανουργίες του εναντίον μας, εν τούτοις αυτοκαταστρέφεται και θριαμβεύει η θεία φιλανθρωπία! Όπως η σταυρική παγίδα, που έστησεν ο διάβολος στον Χριστόν, απέβη τελικά η συντριβή του ίδιου του διαβόλου και η νίκη του Ιησού, (για αυτό και ο Σταυρός είναι από τότε το φοβερότερον όπλο κατά του διαβόλου), έτσι και κάθε παγίδα που στήνει ο διάβολος και σε μας, μπορεί να αποβή ήττα του Σατανά και αφορμή για τη σωτηρία μας. Με μίαν όμως απαραίτητη προϋπόθεση: ότι θα αντιμετωπίζουμε τους εκάστοτε πειρασμούς με κόψιμο του δικού μας θελήματος (δηλαδή του εγωισμού μας) και υπακοή «άνευ όρων» στο θέλημα του Θεού.

Πηγή: Διαχρονικές Λυτρωτικές Αλήθειες
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Elder Joseph of Vatopaidi-On Humility


 Elder Joseph of Vatopaidi

We’ve passed the midway point of Great Lent, this competitive arena, and now we’re moving towards the goal, when we’ll experience what it really means to venerate the holy feasts, which have so much significance for us.

I’d like to remind you of that beautiful verse from the last ikos of the salutations to the Mother of God: “Hail, height difficult for human thought to scale; hail, depths hard to scan even for the eyes of angels”. If you remember, the subject of the reading in the refectory at midday was about humility. Precisely what concerns us here. Because, even though humility is a general obligation for all Christians, it’s especially an aim and goal for monks. This is why the habit, the attire, the living arrangements, the nourishment, the behaviour and the whole of their position is geared towards this aim: a humble outlook. As we’ve said on another occasion, in detail, a  humble outlook isn’t a matter of the moment, such as when someone practices a virtue in order to rein in and overcome the corresponding evil. We can’t describe the subject of humility, because not even outstanding Fathers were able to do so. What we can do is gently refer to some few snippets which might be of assistance to this end. If any monk loses the sense of humility, I very much doubt if he’ll be able to succeed in his aim.
Let’s begin these few items with a look at the personality of our Lord, Jesus Christ, Who “ bent down the heavens, descended, emptied Himself and put on our nature”, being “truly the Word of God”, to Whom “all authority in heaven and on earth has been given”. Despite that, however, He was content to be called “humble in heart”. And this “humble in heart”, in its God-seemly majesty, is not a cosmetic appellation, but an ontological reality, something which illustrates what God and human person are together. Humility, then, is in a way the basis of reality. Because the real personality exists only in humility, as do stability, certitude, stillness and truth. Where there’s no humility, there’s fear and uncertainty. The chief characteristic of the devil is his lack of humility, and, because of that, he’s in a constant state of turmoil, instability and uncertainty, suspicious of everything all the time. He doesn’t have anything of his own, he can’t ignore anything and he’s forever fearful.
Its impossible for us to describe humility because it’s become the raiment of divinity. Jesus, the center of our love, put it on and through it expressed His character. When He says: “Learn from me that I am gentle and humble at heart”, it’s as if He’s sketching His external form for us, so that we can copy Him, within our created and humble limitations.
So what else do we have to do? Since the center of our love and our efforts, the focus of the whole of our interest, is He Who is “humble at heart”, isn’t humility a matter of duty for us? We won’t turn to humility in haste, as we do with the other virtues, depending on the pressure from the corresponding evil, but rather we’ll approach it at walking pace, setting it as the main aim and purpose of our lives. Because through it, we, too, will acquire a personality which will be exactly the same as our archetype, the focus of our being and our love.
Now if Jesus has this feature of His character and we lack it, then we’ll be judged by that terrible, threatening saying of Saint Paul: “therefore you’re illegitimate and not children”. If people want to acquire the character of their Father, they should enter freely and become heirs with Him Who calls on God as Father and should have this kind of image engraved upon them. And when the angels see them at the hour of death and at the time of the judgment and of rebirth, then, holding fast to this image, they’ll be certain that they’ll enter freely, because they’ll have been stamped and accepted as genuine children of their Father. So do you see that humility is a duty and not a matter of free choice? And didn’t the Fathers pass this down to us, in great detail? And, in any case, on what issue should a monk not be humble? All his specific features bear witness to this. His exile in the desert, his retreat from the world, his black clothing, his frugal diet and his behaviour in general all help to make him think humbly. But most of all, there’s the example of our Fathers, which we follow with whatever strength we command. This is exactly what the hymnographer who wrote the salutations to Our Lady is referring to when he says that she’s a “height difficult for human thought to scale”. It’s impossible for human thoughts to approach the heights of her sanctity, which, basically, is her humility. When the Archangel told her that she’d be the one and only mother of God, she replied, indifferent to the praise implied in his words, by calling herself “the servant of Christ”. Where else could God the Word have dwelt, had He not found such a vessel, who would resemble Him so completely? And there’s the humble Maiden. Even before became fully aware of God the Word- because He had not yet come to dwell within her, though she had received rays of grace and sanctification- she said: “Behold, the servant of the Lord”, and demonstrated her humility towards the Word of God, Who, at that moment came to dwell within her. And what she said next: “Let it be unto me according to your word”, demonstrates her total acquiescence. And in this way, she healed humanity’s universal wound, cancelling out the curse of Eve and of the whole of the female sex, through her absolute compliance and obedience.
We Athonites in particular feel her special maternal affection and confidence in concrete ways because she’s here with us. There’s not a single Athonite who won’t have felt her distinctive affection and benevolence towards him. As our spiritual mother, she gives us her most holy life as an example. What is this? A humble mind and obedience, those are the features which monasticism brings to completion. This is what we hold on fast to within us as the most important spiritual lode-star. If you remain humble in yourselves and obedient to the will of God, you’ll already have reached your destination and your goal, by the grace of Christ. Amen.

Source: Elder Iosif , Αθωνικά μηνύματα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά [Messages from  Monastery of Vatopedi, Holy Mt Athos, to Help our Soul], Publication of the Holy and Great Monastery of Vatopaidi, Holy Mountain 1999, 2nd ed.

Tuesday, 16 April 2013

π. Νίκων: Η ζωή μετά την ζωή

Δεῖτε τὴν ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε ὁ χαρισματικὸς ἁγιορείτης γέροντας Νίκων ἀπὸ τὴν Νέα Σκήτη Ἁγίου Ὅρους, τὴν Κυριακὴ 14 Ἀπριλίου, στὸν ναὸ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτῆρος στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀναπτύσσει διάφορα θέματα ὅπως αὐτὸ τῆς μεταθανάτιας ζωῆς, τῆς τελικῆς κρίσεως, τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν μνημοσύνων ἐνῶ μπορεῖτε νά δεῖτε στὰ ἑπόμενα βίντεο παρακάτω καὶ τὴν συζήτηση ποὺ ἀκολούθησε μὲ τὶς ἐρωτήσεις ποὺ τοῦ ὑπέβαλλαν οἱ πιστοί....

Γιατί πιστεύουμε στην Mεταβολή του άρτου και του οίνου σε πραγματικό Σώμα και Αίμα Χριστού



Γιατί πιστεύουμε στην μεταβολή.

Σε αυτό το πρώτο άρθρο θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια σύντομη απάντηση σχετικά με την πίστη μας στην μεταβολή του άρτου και του οίνου σε πραγματικό Σώμα και Αίμα Χριστού, μέσα από την Αγία Γραφή και την Πατερική μαρτυρία.

Όπως γράφει ο π. Ν. Σκρέττας· «Αυτής της Εκκλησίας είναι ανενδοίαστη διαχρονικά η πίστη ότι τα καθαγιασμένα δώρα, κατά την άκτιστη ενέργεια της Αγίας Τριάδος, είναι αυτό το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, στα οποία μετέχουν οι πιστοί με τη Θεία μετάληψη. Αυτή δε η μετουσία και η ένωση δεν είναι ούτε νοερή, ούτε εγκεφαλική, ούτε φανταστική, ούτε ενοραματική, ούτε μία οποιαδήποτε, δια των δυνατοτήτων του νου, μυστηριώδης θέαση του Χριστού, αλλά οντολογική και υπαρξιακή, σωματοειδής και πνευματική, περιγραπτή και απερίγραπτη, πραγματική πάντως ένωση και σύγκραση με το σχηματόγραπτον Σώμα και Αίμα του Χριστού» («Η Θεία Ευχαριστία και τα προνόμια της Κυριακής», σελ. 68).

Στο δεύτερο άρθρο που θα ακολουθήσει, θα εξηγήσουμε γιατί χρησιμοποιείτε ο όρος «αντίτυπα» στα Πατερικά κείμενα περί των τιμίων δώρων, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με δήθεν σύμβολα, όπως επίσης γιατί λέγεται το Σώμα και το Αίμα του Χριστού «πνευματικό».



Η πίστη στην μεταβολή των τιμίων δώρων σε αληθινό Σώμα και Αίμα Χριστού στηρίζεται στην ενανθρώπηση του Λόγου. Ο Λόγος του Θεού έγινε πραγματικά άνθρωπος για την σωτηρία μας. Με το σώμα Του έπαθε, με το Σώμα Του πέθανε, και με τον ένδοξο Σώμα της Αναστάσεως (το οποίο και κοινωνούμε) εγέρθηκε εκ νεκρών. Η σωτηρία μας, εν ολίγοις, οφείλεται στην ενανθρώπηση του Λόγου. «Επειδή λοιπόν τα παιδία εμέθεξαν από σαρκός και αίματος, και αυτός παρομοίως μετέλαβεν από των αυτών, διά να καταργήση διά του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και ελευθερώση εκείνους, όσοι διά τον φόβον του θανάτου ήσαν διά παντός του βίου υποκείμενοι εις την δουλείαν» (Εβραίους, β 14-15).

Ο καθηγητής Χρήστος Ανδρούτσος, αναφέρει στην δογματική του· «…η μεν ευχαριστία δια την πραγματικήν παρουσίαν υπελήφθη ως συνέχεια άμα και επέκτασις του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως, αποτελούσα μετά του δόγματος της αγίας Τριάδας και του της ενσαρκώσεως το ύψιστον και αγιώτατον της Χριστιανικής θρησκείας μυστήριον» (Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 346).


Έτσι, ο άγιος Ιγνάτιος, του οποίου η θεολογία «φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου έργου, είναι γνήσια κι έγινε φρόνημα, ήθος και Παράδοση της Εκκλησίας’’ (Α’ τόμος Πατρολογίας Παπαδόπουλου, σελ. 174), αντιμετωπίζοντας τους Γνωστικούς Δοκήτες οι οποίοι δεν δέχονταν ότι ο Ιησούς έλαβε πραγματικά σώμα, γράφει· «Καταμάθατε τους ετεροδοξούντας εις την χάρην Ιησού Χριστού την εις ημάς ελθούσα, πως ενάντιοι εισί τη γνώμη του Θεού. Περί αγάπης ου μέλει αυτοίς, ου περί χήρας, ου περί ορφανού, ου περί θλιβομένου, ου περί δεδεμένου ή λελυμένου, ου περί πεινώντος ή διψώντος. Ευχαριστίας και προσευχής απέχονται δια το μη ομολογείν, την ευχαριστίαν σάρκα είναι του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ ημών παθούσα, ην τη χρηστότητι ο Πατήρ ήγειρε…» (Αποστολικοί Πατέρες άπαντα τα έργα, τόμος 4ος, προς Σμυρναίους, VI- VII).

Οι ετεροδοξούντες Δοκήτες, δεν πίστευαν ότι η Ευχαριστία είναι η αναστημένη Σάρκα του Κυρίου διότι δεν πίστευαν στην ενανθρώπησή Του. Ο καθηγητής πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλος αναφέρει σχετικά· «…στη θεολογία του ευχαριστιακού ρεαλισμού φθάνει ο Ιγνάτιος, αντιμετωπίζοντας τις δοκητικές αντιλήψεις, που είχαν εισχωρήσει σε κύκλους εκκλησιαστικούς και που σύμφωνα με τις οποίες ο Χριστός έπαθε φαινομενικά μόνο. Η πραγματικότης του πάθους και της αναστάσεως του Κυρίου είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πραγματικής παρουσίας αυτού στην Ευχαριστία». (Α' τόμος πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλου, σελ. 175).

Τα ίδια αναφέρει στην Δογματική του και ο Ανδρούτσος· «Προς τους Δοκήτας αρνουμένους μετά της σωματικής φύσεως του Κυρίου και την Ευχαριστίαν οι Πατέρες παρατηρούσιν ότι η Ευχαριστία είναι η σάρξ η εκ Μαρίας συλληφθείσα…» (Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 350).


Ο άγιος Ειρηναίος της Λυών, στηρίζει επίσης την μεταβολή στην ενανθρώπηση του Λόγου, χάρη στην οποία υπάρχει Ανάσταση σωματική. Ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος αποτελεί έναν από τους «γνησιώτερους και σημαντικώτερους θεολογικούς σταθμούς στην πορεία της Παραδόσεως των δύο πρώτων μεταποστολικών αιώνων», κατά τον Στ. Παπαδόπουλο
(Ά τόμος πατρολογίας, σελ. 294), γράφει: «…και προσλαμβανόμενα τον λόγον του Θεού, ευχαριστία γίνεται, όπερ εστί το σώμα και αίμα του Χριστού• ούτω και τα ημέτερα σώματα εξ αυτής τρεφόμενα, και τεθέμενα εις την γην, και διαλυθέντα εν αυτή, αναστήσεται εν τω ιδίω καιρώ, του Λόγου του Θεού την έγερσιν αυτοίς χαριζομένου εις δόξαν Θεού και Πατρός» (ΒΕΠΕΣ 5, σελ.161).
Όπως σχολιάζει ο Παπαδόπουλος για την θεολογία του αγίου Ειρηναίου, «Ο ρεαλισμός του Ειρηναίου εκτείνεται σε όλα τα θέματα που αφορούν την σωτηρία, ακριβώς διότι βασίζεται στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι πχ, η Θεία Ευχαριστία συνιστά γεγονός απόλυτα ρεαλιστικό, γι’ αυτό και καθιστά δυνατή την ανάσταση των νεκρών. Διότι δηλαδή γίνεται πραγματική μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού κατά την Ευχαριστία και διότι ο άνθρωπος κοινωνεί και μετέχει του πραγματικού Χριστού, είναι αληθινή η ανάσταση των νεκρών» (Α’ τόμος πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλου, σελ. 298- 299).


Αλλά και ο άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας ομολογεί ότι η Θεία Ευχαριστία είναι πραγματικά το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, στηριζόμενος και αυτός στην ενανθρώπηση. «Ον τρόπον δια λόγου Θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός, ο σωτήρ ημών και σάρκα και αίμα υπέρ σωτηρίας ημών έσχεν, ούτως και την δι’ ευχής λόγου του παρ’ αυτού ευχαριστηθείσαν τροφήν, εξ ης αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών, εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι [Α' Απολογία, 66]».

Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, τον μεγαλύτερο ερμηνευτή της αρχαίας Εκκλησίας, ο Χριστός μας τρέφει με το ίδιο Του το Σώμα για να μας πείσει ότι έλαβε την δική μας σάρκα.
«Ενί εκάστω των πιστών αναμίγνυσιν εαυτόν δια των μυστηρίων, και ους εγέννησεν, εκτρέφει δι’ εαυτού, και ουκ άλλω εκδίδωσι, και τούτω σε πείθων, ότι σάρκα έλαβε την σην». Και συνεχίζει· «Ουκ εστί ανθρωπίνης δυνάμεως έργα τα προκείμενα. Ο τότε ταύτα ποιήσας εν εκείνω τω δείπνω, ούτος και νυν αυτά εργάζεται, Ημείς υπηρετών τάξιν επέχομεν, ο δε αγιάζων αυτά και μετασκευάζων, αυτός». Δηλαδή, «Δεν είναι έργα ανθρωπίνης δυνάμεως όσα προτίθενται. Εκείνος ο οποίος έκαμε αυτά τότε εις εκείνο το Δείπνον, αυτός τελεί και τώρα τα μυστήρια αυτά. Εμείς επέχομεν θέσιν υπηρετών, ενώ εκείνος που τα αγιάζει και τα μεταβάλλει είναι Αυτός» (Ομιλία πβ στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 12).


Το χωρίο του ευαγγελιστή Ιωάννη  «η γαρ σάρξ μου αληθής εστί βρώσις και το αίμα μου αληθής εστί πόσις», ερμηνεύεται από τον Χρυσόστομο ως εξής:
«πιστώσασθαι αυτούς περί των ειρημένων, ώστε μη νομίζειν αίνιγμα είναι το ειρημένον και παραβολήν, αλλ’ ειδέναι ότι πάντως δει φαγείν το σώμα».
Μετάφραση: «θέλει να τους κάμει να πιστεύσουν εις τα λόγια του, ώστε να μη νομίζουν ότι αυτά είναι αίνιγμα και παραβολή, αλλ’ ότι πρέπει να ξεύρουν, ότι θα φάγουν το σώμα του οπωσδήποτε» (Έργα Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 13 Α, Ομιλία ΜΖ).

Αλλά και κατά τον μεγάλο νηπτικό μας Πατέρα, άγιο Γρηγόριο Νύσσης, πιστεύουμε ότι ο άρτος μεταποιείτε σε Σώμα Χριστού επειδή ενανθρώπησε ο Λόγος. «Καλώς ουν και νυν τον τω λόγω θεού αγιαζόμενον άρτον εις σώμα του Θεού Λόγου μεταποιείσθαι πιστεύομεν. Και γαρ εκείνο το σώμα άρτος τη δυνάμει ην, ηγιάσθη δε τη επισκηνώσει του λόγου σκηνώσαντος εν τη σαρκί. Ουκούν όθεν ο εν εκείνω τω σώματι μεταποιηθείς άρτος εις θεία μετάστη δύναμιν, δια του αυτού και νυν το ίσον γίνεται» (37ο κατηχητικός λόγος).




Η φράση του Κυρίου Ιησού Χριστού, όταν παρέδιδε το Μυστήριο στους αποστόλους, «λαβετε φαγετε τουτο εστιν το σωμα μου» και « τούτο γαρ εστιν το αίμα μου» (Ματθαίος, κη 26-28), κατανοείται από την αρχαία Εκκλησία ακριβώς όπως ειπώθηκε από τον Κύριο. «Αυτό είναι το Σώμα μου, αυτό είναι το Αίμα μου». Δεν είπε ότι είναι σύμβολα, ούτε είπε ότι είναι ‘’δια της πίστεως’’, αλλά είναι πραγματικά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Όταν λέμε ότι κάτι είναι, σημαίνει ότι είναι πραγματικά.


Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «μια από τας μεγάλας μορφάς της αρχαίας Εκκλησίας, των οποίων η επίδρασις εις τον εκκλησιαστικόν βίον και την χριστιανικήν διδασκαλίαν υπήρξε αποφασιστική», κατά τον καθηγητή πατρολογίας Π. Χρήστου (Δ’ τόμος πατρολογίας, σελ. 339), γράφει: «Δεικτικώς είπε, τούτο μου εστί το σώμα και τούτο μου εστί το αίμα, ίνα μη νομίσεις τύπον είναι τα φαινόμενα, αλλά δια τινός αρρήτου του πάντα ισχύοντος Θεού μεταποιείσθαι εις σώμα και αίμα Χριστού κατά το αληθές τα παρενηνεγμένα» (Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας-Υπόμνημα Εις το Κατά Ματθαίον, Π Τρεμπέλα, σελ. 461- 462).

Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει: «Επεί ουν ο λόγος φησί, «τούτο εστί το σώμα μου», και πειθώμεθα και πιστεύωμεν, και νοητοίς αυτό βλέπωμεν οφθαλμοίς. Ουδέν γαρ αισθητόν παρέδωκεν ημίν ο Χριστός· αλλ’ εν αισθητοίς μεν πράγμασι, πάντα δε νοητά». Δηλαδή, «Όταν λοιπόν λέγει «τούτο εστιν το σωμά μου’’ (Ματθαίος, κστ 26), ας πειθώμεθα και ας πιστεύωμεν και ας το βλέπομεν με τους νοητούς οφθαλμούς μας. Διότι τίποτε το αισθητόν δεν μας παρέδωκεν ο Χριστός, αλλά με αισθητά μεν πράγματα, όλα όμως νοητά». Και στην συνέχεια αναφέρει: «Πόσοι νυν λέγουσι, εβουλόμην αυτού την μορφήν ιδείν, τον τύπον, τα ιμάτια, τα υποδήματα. Ιδού αυτόν οράς, αυτού άπτη, αυτόν εσθίεις. Και συ μεν ιμάτια επιθυμείς ιδείν, αυτός δε εαυτόν σοι δίδωσιν, ουκ ιδείν μόνον, αλλά και άψασθαι, και φαγείν, και λαβείν ένδον», που σημαίνει: «Πόσοι τώρα λέγουν· «ήθελα να ιδώ την μορφήν Του, τα χαρακτηριστικά Του, τα ενδύματα, τα υποδήματα! Να, τον βλέπεις, τον εγγίζεις, τον τρώγεις. Και συ μεν επιθυμείς να ιδείς ενδύματα, ενώ αυτός σου δίδει τον εαυτό Του, όχι μόνον να τον ιδής, αλλά και να τον πιάσεις και να τον φάγης και να τον πάρης μέσα σου». (Χρυσόστομος, ΠΒ ομιλία εις τον Ματθαίον, ΕΠΕ 12).


Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, που κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου είναι «ο πλέον διακεκριμένος επίσκοπος Ιεροσολύμων κατ’ αυτήν την περίοδον, τα δε συγγράμματα του τον τοποθετούν εις την πρώτην σειράν των οικουμενικών διδασκάλων» (Δ’ τόμος της πατρολογίας, σελ. 480), σχολιάζει το χωρίο ως εξής: «Αυτού αποφηναμένου και ειπόντος περί του άρτου· Τούτο μου εστί το σώμα, τις τολμήσει αμφιβάλλειν λοιπόν; Και αυτού βεβαιωσαμένου και ειρηκότος· Τούτο μου εστί το αίμα, τις ενδοιάσει ποτέ λέγων μη είναι αυτού το αίμα;» (Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, Δ’ Μυσταγωγική Κατήχηση, PG 33, 1097).

Τέλος, ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας και ο Ζηγαβηνός, αναφέρουν: «Ου γαρ είπε, τούτο εστίν αντίτυπον, αλλά τούτο εστί το σώμα μου• αρρήτω γαρ ενεργεία μεταποιείται, καν φαίνηται ημιν άρτος. Επεί γαρ ασθενείς έσμεν και ουκ αν εδεξάμεθα κρέας εσθίειν ωμόν και ανθρώπου σάρκα, δια τούτο άρτος μεν ημίν φαίνεται, σάρξ δε τω όντι εστί» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας-Υπόμνημα Εις το Κατά Ματθαίον, Π Τρεμπέλα, σελ. 461- 462).

«Ταύτα εισίν αυτό το σώμα και αυτό το αίμα. Ώσπερ γαρ υπερφυώς εθέωσε την προσληφθείσα σάρκα• ούτως απορρήτως μεταποιεί και ταύτα εις αυτό το ζωοποιών αυτού σώμα και εις το τίμιον αυτού αίμα» (Ζηγαβηνός-Υπόμνημα Εις το Κατά Ματθαίον, Π.Τρεμπέλα, σελ. 461- 462).




Πηγή- http://exprotestant.blogspot.gr/2012/08/blog-post_28.html

Τι είναι ο Μεγάλος Κανόνας, πότε ψάλλεται και γιατί ονομάστηκε έτσι


Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δυο νέες μεγάλες ακολουθίες· Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επόμενη, στην Έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μ. Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρώπινα αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα και την έξαρση του τέλους βαστάζει η πρότελευταια.

Πότε ψάλλεται ο Μ. Κανόνας;
Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδας. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο, σαν μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου. Έτσι διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, το Τριώδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση του Κανόνα αυτού κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ο ρυθμός της ψαλμωδίας γρήγορος. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαίτερα απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον ύμνο αυτό. Τα παρακάτω ας αποτελέσουν μια σύντομη εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνηση για την παρακολούθηση της ψαλμωδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.
Ποιός ο ποιητής – δημιουργός του Μ. Κανόνα;
Τον Μ. Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσύλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Ανκαι το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα εγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.
Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις Αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί διακονώντας ο ίδιος. «Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του πρός τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.
Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του πρός την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε «Βλαχέρνες». Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε». Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί – ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.
Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. Σώζονται όμιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους αγίους. Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής. Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.
Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των 9 ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει κάθε μια ωδή.
Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;
Ο Μ. Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτη του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.
Ποιο είναι το περιεχόμενο του Μ. Κανόνα;
Ο Μ. Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό. Στον Μ. Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής. Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας. «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». Ο άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγύη. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.
Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη. Στη εννάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ,του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Ψάλλεται σε ήχο πλ. του β΄. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.
Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής ο γεμάτος κατάνυξη Μ.Κανόνας προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακαιφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του Ρωμανού του Μελωδού που συμψάλλεται με τον Μ. Κανόνα:
«Ψυχή μου, Ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις;
Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι·
ανάνηψον ουν, ίνα φείσηται σου Χριστός ο Θεός,ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Πηγή: Ι. Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη, 1971 και Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Αδαμιαίος Θρήνος, Ο Μέγας Κανών Ανδρέου του Κρήτης, Εκδ. Αποστ. Διακονίας – Εισαγωγή – Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια).
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...