Monday, 4 March 2013

Γέρων Παΐσιος -Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΟΠΛΟ ΙΣΧΥΡΟ

«Όταν πονάει κανείς για την σηµερινή κατάσταση που επικρατεί στον κόσµο και προσεύχεται, τότε βοηθιούνται οι άνθρωποι, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο».

Παλιά, για να κάνει κανείς κάτι, αν ήταν κοσµικός άνθρωπος θα σκεφτόταν.
Αν ήταν πνευµατικός άνθρωπος, θα σκεφτόταν και θα προσευχόταν.
Στην εποχή µας ακόµη και «πνευµατικοί» άνθρωποι όχι µόνο δεν προσεύχονται, αλλά ούτε σκέφτονται. Και µάλιστα, συχνά πρόκειται για σοβαρά θέµατα, και αυτοί κάνουν πρόβες µε τον κόσµο.
Σε όλες τις περιπτώσεις, πριν ενεργήσουµε, να λέµε: «Σκέφτηκα γι' αυτό; Προσευχήθηκα γι' αυτό;» Όταν κανείς ενεργεί, χωρίς να σκεφθεί και χωρίς να προσευχηθεί, ενεργεί σατανικά. Και βλέπεις, συχνά πολλοί χριστιανοί µε τον τρόπο που ενεργούν, δεν αφήνουν τον Θεό να επέµβει. Νοµίζουν ότι αυτοί θα τα καταφέρουν όλα µόνοι τους. Ενώ ακόµα και ο άπιστος λέει «έχει ο Θεός», αυτοί δεν το λένε (...).
Συνέχεια ανθρώπινες προσπάθειες και δεν αφήνουν τον Θεό να ενεργήσει. ∆εν καταφεύγουν στην προσευχή, ώστε να απαντήσει ο Θεός δια της προσευχής. Με την ταπείνωση και την προσευχή διορθώνονται όλα τα αδιόρθωτα (...).
Αιτήµατα στην προσευχή
- Γέροντα, αν είναι ευλογηµένο, να µας λέγατε µερικά θέµατα, για τα οποία ιδιαίτερα πρέπει να προσευχόµαστε.
Να παρακαλούµε κατ' αρχάς η προσευχή µας να έχει ως αποτέλεσµα να έρθουν σε θεοσέβεια όσοι ζουν και όσοι θα ζήσουν. Εγώ στην προσευχή µου λέω «Παρατεινον το ελεος Σου τοις γινοσκουσι Σε» και προσθέτω «και τοις µη γινωσκουσι Σε». Ακόµα λέω «Κύριε, σωσον τους ασεβείς». (Βέβαια η Εκκλησία καλά κανόνισε να λέει «Κύριε, σωσον τους ευσεβείς...», γιατί µπορεί να βρίζουν οι ασεβείς, επειδή προσεύχονται γι' αυτούς).
Όταν πάλι ο ιερέας λέει «Υπέρ των εντειλαµενων ηµιν τοις αναξιοις ευχεσθαι υπέρ αυτων», προσθέτω και «υπέρ των µη εντειλαµενων».
Γιατί πρέπει να προσευχόµαστε και γι' αυτούς που µας ζήτησαν να προσευχηθούµε, αλλά και γι' αυτούς που δεν µας ζήτησαν, και για τους γνωστούς και για τους αγνώστους.
Τόσες χιλιάδες άνθρωποι υπάρχουν που έχουν µεγαλύτερη ανάγκη και σοβαρότερα προβλήµατα από αυτούς που µας ζήτησαν να προσευχηθούµε. Να κάνουµε προσευχή και για όσους έχουν αδικηθεί, να φανεί το δίκαιο· να δοθεί χάρη στους φυλακισµένους, να πιάσει τόπο η ταλαιπωρία που πέρασαν και να βοηθηθούν. Όταν βάζω ξύλα στη φωτιά, δοξολογώ τον Θεό και λέω: «Ζέστανε, Θεέ µου, όσους δεν έχουν ζεστασιά». Όταν πάλι καίω τα γράµµατα που µου στέλνουν τα διαβάζω και µετά τα καίω, γιατί έχουν και θέµατα και απόρρητα και εξοµολογήσεις -, λέω: «Να τους κάψει ο Θεός όλα τα κουσούρια.
Να τους βοηθάει ο Θεός να ζουν πνευµατικά και να τους αγιάζει».
Ακόµη συνηθίζω να ζητώ από τους Αγίους να προστατεύουν τους ανθρώπους που φέρουν το όνοµά τους και από τους Αγίους Πάντες να προστατεύουν αυτούς που δεν έχουν προστάτη Άγιο.
- Γέροντα, τι είναι καλύτερα, να ζητώ το έλεος του Θεού γενικά ή να αναφέρω και συγκεκριµένα αιτήµατα σύµφωνα µε το «Αιτείτε και δοθησεται υµιν»;
Να προσεύχεσαι γενικά και να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τους πάσχοντας σωµατικά και ψυχικά». Σ' αυτήν την ευχή περιλαµβάνονται και οι κεκοιµηµένοι. Αν σου έρχεται στον νου ένα συγγενικό σου πρόσωπο, πες µια ευχή και γι' αυτό, «... ελέησον τον δούλον Σου τάδε», και πέρασε αµέσως στην γενική ευχή για όλον τον κόσµο, «... ελέησον τον κόσµον Σου άπαντα»
Μπορείς να φέρνεις στον νου σου έναν συγκεκριµένο άνθρωπο που έχει ανάγκη, να προσεύχεσαι λίγο γι' αυτόν και µετά να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ηµάς» και να πονάς για όλους, για να µη φεύγει η... αµαξοστοιχία µε έναν επιβάτη. Να µη σκαλώνουµε σε ένα πρόσωπο και µετά δεν µπορούµε να βοηθήσουµε µε την προσευχή ούτε τον εαυτό µας ούτε τους άλλους.
Όταν προσεύχεσαι λ.χ. για έναν καρκινοπαθή, να προσεύχεσαι για όλους τους καρκινοπαθείς και να λες και µια ευχή για τους κεκοιµηµένους. Ή βλέπεις έναν δυστυχισµένο· να πηγαίνει αµέσως ο νους σου σε όλους τους δυστυχισµένους και να προσεύχεσαι γι' αυτούς.
Να, θυµάµαι, µικρός είχα δει έναν ζητιάνο που πέθανε έξω από ένα τούρκικο σπίτι, δέκα µέτρα µακριά από το δικό µας. Πέτρο τον έλεγαν. Τον βρήκε το πρωί η Τουρκάλα πεσµένο έξω από το σπίτι της και τον σκούντηξε να σηκωθεί· τότε κατάλαβε ότι είχε πεθάνει.
Ακόµη τον µνηµονεύω. Πόσοι τέτοιοι «Πέτροι» υπάρχουν στον κόσµο!
Όταν πηγαίνει κανείς σε ειδικά θέµατα και σκέφτεται ότι υποφέρουν οι συνάνθρωποί µας, βοηθιέται, γιατί κεντιέται η καρδιά. Έτσι, µε πονεµένη καρδιά από τα ειδικά θέµατα πηγαίνει και στα γενικά, και βοηθάει περισσότερο µε την καρδιακή προσευχή. Καλά είναι ο µοναχός να µοιράζει την προσευχή του σε τρία µέρη: για τον εαυτό του, για όλο τον κόσµο και για τους κεκοιµηµένους. Αν και µε αυτόν τον τρόπο, παρόλο που φαίνεται δίκαιη η µοιρασιά, πάλι για τον εαυτό του φροντίζει περισσότερο, γιατί ο εαυτός του είναι ένας, ενώ οι ζώντες και οι κεκοιµηµένοι είναι δισεκατοµµύρια. (...)
Να θέλει και αυτός που ζητά την προσευχή να βοηθηθεί, να σωθεί, και να αγωνίζεται. Για να βοηθηθεί δηλαδή κανείς από την προσευχή «δικαίου» ανθρώπου, χρειάζεται να έχει καλή διάθεση. Η ευχή που γίνεται µε την καρδιά εισακούεται· πρέπει όµως και ο άλλος να είναι δεκτικός. Αλλιώς, εκείνος που προσεύχεται πρέπει να έχει την αγιότητα του Μεγάλου Παϊσίου, για να µπορέσει να τον βγάλει από την κόλαση1. Γι' αυτό κάνετε προσευχή πρώτα γι' αυτούς που έχουν διάθεση να σωθούν Εγώ, όταν παρακαλάω τον Θεό για διάφορες περιπτώσεις, λέω: «Θεέ µου, να είναι αισθητή η βοήθειά Σου, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι και πνευµατικά· αν δεν είναι αισθητή, µη µας βοηθάς». Πολλοί ούτε καν καταλαβαίνουν από τι µπόρες µας γλιτώνει ο Θεός και ούτε καν το σκέφτονται, για να δοξολογήσουν τον Θεό. Γι' αυτό να ζητάµε να βοηθάνε ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι στον κόσµο, αλλά να είναι και αισθητή η βοήθειά Τους, για να ωφελούνται οι άνθρωποι.
Ας υποθέσουµε ότι κινδυνεύει κάποιος να πέσει από την σκαλωσιά και οικονοµάει ο Θεός να σκαλώσει κάπου, που δεν ήταν να σκαλώσει και γλιτώνει. Ή πέφτει κάπου και δεν σακατεύεται. Ή τρακάρει και γλιτώνει. Να ευχηθούµε να καταλάβει ότι ο Θεός τον βοήθησε και σώθηκε, για να βοηθηθεί πνευµατικά.
Κάποιος έπεσε από ένα γεφύρι κάτω και σώθηκε. «Κατέβηκες να µετρήσεις το βάθος;», του λέω. Στα χέρια µας κρατούν οι Άγιοι. Ένα παιδί που του είχα δώσει ένα σταυρουδάκι, καθώς έτρεχε µε τον µοτοσακό, πέρασε πάνω από ένα ταξί, έκανε µια τούµπα και συνέχισε να τρέχει στον δρόµο, χωρίς να πάθει τίποτα. Πολλοί γλιτώνουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν κι διορθώνονται.
Η ποιότητα της προσευχής µετράει
- Γέροντα, όταν έχουµε ένα αίτηµα για κάποιο σοβαρό θέµα, µήπως πρέπει η προσευχή να συνοδεύεται µε νηστεία;
Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση· είναι κάτι το οποίο επιβάλλεται. Η νηστεία, η άσκηση, είναι προϋποθέσεις. Αλλά για να γίνει σωστή προσευχή, πρέπει να πονάει κανείς για τους άλλους. Γιατί είναι και τυπικό πολλών χριστιανών της εποχής µας να µη θέλουν να στενοχωρηθούν.
Και συνταξιούχοι ακόµη που όλη µέρα κάθονται, δεν πάνε να πλησιάσουν ένα παιδί εγκαταλελειµµένο, γιατί αυτό έχει φασαρία. Θα φάνε, θα πιουν τον καφέ τους και θα κάνουν έναν περίπατο, θα πάνε σε ένα νοσοκοµείο που έχει νοσοκόµους, σε κάτι οργανωµένο, για να δουν έναν άρρωστο, γιατί αυτό είναι πιο εύκολο. Πάλι δηλαδή για να ευχαριστηθούν, οπότε αναπαύουν και τον λογισµό τους ότι έκαναν το καθήκον τους. Πόσους έχω στριµώξει να βοηθήσουν κάτι παιδάκια εγκαταλελειµµένα! Αυτοί τίποτε. Στο Άγιον Όρος έκαναν κάπου Λιτανεία για την ανοµβρία και, αντί να βρέξει, έπιασε πυρκαγιά! ∆εν γίνεται λιτανεία σαν να κάνουµε περίπατο. Θέλει να πονέσουµε.
Μπορεί να παραµείνει πειρασµός ή µια δύσκολη κατάσταση, αν κάνουν καρδιακή προσευχή οι καλόγεροι; Παρ' όλα τα δύσκολα χρόνια βλέπω στα µοναστήρια να επικρατεί ένα πνεύµα... Να είµαστε χαρούµενοι! Εδώ καίγεται ο κόσµος!
Μας ζητούν να κάνουµε µια αγρυπνία, ας υποθέσουµε, για έναν άρρωστο, και ψάλλουµε «Ανοιξαντος Σου την χειρα» και χαιρόµαστε.
Εµείς περνάµε ευχάριστα την ώρα µας και ο άλλος εν τω µεταξύ πεθαίνει. «Κάνουµε, λέει, αγρυπνία για τον άρρωστο». Τι αγρυπνία;
Εσείς κάνετε διασκέδαση. Αυτό είναι πνευµατική διασκέδαση.
Μερικές φορές, ούτε όταν ο ιερέας λέει «Υπέρ των εν ασθενειαις κατακειµενων», προσευχόµαστε για τον άρρωστο. Θα βοηθούσαµε πιο θετικά, αν κάναµε και λίγη ευχή µε το κοµποσχοίνι. ∆εν λέω να καταργήσουµε τις πανηγυρικές αγρυπνίες που προβλέπει το τυπικό, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις να διαθέτουµε και λίγη ώρα, για να κάνουµε τουλάχιστον ένα-δυο κοµποσχοίνια λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλο σου».
Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής. Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Για τον Θεό δεν µετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα. Η προσευχή που γίνεται στα µοναστήρια έχει ποσότητα, αλλά δεν φτάνει αυτό· πρέπει να έχει και ποιότητα. Τόσες ώρες προσευχή που γίνεται από τόσα άτοµα, αν ήταν καρδιακή θα είχε αλλάξει ο κόσµος. Γι' αυτό σκοπός είναι οι Ακολουθίες να γίνονται από την καρδιά.
Η καρδιακή προσευχή βοηθάει όχι µόνον τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό µας, γιατί βοηθάει να έρθει η εσωτερική καλοσύνη.
Όταν ερχόµαστε στην θέση του άλλου, έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωµοσύνη µας στον Θεό µε την συνεχή δοξολογία, και τότε η προσευχή για τον συνάνθρωπό µας γίνεται ευπρόσδεκτη από τον Θεό και τον βοηθάει.
Προσευχή µε υποµονή
- Γέροντα, µένει ψυχρή η καρδιά µου στην προσευχή.
Είναι γιατί ο νους δεν δίνει τηλεγράφηµα στην καρδιά. Ύστερα στην προσευχή χρειάζεται να εργασθεί κανείς· δεν µπορεί από την µια στιγµή στην άλλη να φθάσει σε κατάσταση, ώστε να µη φεύγει καθόλου ο νους του. Θέλει υποµονή. Βλέπεις, άλλος χτυπάει την πόρτα, ξαναχτυπάει, περιµένει, και µετά ανοίγει η πόρτα. Εσύ θες να χτυπήσεις µια και να µπεις µέσα. ∆εν γίνεται έτσι. Στην προσευχή χρειάζεται επιµονή. «Και παρεβιάσαντο αυτον» (Λουκ. 24, 25), λέει το Ευαγγέλιο για τους δύο Μαθητές που συνάντησαν τον Χριστό στον δρόµο προς Εµµαούς. Έµεινε ο Χριστός µαζί τους, γιατί είχαν µια συγγένεια µε τον Χριστό και το δικαιούνταν. Είχαν ταπείνωση, απλότητα, καλοσύνη, θάρρος µε την καλή έννοια, όλες τις προϋποθέσεις, γι' αυτό και ο Χριστός έµεινε µαζί τους.
Πρέπει να προσευχόµαστε µε πίστη για κάθε ζήτηµα και να κάνουµε υποµονή, και ο Θεός θα µιλήσει. Γιατί, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται µε πίστη, υποχρεώνει τον Θεό κατά κάποιο τρόπο για την πίστη του αυτή να του εκπληρώσει το αίτηµά του. Γι' αυτό, όταν ζητούµε κάτι από τον Θεό, να µη «διακρινώµεθα» και θα εισακουσθούµε. «Να έχετε πίστη χωρίς να διακριθείτε» (Ματθ. 21, 21), είπε ο Κύριος. Ο Θεός ξέρει να µας δώσει αυτό που ζητούµε, ώστε να µη βλαφτούµε πνευµατικά.
Μερικές φορές ζητούµε κάτι από τον Θεό, αλλά δεν κάνουµε υποµονή και ανησυχούµε. Αν δεν είχαµε δυνατό Θεό, τότε να ανησυχούσαµε. Αλλά αφού έχουµε Θεό Παντοδύναµο και έχει πάρα πολλή αγάπη, τόση που µας τρέφει και µε το Αίµα Του, δεν δικαιολογούµαστε να ανησυχούµε.
Μερικές φορές δεν αφήνουµε ένα δύσκολο θέµα µας στα χέρια του Θεού, αλλά ενεργούµε ανθρώπινα. Όταν ζητούµε κάτι από τον Θεό και κλονίζεται η πίστη µας και θέλουµε να ενεργήσουµε ανθρωπίνως στα δυσκολοκατόρθωτα, χωρίς να περιµένουµε την απάντηση στο αίτηµά µας από τον Θεό, είναι σαν να κάνουµε αίτηση στον βασιλέα Θεό και την παίρνουµε πίσω, την ώρα που Εκείνος απλώνει το χέρι Του, για να ενεργήσει.
Τον παρακαλούµε πάλι, αλλά και πάλι κλονίζεται η πίστη µας και ανησυχούµε και επαναλαµβάνουµε το ίδιο. Έτσι διαιωνίζεται η ταλαιπωρία µας. Κάνουµε δηλαδή σαν εκείνον που κάνει µια αίτηση στο Υπουργείο και ύστερα από λίγο µετανιώνει και την αποσύρει.
Ξαναµετανιώνει, την υποβάλλει· µετά από λίγο πάλι την αποσύρει. Η αίτηση όµως πρέπει να µείνει, για να παίρνει την σειρά της.
Προσευχή µε πόνο
- Γέροντα, πως κάνετε ευχή για ένα θέµα;
Όλη η βάση που γίνεται η ευχή είναι να πονάει ο άνθρωπος. Αν δεν πονάει, µπορεί να κάθεται ώρες µε το κοµποσχοίνι και η προσευχή του να µην έχει κανένα αποτέλεσµα. Αν υπάρχει πόνος για το θέµα για το οποίο προσεύχεται, ακόµη και µε έναν αναστεναγµό κάνει καρδιακή προσευχή.

Πολλοί, όταν την στιγµή που τους ζητούν οι άλλοι να προσευχηθούν δεν έχουν χρόνο, προσεύχονται µε έναν αναστεναγµό για το πρόβληµά τους. ∆εν λέω να µην κάνει κανείς προσευχή, αλλά, αν τυχόν δεν υπάρχει χρόνος, ένας αναστεναγµός για τον πόνο του άλλου είναι µια καρδιακή προσευχή· ισοδυναµεί δηλαδή µε ώρες προσευχής. ∆ιαβάζεις λ.χ. ένα γράµµα, βλέπεις ένα πρόβληµα, αναστενάζεις και µετά προσεύχεσαι. Αυτό είναι µεγάλο πράγµα! Πριν πιάσεις το ακουστικό, πριν ακόµα καλέσεις, σε ακούει ο Θεός! Και το πληροφορείται ο άλλος. Να δείτε πως οι δαιµονισµένοι καταλαβαίνουν πότε κάνω προσευχή γι' αυτούς και φωνάζουν όπου κι αν βρίσκονται!
Η πραγµατική προσευχή ξεκινάει από έναν πόνο· δεν είναι ευχαρίστηση, «νιρβάνα». Τι πόνος είναι; Βασανίζεται µε την καλή έννοια ο άνθρωπος. Πονάει, βογκάει, υποφέρει, όταν κάνει προσευχή για οτιδήποτε.
Ξέρετε τι θα πει υποφέρει; Ναι, υποφέρει, γιατί συµµετέχει στον γενικό πόνο του κόσµου ή στον πόνο ενός συγκεκριµένου ανθρώπου.
Αυτήν την συµµετοχή, αυτόν τον πόνο, τον ανταµείβει ο Θεός µε την θεία αγαλλίαση. ∆εν ζητάει βέβαια ο άνθρωπος την θεία αγαλλίαση, αλλά η θεία αγαλλίαση έρχεται ως συνέπεια, επειδή συµµετέχει στον πόνο του άλλου (...).
Η θεία παρηγοριά
- Γέροντα, όταν πονώ για τους άλλους, µε πιάνει άγχος και δεν µπορώ να προσευχηθώ.
Το ότι έχει κανείς άγχος όταν πονά για τους άλλους και να µην µπορεί να προσευχηθεί είναι δείγµα ότι υπάρχει ανθρώπινο στοιχείο µέσα του! Εγώ, όσο πιο πολύ πονώ τον κόσµο, τόσο πιο πολύ προσεύχοµαι και χαίροµαι πνευµατικά, γιατί τα λέω όλα στο Χριστό και εκείνος τα τακτοποιεί.
Και βλέπω ότι όσο περνάει ο καιρός, ενώ το σωµατικό κουράγιο ελαττώνεται, το ψυχικό αυξάνει, γιατί η αγάπη, η θυσία, ο πόνος για τον άλλον δίνουν πολλή ψυχική δύναµη. Και ήµουν όρθιος όλη την νύχτα µέχρι τη Θεία Λειτουργία που έβλεπα τον κόσµο (Ο Γέροντας εννοεί την αγρυπνία της 9ης προς 10η Νοεµβρίου του 1993. Παρόλο που ήταν πολύ ταλαιπωρηµένος από τον καρκίνο, όρθιος, στηριγµένος σε µια καρέκλα, έδωσε την ευχή του σε τριάντα χιλιάδες περίπου ανθρώπους που πέρασαν εκείνη την ηµέρα). Μετά και µέσα στην Εκκλησία και πάλι όρθιος, αλλά δεν ένιωθα κούραση, γιατί πονούσαν τον κόσµο και αυτό µε δυνάµωνε. Και εσύ να προσεύχεσαι και να χαίρεσαι, γιατί ο Χριστός θα τα οικονοµήσει όλα.
Στην πνευµατική αντιµετώπιση δεν υπάρχει θλίψη. Με τον κόσµο τώρα πόσο πόνο πέρασα! ∆εν τα περνούσα έτσι τα θέµατά τους.
Πονούσα, αναστέναζα, αλλά σε κάθε αναστεναγµό άφηνα το θέµα στο Θεό, και στον πόνο που ένιωθα για τον άλλον έδινα ο Θεός παρηγοριά. ∆ηλαδή µε την πνευµατική αντιµετώπιση ερχόταν θεία παρηγοριά, γιατί ο πόνος που έχει µέσα την ελπίδα στο Θεό έχει θεία παρηγοριά. Αλλιώς πως θα αντέξει κανείς! Πώς θα µπορούσα διαφορετικά να τα βγάλω πέρα µε τόσα που ακούω; Πονάω, αλλά σκέφτοµαι και την θεία ανταµοιβή στους πονεµένους. Είµαστε στα χέρια του Θεού. Αφού υπάρχει θεία δικαιοσύνη, θεία ανταπόδοση, τίποτε δεν πάει χαµένο. Όσο βασανίζεται κανείς, άλλο τόσο θα ανταµειφθεί. Ο Θεός, ενώ βλέπει τόσον πόνο πάνω στη γη, ακόµη και πράγµατα που εµείς δεν µπορούµε να τα συλλάβουµε, δεν τα χάνει.
«Περισσότερο υποφέρεις, λέει, περισσότερο θα σε οικονοµήσω στην άλλη ζωή», και γι' αυτό χαίρεται. ∆ιαφορετικά πώς θα µπορούσε, ας πούµε, να αντέξει τόση αδικία, τόση κακία που υπάρχει; Έχει όµως υπ' όψιν Του την ανταµοιβή αυτών που υποφέρουν και µπορεί, τρόπος του λέγειν, να αντέξει αυτόν τον µεγάλο πόνο. Εµείς δεν βλέπουµε τι δόξα θα λάβει ο άλλος και πονούµε, γι' αυτό ο Θεός µας ανταµείβει µε θεία παρηγοριά.
- Γέροντα, αυτή η στενοχώρια δεν καταβάλει τον άνθρωπο;
Όχι. Ο άνθρωπος, όταν αντιµετωπίζει το κάθε πρόβληµα πνευµατικά, δεν καταβάλλεται. Στην αρχή πικραίνεται, όταν ακούει ότι κάποιος υποφέρει, αλλά µετά έρχεται ως ανταµοιβή η θεία παρηγοριά και δεν καταστρέφεται ο οργανισµός του. Ενώ η πίκρα από την κοσµική στενοχώρια φέρνει γαστρορραγία κ.λ.π., αυτή δεν βλάπτει τον οργανισµό, γιατί έχει το θείο βάλσαµο.
Ο κίνδυνος της αναισθησίας
- Γέροντα, µερικές φορές µου ζητούν λαϊκοί να προσευχηθώ για ένα πρόβληµά τους. Το κάνω, χωρίς όµως να νιώσω πόνο.
Εδώ υπάρχουν δύο περιπτώσεις: η πρώτη είναι επικίνδυνη, η δεύτερη έχει πνευµατική αντιµετώπιση. Όταν ο µοναχός ξεχνά τους δικούς του και δεν σκέφτεται και τους άλλους, δηλαδή δεν προσεύχεται για τον κόσµο, τότε αυτό είναι πολύ κακό. Ερχόµαστε δηλαδή στο µοναστήρι, εγκαταλείπουµε τους δικούς µας, και φθάνουµε να ξεχάσουµε τους δικούς µας, πόσο µάλλον τους άλλους. Αντιµετωπίζουµε τα πράγµατα πνευµατικά, αλλά δεν συµµετέχουµε στον πόνο των άλλων πνευµατικά. ∆εν προχωρούµε πνευµατικά, για να µπορέσουµε να νιώσουµε τα προβλήµατά τους, και υπάρχει κίνδυνος να φθάσουµε σε µια αναισθησία. Αρχίζει σιγά-σιγά µία αδιαφορία και γίνεται η καρδιά πέτρα. Στην δεύτερη περίπτωση πονά κανείς για όλο τον κόσµο, αλλά νιώθει και µια παρηγοριά, γιατί σκέφτεται ότι ο άλλος που υποφέρει θα έχει µισθό από τον Θεό, θα είναι µάρτυρας. Με αυτόν τον λογισµό νιώθει βαθιά σιγουριά και έχει µια εσωτερική χαρά. Σ' αυτήν την περίπτωση η καρδιά δεν είναι πέτρινη αλλά θεϊκή).
Αν δεν προσέξουν οι καλόγεροι, µπορεί να γίνει η καρδιά τους πολύ σκληρή. Οι κοσµικοί βλέπουν ατυχήµατα, την δυστυχία των άλλων, και πονούν. Εµείς δεν την βλέπουµε και µπορεί να ζητάµε όλο για τον εαυτό µας. Αν δεν κάνουµε δηλαδή λεπτή εργασία, για να νιώσουµε την δυστυχία των άλλων και να κάνουµε γι' αυτούς καρδιακή προσευχή), θα γίνουµε σκληρόκαρδοι. Θα φθάσουµε σε σηµείο να θέλουµε το βόλεµά µας και θα γίνει η καρδιά µας πέτρινη µε την αδιαφορία, πράγµα που είναι αντιευαγγελικό. Ό µοναχός πρέπει να ενδιαφέρεται, να πονάει και να προσεύχεται γενικά για τον κόσµο. Αυτό δεν του φέρνει περισπασµό, αλλά αντιθέτως βοηθιέται και ο ίδιος µε την προσευχή), βοηθάει και τους άλλους. - Γέροντα, ενώ βλέπω τα χάλια µου, κάνω πιο πολλή προσευχή για τους άλλους. Μήπως είναι καλύτερα να µnν προσεύχοµαι για τους
άλλους και να προσεύχοµαι µόνο για τον εαυτό µου;
- Από ταπείνωση; Αν είναι από ταπείνωση, να λες στον Θεό µε πολλή ταπείνωση: «Θεέ µου, τέτοια που είµαι, δεν πρέπει να µε ακούσεις. Άλλα δεν είναι αδικία να υποφέρουν οι άλλοι εξ αιτίας µου; Γιατί, εάν είχα πνευµατική κατάσταση, παρρησία, θα µε άκουγες και θα τους βοηθούσες. Φταίω και εγώ, που ο άλλος υποφέρει. Τώρα όµως τι φταίει να υποφέρει εξ αιτίας µου; Σε παρακαλώ, βοήθησέ τον».
Εξαρτάται δηλαδή πως τοποθετείσαι για τους άλλους. Νιώθεις ότι δεν είσαι άξια, αλλά τυχαίνει, βλέπεις έναν πονεµένο, στενοχωριέσαι, πονάς, προσεύχεσαι. Όταν λ.χ. βλέπω εν αν τυφλό, αισθάνοµαι τον εαυτό µου ένοχο, γιατί, αν είχα πνευµατική κατάστασή, θα µπορούσα να τον θεραπεύσω.

Ο Θεός µας έδωσε την δυνατότητα να γίνουµε άγιοι, να κάνουµε θαύµατα, όπως έκανε και Εκείνος. Αναγνωρίζουµε την µεγάλη ή µικρή µας πνευµατική αρρώστια και ταπεινά ζητούµε την σωµατική υγειά για τον συνάνθρωπό µας, ως ένοχοι για την αρρώστια του. Γιατί, εάν είχαµε πνευµατική υγειά, θα είχε θεραπευθεί προ καιρού και δεν θα παιδευόταν. 'Όταν τοποθετούµαστε σωστά, ότι είµαστε ένοχοι για όλη την κατάσταση του κόσµου, και λέµε «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησον ηµάς», βοηθιέται και ο κόσµος όλος. Και για τα χάλια του πρέπει να πονέσει κανείς και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Φυσικά, αν φθάσει σε µια πνευµατική κατάσταση, τότε για τον εαυτό του δεν ζητάει τίποτε.
Βλέπω ότι πολλές φορές πιάνουµε στραβά το «Κύριε, 'Ιησού Χριστέ, ελέησόν µε» και δήθεν από ταπείνωση δεν λέµε «ελέησον rηµάς», δεν προσευχόµαστε για τους άλλους παρά µόνο για τον εαυτό µας. Γι' αυτό και µερικές φορές µας παρεξηγούν εµάς τους µοναχούς οι κοσµικοί και λένε ότι είµαστε εγωιστές και ότι φροντίζουµε να σώσουµε µόνον τον εαυτό µας. Το «ελέησόν µε» είναι για να µην πέσουµε σε υπερηφάνεια. Η ευχή ενός ταπεινού ανθρώπου, που πιστεύει ότι είναι χειρότερος από όλους, έχει περισσότερη αξία από την
αγρυπνία που κάνει ένας άλλος µε υπερήφανο λογισµό. Όταν προσευχόµαστε µε υπερηφάνεια, κοροϊδεύουµε τον εαυτό µας.
Κατάσταση Συναγερµού
Μην ξεχνάτε ότι παίρνουµε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή προσευχή. Να θυµάστε την µεγάλη ανάγκη που έχει ο κόσµος σήµερα και την µεγάλη απαίτηση που έχει ο Θεός από µας για προσευχή. Να εύχεστε για την γενική εξωφρενική κατάσταση όλου του κόσµου, να λυπηθεί ο Χριστός τα πλάσµατά Του, γιατί βαδίζουν στην καταστροφή. Να επέµβει θεϊκά στην εξωφρενική εποχή που ζούµε, γιατί ο κόσµος οδηγείται στην σύγχυση, στην τρελά και στο αδιέξοδο. Μας κάλεσε ο Θεός να κάνουµε προσευχή για τον κόσµο, που έχει τόσα προβλήµατα! Οι καηµένοι δεν προλαβαίνουν έναν σταυρό να κάνουν. Εάν εµείς οι µονάχοι δεν κάνουµε προσευχή, ποίοι θα κάνουν; Ό στρατιώτης σε καιρό πολέµου είναι σε κατάσταση συναγερµού, έτοιµος µε τα παπούτσια. Στην ίδια κατάσταση πρέπει να είναι και ο µοναχός. Αχ, Μακκαβαίος1 θα έβγαινα! Στα βουνά θα έφευγα, για να προσεύχοµαι συνέχεια για τον κόσµο.
Πρέπει να βοηθήσουµε µε την προσευχή τον κόσµο, όλο, να µην κάνη ο διάβολος ό,τι θέλει. 'Έχει αποκτήσει δικαιώµατα ο διάβολος.
'Όχι ότι τον αφήνει ο Θεός, αλλά δεν θέλει να παραβιάσει το αυτεξούσιο. Γι' αυτό εµείς να βοηθήσουµε µε την προσευχή. Όταν πονάει κανείς για την σηµερινή κατάσταση που επικρατεί στον κόσµο και προσεύχεται, τότε βοηθιούνται οι άνθρωποι, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο. Αν προχωρήσετε µε τηv Χάρη του Θεού ακόµη λίγο, θα αρχίσουµε να κάνουµε µια προσπάθεια στο θέµα της προσευχής, να µπει µια σειρά, να γίνετε ραντάρ, γιατί και τα πράγµατα ζορίζουν. Θα διοργανώσουµε ένα συνεργείο προσευχής. Να κάνετε πόλεµο µε το κοµποσχοίνι. Με πόνο να γίνεται η προσευχή. Ξέρετε τι δύναµη έχει τότε η προσευχή;
Πολύ πληγώνοµαι, όταν βλέπω µονάχους να ενεργούν ανθρωπίνως και όχι µε τηv προσευχή δια µέσου του Θεού στα δυσκολοκατόρθωτα ανθρωπίνως. Ο Θεός µπορεί όλα να τα τακτοποίηση. Όταν κανείς κάνει σωστή πνευµατική εργασία, τότε µπορεί µόνο µε τηv προσευχή να χτίση µοναστήρια και να τα εφοδιάσει µε όλα τα απαραίτητα και. να βοηθήσει το σύµπαν. ∆εν χρειάζεται ούτε να δουλεύει- αρκεί µόνο να προσεύχεται.
Ο µοναχός πρέπει να προσπαθήσει να µην πονοκεφαλάει για τηv άλφα ή βήτα δυσκολία, είτε είναι ατοµική είτε ενός συνανθρώπου του είτε αφορά στην γενική κατάσταση, αλλά να καταφεύγει στην προσευχή και να στέλνει δια του Θεού πολλές θείες δυνάµεις. 'Άλλωστε και το έργο του µονάχου αυτό είναι, και εάν αυτό δεν το έχει καταλάβει ο µοναχός, η ζωή του δεν έχει κανένα νόηµα. Γι' αυτό, να ξέρει ότι η κάθε αγωνία του που τον ωθεί να αναζητά ανθρώπινες λύσεις στα διάφορα προβλήµατα, µε ένα βασάνισµα και πονοκέφαλο, είναι του πειρασµού.
Όταν βλέπετε ότι σας απασχολούν πράγµατα για τα οποία ανθρωπίνως δεν υπάρχει λύση και δεν τα εµπιστεύεστε στον Θεό, να ξέρετε ότι αυτό είναι τέχνασµα του πειρασµού, για να αφήσετε τηv προσευχή, µε τηv οποία µπορεί ο Θεός να στείλει όχι απλώς θεία δύναµη αλλά θείες δυνάµεις, και η βοήθεια τότε δεν θα είναι απλώς θεία βοήθεια αλλά θαύµα Θεού.
Από τη στιγµή που αρχίζουµε να αγωνιούµε, εµποδίζουµε τον Θεό να επέµβει. Βάζουµε τηv λογική µπροστά και όχι τον Θεό, το θειο θέληµα, ώστε να δικαιούµαστε την θεία βοήθεια. Ο διάβολος προσπαθεί, κλέβοντας µε τέχνη την αγάπη του µονάχου, να τον κρατάει σε µια κοσµική αγάπη, σε µια κοσµική αντιµετώπιση και κοσµική πρόσφορα στον συνάνθρωπό του, ενώ ως µοναχός έχει την δυνατότητα να κινείται στον δικό του χώρο, στην δική του ειδικότητα, του Ασυρµατιστού, γιατί αυτό είναι και το διακόνηµα που του έδωσε ο Θεός.
Όλα τα άλλα, όσα κάνουµε µε τις ανθρώπινες προσπάθειες, είναι σε κατώτερη µοίρα. Επίσης καλύτερα είναι ο µοναχός να βοηθάει τους άλλους µε την προσευχή του παρά µε τα λόγια του. Αν δεν έχει την δύναµη να συγκρατήσει κάποιον που κάνει κακό, ας τον βοηθήσει από µακριά µε την προσευχή, γιατί διαφορετικά µπορεί και να βλαφτεί. Μια ευχή καλή, καρδιακή, έχει περισσότερη δύναµη από χιλιάδες λόγια, όταν οι άλλοι δεν παίρνουν από λόγια. Παρόλο που λένε ότι βοηθώ τον κόσµο που έρχεται και µε βρίσκει, ως θετική προσφορά µου στον κόσµο βλέπω την µιάµιση ώρα που διαβάζω το Ψαλτήρι. Το άλλο το θεωρώ ψυχαγωγία. να πουν οι καηµένοι τον πόνο τους, να τους δώσω καµία συµβουλή.
Γι' αυτό την βοήθεια δεν την θεωρώ προσφορά δική µου. Η προσευχή είναι που βοηθάει. Αν είχα όλο τον χρόνο µου για προσευχή, περισσότερο θα βοηθούσα τον κόσµο. Ας πούµε ότι θα δω την ηµέρα διακόσιους πονεµένους, µόνο διακόσιοι πονεµένοι υπάρχουν στον κόσµο; Αν δεν δω κανέναν και προσευχηθώ για όλον τον κόσµο, τότε βλέπω όλον τον κόσµο. Γι' αυτό λέω στον κόσµο: «Εγώ θέλω να µιλώ για σας στον Θεό, και όχι σ' εσάς για τον Θεό. Αυτό είναι καλύτερο για σας, αλλά δεν µε καταλαβαίνετε».
Να µην παραµελούµε το θέµα τnς προσευχής σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια. Είναι ασφάλεια η προσευχή, είναι επικοινωνία µε τον Θεό.
Είδατε τι λέει ο Αββάς Ισαάκ; «∆εν θα µας ζητήσει λόγο ο Θεός, γιατί δεν κάναµε προσευχή, αλλά γιατί δεν είχαµε επαφή µε τον Χριστό και µας ταλαιπώρησε ο διάβολος».

Ὅραμα τῆς μέλλουσας κρίσης...


Του αγίου Νήφωνα Επισκόπου Κωνσταντιανής
 
Λίγα οράματα έχουν καταγραφεί με τόση σαφήνεια για τη μέλλουσα κρίση. Το όραμα αυτό που έδωσε ο Θεός στον άγιο, (που είναι ένα «ζουμ» του σχετικού σημείου της Αποκάλυψης), έχει αγαπηθεί από τους Χριστιανούς, όσο λίγες Θείες αποκαλύψεις. Και με χαρά το παρουσιάζουμε στην ιστοσελίδα μας, γνωρίζοντας ότι θα οδηγήσει τους δικαίους σε περισσότερο αγώνα και μετάνοια, και τους ασεβείς σε μεγαλύτερη κατάκριση και αφορμή απιστίας. Γιατί τα αληθή νοήματα των οράσεων και των συμβολισμών, δίνονται από τον Κύριο, μόνο σε όσους με αγαθή προαίρεση, είναι πρόθυμοι να αγνισθούν για τον ουράνιο νυμφώνα.


Μια βραδιά, αφού τελείωσε την καθιερωμένη νυχτερινή του προσευχή, ξάπλωσε να κοιμηθεί πάνω στις πέτρες του, όπως πάντα. Ήταν μεσάνυχτα και αγρυπνούσε ακόμη κοιτάζοντας το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.Μόνος καθώς ήταν, αναλογίσθηκε τις αμαρτίες του και θρηνούσε γοερά, γιατί έφερνε στον νου του τη φοβερά ώρα της Κρίσεως. Έξαφνα βλέπει να αποτραβιέται το στερέωμα του ουρανού σαν σεντόνι. Και να παρουσιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε πελώριες διαστάσεις. Στεκόταν στους αιθέρες περικυκλωμένος απ’ όλες τις ουράνιες στρατιές: άγγελοι, αρχάγγελοι, τάγματα φοβερά και εξαίσια, παραταγμένα με κάθε συστολή.

Ο Κύριος ένευσε στον στρατηγό του ενός τάγματος και εκείνος πλησίασε λαμπρός, φοβερός, μα και συνεσταλμένος:

«Μιχαήλ, Μιχαήλ, άρχοντα της διαθήκης, παράλαβε με το τάγμα σου τον πυρίμορφο θρόνο της δόξης μου και πήγαινε στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Εκεί θα τον εγκαταστήσεις σαν πρώτο σημάδι της παρουσίας μου. Γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λάβει καθένας κατά τα έργα του. Κάνε γρήγορα, έφτασε η στιγμή. Θα δικάσω αυτούς που προσκύνησαν τα είδωλα κι αρνήθηκαν Εμένα τον δημιουργό τους. Αυτούς που λάτρεψαν τις πέτρες και τα ξύλα που τους έδωσα για τις ανάγκες τους. Όλοι τους θα συντριβούν ως σκεύη κεραμέως. Καθώς και οι εχθροί μου οι αιρετικοί που τόλμησαν να με χωρίσουν από τον Πατέρα μου. Που τόλμησαν να υποβιβάσουν σε κτίσμα το Παράκλητον Πνεύμα. Αλλοίμονό τους, ποια κόλαση τους περιμένει!.

Τώρα θα εμφανισθώ και στους Ιουδαίους που με σταύρωσαν και δεν πίστεψαν στην θεότητά μου. Mου δόθηκε κάθε εξουσία, τιμή και δύναμη. Είμαι δικαιοκριτής. Τότε που ήμουνα πάνω στον Σταυρό έλεγαν: Ουά! Ο καταλύων τον ναόν… σώσον σεαυτόν. Τώρα, εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω. Εγώ θα κρίνω, θα ελέγξω και θα τιμωρήσω σκληρά το πονηρό και διεστραμμένο γένος, γιατί δεν μετάνοιωσε. Τους έδωσα ευκαιρίες να μετανοήσουν, αλλά τις περιφρόνησαν. Θα λάβω λοιπόν τώρα την εκδίκηση.

Το ίδιο θα κάνω και στους Σοδομίτες, που βρώμισαν τη γη και τον αέρα με την δυσωδία τους. Τους έκαψα τότε. Και πάλι θα τους ξανακάψω, γιατί μίσησαν την ηδονή του Αγίου Πνεύματος και αγάπησαν την ηδονή του διαβόλου.

Θα τιμωρήσω και τους μοναχούς, τους άφρονες και σκοτισμένους, που μοιάζουν σαν θηλυμανή άλογα. Δεν αρκέσθηκαν στη νόμιμη συζυγία τους, αλλά στράφηκαν ανόητα στην μοιχεία και ο σατανάς τους έριξε δεμένους στην άβυσσο του πυρός. Δεν άκουσαν ότι φοβερό το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος; Δεν φοβούνται το εγώ το εμβρίμημά μου αποτελέσω εις αυτούς; Τους κάλεσα να μετανοιώσουν κι όμως δεν μετάνοιωσαν.

Θα καταδικάσω και τους κλέφτες που έκαναν ένα σωρό κακά, ακόμη και φόνους! Και όλους όσοι έπραξαν πλήθος αμαρτιών. Εγώ τους χάρισα ευκαιρίες για να αλλάξουν αλλά δεν έδωσαν καμιά σημασία. Που είναι τα καλά τους έργα; Τους έδειξα τον άσωτο σαν τύπο και υπογραμμό – και πολλούς άλλους – για να μην αποθαρρύνονται στις αμαρτίες τους. Αλλ’ αυτοί καταφρόνησαν τις εντολές μου και με αρνήθηκαν. Αποστράφηκαν Εμένα και υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Ας πορευθούν λοιπόν στη φλόγα που οι ίδιοι άναψαν.

Αλλά κι όσους πέθαναν μνησίκακοι, θα τους παραδώσω σε φοβερό κλύδωνα. Γιατί δεν πόθησαν την ειρήνη μου, αλλά στάθηκαν στη ζωή τους θυμώδεις, πικρόχολοι και οργίλοι.

Τους πλεονέκτες, τους τοκογλύφους και τους φιλάργυρους θα τους εξολοθρεύσω και θα ξεχύσω πάνω τους όλη μου την οργή, γιατί στήριξαν την ελπίδα τους στο χρυσάφι κι Εμένα με αγνόησαν σαν να μη φρόντιζα γι’ αυτούς.

Κι εκείνους τους ψευτοχριστιανούς, που ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών ή ότι γίνεται μετεμψύχωση, θα τους λειώσω στη γεέννα σαν το κερί. Τότε θα πεισθούν για την ανάσταση των νεκρών.

Οι δηλητηριαστές, οι μάγοι κι όλοι οι όμοιοί τους θα βασανιστούν ανελέητα.

Αλλοίμονο και σ’ αυτούς που μεθάνε, γλεντοκοπάνε με κιθάρες και τύμπανα, που τραγουδάνε, χορεύουν, αισχρολογούν και φαντάζονται πονηρά. Τους κάλεσα και δεν με άκουσαν, αλλά με καταγελούσαν. Τώρα το σκουλήκι θα τους κατατρώει την καρδιά. Σ’ όλους χάρισα έλεος και μετάνοια, μα κανένας δεν έδινε τότε προσοχή.

Θα βυθίσω στο σκοτάδι κι όσους περιφρόνησαν τις Αγίες Γραφές, που τις έγραψε το Πνεύμα μου δια μέσου των αγίων.

Θα κρίνω ακόμη κι αυτούς που ασχολούνται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες και στηρίζουν τις ελπίδες τους σε μαχαίρια, αξίνες, δρεπάνια κι άλλα παρόμοια. Τότε θα μάθουν ότι έπρεπε να ελπίζουν στον Θεό κι όχι στα δημιουργήματά Του. Θα ταράζονται και θ’ αντιλέγουν τότε, μα δεν θα έχουν πια καμιά δύναμη, γιατί εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω.

Θα τιμωρήσω και τους βασιλείς και τους άρχοντες που με πίκραιναν αδιάκοπα με τις αδικίες τους. Έκριναν άδικα και περήφανα περιφρονώντας τους ανθρώπους. Και αυτοί μεν πληρώνονταν. Η δική μου όμως εξουσία δεν δέχεται δωροδοκίες. Για την αδικία τους θα τους αφανίσω. Τότε θα καταλάβουν ότι εγώ είμαι ο φοβερός που αφαιρώ τις εξουσίες των αρχόντων. Θα καταλάβουν ότι είμαι φοβερότερος απ’ όλους τους βασιλείς της γης. Ουαί σ’ αυτούς! Τι κόλαση τους περιμένει! Γιατί έτριξαν τα δόντια τους κι έχυσαν αθώο αίμα, το αίμα των παιδιών τους και των θυγατέρων τους.

Αλλά σε ποιαν οργή θα παραδώσω τους μισθωτούς, που δεν ήταν γνήσιοι ποιμένες; Που ρήμαξαν τον αμπελώνα μου και σκόρπισαν τα πρόβατά μου; Που ποίμαιναν χρυσάφι κι ασήμι – όχι ψυχές – και ζήτησαν την ιεροσύνη από συμφέρον; Πόση θα είναι η τιμωρία τους; Πόσος ο οδυρμός; Θα ξεχύσω πάνω τους όλο το θυμό και την οργή μου και θα τους συντρίψω. Πρόβατα και βόδια φθαρτά φρόντισαν ν’ αποκτήσουν, μα τα δικά μου λογικά πρόβατα δεν τα νοιάσθηκαν. Θα τιμωρήσω με ράβδο τις ανομίες τους και με μαστίγιο τις αδικίες τους.

Αλλά και τους ιερείς που γελούν η φιλονικούν μέσα στις αγίες εκκλησίες μου, τι θα τους κάνω; Θα τους συμμορφώσω στο πυρ και στον τάρταρο.

Ήρθα κι έρχομαι. Όποιος έχει τη δύναμη ας με αντιμετωπίσει. Αλλά ουαί κι αλλοίμονο σ’ αυτόν που όντας αμαρτωλός θα πέσει στα χέρια μου! Γιατί καθένας θα εμφανισθεί ενώπιόν μου γυμνός και τετραχηλισμένος. Πού θα τολμήσει να φανερωθεί τότε η αναίδεια των αμαρτωλών; Πώς θ’ αντικρίσουν το πρόσωπό μου; Πού θα βάλουν τη ντροπή τους; Θα καταισχυνθούν μπροστά στις άχραντες Δυνάμεις μου.

Θα κατακρίνω όμως κι όσους μοναχούς αμέλησαν τα καθήκοντά τους και πρόδωσαν τις υποσχέσεις που έδωσαν ενώπιον Θεού, αγγέλων και ανθρώπων. Αλλά υποσχέθηκαν κι άλλα έπραξαν. Απ’ το ύψος των νεφελών θα τους γκρεμίσω στην άβυσσο. Δεν τους έφτανε η δική τους απώλεια, αλλά προξένησαν ολέθριο σκάνδαλο και σ’ άλλους. Ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να μην απαρνηθούν τον κόσμο παρά που τον απαρνήθηκαν κι έζησαν αισχρά, ανακατεμένοι με την ασωτία. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω σ’ όσους δεν θέλησαν να μετανοιώσουν. Εγώ θα τους κρίνω σαν δίκαιος Κριτής!…»

Τα λόγια αυτά που βροντοφώνησε ο Κύριος στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ, γέμισαν δέος τις αναρίθμητες Δυνάμεις των αγγέλων.

Έπειτα πρόσταξε να του φέρουν τους Επτά Αιώνες της συστάσεως του κόσμου. Ο Μιχαήλ ανέλαβε την εκτέλεση κι αυτής της προσταγής. Γι’ αυτό πήγε αμέσως στο οίκο της διαθήκης και τους έφερε. Ήταν σαν μεγάλα βιβλία και τα τοποθέτησε μπροστά στον Κριτή. Έπειτα στάθηκε παράμερα παρατηρώντας με ευλάβεια πως ξεφυλλίζει ο Κύριος την ιστορία των αιώνων.

Πήρε Εκείνος τον πρώτο Αιώνα, τον άνοιξε και διάβασε:

«Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, ένας Θεός σε τρία πρόσωπα. Από τον Πατέρα γεννήθηκε ο Υιός και δημιουργός των αιώνων. Διότι με τον Λόγο του Πατρός, τον Υιό, έγιναν οι Αιώνες, δημιουργήθηκαν οι ασώματες Δυνάμεις και στερεώθηκαν οι ουρανοί, η γη, τα καταχθόνια, η θάλασσα, οι ποταμοί και πάντα τα εν αυτοίς.»

Έπειτα διάβασε λίγο παρακάτω:

«Εικόνα του αόρατου Θεού είναι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, με τη γυναίκα του, την Εύα. Στον Αδάμ δόθηκε μια εντολή από τον παντοκράτορα Θεό και δημιουργό όλων των ορατών και αοράτων. Είναι ένας νόμος που πρέπει να τηρηθεί με κάθε ασφάλεια και ακρίβεια, ώστε να θυμάται τον δημιουργό του, και να μην ξεχνάει ότι υπάρχει Θεός από πάνω του».

Πάλι προχώρησε λίγο:

«Παράβαση στην οποία υπέπεσε η εικόνα του Θεού από απάτη η μάλλον από απροσεξία και αμέλεια. Αμάρτησε ο άνθρωπος και διώχθηκε απ’ τον παράδεισο με δίκαιη κρίση και απόφαση του Θεού. Δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα σε τόσα αγαθά ο αχρείος παραβάτης!».

Πιο κάτω διάβασε:

«Ο Κάιν ρίχθηκε στον Άβελ και τον σκότωσε, κατά την βουλή του διαβόλου. Οφείλει να καεί στη φωτιά της γεέννας, γιατί έμεινε αμετανόητος. Ενώ ο Άβελ θα ζήσει αιώνια».

Κατά τον ίδιο τρόπο ξεφύλλισε τα έξι βιβλία των Αιώνων. Πήρε τέλος το έβδομο και διάβασε:

«Η αρχή του εβδόμου Αιώνα σημαίνει το τέλος των αιώνων. Αρχίζει να γενικεύεται η κακία, η πονηρία κι η ασπλαχνία. Οι άνθρωποι του έβδομου Αιώνα είναι πονηροί, φθονεροί, ψεύτες, με υποκριτικήν αγάπη, φίλαρχοι, υποδουλωμένοι στις σοδομίτικες αμαρτίες».

Προχώρησε λίγο, κάτι διάβασε κι έστρεψε αμέσως θλιμμένο το βλέμμα του ψηλά, στήριξε το ένα χέρι στο γόνατο, με το άλλο σκέπασε το πρόσωπο και τα μάτια κι έμεινε συλλογισμένος σ’ αυτή τη στάση ώρα πολλή. Σε λίγο ψιθύρισε:

«Αλήθεια τούτος ο έβδομος Αιώνας ξεπέρασε στην αδικία και την πονηρία όλους τους προηγούμενους».

Διάβασε παρακάτω:

«Οι Έλληνες και τα είδωλά τους γκρεμίσθηκαν με το ξύλο, την λόγχη και τα καρφιά που έμπηξαν οι σταυρωτές στο ζωηφόρο Σώμα μου».

Σώπασε μερικές στιγμές και πάλι έσκυψε στο βιβλίο.

«Δώδεκα άρχοντες του Μεγάλου Βασιλέως, λευκοί σαν το φως, συντάραξαν τη θάλασσα, στόμωσαν θηρία, έπνιξαν τους νοητούς δράκοντες, φώτισαν τυφλούς, χόρτασαν πεινασμένους και φτώχεψαν πλουσίους. Ψάρεψαν πολλές νεκρωμένες ψυχές ξαναδίνοντάς τους ζωή. Μεγάλος ο μισθός τους!…».

κι έπειτα από λίγο:

«Εγώ ο Αγαπητός διάλεξα και μάρτυρες αθλοφόρους για χάρη μου. Η φιλία τους έφτασε ως τον ουρανό και η αγάπη τους ως τον θρόνο μου! Ο πόθος τους ως την καρδιά μου και η λατρεία τους με φλογίζει δυνατά. Η δόξα και το κράτος μου είναι μαζί τους!…».

Αφού γύρισε αρκετά φύλλα, ψιθύρισε μ’ ένα χαμόγελο ικανοποιήσεως:

«Ω πανέμορφη και πολύτιμη Νύμφη! Πόσοι αισχροί πάσχισαν να σε μολύνουν! Μα δεν πρόδωσες Εμένα το Νυμφίο σου!… Αμέτρητες αιρέσεις σε απείλησαν, αλλά η πέτρα που πάνω της είσαι θεμελιωμένη δεν σαλεύθηκε, γιατί πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».

Πιο κάτω ήταν γραμμένες όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων, όσες βρήκε ο θάνατος να μην έχουν ξεπλυθεί στη μετάνοια.

Κι ήταν τόσες πολλές, σαν την άμμο της θάλασσας!… Τις διάβασε ο Κύριος δυσαρεστημένος και κουνούσε το κεφάλι του αναστενάζοντας.

Το αμέτρητο πλήθος των αγγέλων στεκόταν περίτρομο από το φόβο της δίκαιης οργής του Κριτού.

Όταν ο Κύριος έφτασε στη μέση του Αιώνα αυτού, παρατήρησε:

«Τούτο το έσχατο βιβλίο είναι γεμάτο από τη δυσωδία των αμαρτιών, από τ’ ανθρώπινα έργα, που είναι όλα ψεύτικα και βρωμερά: Φθόνοι, φόνοι, ψεύδη, έχθρες, μνησικακίες. Φθάνει πια! Θα το σταματήσω στη μέση. Να πάψει η κυριαρχία της αμαρτίας.

Και λέγοντας αυτά τα οργισμένα λόγια ο Κύριος έδωσε στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ το σύνθημα για την Κρίση. Αυτοστιγμεί εκείνος με το τάγμα του πήραν τον υπέρλαμπρο και απερίγραπτο θρόνο κι έφυγαν. Ήταν το τάγμα τόσο πολυπληθές, ώστε η γη δεν το χωρούσε. Φεύγοντας βροντοφωνούσαν:

«Άγιος, άγιος, άγιος, φοβερός και μέγας, υψηλός, θαυμαστός και δεδοξασμένος ο Κύριος στους αιώνες των αιώνων.»

Έπειτα αποχώρησε ο Γαβριήλ με το τάγμα του ψάλλοντας:

«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού»!

Και απ’ αυτούς τους φοβερούς όρκους συγκλονίζονταν ο ουρανός και η γη. Ακολούθησε ο τρίτος μέγας αρχιστράτηγος, ο Ραφαήλ, με το τάγμα του αναπέμποντας τον ύμνο:

«Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.»

Τέλος ξεκίνησε και η τέταρτη παράταξη. Ο άρχοντάς της ήταν λευκός και λαμπερός σαν το χιόνι, με όψη γλυκειά. Φεύγοντας άρχισε κι αυτός να ψάλλει δυνατά:

«Θεός θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. Εκ Σιών η ευπρέπεια τη ωραιότητος αυτού. Ο Θεός εμφανώς ήξει, ο Θεός ημών και ου παρασιωπήσεται. Πυρ ενώπιον αυτού προπορεύσεται και κύκλω αυτού καταιγίς σφόδρα.»

Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλμό. Ενώ οι αξιωματούχοι του αποκρίνονταν:

«Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.»

Ο αρχηγός αυτού του τάγματος ονομαζόταν Ουριήλ.

Σε λίγο έφεραν ενώπιον του Κυρίου τον δοξασμένο Σταυρό του, που έλαμπε σαν φοβερή αστραπή και σκόρπιζε άρρητη ευωδία. Τον συνόδευαν με εξαιρετικές τιμές δύο τάγματα Εξουσιών και Δυνάμεων. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικά μεγαλόπρεπο. Οι πολυάριθμες δυνάμεις έψαλαν αρμονικά.

Άλλοι έλεγαν με μεγάλο δέος:

«Υψώσω σε ο Θεός μου ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω ο όνομά σου εις τον αιώνα».

Άλλοι έλεγαν:

«Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού, ότι άγιος εστί. Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια!».

Έπειτα δόθηκε θεία διαταγή να έρθει πάλι ο κραταιός άρχοντας Μιχαήλ για να παρουσιαστεί δίπλα στον θρόνο του Κυρίου. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάσθηκε ένας άγγελος που κρατούσε μία βροντερή σάλπιγγα. Την πήρε ο Κριτής στα χέρια του, σάλπισε τρεις φορές κι είπε τρεις λόγους. Μετά την παρέδωσε στον Μιχαήλ:

«Σε προστάζω να πάρεις το θείο σου τάγμα και να σκορπισθήτε σ’ όλο τον κόσμο, για να μεταφέρετε πάνω σε νεφέλες τους αγίους, απ’ την ανατολή και τη δύση, τον βορρά και τον νότο. Θα τους συγκεντρώσεις όλους για να υποδεχθούν την παρουσία μου, μόλις ηχήσει η σάλπιγγα».

Ύστερα απ’ όλα αυτά έρριξε ένα βλέμμα στη γη ο δίκαιος Κριτής και είδε… Ομίχλη και σκοτεινά, θρήνος και ουαί και κοπετός πολύς. Φοβερή η τυραννία του σατανά! Μανίαζε και φρίαττε ο δράκοντας, κατέστρεψε τα πάντα συντρίβοντάς τα σαν χορτάρι, γιατί έβλεπε τους αγγέλους του Θεού να του ετοιμάζουν το αιώνιο πυρ.

Μόλις τα είδε ολ’ αυτά ο Κύριος, κάλεσε ένα πύρινο άγγελο με αυστηρή και φοβερή όψη, χωρίς λύπηση – ήταν αρχηγός των αγγέλων που επιβλέπουν το πυρ της κολάσεως – και του είπε:

«Πάρε μαζί σου τη ράβδο μου που δένει και συντρίβει. Πάρε κι αμέτρητους αγγέλους απ’ το τάγμα σου, τους πιο φοβερούς, που τάχθηκαν τιμωροί των κολασμένων. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, για να βρείτε τα ίχνη του ζοφερού άρχοντα. Άρπαξέ τον με ισχύ και κραταιότητα και χτύπα τον αλύπητα με τη ράβδο μου ώσπου να παραδώσει το τάγμα των πονηρών πνευμάτων. Κι αφού τους δέσεις όλους γερά με την ισχύ της ράβδου, κατά τη διαταγή μου, θα του ρίξεις στις πιο άσπλαχνες και άγριες κολάσεις!…

Και τότε πια, όταν όλα ήταν έτοιμα, έγινε νεύμα στον αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίσει ηχηρά. Αμέσως απλώθηκε απότομα νεκρική σιγή, σαν να ηρέμησαν τα σύμπαντα.

Με το πρώτο σάλπισμα συναρμολογήθηκαν όλα τα σώματα των νεκρών.

Με το δεύτερο, Πνεύμα Κυρίου επανέφερε τις ψυχές μέσα στα νεκρά σώματα.

Δέος και φρίκη κατέλαβε τα σύμπαντα.

Τα ουράνια και τα επίγεια έτρεμαν.

Και τότε αντήχησε το τρίτο και φοβερότερο σάλπισμα, που συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα μνήματα εν ριπή οφθαλμού. Φοβερό θέαμα! Ξεπερνούσαν σε αριθμό και την άμμο της θάλασσας. Συγχρόνως σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν απ’ τα ουράνια προς τον θρόνο της ετοιμασίας τ’ αγγελικά τάγματα βροντοφωνώντας:

«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη φόβου και τρόμου».

Στεκόταν όλος ο λαός και το αναρίθμητο σύνταγμα των αγγέλων περιμένοντας. Έτρεμαν και φρικιούσαν μπροστά στη φοβερή θεία εξουσία που κατέβαινε στη γη. Ενώ όμως όλοι κοίταζαν ψηλά, ξαφνικά άρχισαν να γίνονται σεισμοί, βροντές και αστραπές στην κοιλάδα της Δίκης και στον αιθέρα, ώστε κατατρόμαξαν όλοι. Τότε αποσύρθηκε σαν βιβλίο το στερέωμα του ουρανού και φάνηκε ο Τίμιος Σταυρός να λάμπει σαν το ήλιο και να σκορπίζει θείες μαρμαρυγές. Τον κρατούσαν οι άγγελοι μπροστά από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και Κριτή της οικουμένης, που ερχόταν.

Σε λίγο ακούγεται ένας ύμνος, ένα τραγούδι πρωτάκουστο: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Θεός Κύριος, κριτής εξουσιαστής, άρχων ειρήνης».

Μόλις τελείωσε η βροντερή τούτη δοξολογία, εμφανίζεται ο Κριτής επί των νεφελών, καθισμένος σε θρόνο πύρινο. Με την πολλή του καθάρια λαμπρότητα πυρπολούσε τον ουρανό και την γη.

Έξαφνα, μεσ’ απ’ το πλήθος των αναστημένων νεκρών άρχισαν μερικοί ν’ αστράφτουν σαν ήλιοι! Αμέσως αρπάζοταν από τις νεφέλες στον αέρα για να συναντήσουν τον Κύριό τους. Οι περισσότεροι όμως απόμειναν κάτω. Κανείς δεν τους πήρε στον ουρανό!… θρηνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχθούν κι αυτοί από τις νεφέλες κι ήταν φαρμάκι η λύπη και η οδύνη στις ψυχές τους. Έπεσαν όλοι γονατιστοί μπροστά στον Κριτή και πάλι σηκώθηκαν.

Είχε πια καθήσει στον θρόνο «θρόνος της ετοιμασίας» ο φοβερός Κριτής και μαζεύτηκαν γύρω του όλες οι δυνάμεις των ουρανών με φόβο και τρόμο. Όσοι είχαν αρπαχθεί απ’ τα σύννεφα προς απάντησή του, τοποθετήθηκαν στα δεξιά του. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στ’ αριστερά του Κριτού. Ήταν Ιουδαίοι, άρχοντες, αρχιερείς, ιερείς, βασιλείς και πολύ πλήθος μοναχών και λαϊκών. Στέκονταν καταντροπιασμένοι, ελεεινολογώντας τον εαυτό τους και θρηνώντας την απώλειά τους. Τα πρόσωπά τους ήταν εξαθλιωμένα και αναστέναζαν βαθιά συντριμμένοι.

Σ’ όλους είχε απλωθεί νεκρικό πένθος. Και πουθενά δεν φαινόταν καμμιά παρηγοριά.

Όσοι όμως στέκοταν στα δεξιά του Κριτού ήταν όλοι φαιδροί, φωτεινοί σαν ήλιοι, σεμνοί, δοξασμένοι, λευκοί σαν το φως, πυρπολημένοι, λες, από μία θεόφωτη αστραπή. Έμοιαζαν – αν δεν είναι τολμηρό να το πει κανείς – σαν τον Κύριο και Θεό τους.

Παρευθύς έρριξε το βλέμμα του και απ’ τη μία και απ’ την άλλη μεριά ο φοβερός Κριτής. Στα δεξιά κοίταξε ευχαριστημένος και χαμογέλασε. Όταν όμως γύρισε στ’ αριστερά του, ταράχθηκε, οργίσθηκε πολύ και απέστρεψε αμέσως το πρόσωπό του.

Τότε με δυνατή και επίσημη φωνή λέει στους «εκ δεξιών» του:

«Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με.»

Παραξενεύτηκαν εκείνοι και ρώτησαν!

«Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε;

Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε.»

Στρέφεται τότε προς τους «εξ ευωνύμων» και τους λέει με δριμύτητα:

«Πορεύεσθαι απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατε με, ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με.»

«Κύριε», τον ρώτησαν κι αυτοί απορημένοι, «πότε σε είδομεν και εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;

«Αμήν λέγω υμίν», τους απάντησε ο Κύριος, «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Χαθείτε απ’ τα μάτια μου, καταραμένοι της γης! Στον τάρταρο, στον βρυγμό των οδόντων! Εκεί θα ‘ναι ο θρήνος και ο οδυρμός, ο ατελείωτος.

Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής, αμέσως ξεχύθηκε απ’ την ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταμός, που κυλούσε ορμητικά προς την δύση. Ήταν πλατύς σαν μεγάλη θάλασσα. Οι αμαρτωλοί απ’ τ’ αριστερά βλέποντάς τον κατατρόμαξαν κι άρχισαν να τρέμουν φρικτά απ’ την απελπισία τους. Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι – δίκαιοι και άδικοι – μέσ’ απ’ τον φλεγόμενο ποταμό, για να τους δοκιμάσει το πυρ.

Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαμπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή με τη δοκιμασία. Γι’ αυτό γέμισαν αγαλλίαση.

Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύμων» να περάσουν μέσ’ απ’ τη φωτιά, για να δοκιμασθούν τα έργα τους. Αλλά, επειδή ήταν αμαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίει και τους κράτησε μέσα στη μέση του ποταμού. Και τα μεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώματά τους έμειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατέλειωτους μαζί με τον διάβολο και τους δαίμονες. Κανένας δεν κατόρθωσε να βγει από κείνο το πύρινο ποτάμι! Όλους τους αιχμαλώτισε η φωτιά, γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας.

Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση οι αμαρτωλοί, σηκώθηκε απ’ το θρόνο του ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για το θεϊκό ανάκτορο μ’ όλους τους αγίους του. Τον περικύκλωναν, πάντα με πολύ φόβο και τρόμο, όλες οι ουράνιες δυνάμεις ψάλλοντας:

«Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης, ο Κύριος και Θεός των θεών μαζί μ’ όλους τους αγίους του, που θ’ απολαύσουν αιώνια κληρονομιά».

Άλλο τάγμα απαντούσε και έλεγε:

«Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου μ’ όσους αξίωσε η χάρη του να ονομασθούν υιοί Θεού, Θεός Κύριος, μαζί με τους υιούς της Νέας Σιών, και επέφανεν ημίν».
και οι αρχάγγελοι, που προπορεύονταν απ’ τον Κύριο, τον δοξολογούσαν ψάλλοντας ένα ουράνιο μέλος αντιφωνικά:

«Δεύτε αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω, αλαλάξωμεν τω Θεώ τω Σωτήρι ημών. Προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτώ».

Ενώ άλλο τάγμα αντιφωνούσε μελωδικά:

«Ότι Θεός μέγας Κύριος και Βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. Ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης και τα ύψη των ορέων αυτού εισίν!»

Αυτά και άλλα πολλά παναρμόνια μέλη έψαλλαν οι άγιοι άγγελοι, ώστε να ευφραίνονται απερίγραπτα όσοι τ’ άκουγαν. Έτσι ψάλλοντας μπήκαν οι άγιοι με τον Κύριο Ιησού Χριστό στον επουράνιο θάλαμο του θεϊκού παλατίου με καρδιές που σκιρτούσαν από χαρά. Και αμέσως κλείσθηκαν οι πύλες του νυμφώνα.

Τότε κάλεσε ο ουράνιος Βασιλεύς τους κορυφαίους αγγέλους. Πρώτοι παρουσιάσθηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ, ο Ουριήλ και οι άρχοντες των ταγμάτων.

Ακολούθησαν οι δώδεκα φωστήρες του κόσμου, οι απόστολοι. Τους έδωσε ο Κύριος δόξα αστραφτερή και δώδεκα πυρίμορφους θρόνους για να καθίσουν κοντά στον διδάσκαλό τους Χριστό με μεγαλειώδεις τιμές. Η όψη τους ακτινοβολούσε ένα απερίγραπτο αιώνιο φως και τα ενδύματά τους ήταν λαμπερά και διάφανα σαν το κεχριμπάρι. Ακόμη κι οι άρχοντες των αγγέλων τους θαύμαζαν. Τέλος τους έδωσε και δώδεκα υπέροχα κριστάλλινα στεφάνια διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους, που έλαμπαν εκτυφλωτικά, καθώς τα κρατούσαν πάνω από τα κεφάλια τους ένδοξοι άγγελοι.

Έπειτα οδηγήθηκαν ενώπιον του Κυρίου οι εβδομήκοντα απόστολοι. Έλαβαν κι αυτοί όμοιες τιμές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια των δώδεκα ήταν πιο θαυμαστά.

Και τώρα ήρθε η σειρά των μαρτύρων. Αυτοί πήραν τη θέση και τη δόξα της μεγάλης αγγελικής στρατιάς, που γκρεμίσθηκε απ’ τον ουρανό μαζί με τον Εωσφόρο. Έγιναν δηλαδή οι μάρτυρες άγγελοι και άρχοντες των ουρανίων ταγμάτων. Τους έφεραν αμέσως πλήθος στεφάνια και τα τοποθέτησαν στα αγιασμένα κεφάλια τους. Όσο λάμπει ο ήλιος, τόσο έλαμπαν κι αυτά. Έτσι οι άγιοι μάρτυρες θεώμενοι ευφραίνονταν και αγάλλονταν ανέκφραστα.

Μετά μπήκε ο θείος χορός των ιεραρχών, ιερέων, διακόνων και λοιπών κληρικών. Στεφανώθηκαν κι αυτοί μ’ αιώνια κι αμαράντινα στεφάνια, ανάλογα με τον ζήλο, την υπομονή και την ποιμαντική τους δράση. Στεφάνι από στεφάνι ήταν διαφορετικό κατά τη δόξα, όπως αστέρι από αστέρι. Έτσι πολλοί ιερείς και διάκονοι ήταν ενδοξότεροι και λαμπρότεροι από πολλούς αρχιερείς.

Τους έδωσαν ακόμη και από ένα ναό, για να προσφέρουν στο νοερό θυσιαστήριο αγία θυσία και τέλεια, ευάρεστη στο Θεό.

Έπειτα μπήκε ο όσιος χορός των μοναχών. Η όψη τους ξέχυνε μυστικήν ευωδία και σαν ήλιοι σκόρπιζαν θείες μαρμαρυγές. Ο Κύριος τους στόλισε με έξι φτερούγες και έγιναν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος σαν τα φρικτά Χερουβίμ και Σεραφίμ. Άρχισαν τότε να βροντοφωνούν.

«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού. Ήταν η δόξα τους μεγάλη, αφάνταστη και το στεφάνι τους ποικιλοστόλιστο και λαμπερό. Ανάλογα με του αγώνες και τους ιδρώτες τους απολάμβαναν και τις τιμές.

Ακολούθησε ο χορός των προφητών. Τους δώρησε ο Βασιλεύς το άσμα των ασμάτων, το ψαλτήρι του Δαβίδ, τύμπανα και χορούς, άυλο φως αστραφτερό, άφραστη αγαλλίαση και τη δοξολογία του Αγίου Πνεύματος.

Τότε τους ζήτησε ο Δεσπότης του θεϊκού νυμφώνα να ψάλλουν κάτι. Και έψαλλαν ένα τόσο μελωδικό ύμνο, ώστε σκίρτησαν όλοι από ευφροσύνη.

Αφού έλαβαν αυτά τα δώρα οι άγιοι απ’ τα άχραντα χέρια του Σωτήρος, περίμεναν ακόμη εκείνα, α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη.

Τότε μπήκε όλος ο χορός των ανθρώπων, που σώθηκαν μέσα στον κόσμο: Φτωχοί και άρχοντες, βασιλείς και ιδιώτες, δούλοι και ελεύθεροι. Στάθηκαν όλοι ενώπιον του Κυρίου κι εκείνος ξεχώρισε απ’ ανάμεσά τους τους ελεήμονες και τους αγνούς και τους έδωσε την τρυφή του παραδείσου της Εδέμ, παλάτια ουράνια και φωτεινά, στεφάνια πολυτελή, αγιασμό και αγαλλίαση, θρόνους και σκήπτρα και αγγέλους να τους υπηρετούν.

Μετά ήρθαν όσοι έγιναν δια την αγάπη του Χριστού «πτωχοί τω πνεύματι». Τώρα υψώθηκαν πάρα πολύ. Τους δόθηκε απ’ το χέρι του Κυρίου στεφάνι περίλαμπρο και κληρονόμησαν τη βασιλεία των ουρανών.

Έπειτα «οι πενθούντες» τις αμαρτίες τους, που έλαβαν τη μεγάλη παρηγοριά της Αγίας Τριάδος.

Έπειτα «οι πραείς» και άκακοι, που κληρονόμησαν την ουράνια γη, όπου αποστάζει γλυκασμό και ευωδία το Πνεύμα του Θεού. Και αυτοί δοκίμασαν ανέκφραστη τέρψη και ηδονή βλέποντας να τους χαρίζεται η μακάρια γη. Τα στεφάνια τους ροδόμορφα σκόρπιζαν μαρμαρυγές.

Ακολούθησαν «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην». Τους δόθηκε ο μισθός της δικαιοσύνης, για να χορτάσουν. Και η αγαθή τους πρόθεση ευφράνθηκε βλέποντας τον Βασιλέα Χριστό να υψώνεται και να υπερδοξάζεται απ’ τους αγίους αγγέλους.

Έπειτα «οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης». Τους χαρίσθηκε θεία δοξολογία και πολυθαύμαστη ζωή.

Στήθηκε μάλιστα για χάρη τους και άφραστος θρόνος για να καθίσουν στη βασιλεία των ουρανών. Τα στεφάνια τους ήταν από θείο κι άυλο χρυσάφι που τόσο έλαμπε, ώστε απ’ την δόξα τους να χαίρονται οι χοροί των αγγέλων.

Μετά μπήκε ο χορός «των ονειδισθέντων» για τον Χριστό, τον μεγάλο Θεό και σωτήρα των ψυχών μας.

Τους ανέβασαν σε θρόνους χρυσοποίκιλτους και απολάμβαναν τον έπαινο του Θεού.

Μετά απ’ αυτούς μπήκε πολύ πλήθος ειδωλολατρών, που δεν γνώρισαν τον νόμο του Χριστού, αλλά εκ φύσεως τον τήρησαν υπακούοντας στη συνείδησή τους. Πολλοί σαν ήλιοι απ’ την αγνότητα και την καθαρότητά τους. Και ο Κύριος τους χάρισε τον παράδεισο και φαιδρά στεφάνια πλεγμένα με ρόδα και κρίνα. Επειδή όμως είχαν στερηθεί το άγιο βάπτισμα, ήταν τυφλοί. Δεν έβλεπαν καθόλου τη δόξα του Θεού. Γιατί το άγιο βάπτισμα είναι φως και μάτι της ψυχής. Γι’ αυτό όποιος δεν το λάβει κι αν άπειρα καλά εργασθεί, κληρονομεί βέβαια την παραδείσιαν άνεση και κάτι δοκιμάζει από την ευωδία και τη γλυκύτητα της αλλά δεν βλέπει τίποτε.

Έπειτα και από αυτούς βλέπει ο δίκαιος Νήφων ένα τάγμα αγίων που ήταν τα παιδιά των χριστιανών. Όλοι τους έμοιαζαν να είναι περίπου τριάντα ετών. Τους κοίταξε με βλέμμα ιλαρό ο Νυμφίος και είπε:

«Ο μεν χιτώνας του βαπτίσματός σαν άσπιλος, έργα όμως πουθενά! Τι να σας κάνω λοιπόν εσάς;»

Τότε με θάρρος του απάντησαν κι αυτοί:

«Κύριε, μας στέρησες τα επίγεια αγαθά σου, τουλάχιστον μη μας στερήσεις τα επουράνια».

Χαμογέλασε ο Νυμφίος και τους χάρισε τα ουράνια αγαθά. Πήραν και τα στεφάνια της αγνότητος, της ακακίας και όλες οι άυλες στρατιές τους θαύμαζαν.

Ήταν θαύμα ν’ ακούει κανείς τους αγίους αγγέλους που, κατευχαριστημένοι καθώς έβλεπαν τα τάγματα όλων των αγίων, τραγουδούσαν άσματα γλυκά.

Ύστερα απ’ όλα αυτά βλέπει ο Νήφων να έρχεται μπροστά στον Νυμφίο μια θεόφωτη Νύμφη. Γύρω της σκόρπιζε ουράνιες ευωδίες και θεϊκά μύρα. Στο πανέμορφο κεφάλι της φορούσε ασύγκριτο βασιλικό στέμμα, που ακτινοβολούσε. Οι άγγελοι την ατένιζαν κατάπληκτοι κι οι άγιοι θαμπωμένοι. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος συγκρατούσε πάνω στην άχραντη κορυφή το ουράνιο εκείνο διάδημα.

Μπαίνοντας στον θείο νυμφώνα την ακολουθούσε αναρίθμητο πλήθος παρθένων που υμνούσαν με δοξολογίες και άσματα τα μεγαλεία του Θεού.

Όταν έφτασε κοντά στον Νυμφίο η μεγάλη βασίλισσα, προσκύνησε τρεις φορές μαζί με όλες τις αγίες παρθένες. Τότε ο «ωραίος κάλλει» την είδε και ευφράνθηκε. Έσκυψε το κεφάλι του και την τίμησε σαν άχραντη Μητέρα του. Εκείνη πλησίασε με πολλήν ευλάβεια και χάρη και ασπάσθηκε τα αθάνατα και ακοίμητα μάτια του, καθώς και σπλαχνικά του χέρια.

Μετά το θείο φίλημα ο Κύριος χάρισε στις παρθένες αστραφτερά φορέματα και πάμφωτα φορέματα και πάμφωτα στεφάνια. Κι έπειτα ήρθαν όλες οι νοερές δυνάμεις υμνώντας, μακαρίζοντας και δοξάζοντάς την.

Τότε σηκώθηκε απ’ τον θρόνο του ο Νυμφίος και έχοντας στα δεξιά τη Μητέρα του και στ’ αριστερά τον μέγιστο και πολυθαύμαστο προφήτη και Πρόδρομό του, βγήκε απ’ τον νυμφώνα και πήγε στον θεϊκό θάλαμο, όπου βρίσκονται τα αγαθά «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» ετοιμασμένα για όσους αγάπησαν τον Θεό. Ακολουθούσαν και όλοι οι άγιοι. Μόλις είδαν τ’ αγαθά, πλημμύρισαν από άφατη αγαλλίαση και άρχισαν να κυκλοφορούν πανηγυρίζοντας μέσα στον έκπαγλο θάλαμο.

Αλλ’ αυτά δεν μπόρεσε ο δούλος του Θεού Νήφων να μου περιγράψει, αν και πολλές φορές τον πίεσα, δεν μου είπε το παραμικρό.

«Δεν μπορώ παιδί μου», έλεγε αναστενάζοντας, «ν’ απεικονίσω με την γλώσσα μου ή να παρομοιάσω με οποιοδήποτε επίγειο πράγμα τα εκεί. Ήταν πέρα από κάθε σκέψη και φαντασία, πέρα απ’ όλα τα βλεπόμενα και μη βλεπόμενα.

Όταν λοιπόν μοίρασε ο Κύριος στους αγίους του όλα τα άφραστα και ανήκουστα αγαθά, πρόσταξε τα Χερουβίμ να κυκλώσουν τον αιώνιο θάλαμο. Πρόσταξε έπειτα τα Σεραφίμ να κυκλώσουν τα Χερουβίμ, οι Θρόνοι τα Σεραφίμ, οι Κυριότητες τους Θρόνους, οι Αρχές τις Κυριότητες, οι Εξουσίες τις Αρχές και τέλος οι Δυνάμεις των ουρανών τις Εξουσίες. Όπως το τείχος κυκλώνει μία πόλη έτσι τα ουράνια τάγματα κυκλώνουν το ένα το άλλο.

Δεξιά απ’ τον θάλαμο των αιώνων στάθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια ο Μιχαήλ με το τάγμα του. Αριστερά ο Γαβριήλ με το δικό του. Ο Ουριήλ εγκαταστάθηκε στα δυτικά και ο Ραφαήλ στα ανατολικά.

Ήταν οι τέσσερις αυτές παρατάξεις πολύ μεγάλες. Και μαζί με τα τάγματα των αχράντων δυνάμεων έζωναν τον θάλαμο του Θεού με πολλή λαμπρότητα.

Ολ’ αυτά έγιναν με το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος όλων των αγίων.

Στο τέλος όλων των μυστηρίων που είδε ο άγιος Νήφων, είδε και την πιο φοβερή αποκάλυψη: «Ο ίδιος ο Πατέρας του μονογενούς Υιού, ο Γεννήτωρ, το φως το απρόσιτο και ακατάληπτο, ανέτειλε ξαφνικά λάμποντας «συν τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι» πάνω από κείνο τον απέραντο θάλαμο, πάνω από τις άχραντες δυνάμεις, πάνω απ’ όλους τους κύκλους και τις παρατάξεις τους. Φώτιζε του καθαρότατο θάλαμο, όπως φωτίζει ο ήλιος τον κόσμο. Έτσι έλαμπε ο Πατέρας των οικτιρμών. Και όπως το σφουγγάρι ρουφάει και συγκρατεί το κρασί, έτσι κι’ οι άγιοι πλημμύριζαν απ’ το άρρητο τρισήλιο φως της θεότητας και βασίλευαν αδιάκοπα μαζί της στους αιώνες.

Από τότε πια δεν υπήρχε γι’ αυτούς ούτε νύχτα ούτε μέρα. Μόνο υπήρχε ο Θεός Πατέρας, Υιός και Πνεύμα – φως και τρυφή, ζωή και φέγγος, τέρψη και ηδονή.

Έπειτα έγινε βαθειά σιγή. Σε λίγο το πρώτο τάγμα, το θείο και φοβερό που κύκλωνε τον θάλαμο, δόθηκε σαν συνεχής και ατέλειωτη κληρονομιά. Ευφρόσυνο άσμα κι ανέκφραστη δοξολογία, ασύγκριτα και υπέρκαλλη ήταν η ηδονή τους. Οι καρδιές των αγίων σκιρτούσαν απ’ τη χαρά και την απόλαυση.

Απ’ το πρώτο τάγμα μεταδόθηκε ο υπέροχος δοξολογικός ύμνος στο δεύτερο τάγμα των Σεραφίμ. Άρχισαν τότε εκείνο να ψάλλει ύμνο περίτεχνο και ακατάληπτο. Σαν εφτάγλυκο μέλι ηχούσε η δοξολογία του στ’ αυτιά των αγίων που ευφραίνονταν απέραντα μ’ όλες τους τις αισθήσεις: «Τα μάτια τους έβλεπαν το απρόσιτο φως. Η όσφρησή τους οσφραινόταν την ευωδία της θεότητος. Τ’ αυτιά τους άκουγαν τον θείον ύμνο των αχράντων δυνάμεων. Το στόμα τους γευόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, καινούριο στη βασιλεία των ουρανών. Τα χέρια τους ψηλαφούσαν τα αιώνια αγαθά και τα πόδια τους χόρευαν στον θάλαμο. Έτσι λοιπόν μ’ όλες τους τις αισθήσεις χόρταιναν την άφατη αγαλλίαση.

Σε λίγο μεταδόθηκε ο θείος εκείνος ύμνος απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το τρίτο και απ’ το τέταρτο, ως το τελευταίο προκαλώντας με το γλυκύτερο απ’ το μέλι μέλος του, τέρψη και ηδονή στις καρδιές των αγίων. Και ήταν υπέροχο ότι δεν ψαλλόνταν ένας ύμνος συνεχώς από τα τάγματα αλλά υπήρχε απερίγραπτη ποικιλία και πρωτοτυπία στην ωδή που έψαλλαν.

Όταν οι εφτά κύκλοι των ταγμάτων ολοκλήρωσαν την καθαρή τους δοξολογία, τότε άρχισαν και τα τάγματα των αρχαγγέλων τον τρισάγιο ύμνο: Έψαλλε ο Μιχαήλ και αντιφωνούσε ο Γαβριήλ. Και πάλι υμνούσε ο Ραφαήλ και συμπλήρωνε ο Ουριήλ. Άκουγε κανείς πρωτάκουστες αρμονίες. Οι τέσσερις πύρινοι στύλοι, οι αρχάγγελοι, ξεχώριζαν και ήταν ο ύμνος τους φοβερός και βροντερός.

Παρακινούμενοι απ’ την άπειρη εκείνη τρυφή άρχισαν τότε και οι άγιοι Πάντες μεσ’ απ’ τον ουράνιο θάλαμο να ψάλουν τα μεγαλεία του Θεού.

Έτσι μέσα αντηχούσε ύμνος, ύμνος κι έξω, ύμνος και παντού. Άσματα πανίερα. Που φλόγιζαν τις αγίες καρδιές με μακάρια ηδονή στους ατελεύτητους αιώνες.

Όταν τα είχε δει πια όλα αυτά ο τρισμακάριος Νήφων και ενώ βρισκόταν σε μεγάλη έκσταση και θεωρία, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει:

«Νήφων, Νήφων, ωραία ήταν ο προφητική σου οπτασία. Όλ’ αυτά λοιπόν που είδες και άκουσες γράψε τα με κάθε λεπτομέρεια, γιατί έτσι και θα γίνουν. Τα φανέρωσα σε σένα, γιατί είσαι πιστός φίλος, αγαπητό μου παιδί και κληρονόμος της βασιλείας μου. Βεβαιώσου λοιπόν, τώρα που σε αξίωσα να γίνεις αυτόπτης των φρικτών μυστηρίων, για τη μεγάλη μου φιλανθρωπία προς όλους εκείνους που προσκυνούν με ταπείνωση τη βασιλεία και την εξουσία μου. Γιατί Εγώ ευφραίνομαι να επιβλέπω επί τον πράον και ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους.»

Αφού του είπε αυτά ο Κύριος, τον απέλυσε από τη φοβερή και πολυθαύμαστη οπτασία, που επί δύο εβδομάδες τον είχε απορροφήσει.

Όταν πια ήρθε στον εαυτό του, καθόταν τρομοκρατημένος και θρηνούσε και οδυρόταν. Τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι κι έλεγε:

«Αλλοίμονο σε μένα τον άσωτο! Τι περιμένει την άθλια ψυχή μου! Αλλοίμονο μου του ελεεινού! Σε ποια κατάσταση άραγε θα βρεθώ εκεί εγώ ο αμαρτωλός! Τι θ’ απολογηθώ προς τον Κριτή; Τι λόγο θα δώσω για τις αμαρτίες μου; Και που θα κρύψω το πλήθος των ανομιών μου; Αχ, ο βέβηλος και άθλιος!… Στεναγμό δεν έχω ούτε δάκρυα. Αλλά και μετάνοια δεν μου βρίσκεται. Ελεημοσύνη καθόλου! Προσευχή τίποτα! Αγάπη μηδέν! Η ακακία κι η πραότητα στέκουν πολύ μακριά μου! Αλλοίμονο! Τι να κάνω ο ελεεινός και ρυπωμένος; Από που ν’ αρπαχθώ για να σωθεί η ψυχή μου τη βύθισα στον βούρκο. Τον νου μου τον σκότισα, τη ζωή μου την επιβάρυνα με κραιπάλη και μέθη. Αχ! Ο αμαρτωλός δεν ξέρω τι να κάνω! Τα μάτια μου βλέπουν τα αίσχη. Το πρόσωπο μου είναι καταντροπιασμένο. Τ’ αυτιά μου ηδύνονται σε δαιμονικά τραγούδια. Η όσφρησή μου ζητάει ευωδίες. Το στόμα μου ρέπει στην πολυφαγία. Αλλοίμονο μου του ταλαίπωρου! Τα χέρια μου τέρπονται στην αμαρτία. Το σώμα μου ποθεί να κυλισθεί στον βόρβορο της ανηθικότητας και κυνηγάει τα μαλακά κρεβάτια και την καλοφαγία…

Ωχ, ο παράνομος και σκοτεινιασμένος και ρυπαρός! Που να πάω δεν ξέρω. Ποιος θα με γλυτώσει απ’ το σκότος το εξώτερο του φρικτού ταρτάρου; Ποιος θα μ’ απαλλάξει από τον βρυγμό των οδόντων; Αλλοίμονο, μου του σιχαμερού, του παράνομου! Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί!… Αχ, τι δόξα πρόκειται να στερηθώ ο μαύρος! Τι τιμή, τι στεφάνια, πόση χαρά, πόση φαιδρότητα θα χάσω, επειδή υποδουλώθηκα στην αμαρτία! Ταλαίπωρη ψυχή! Που είναι λοιπόν η κατάνυξή σου; Που είναι οι αγώνες σου; Που είναι οι αρετές σου; Αλλοίμονό σου βέβηλη και θλιβερή! Που θα είναι η θέση σου την ημέρα εκείνη; Έπραξες κανένα καλό που ν’ αρέσει στον Θεό; Θα μπεις στο καμίνι. Πως όμως θ’ αντέξεις το ουαί και τον οδυρμό; Ω ρυπαρή ψυχή, που ποθούσες πάντα να κυλιέσαι στη σαπίλα, που αδιάκοπα υπηρετούσες το στομάχι!…

Άνομη και διεφθαρμένη, τι ντροπή θα δοκιμάσεις στο βλέμμα του Ιησού! Με ποια μάτια θ’ ατενίσεις το γλυκύτατό του πρόσωπο; Πες μου, πες μου! Τα είδες εκείνα τα θαυμάσια, που ο Κύριος θα πραγματοποιήσει κάποτε. Πες μου λοιπόν ψυχή, έχεις έργα αντάξια για κείνη τη δόξα; Πως θα εισέλθεις εκεί, αφού μίανες το θείο βάπτισμα; Αλλοίμονό σου τότε, μολυσμένη ψυχή μου! Σου μέλλει να κληρονομήσεις το αιώνιο πυρ, και που θα είναι τότε η αμαρτία και ο πατέρας της για να σε σώσουν;

Κύριέ μου, Κύριε,

σώσε με από τη φωτιά,

από τον βρυγμό των οδόντων,

κι από τον τάρταρο…»

Μ’ αυτά τα λόγια έλεγχε τον εαυτό του ο μακάριος προσευχόμενος. Τις κατοπινές μέρες τον έβλεπες να περπατάει σέρνοντας τα βήματά του με πικρούς στεναγμούς, θρήνους και δάκρυα. Αναλογιζόταν τα θαυμάσια που είδε, κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τα κατακτήσει. Συχνά – όταν στοχαζόταν πιο βαθιά και πιο καθαρά το όραμά του – γινόταν εκτός εαυτού. Φλεγόταν απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και αναφωνούσε:

«Ω τι χαρά, τι δόξα, τι λαμπρότητα περιμένει τους αγίους στους ουρανούς! Πόσο φοβάμαι μήπως στερηθώ!»

Αναστέναζε βαθιά και πρόσθετε:

«Κύριε, βοήθησε και σώσε τη σκοτισμένη ψυχή μου.



Πηγή: Βίος ενός ασκητή επισκόπου, του Αγίου Νήφωνος επισκόπου Κωνσταντιανής – 16η έκδοση Σταυροπηγιακής και Συνοδικής Ι. Μ. Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ «ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ» ΣΕ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Τα πρόσωπα: Ένας (ορατός) πιστός (Π) Ο (αόρατος) Θεός (Θ)
Π: «Πάτερ ημών, ο …»
Θ: Ορίστε!

Π: Μη με διακόπτεις όσο κάνω την προσευχή μου!

Θ: Μα ΕΣΥ Με κάλεσες!

Π: Σε κάλεσα; Δεν Σε κάλεσα καθόλου. Εγώ την προσευχή μου έκαμα:

«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…»

Θ: Να, πάλιν με φώναξες!

Π: Εγώ;

Θ: Ναι, εσύ. Είπες: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς». Νάμαι. Τί θέλεις;

Π: Μα Σου είπα δεν σκεφτόμουν, δεν είχα σκοπό να Σε καλέσω.

Εγώ την προσευχή μου έλεγα, το «Πάτερ ημών». Την λέω κάθε μέρα, διότι με κάνει να αισθάνομαι ωραία, όπως ακριβώς αισθάνεται κάποιος που κατώρθωσε αυτά που έβαλε σκοπό να πραγματοποιήσει.

Θ: Εντάξει. Συνέχισε τώρα την προσευχή σου …

Π: «Αγιασθήτω το όνομά Σου…»

Θ: Γιά σταμάτα λίγο! Τί θέλεις να πεις;

Π: Ορίστε; Πως δηλαδή, «τι θέλω να πω»;

Θ: Τί σημαίνει: «Αγιασθήτω το όνομά Σου …»

Π: Μμμ, σημαίνει … Αυτό μου έλειπε! Από που θέλεις να ξέρω εγώ τι σημαίνει; Είναι μέρος της προσευχής, φθάνει; (Παύση) Πες μου, αλήθεια, τι σημαίνει;

Θ: Εννοεί: «Να είναι το όνομά Του δεδοξασμένο, άγιο, θαυμαστό».

Π: Ασφαλώς. Είναι λογικό αυτό που λες! Δεν μελέτησα ποτέ την έννοια αυτών των λέξεων. «Γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης».

Θ: Είσαι σίγουρος πως θέλεις να συμβαίνουν αυτά που λες;

Π: Βεβαίως. Γιατί όχι;

Θ: Τότε, μήπως σκέφτηκες να κάνεις κι εσύ κάτι ως προς αυτά;

Π: Εγώ; Τίποτα. Τί μπορώ να κάνω εγώ; Θεωρώ απλώς ότι καλό θάταν να ελέγχεις την κατάσταση κι εδώ κάτω, επάνω στην γη, όπως την ελέγχεις εκεί ψηλά.

Θ: Μήπως ελέγχω εσένα με κανένα τρόπο;

Π: Μα, εγώ πηγαίνω στην Εκκλησία κάθε Κυριακή…

Θ: Δεν σε ρώτησα κάθε πότε πηγαίνεις στην Εκκλησία. Αναφέρομαι παραδείγματος χάρη, στην φύση σου… Έχεις πολύ ευέξαπτη φύση, να ξέρεις! Η φύση σου αποτελεί μεγάλο πρόβλημα!

Π: Γιατί τα βάζεις μαζί μου; Δεν είμαι χειρότερος από εκείνους τους υποκριτές που έρχονται ανελλιπώς στην Εκκλησία και …

Θ: Συγγνώμη, μα Μου φάνηκε πως προσευχόσουν να γίνει το θέλημά Μου! Κι αν πρόκειται να γίνει αυτό, τότε πρέπει να αρχίσουμε μ’ αυτούς που προσεύχονται σ’ Εμένα. π.χ. – μαζί σου…

Π: Καλά, εντάξει! Έχεις δίκαιο. Έχω κι εγώ τα ελαττώματά μου, τις ακλόνητες, τις απόλυτες ιδέες μου – και θα μπορούσα να Σου απαριθμήσω μερικά…

Θ: Κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω …

Π: Κύριε, αλήθεια είναι πως θέλω να τις εγκαταλείψω, να τις διώξω, να απελευθερωθώ από το βάρος τους.

Θ: Αρχίζουμε να προοδεύσουμε, λοιπόν! Θα συνεργαστούμε και θα δεις πόσες νίκες θα καταφέρνουμε μαζί! Είμαι περήφανος για σένα!

Π: Ωραία! Τώρα όμως θέλω να τελειώσω την προσευχή μου! Εάν μου μιλάς, η προσευχή μου διαρκεί πολύ περισσότερο από το συνηθισμένο. «Τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον»…

Θ: Θάπρεπε να κόψεις λίγο από το ψωμί, παραπάχυνες τον τελευταίο καιρό!

Π: Γιά περίμενε λίγο! Δεν καταλαβαίνω, τι θέλεις πραγματικά από μένα; Βλέπεις ότι κάνω το χριστιανικό μου χρέος και λέω τις προσευχές μου κι Εσύ, απρόσκλητος, με διακόπτεις συνέχεια για να μου υπενθυμίζεις όλα τα μειονεκτήματά μου!

Θ: Το να προσεύχεσαι είναι «επικίνδυνη» δουλειά, δεν τόξερες; Μπορεί να σε μεταμορφώσει ολοκληρωτικά. Αυτό προσπαθώ να σου εξηγήσω. Με κάλεσες και ήρθα. Τώρα είναι αργά πλέον για να σταματή­σεις. Συνέχισε την προσευχή σου! Μ’ ενδιαφέρει πολύ πως θα τη συνεχίσεις. (Παύση) Έ!, τι κάνεις; Πες την συνέχεια!

Π: Φοβάμαι…

Θ: Τί φοβάσαι;

Π: Ξέρω ’γώ τι θα μου πεις μετά;!

Θ: Συνέχισε την προσευχή σου!

Π: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»

Θ: Με τον Ανδρέα όμως, τι σκοπεύεις να κάνεις;

Π: Βλέπεις; Ήξερα εγώ ότι θάφερνες την κουβέντα σ’ αυτόν! Μα, Κύριε, τι να κάνω εγώ, αφού αυτός είπε τόσα ψέματα για μένα και -το άλλο- ότι μ’ εξαπάτησε μ’ ένα τόσο μεγάλο ποσό…; Σου ορκίζομαι, Κύριε, θα του δείξω εγώ! Δεν θα ησυχάσω μέχρι να τον πληρώσω για όλα με το ίδιο νόμισμα!

Θ: Και με την προσευχή τι θα γίνει; Τί έλεγες προ λίγου προσευ­χόμενος;

Π: Εκείνα, Κύριε, δεν θα τα έλεγα από την καρδιά, αλλά έτσι μηχανικά.

Θ: Καλά που το αναγνωρίζεις. Αισθάνεσαι όμως καλά κουβαλώντας μέσα σου τόσο μεγάλο πόθο για εκδίκηση;

Π: Όχι. Αλλά θα αισθανθώ καλύτερα όταν θα τον εκδικηθώ! Έχω κάποια φοβερά σχέδια σχετικά με τον ανεπρόκοπο τον Ανδρέα!

Θ: Δεν θα αισθανθείς καθόλου όπως σκέφτεσαι τώρα. Αλλά θα αισθανθείς πολύ χειρότερα, διότι η εκδίκηση έχει πολύ πικρή γεύση. Σκέψου καλά πόσο δυστυχής είσαι ακόμη και τώρα που τρέφεις αυτά τα σχέδια εναντίον του. Εγώ όμως θα σε βοηθήσω να αλλάξεις ολοκληρωτικά.

Π: Θαυμάσια! Και τι σκοπεύεις, τι θα σκαρώσεις;

Θ: Απλά. Συγχώρεσε εσύ τον Ανδρέα, και κατόπιν θα συγχωρέσω κι εγώ εσένα. Τότε, το βάρος της αμαρτίας δεν θα επιβαρύνει εσένα, αλλά εκείνον. Θα χάσεις βέβαια εκείνα τα λεφτά, αλλά εάν τον συγχωρέσεις, θα κερδίσεις την ησυχία της ψυχής σου.

Π: Δύσκολα, πολύ δύσκολα είναι αυτά που μου ζητάς, Κύριε, αλλά διαισθάνομαι πως αξίζει να προσπαθήσω ν’ ακολουθήσω τον λόγο Σου. Ευχαριστώ που με βοήθησες να λύσω και αυτό το ζήτημα. «Και μη εισε­νέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. Αμήν.»

Sunday, 3 March 2013

St. Cyril of Alexandria -On The Prodigal Son


I HEAR one of the holy prophets trying to win unto repentance those who are far from God, and saying, "Return, O Israel, to the Lord your God: for you have become weak in your iniquity. Take with you words, and return to the Lord our God." What sort of words then did he, under the influence of the Spirit, command them to take with them? Or were they not such as become those who wish to repent; such namely, as would appease God, Who is gentle, and loves mercy. For He even said by one of the holy prophets, "Return you returning children, and I will heal your breaches." And yet again by the voice of Ezekiel, "Return you altogether from your wickednesses, O house of Israel. Cast away from you all your iniquities which you have committed, that they be not to you for a punishment of iniquity. For I have no pleasure in the death of the sinner, as that he should turn from his evil way and live." And the same truth Christ here also teaches us, by this most beautifully composed parable, which I will now to the best of my ability endeavour to discuss, briefly gathering up its broad statements, and explaining and defending the ideas which it contains.

It is the opinion then of some, that by the two sons are signified the holy angels, and we the dwellers upon earth: and that the elder one, who lived soberly, represents the company of the holy angels, while the younger and profligate son is the human race. And there are some among us who give it a different explanation, arguing that by the elder and well conducted son is signified Israel after the flesh: while by the other, whose choice it was to live in the lust of pleasures, and who removed far from his father, is depicted the company of the Gentiles. With these explanations I do not agree: but I would have him who loves instruction, search after that which is true and unobjectionable. What then I say is as follows, "giving occasions to the wise, and to the just offering knowledge," as Scripture commands: for they will examine for a fitting meaning the explanations proposed to them. If then we refer the upright son to the person of the holy angels, we do not find him speaking such words as become them, nor sharing their feelings towards repentant sinners, who turn from an impure life to that conduct which is worthy of admiration. For the Saviour of all and Lord says, that "there is joy in heaven before the holy angels over one sinner that repents." But the son, who is described to us in the present parable as being acceptable unto his father, and leading a blameless life, is represented as being angry, and as even having proceeded so far in his unloving sentiments as to find fault with his father for his natural affection for him who was saved. "For he would not, it says, go into the house," being vexed at the reception of the penitent almost before he had come to his senses, and because there had even been slain the calf in his honour, and his father had made for him a feast. But this, as I said, is at variance with the feelings of the holy angels: for they rejoice and praise God when they see the inhabitants of the earth being saved. For so when the Son submitted to be born in the flesh of a woman at Bethlehem, they carried the joyful news to the shepherds, saying, "Fear you not: for behold I bring you glad tidings of great joy that shall be to all the people, that there is born to you today in the city of David a Saviour Who is Christ the Lord." And crowning with lauds and praises Him Who was born, they said, "Glory to God in the highest, and upon earth peace, and among men good will."

But if any one say, that Israel according to the flesh is meant by the virtuous and sober son, we are again prevented from assenting to this opinion by the fact, that in no way whatsoever is it fitting to say of Israel that he chose a blameless life. For throughout the whole of the inspired Scripture, so to say, we may see them accused of being rebels and disobedient. For they were told by the voice of Jeremiah, "What fault have your fathers found in Me, that they have wandered far from Me, and have gone after vanities, and become vain?" And in similar terms God somewhere spoke by the voice of Isaiah, "This people draws near unto Me; with their lips they honour Me, but their heart is very far from Me: but in vain do they fear Me, teaching as doctrines the commandments of men." And how then can any one apply to those who are thus blamed the words used in the parable of the virtuous and sober son? For he said, "Lo! all these years do I serve you, and never have I transgressed your commandment." But they would not have been blamed for their mode of life, had it not been that transgressing the divine commandments, they betook themselves to a careless and polluted mode of life.

And yet again,for I think it right to mention this also,some would refer to the person of our Saviour that fatted calf which the father killed when his son was called unto conversion. But how then could the virtuous son, who is described as wise and prudent, and constant in his duty, and whom some even refer to the person of the holy angels, treat it as a reason for anger and vexation that the calf was slain? For one can find no proof of the powers above being grieved when Christ endured death in the flesh, and, so to speak, was slain in our behalf. Rather they rejoiced, as I said, in seeing the world saved by His holy blood. And what reason too had the virtuous son for saying "you never gave me a kid." For what blessing is wanting to the holy angels, inasmuch as the Lord of all has bestowed upon them with bounteous hand a plentiful supply of spiritual gifts? Or of what sacrifice stood they in need as regards their own state? For there was no necessity for the Emmanuel to suffer also in their behalf. But if any one imagine, as I have already said before, that the carnal Israel is meant by the virtuous and sober son, how can he say with truth "you never gave me a kid?" For whether we call it calf or kid, Christ is to be understood as the sacrifice offered for sin. But He was sacrificed, not for the Gentiles only, but that He might also redeem Israel, who by reason of his frequent transgression of the law had brought upon himself great blame. And the wise Paul bears witness to this, saying, "For this reason Jesus also, that He might sanctify the people by His blood, suffered outside the gate."

What then is the object of the parable? Let us examine the occasion which led to it; for so we shall learn the truth. The blessed Luke therefore had himself said a little before of Christ the Saviour of us all, "And all the publicans and sinners drew near unto Him to hear Him. And the Pharisees and Scribes murmured saying, This man receives sinners and eats " with them." As therefore the Pharisees and Scribes made this outcry at His gentleness and love to man, and wickedly and impiously blamed Him for receiving and teaching men whose lives were impure, Christ very necessarily set before them the present parable, to show them clearly this very thing, that the God of all requires even him who is thoroughly steadfast, and firm, and who knows how to live holily, and has attained to the highest praise for sobriety of conduct, to be earnest in following His will, so that when any are called unto repentance, even if they be men highly blameable, he must rejoice rather, and not give way to an unloving vexation on their account.

For we also sometimes experience something of this sort. For some there are who live a perfectly honourable and consistent life, practising every kind of virtuous action, and abstaining from every thing disapproved by the law of God, and crowning themselves with perfect praises in the sight of God and of men: while another is perhaps weak and trodden down, and humbled unto every kind of wickedness, guilty of base deeds, loving impurity, given to covetousness, and stained with all evil. And yet such a one often in old age turns unto God, and asks the forgiveness of his former offences: he prays for mercy, and putting away from him his readiness to fall into sin, sets his affection on virtuous deeds. Or even perhaps when about to close his mortal life, he is admitted to divine baptism, and puts away his offences, God being merciful unto him. And perhaps sometimes persons are indignant at this, and even say, 'This man, who has been guilty of such and such actions, and has spoken such and such words, has not paid unto the judge the retribution of his conduct, but has been counted worthy of a grace thus noble and admirable: he has been inscribed among the sons of God, and honoured with the glory of the saints.' Such complaints men sometimes give utterance too from an empty narrowness of mind, not conforming to the purpose of the universal Father. For He greatly rejoices when He sees those who were lost obtaining salvation, and raises them up again to that which they were in the beginning, giving them the dress of freedom, and adorning them with the chief robe, and putting a ring upon their hand, even the orderly behaviour which is pleasing to God and suitable to the free.

It is our duty, therefore, to conform ourselves to that which God wills: for He heals those who are sick; He raises those who are fallen; He gives a helping hand to those who have stumbled; He brings back him who has wandered; He forms anew unto a praiseworthy and blameless life those who were wallowing in the mire of sin; He seeks those who were lost; He raises as from the dead those who had suffered the spiritual death. Let us also rejoice: let us, in company with the holy angels, praise Him as being good, and loving unto men; as gentle, and not remembering evil. For if such is our state of mind, Christ will receive us, by Whom and with Whom, to God the Father be praise and dominion with the Holy Spirit, for ever and ever, Amen.

 Source- St. Cyril of Alexandria, Commentary on the Gospel of St. Luke, Sermon CVII.

Saint Theophylact of Ochrid-Sunday of the Prodigal Son

Luke 15:11-32

From the Explanation of the Gospel of St. Luke by Blessed Theophylact, 

Archbishop of Ochrid and Bulgaria

11-16. And He said, A certain man had two sons: and the younger of them said to his father, Father, give me the portion of the property that falleth to me. And he divided unto them his living. And not many days after the younger son gathered all together, and took his journey into a far country, and there squandered his property with prodigal living. And when he had spent all, there arose a mighty famine in that land; and he began to be in want. And he went and joined himself to a citizen of that country; and he sent him into his fields to feed swine. And he longed to fill his belly with the pods that the swine did eat: and no man gave unto him. This parable is like those which precede it. For it also presents a man, Who is in fact God, the Lover of man. The two sons represent the two kinds of men, righteous and sinners. The younger son said, Give me the portion of the property that falleth to me. Of old, from the beginning, righteousness belonged to human nature, which is why the older son (born at the beginning) does not become estranged from the father. But sin is an evil thing which was born later. This is why it is the younger son who alienates himself from the father, for the latter-born son grew up together with sin which had insinuated itself into man at a later time. The sinner is also called the younger son because the sinner is an innovator, a revolutionary, and a rebel, who defies his Father’s will.
Father, give me the portion of the property (ousia) that falleth to me. The essential property of man is his rational mind, his logos, always accompanied by his free will (autexousia), for all that is rational is inherently self-governing. The Lord gives us logos for us to use, according to our free will, as our own essential property. He gives to all alike, so that all alike are rational, and all alike are self-governing.3 But some of us use this generous gift rationally, in accordance with logos, while others of us squander the divine gift. Moreover, everything which the Lord has given us might be called our property, that is, the sky, the earth, the whole creation, the law and the prophets. But the later sinful generation, the younger son, saw the sky and made it a god, and saw the earth and worshipped it, and did not want to walk in the way of God’s law, and did evil to the prophets. On the other hand, the elder son, the righteous, used all these things for the glory of God. Therefore, having given all an equal share of logos and self-determination, God permits us to make our way according to our own will and compels no one to serve Him who is unwilling. If He had wanted to compel us, He would not have created us with logos and a free will. But the younger son completely spent this inheritance. Why? Because he had gone into a far country. When a man rebels against God and places himself far away from the fear of God, then he squanders all the divine gifts. But when we are near to God, we do not do such deeds that merit our destruction. As it is written, I beheld the Lord ever before me, for He is at my right hand, that I might not be shaken (Ps. 15:8). But when we are far from God and become rebellious, we both do, and suffer, the worst things, as it is written, Behold, they that remove themselves from Thee shall perish (Ps. 72:25).
The younger son indeed squandered and scattered his property. For every virtue is a simple and single entity, while its opposing vice is a many-branched complexity, creating numerous deceptions and errors. For example, the definition of bravery is simple, that is, when, how, and against whom, one ought to make use of one’s capacity to be stirred to action. But the vice of not being brave takes two forms, cowardice and recklessness. Do you see how logos can be scattered in every direction and the unity of virtue destroyed? When this essential property has been spent, and a man no longer walks in accordance with logos, by which I mean the natural law, nor proceeds according to the written law, nor listens to the prophets, then there arises a mighty faminenot a famine of bread, but a famine of hearing the word (logos) of the Lord (Amos 8:11). And he begins to be in want, because by not fearing the Lord he has departed far from Him. But there is no want to them that fear the Lord (Ps. 33:9). How is there no want to them that fear Him? Because blessed is the man that feareth the Lord; in His commandments shall he greatly delight. Therefore glory and riches shall be in his house, and far from being himself in want, he hath dispersed, he hath given to the poor (see Ps. 111). Therefore the man who makes a journey far from God, not keeping God’s dread face ever before his eyes, indeed is in want, having no divine logos at work in him.
And he went, that is, he proceeded and advanced in wickedness, and joined himself to a citizen of that country. He who is joined to the Lord becomes one Spirit with Him. But he who is joined to a harlot, that is, to the nature of the demons, becomes one body with her (I Cor. 6:16) and he makes himself all flesh, having no room in himself for the Spirit, as it was for those men at the time of the flood (Gen. 6:4). The citizens of that country far from God are none other than the demons. The man who joins himself to these citizens, having advanced and become powerful in wickedness, feeds the swine, that is, he teaches others evil and filthy deeds. For all those who take pleasure in the muck of shameful deeds and carnal passions are like swine. Pigs are never able to look upward because of the peculiar shape of their eyes. This is why, when a farmer grabs hold of a pig, he is not able to make it stop squealing until he turns it upside down on its back. This quiets the pig, as if, by looking upward, the pig can see things it had never seen before, and it is startled into silence. Such are they whose eyes are ever turned to filthy things, who never look upward. Therefore, a man who exceeds many others in wickedness can be said to feed swine. Such are the keepers of brothels, the captains of brigands, and the chief among publicans. All these may be said to feed swine. This wretched man desires to satisfy his sin and no one can give him this satisfaction. For he who is habitual in sinful passions receives no satisfaction from them. The pleasure does not endure, but is there one moment and gone the next, and the wretched man is again left empty. Sin is likened to the pods which the swine eat, because, like them, sin is sweet in taste yet rough and harsh in texture, giving momentary pleasure but causing ceaseless torments. Therefore, there is no man to provide satisfaction for him who takes pleasure in these wicked passions. Who can both satisfy him and quiet him? Cannot God? But God is not present, for the man who eats these things has traveled a far distance from God. Can the demons? They cannot, for they strive to accomplish just the opposite, namely, that wickedness never end or be satisfied.
17-21. And when he came to himself, he said, How many hired servants of my father’s have bread enough and to spare, and I perish with hunger! I will arise and go to my father, and will say unto him, Father, I have sinned against heaven, and before thee, and am no longer worthy to be called thy son: make me as one of thy hired servants. And he arose, and came to his father. But when he was yet a great way off, his father saw him, and had compassion, and ran, and fell on his neck, and kissed him. And the son said unto him, Father, I have sinned against heaven, and in thy sight, and am no longer worthy to be called thy son. The man who until now had been prodigal came to himself. This is because he was “outside himself” and had taken leave of his true self so long as he committed foul deeds. Rightly is it said that he wasted and spent his essential property. This is why he was outside himself. For he who is not governed by logos, but lives irrationally without logos, and teaches others to do the same, is outside of himself and has abandoned his reason, which is his very essence. But when a man regains his logos (analogizetai) so as to see who he is and into what a state of wretchedness he has fallen, then he becomes himself again, and using his reason, he comes to repent and returns from his wanderings outside reason. He says hired servants, signifying the catechumens, who have not yet become sons because they have not yet been illumined by Holy Baptism. Indeed the catechumens have an abundance of the rational bread, the sustenance of the Word (Logos), because they hear each day the readings of Scripture.
Listen, so that you may learn the difference between a hired servant and a son. There are three ranks of those who are being saved. The first kind are like slaves who do what is good because they fear the judgment. This is what David means when he says, Nail down my flesh with the fear of Thee, for of Thy judgments am I afraid (Ps. 118:120). The second kind, who are like hired servants, are those who are eager to serve God because of their desire for the reward of good things, as David again says, I have inclined my heart to perform Thy statutes for ever for a recompense (Ps. 118:112). But if they are of the third kind, that is, if they are sons, they keep His commandments out of love for God. This is what David means when he says, 0 how I have loved Thy law, 0 Lord! The whole day long it is my meditation (Ps. 118:97); and again, with no mention of fear, I lifted up my hands to Thy commandments which I have loved (Ps. 118:48), and again, Wonderful are Thy testimonies, and because they are wonderful, therefore hath my soul searched them out (Ps. 118:129). One must understand the hired servants to refer not only to the catechumens, but also to all those in the Church who obey God out of some lesser motive than love. Therefore when a man is among the ranks of those who are sons, and then is disowned because of his sin, and sees others enjoying the divine gifts, and communing of the Divine Mysteries and of the Divine Bread, such a man ought indeed to apply to himself these piteous words, How many hired servants of my father's have bread enough and to spare, and I perish with hunger! I will arise, arise, that is, from my fall into sin, and go to my Father, and will say unto him, Father, I have sinned against heaven, and before Thee. When I abandoned heavenly things, I sinned against heaven, preferring shameful pleasure to heavenly things, and choosing the land of hunger instead of my true fatherland, heaven. Just as we have a saying that the man who prefers lead to gold sins against the gold, so too the man who prefers earthly things to heaven, sins against heaven. Indeed he has gone astray from the road that leads to heaven. Understand that when he sinned, he behaved as if he were not acting in the sight of God, that is, in the presence of God; but once he confesses his sin, then he realizes that he has sinned in the sight of God.
And he arose, and came to his father, for we must not only desire the things that are dear to God but must get up and do them as well. You see the warm repentance—behold now the compassion of the father. He did not wait for his son to come to him, but he went and met him on the way and embraced him. God is called Father on account of His goodness and kindness, even though by nature He is God Who encompasses all things so that He could have restricted a man within His embrace, no matter which way the man might try to turn. As the prophet says, The glory of God shall compass thee (Is. 58:8). Before, when the son distanced himself, it was fitting that God, as Father, release him from His embrace. But when the son drew near through prayer and repentance, it was fitting that God again enclose him within His embrace. Therefore the Father falls on the neck of the one who before had rebelled and who now shows that he has become obedient. And the Father kisses him, as a sign of reconciliation, and by this kiss He first makes holy the defiled one’s mouth, which is as it were the doorway to the whole man, and through this doorway He sends sanctification into the innermost being.
22-24. But the father said to his servants, Bring forth the first robe, and put it on him; and put a ring on his hand, and shoes on his feet: and bring hither the grain-fed bullock, and kill it; and let us eat, and be merry: for this my son was dead, and is alive again; he was lost, and is found. And they began to be merry. The servants you may understand to mean the angels, the ministering spirits who are sent to serve those who are counted worthy of salvation. For the angels clothe the man who has turned from wickedness with the first robe, that is, with the original garment which we wore before we sinned, the garment of incorruption; or, it means that garment which is honored above all others, the robe of Baptism. For the baptismal robe is the first to be placed around me, and from it I receive a covering of my former shame and indecency. Therefore you may understand the servants to mean the angels who carry out all those things that are done on our behalf, and by means of which we are sanctified. You may also understand the servants to mean the priests. For they clothe the repentant sinner with Baptism and the word of teaching, placing around him the first robe, which is Christ Himself (for all we that have been baptized into Christ have put on Christ, Gal. 3:18). And they put a ring on his hand, which ring is the seal of Christ given at Chrismation so that we might execute good deeds in His name. The hand is a symbol of action, and the ring is a symbol of a seal. Therefore he who has been baptized, and, in general, everyone who has turned from wickedness, ought to have on his hand, that is, on his entire faculty of action, the seal and the mark of Christ, which is placed on him to show that he has been made new in the image of his Creator. You may also understand the ring to signify the earnest of the Spirit (II Cor. 1:21-22). By that I mean that God will give us perfect and complete good things when it is time for them; but for now He gives us gifts as earnest, that is, as tokens of assurance of those good things to come. For example, to some He gives the power to work miracles, to others the gift of teaching, and to others still other gifts; having received these gifts, we have more confident hope in the perfect and complete good things to come. 
And shoes are put on his feet to protect him from scorpions, that is, from the seemingly small and hidden sins described by David (Ps. 18:12), which are in fact deadly. And these shoes also protect him from serpents, that is, from those sins which can be seen by all. And, in another sense, shoes are given to him who has been counted worthy of the first robe: God makes such a man ready to preach the Gospel and to bring benefit to others. This is Christianity—to benefit one’s neighbor. We are not ignorant of what is meant by the grain-fed bullock (ton moschon ton siteuton) which is slain and eaten. It is none other than the very Son of God, Who as a Man took flesh which is irrational and animal by nature, although He filled it with His own glory. Thus Christ is symbolized by the bullock, the Youngling which has never been put under the yoke of the law of sin; and He is grain-fed in the sense that Christ was set apart and prepared for this mystery from before the foundation of the world. And though it may seem somewhat difficult to take in, nevertheless it shall be said: the Bread which we break in the Eucharist appears to our eyes to be made of wheat (sitos) and thus may be called of wheat (siteutos); but in reality it is Flesh, and thus may be called the Bullock. For Christ Himself is both Bullock and Wheat. Therefore every one who is baptized and becomes a son of God, or rather, is restored to the status of son, and in general, every one who is cleansed from sin, communes of this Bullock of Wheat. Then he becomes the cause of gladness to the Father, and also to His servants, namely, the angels and the priests, because he who was dead is alive again, and he who was lost is found. For whoever is dead from the abundance of his wickedness is without hope; but whoever is able, with his changeable human nature, to change from wickedness to virtue, is said to be merely lost. To be lost is less severe than to be dead.
25-32. Now his elder son was in the field: and as he came and drew nigh to the house, he heard music and dancing. And he called one of the servants, and asked what these things meant. And he said unto him, Thy brother is come; and thy father hath killed the grain-fed bullock, because he hath received him safe and sound. And he was angry, and would not go in: therefore came his father out, and entreated him. And he answering said to his father, Lo, these many years do I serve thee, neither transgressed I at any time thy commandment: and yet thou never gayest me a kid, that I might make merry with my friends: but as soon as this thy son was come, who hath devoured thy living with harlots, thou hast killed for him the grain-fed bullock. And he said unto him, Son, thou art ever with me, and all that I have is thine. It was meet that we should make merry, and be glad: for this thy brother was dead, and is alive again; and was lost, and is found. Here is the celebrated question—how is it that the son who lived a God-pleasing life in all other respects, and who faithfully served his father, could display such envy? The question will be answered if one considers the reason why this parable was told. This parable and the ones preceding it were told because the Pharisees, who considered themselves pure and righteous, were grumbling at the Lord because He received harlots and publicans. The Pharisees murmured indignantly, believing themselves to be more righteous than the publicans, which is why the Lord presented this parable. Consider that the figure of the son who is seen to grumble is understood to refer to all those who are scandalized at the sudden good fortune and deliverance of sinners. Such men grumble, not because of envy, but because neither they nor we can understand the outpouring of God’s compassion for man. Does not David bring forward the figure of a man scandalized at the peace of sinners (Ps. 72:3)? And Jeremiah likewise, when he says, Why is it that the way of ungodly men prosper? Thou hast planted them, and they have taken root (Jer. 12:1-2). Such thoughts reflect man’s weak and poor understanding, which easily ignites with annoyance and questions the good fortune of the wicked, which seems undeserved.
In this parable, therefore, the Lord is saying to the Pharisees words like these: “Let us suppose that you are as righteous as that elder son and well-pleasing to the Father; I entreat you who are righteous and pure not to grumble, as this elder son did, against the gladness which we are showing over the salvation of the sinner, who is also a son.” Do you see that this parable is not about envy? Instead, by means of this parable, the Lord is instructing the minds of the Pharisees, so that they will not be vexed that the Lord receives sinners, even though they themselves are righteous and have fulfilled every commandment of God. It is no wonder that we too become vexed at those who appear undeserving. God’s compassion is so great, and He gives to us so abundantly of His own good things, that we may even grumble at His generosity. That criticism follows generosity is a fact to which we refer in everyday speech. If we do good to someone who fails to thank us, we often say to him, “Everyone says I am a fool for having been so good to you.” We use this expression, even if no one has actually criticized us, because extreme generosity is so often followed by criticism that to suggest the latter is to prove the former. But let us turn to the particulars of the parable, in brief.

The elder son was in the field, that is, in this world, working his own land, meaning his flesh, so that he might have his fill of bread, sowing with tears so that he might reap with rejoicing. When he learned what was being done, he did not want to enter into the common joy. But the compassionate father goes out and begs him to come in, and explains to him the reason for the joy, that a man who was dead has come back to life. Because as a man he did not understand, and because he was scandalized, the elder son accused the father of not giving him even a young goat, while for the prodigal son he slaughtered the fatted calf. What does the kid, the young goat, signify? You may learn here. Every young goat is considered to be of the portion of sinners who are placed on the left side. The righteous son is saying, then, “I have passed my life in toil and labor, I have been persecuted, suffered hardships, been oppressed by sinners, and on my behalf you have never slaughtered and killed a kid, that is, a sinner who afflicts me, so that I might have some small measure of rest.” For example, King Ahab was just such a goat to the Prophet Elijah. Ahab persecuted Elijah, but the Lord did not quickly give this goat over to the slaughter so that Elijah could have some small rest, and take his ease with his friends, the prophets. Therefore Elijah complained to God, Lord, they have digged down Thine altars, and have slain Thy prophets (III Kings 19:10) And Saul was a goat to David, as were also all those who slandered David. But the Lord allowed them to tempt him, and did not slay them to give David some rest. Therefore David said, How long shall sinners, 0 Lord, how long shall sinners boast (Ps. 93:3)? The elder son in the parable is saying these things: “You did not count me worthy of any consolation in all my toils; you never handed over to me for slaughter any of these who were afflicting me. But now you save the prodigal son who never had to toil.”

This is the entire purpose of the parable—to correct the Pharisees who were grumbling that He had accepted sinners. The parable also instructs us that no matter how righteous we may be, we ought not to rebuff sinners, nor to grumble when God accepts them. The younger son, therefore, represents the harlots and the publicans; the elder son represents those Pharisees and scribes who consider themselves righteous. It is as if God were saying, “Let us suppose that you are indeed righteous and have not transgressed any commandments; if some others have turned away from wickedness, why do you not accept them as your brothers and fellow laborers?” I am not unaware that some have interpreted the elder son to signify the angels, and the younger son, the latter-born nature of men which rebelled against the commandment it was given and went astray. Still others have said that the two sons represent the Israelites and the Gentiles who later believed. But the simple truth is this: the person of the elder son signifies the righteous, and the person of the younger son signifies sinners who have repented and returned. The entirety of the parable is given for the sake of the Pharisees, to teach them not to be vexed that sinners are received, even if they themselves are righteous. Let no one be vexed at the judgments of God—let him be patient with those apparent sinners who prosper, and are saved. How do you know whether a man whom you think is a sinner has not repented, and on this account has been accepted? Or that he has secret virtues on account of which God looks favorably upon him?
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...